Category: Θέματα

  • Σηλυβρία

    • Η Σηλυβρία κατά τους αρχαίους χρόνους ονομαζόταν Σηλυμβρία. Κατά τον Στράβωνα θεμελιώθηκε πριν από την θεμελίωση της πόλης του Βύζαντα από τον Σήλυο, που ήταν αρχηγός της αποικίας των Μεγαρέων. Η πόλη αυτή μνημονεύεται και στην αρχαία ελληνική ιστορία. Από τον Αρκάδιο κλήθηκε Ευδοξιούπολη, προϊόντος του χρόνου ανέκτησε το παλαιό της όνομα και σήμερα καλείται με το αρχαίο της όνομα.
      Σ΄ αυτήν την πόλη υπάρχει μόνο μία ευρύχωρη οδός. Οι υπόλοιπες διατέμνουν ελικοειδώς αθροίσματα σπιτιών, που βρίσκονται ανάμεσα στον λόφο και τη θάλασσα. Ο λόφος αυτός κατοικείται από Εβραίους και έχει ενενήντα μέτρα ύψος. Ακόμη στην κορυφή του βρίσκονται ογκώδη ερείπια κάποιου φρουρίου.
      Η Σηλυμβρία με το λιμάνι της, όπως λέει ο Boue, μοιάζει με κάποιες πόλεις της Ιταλίας. Τα ερείπια του φρουρίου της βρίσκονται αμφιθεατρικά πάνω από έναν λόφο, όπου είναι χτισμένα σπίτια. Πάνω δε από αυτά υπάρχουν και αμπελώνες. Αντικρύζοντας ο θεατής, που γύρω του δεν βλέπει παρά άνυδρο και στεγνό τοπίο, μπορεί να απολαύσει μια τερπνή θέα.
      Μετά τη Σηλυμβρία υπάρχει μία οδός δίπλα στη θάλασσα, όπου μπορεί ο διαβάτης να βρεί τα ερείπια μίας παλιάς ρωμαϊκής οδού, που είναι στρωμένη με μεγάλες τετράγωνες πλάκες μαύρου χρώματος. Επίσης στο ίδιο μέρος μπορεί να συναντήσει κανείς ίχνη από το περίφημο τείχος του αυτοκράτορα Αναστασίου, ο οποίος το έχτισε για να αναχαιτίσει τους βαρβάρους. Από εκεί, ύστερα από διαδρομή δύο ωρών, περνά ο διαβάτης δύο ρυάκια και φτάνει στη γέφυρα Τσοκαδερέ. Έπειτα φεύγοντας από τα δεξιά της ταχυδρομικής οδού από την Κωνσταντινούπολη στην Αδριανούπολη φτάνει σε έξι ώρες στο Τσορλού και από εκεί ακολουθώντας την παραλία οδό φτάνει μέσα σε τρεις ώρες στο Εσκί Ερεκλί. (Isambert, σ. 2 – 3)
  • Ραιδεστός

    • Η πρώτη οδός την οποία διήλθε o Isambert ξεκινούσε από την Κωνσταντινούπολη και κατέληγε στη Θεσσαλονίκη, μέσω Ραιδεστού, Αίνου και Καβάλας. Το ταξίδι διήρκεσε δέκα ημέρες ή εκατόν ένδεκα ώρες. Η συγκεκριμνένη οδός δεν προτιμάται από τους οδοιπόρους, οι οποίοι επιλέγουν τον θαλάσσιο δρόμο. Ωστόσο η συγκεκριμένη οδός διέρχεται από μέρη αξιόλογα, με ιστορικό και αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Τέτοιο ενδιαφέρον παρουσιάζει το τμήμα από τον Αίνο έως τη Θεσσαλονίκη. Σ’ αυτήν την οδό μπορεί κανείς να βρεθεί ερχόμενος από την κωμόπολη Κουτσούκ – Τσεκμετζέ διά του σιδηροδρόμου, ή πηγαίνοντας ως τη Ραιδεστο μέσω ατμοκινήτου. (Isambert, σ.1 – 2)
    • Η τουρκική ονομασία της Ραιδεστού είναι Τεκφουρδάγ, που σημαίνει, όρος του Κυρίου. Στα αρχαία χρόνια η πόλη αυτή ονομαζόταν Βισάνθη και στους μεσαιωνικούς χρόνους ονομάστηκε Ραιδεστός. Αποτελεί ένα από εκείνα τα εμπορικά σημεία, που ίδρυσε η ελληνική δραστηριότητα σ΄αυτά τα παράλια της Προποντίδας από την 6η εκατονταετηρίδας π.Χ. Η Ραιδεστός είναι χτισμένη σε ένα αμφιθέατρο που σχηματίζεται από λόφους. Από την πλευρά της θάλασσας προσφέρει θέα γοητευτική. Στο εσωτερικό της όμως παρέχει θέα τουρκικής πόλης. Η Ραιδεστός δεν διαθέτει πολλές αρχαιότητες. Σώζονται μόνο κάποια λείψανα αρχαίου τείχους κατασκευασμένου από κολοσσιαίες πέτρες, κάποια αρχαία και βυζαντινά προχώματα και ο ναός της Παναγίας της Ρευματοκρατόρισσας, όπως αποκλήθηκε διότι σύμφωνα με την παράδοση η πολιούχος εξώθησε τους βαρβάρους από την πόλη και τους κατακρήμνισε σε κάποιο βαθύ ποτάμι. Σε αυτή την εκκλησία σώζονται οι τάφοι των Ούγγρων, που εξορίστηκαν στη Ραιδεστό μετά την ειρήνη του Κάρλοβιτς στις αρχές του 18ου αι. Οι Μαγυάροι ακόμη έρχονται να προσκυνήσουν από την Πέστη. Καθίσταται ολοφάνερο πως η πόλη της Βισάνθης θα βρισκόταν πάνω στο οροπέδιο, αφού εκεί πέρα βρίσκεται και η εν λόγω εκκλησία.
      Η Ραιδεστός είναι η πρωτεύουσα του σαντζακίου του Τεκφουρδάγ και έχει 23.000 κατοίκους εκ των οποίων οι 13.000 είναι Τούρκοι, των οποίων ο αριθμός σήμερα ελαττώνεται, 6.000 Αρμένιοι, 4.000 Έλληνες 5.000 Ιουδαίοι, 60 Καθολικοί και 25 Διαμαρτυρόμενοι. Οι κάτοικοι σύμφωνα με το θρήσκευμά τους είναι χωρισμένοι σε κοινότητες, που η κάθε μια έχει τις δικές της δραστηριότητες. Εξ όλων αυτών όμως υπερέχει η ελληνική κοινότητα ως προς την εμπορική της δραστηριότητα και ως προς την τάση της προς τα γράμματα, που διατηρεί δύο σχολεία στα οποία φοιτούν 220 μαθητές και δαπανά 6.000 με 7.000 φράγκα κατ’ έτος.
      Οι Αρμένιοι ασχολούνται με τις τραπεζικές εργασίες και είναι φημισμένοι για τον πλούτο που έχουν συγκεντρώσει. Έχουν μάλιστα και δική τους εκκλησία. Οι Εβραίοι είναι λεμβούχοι και μικροέμποροι.
      Εξερχόμενος ο οδοιπόρος από τη Ραιδεστό συναντά δύο δρόμους. Η ταχυδρομική οδός που εξέρχεται από την παραλία και εισέρχεται στα ηπειρωτικά μέρη είναι άγρια και ορεινή. Οδοιπορώντας κανείς σ΄ αυτήν την οδό συναντά τις κωμοπόλεις Αϊνεντζίκ (μετά από πορεία τεσσάρων ωρών), Μάλγαρα (μετά από πορεία 10 ωρών) και Κεσλάν (μετά από πορεία πέντε ωρών). Διαβαίνοντας o οδοιπόρος τη μεγάλη κοιλάδα της Μαρίτσας (Έβρου) συναντά πεντέμισης ὠρες τον ομώνυμο ποταμό και μετά από μισή ώρα τη Βέρα ή Φερετζίκ, από όπου είναι επισκέψιμη η κοιλάδα του Αίνου και τα ερείπια της Τραϊανουπόλεως.
      Η δεύτερη οδός ή καλύτερα η δεύτερη διεύθυνση, διότι πολλές φορές αναγκάζεται κανείς να πορευτεί διά μέσου των αγρών και των ψαμμωδών παραλιών, περιέχει πολλές αρχαίες τοποθεσίες, τις οποίες περιέγραψε στην αρχαιολογική του περιήγηση στη Θράκη ο κ. Αλβέρτος Dumont. Ακολουθώντας κανείς τον νότιο παραλιακό δρόμο της Ραιδεστού, συναντά διάφορα ομαλά πεδία που δεν παρουσιάζουν όμως και κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, απολαμβάνοντας παρόλα αυτά την αξιοθαύμαστη θέα, που προσφέρει η διάβαση από τη θάλασσα του Μαρμαρά και από τα παράλια της Βιθυνίας που εξωραΐζονται από πολλά χρώματα. (Isambert, σ. 4-6)

    • Η οδός που βρίσκεται στα βορειοανατολικά της Τραϊανουπόλεως οδηγεί μέσα σε τρεις ώρες στο Φερετζίκ ή Βίρα, όπου βρίσκει κανείς την ευθεία οδό που αδηγεί από τη Ραιδεστό στη Θεσσαλονίκη διά των κωμοπόλεων Μάλγαρα και Κεσλάν και διά του σιδηροδρόμου της Αδριανούπολης.(Isambert, σ.13)

  • Ερετριείς

    • Η Μένδη ήταν αποικία Ερετριέων και υπήρξε πόλη ιστορική, λόγω της σημασίας της κατά τους αγώνες μεταξύ των Σπαρτιατών και των Αθηναίων.
      (Isambert, σ.63)
  • Πελασγοί

    • Οι Πελασγοί μάλλον ήταν οι πρώτοι που όρισαν τον Όλυμπο σαν την κατοικία του μεγάλου τους θεού του Δία. (Isambert,σ.82 – 83)
    • Ο Πλεύρος, αρχαίος θεός των Πελασγών, έγινε ο Ολύμπιος Ζεύς, υμνήθηκε δε από τον Όμηρο και λαξεύτηκε από τον Φειδία.
      (Isambert, σ.84)

  • Βλάχικο γυμνάσιο στο Μοναστήρι

    • Το Βλάχικο γυμνάσιο στο Μοναστήρι είναι ένα μεγάλο καινούργιο κτίριο, στο κέντρο της πόλης, πίσω από το μοναστήρι των Λαζαριστών, με εκατό μαθητές ( από τους οποίους οι εξήντα είναι οικότροφοι) και με δέκα καθηγητές που διδάσκουν ρουμανικά, γερμανικά, φιλοσοφία, μαθηματικά, φυσικές επιστήμες, λατινικά, αρχαία ελληνικά, ιστορία, θρησκευτικά, γεωγραφία, ιταλικά, τουρκικά, γαλλικά .(Berard, σ. 308)
    • Το Βλάχικο γυμνάσιο χωρίζεται με έναν απλό φράκτη από το λαζαρίτικο μοναστήρι. Γυμνασιάρχης για τους τύπους είναι κάποιος Βλάχος, ο Μ.Δ. Κοσμολειός .Δε παρουσιάζει ομοιότητες με τον τύπο του ευρωπαικού γυμνασίου. Είναι ένα απλό τούρκικο σπίτι με λάσπη και ξύλο. Τοίχοι άσπροι, βεράντες και σκάλες από άβαφο ξύλο, κρεβάτια ανατολικού τύπου, δύο κουβέρτες δηλαδή πάνω σε μία προβιά, που την τυλίγουν κάθε πρωί σε μία γωνιά της καμάρας. Όταν τα παιδιά φύγουν για τις διακοπές, μένουν μόνο καμιά εικοσαριά ορφανά ή οικότροφοι ,όλοι με το εθνικό τους ένδυμα : κάλτσες από μπλε μαλλί και μαύρες βαριές καπότες. Όλοι αυτοί οι μικροί Καραγκούνηδες μιλούν γαλλικά και απαγγέλλουν το «Le loup et l’Agneau». Βλάχικα, τούρκικα, γαλλικά και προπαίδεια είναι το κύριο υλικό της διδασκαλίας και η αποσκευή αυτή είναι αρκετή, για να γίνεις σπουδαίος άντρας στη Τουρκία. Εκτός από αυτό μία ανώτερη τάξη προπαρασκευάζει τους νεαρούς βλαστούς για τις εξετάσεις των ρουμάνικων πανεπιστημίων.(Berard, σ. 324-325)
  • Βαλαάδες

    • Την ύπαιθρο των Γρεβενών και της Αναστελίτσας την κατοικούν ακόμη μουσουλμάνοι ελληνόφωνοι. Οι χριστιανοί τους προσδιορίζουν συνήθως με την ονομασία Βαλαάδες (Βα Αλλάχ! Μα τον Αλλάχ). Ο προσηλυτισμός αυτός μετέτρεψε απλώς τις εκκλησίες σε τζαμιά. Τα ήθη και όλες οι λέξεις της γλώσσας έμειναν ελληνικά. Οι Βαλαάδες αυτοί ορκίζονται εξίσου και στην Παναγία όπως και στο ψωμί, μα το ψωμί, μα την Παναγιά. Τα μόνα τούρκικα που ξέρουν οι ιμάμηδες τους, είναι τα αραβικά που χρειάζονται, για να κραυγάζουν από το μιναρέ: Λα Ιλάα Ιλλά λάου. Ένας είναι ο θεός και ο προφήτης του ο Μωάμεθ. Έχω μάλιστα ακούσει ότι πολλοί από τους ιμάμηδες αυτούς, οι γεροντότεροι, φωνάζουν απλούστατα στα ελληνικά, όπως τον παλιό καλό καιρό, όταν οι Τούρκοι δεν ήσαν τόσο απαιτητικοί. (Berard, σ. 208-209)
  • Τούρκοι μετανάστες (μουατζίρηδες) από τη Θεσσαλία

    • Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα όλος αυτός ο [τουρκικός] πληθυσμός μετανάστευσε. Η Πύλη εγκατέστησε ένα μέρος από τους μουατζίρηδες(μετανάστες) αυτούς γύρω από την Προύσα και τη θάλασσα του Μαρμαρά. Οι περισσότεροι όμως- προπάντων οι πλούσιοι, όσοι κατείχαν γαίες που απλώνονταν και στις δύο πλευρές του Ολύμπου, και στη Μακεδονία και στη Θεσσαλία- ήρθαν να προστεθούν στο τουρκικό στοιχείο που κατοικούσε στα Σέρβια. Λένε ότι μετανάστευσαν έτσι τριάντα σαράντα χιλιάδες άνθρωποι. Πράγματι, σήμερα η Θεσσαλία έχει ερημωθεί.
      Το ρεύμα αποδημίας, ασυγκράτητο στην αρχή, το διαδέχθηκε μια κίνηση επιστροφής, που την προκάλεσε η ελληνική κυβέρνηση με το σεβασμό που επέδειξε στα τεμένη και τα βακούφια και με τις διαπραγματεύσεις της με τους ιμάμηδες και τους μπέηδες. Την κίνηση αυτή την ευνόησε όσο μπορούσε, η ελληνική κυβέρνηση. Μερικοί μετανάστες ξαναπέρασαν τα σύνορα. Είδαμε και ακούσαμε Τούρκο στο βήμα της ελληνικής βουλής…Τώρα έχει εκδηλωθεί μια αντικίνηση, προς την κατεύθυνση πάλι της μετανάστευσης. Ο Τούρκος ασφυκτιά σε χριστιανική γη, παρόλη την ασφάλεια και την προστασία ακόμη, με την οποία τον περιβάλλουν οι ελληνικές αρχές. “Δε βρίσκουμε να παντρέψουμε τα κορίτσια μας” μου έλεγε ένας Τούρκος της Λάρισας…. κι αυτός είναι βασικός λόγος αποδημίας για τους ευλαβικούς αυτούς μουσουλμάνους, στους οποίους ο Προφήτης απαγορεύει να δώσουν τις θυγατέρες τους σε άπιστους. Η Μακεδονία αργά ή γρήγορα θα κληρονομήσει και τους τελευταίους αυτούς Τουρκοθεσσαλούς.
      (Berard, σ. 206)
  • Μοναστήρια δερβίσηδων

    • Τον καιρό του Πουκεβίλ σε όλους τους δρόμους, από τη Θεσσαλονίκη στη Λάρισα και από τα Γιάννινα στο Μοναστήρι, υπήρχαν μοναστήρια δερβίσηδων στη σειρά. Τα τοπικά τζαμιά, τα γεφύρια, τα τζαμιά της Κωνσταντινούπολης ή της Προύσας, τα μοναστήρια των ντερβισάδων που στροβιλίζονται και ουρλιάζουν, κατέχουν σε βακούφια το ένα τέταρτο της επαρχίας. Στη διάρκεια του αιώνα τούτου τα έσοδα αυτά τα κρατικοποίησε η κυβέρνηση, τα λαφυραγώγησαν οι Αλβανοί ή τα σφετερίστηκαν οι Εβραίοι και οι Μακεδόνες. Στο μεγαλύτερο τους μέρος τροφοδότησαν την περιουσία των μπέηδων και των πασάδων. Μέχρι τις αρχές όμως του αιώνα οι ισόβιοι τιτλούχοι τους διορίζονταν από τον σεϊχουλισλάμη και επιλέγονταν από το σώμα τωνΟυλεμάδων. Στρατολογούνταν ανάμεσα στους αυθεντικούς Τούρκους της Κωνσταντινούπολης, της Προύσας ή και του Ικονίου, της πόλης των δερβίσηδων. Τα λίγα βακούφια που επιβιώνουν ως σήμερα, εξακολουθούν να φέρνουν στη Μακεδονία, κυρίως στη νότια, ένα ολόκληρο ιερατικό προσωπικό, με γυναίκες, παιδιά, πλήρεις οικογένειες. Και τούτο είναι ένα καινούργιο συμπλήρωμα που αναπληρώνει τις καθημερινές απώλειες του γηγενούς τουρκισμού.
      (Berard, σ. 205)
  • Θεράποντες του Αλάχ (μουεζίνηδες, ιμάμηδες, δερβίσηδες κ.α)

    • Οι Έπαρχοι της Πύλης στη Μακεδονία δεν αφήνουν πίσω τους τίποτα που να θυμίζει το διάβα τους. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο και με τους μουεζίνηδες, ιμάμηδες, δερβίσηδες και άλλους θεράποντες του Αλλάχ, που άλλοτε αφθονούσαν στις επαρχίες. Ο Βαγιαζήτ και ο Μουράτ θεμελίωσαν πλήθος θρησκευτικά ιδρύματα στη Μακεδονία. Επί πολλούς αιώνες μπέηδες και αγάδες αφιέρωναν σ’ αυτά μέγα μέρος από τις γαίες τους. Τον καιρό του Πουκεβίλ σε όλους τους δρόμους, από τη Θεσσαλονίκη στη Λάρισα και από τα Γιάννινα στο Μοναστήρι, υπήρχαν μοναστήρια δερβίσηδων στη σειρά. Τα τοπικά τζαμιά, τα γεφύρια, τα τζαμιά της Κωνσταντινούπολης ή της Προύσας, τα μοναστήρια των ντερβισάδων που στροβιλίζονται και ουρλιάζουν, κατέχουν σε βακούφια το ένα τέταρτο της επαρχίας. Στη διάρκεια του αιώνα τούτου τα έσοδα αυτά τα κρατικοποίησε η κυβέρνηση, τα λαφυραγώγησαν οι Αλβανοί ή τα σφετερίστηκαν οι Εβραίοι και οι Μακεδόνες. Στο μεγαλύτερο τους μέρος τροφοδότησαν την περιουσία των μπέηδων και των πασάδων. Μέχρι τις αρχές όμως του αιώνα οι ισόβιοι τιτλούχοι τους διορίζονταν από τον σεϊχουλισλάμη και επιλέγονταν από το σώμα τωνΟυλεμάδων. Στρατολογούνταν ανάμεσα στους αυθεντικούς Τούρκους της Κωνσταντινούπολης, της Προύσας ή και του Ικονίου, της πόλης των δερβίσηδων. Τα λίγα βακούφια που επιβιώνουν ως σήμερα, εξακολουθούν να φέρνουν στη Μακεδονία, κυρίως στη νότια, ένα ολόκληρο ιερατικό προσωπικό, με γυναίκες, παιδιά, πλήρεις οικογένειες. Και τούτο είναι ένα καινούργιο συμπλήρωμα που αναπληρώνει τις καθημερινές απώλειες του γηγενούς τουρκισμού.
      (Berard, σ. 204-205)
  • Έπαρχοι-Εκπρόσωποι της Πύλης στη Μακεδονία

    • Οι εκπρόσωποι της δημόσιας αρχής που διασπείρει η Πύλη στη Μακεδονία, παρά το μεγάλο τους αριθμό είχαν αμελητέα επίδραση. Τις περισσότερες φορές είναι Τούρκοι της Κωνσταντινούπολης, δηλαδή ελληνικής, αρμενικής ή γεωργιανής ράτσας από τις μανάδες τους και όλες τους τις προγόνισσες. Και περνούν εφήμεροι όπως οι προστάτες τους ή τα μπαξίσια που τους εξασφάλισαν τη θέση. Διορίζεται κάποιος έπαρχος στην Κοζάνη ή την Καστοριά. Με μόνους τίτλους τις συστάσεις κάποιου υπουργού, θαλαμηπόλου ή πασά…..Είναι έθιμο να απευθύνει κάθε μήνα στον προστάτη του κάποια απτή μαρτυρία της ευγνωμοσύνης του. Όμως ο μισθός του είναι γελοίος- και στην περίπτωση ακόμη που τον λαβαίνει, τις πιο πολλές φορές δεν πληρώνεται. Για να ζήσει και να διατηρήσει την ευμένεια του πάτρωνά του ο έπαρχος αυτός πρέπει να φάει, να κάνει δηλαδή επιδέξια κατάχρηση της απόλυτης εξουσίας που έχει στα χέρια του. Η Τέχνη της Μάσας στην Τουρκία θα μπορούσε να γραφτεί σε τρία κεφάλαια : Δρόμοι, Δικαιοσύνη, Δεκάτη. Δεν τυχαίνει βέβαια σε όλους τους επάρχους η χρυσή τύχη μιας οδοκατασκευής. Συχνά πάλι η δικαιοσύνη αποδίδει δύσκολα ή πολύ λίγο, λόγω της παρουσίας ευρωπαίων προξένων ή ελληνων και βουλγάρων επισκόπων. Κι ακόμη συχνότερα η δεκάτη δεν αποδίδει παρά το ποσοστό που έχει ορίσει η εξουσία, κυρίως στις περιοχές με μεγάλη γαιοκτησία, όπου οι μπέηδες και οι αγάδες γνωρίζουν να διαφεντεύουν τα διακιώματά τους. Ο έπαρχος τσιμπολογά χωρίς να καταφέρνει να πλουτίσει και χωρίς να καταφέρνει να ευχαριστήσει τον υπουργό ή τον πασά του. Τη θέση τη ζητά κάποιος ανταγωνιστής, υποσχόμενος περισσότερα. Ο άνθρωπός μας τότε ανακαλείται. Καθώς την περίμενε τη μοίρα του αυτή, δεν έχει κάνει κανονική εγκατάσταση στην περιοχή του. Είχε έρθει μοναχός του, αφήνοντας στην Κωνσταντινούπολη το χαρέμι του. Είχε κατασκηνώσει σε ένα από τα πολλά δωμάτια που έχει το Κονάκι(διοικητήριο). Η λέξη αυτή, στρατιωτική υφής και νομαδικής προέλευσης, ταιριάζει απόλυτα στα σπίτια τούτα από ξερολίθι και ξύλο, όπου Τούρκοι με μπότες και στολές, χωνιασμένοι στα λιπαρά τους ντιβάνια, υπογράφουν κάποια στρατσόχαρτα πίνοντας καφέ και καπνίζοντας τσιγάρα. Ο διάδοχος κάνει το ίδιο. Περνούν έτσι πενήντα έπαρχοι. Τα ονόματά τους μένουν συχνά στα τοπικά τραγούδια και τις τοπικές αφηγήσεις, όταν έχουν διακριθεί με κάποια καλοστημένη δολοφονία ή κάποια καλοστημένη δίκη. Τίποτ’ άλλο όμως δεν αφήνουν πίσω τους, που να θυμίζει το διάβα τους.
      (Berard, σ. 203-204)