Category: Θέματα
-
- Οι είκοσι ή είκοσι πέντε χιλιάδες άντρες που αποτελούν επισήμως το σώμα στρατού του Μοναστηρίου(τρίτο Σώμα Στρατού), αντλούνται από την Ανατολία. Από πάντοτε η Πύλη έκρινε σκόπιμο να στέλνει τους Αλβανούς της στη Συρία και στο Φεζάν, και τους Ασιάτες της στα ευρωπαϊκά σύνορα. Οι στρατιώτες του τρίτου Σώματος είναι στρατολογημένοι από τα βιλαέτια του Αΐδινίου και του Ικονίου. Οι Τούρκοι αυτοί της Ανατολίας είναι περαστικοί από τα μέρη αυτά. Το διάβα τους όμως αυτό διαρκεί πάντοτε τουλάχιστον εφτά χρόνια. (Berard, σ. 202)
-
- Η Μακεδονία, λεηλατημένη και ερημωμένη από ηπειρωτικές και θαλάσσιες επιδρομές Ανατολής και Δύσης, προσέφερε κάθε πενήντα χρόνια, μετά το διάβα των Βουλγάρων, των Λατίνων, των Σέρβων και των Βλάχων, τις μεγάλες της πεδιάδες για εποικισμό. Οι Πέρσες του Θεόφιλου έγιναν Βαρδαριώτες . Τους Ούζους τους έστειλαν σίγουρα στην πεδιάδα της Αχρίδας, όπου η Άννα Κομνηνή επισημαίνει τούρκικες αποικίες προγενέστερες της βασιλείας του πατέρα της (1081). Οι Πετσενέγκοι έλαβαν τις γαίες της Βέροιας, που στάθηκαν και το πεδίο της ήττας τους. Οι Κουμάνοι διασκορπίσθηκαν, ένα μέρος τους στη Θράκη και τη Μακεδονία, ένα άλλο στη Μικρά Ασία, στις όχθες του Μαίανδρου και στη Φρυγία.
Όταν το 14ο και 15ο αιώνα οι Οθωμανοί εισέβαλαν στη Μακεδονία, υπήρχαν ακόμη οι τουρκικές αυτές εμπροσθοφυλακές; Ή είχαν αφομοιωθεί από τις γύρω φυλές;…. Είναι πιθανό ότι μέσα σε διαφορετικούς πληθυσμούς εξαφανίστηκαν σιγά σιγά. Όντας ειδωλολατρικές και όχι ακόμη μωαμεθανικές αγκάλιασαν αμέσως το χριστιανισμό, πρώτο βήμα προς τον εξελληνισμό. Έπειτα, υπό το κράτος των θελγήτρων ενός πιο εκλεπτυσμένου πολιτισμού εγκατέλειψαν τις εθνικές τους συνήθειες και τη γλώσσα τους. Η πρώτη λοιπόν αυτή εισφορά τουρκικού αίματος διαμοιράστηκε σε όλους τους μακεδονικούς πληθυσμούς. Μολαταύτα, ο Πουκεβίλ φαίνεται να υποστηρίζει ότι κατάλοιπα των πρώτων αυτών Τούρκων επιβίωναν στις αρχές του αιώνα στα νότια της λίμνης της Αχρίδας και αναγνωρίζονταν από τον τύπο τους και τα Ευαγγέλια σε μογγολική γλώσσα που είχαν διατηρήσει. Η ανακάλυψη όμως αυτή, για την οποία και ο ίδιος δε φαίνεται και πολύ σίγουρος, δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ. Εμάς μας αρκεί να ξέρουμε ότι αρκετοί Μακεδόνες, καλοί χριστιανοί και καλοί Έλληνες ή καλοί Βούλγαροι, έχουν στις γκιαούρηκες φλέβες τους τουρκικό αίμα, αίμα των κερατάδων των Τούρκων! Η φυλετική πολιτική έπρεπε τελικά να αναγνωρίσει στο σουλτάνο που εκπροσωπεί τη τουρκική φυλή, τα ίδια δικαιώματα και εξίσου βάσιμα από ιστορική άποψη επί της Μακεδονίας, όσα και στους Έλληνες, τους Σέρβους και τους Βούλγαρους. (Berard, σ. 196-198)
-
- Στο μεγάλο δρόμο βρίσκουμε μόνο το παζάρι, μέσα σε αρδευμένα περιβόλια και λιβάδια. Το παζάρι φαίνεται εντελώς καινούριο με τα λιθόχτιστα μαγαζιά του, τα θολωτά του παράθυρα και τα παντζούρια του από λαμαρίνα. Τις παλιές παράγκες τις εξαφάνισε η πυρκαγιά του 1881 και η πυρκαγιά του 1883. Το παζάρι της Αχρίδας που έχει καεί δύο φορές, είναι χριστιανικό. Μπορείς βέβαια να βρεις ακόμη αρκετές ισλαμικές γωνιές. Κάτω από ένα θεόρατο πλατάνι χοτζάδες με άσπρο τουρμπάνι φουμάρουν το ναργιλέ. Δύο μαγαζιά είναι γεμάτα παλιά όπλα, τουφέκια ασημοπλούμιστα και πιστόλια με πυριτόλιθο. Μπαρμπέρηδες κουρεύουν στην ύπαιθρο με τη συνηθισμένη τους πολυτέλεια της λεκάνης από επασημωμένο χαλκό και της κόκκινης πετσέτας. Και ρολογάδες, λαός ολόκληρος από ρολογάδες! Οι γέροι Τούρκοι περνούν τον καιρό τους ρυθμίζοντας και σπάζοντας το ρολόι τους. Τόσο μεγάλος είναι ο φόβος τους μήπως χάσουν την ώρα της προσευχής, της μοναδικής τους ενασχόλησης! Τα περισσότερα μαγαζιά όμως αναγγέλλουν τον πολιτισμό. Πετρέλαια και ντενεκέδες, σιδερένια σκεύη της Ευρώπης, υφάσματα με εγγλέζικη μάρκα. Στην άκρη του παζαριού, στρίβοντας σ’ ένα σοκάκι κάθετο στο δρόμο, μπαίνεις στην ψαραγορά, ένα οχετό από μυρωδιές και τρίμματα που φέρνουν ναυτία και στον οποίο αναρίθμητοι σκύλοι προσπαθούν να επιβάλουν κάποια καθαριότητα. Η πείνα τους δεν επαρκεί, για να καλύψει τις απαιτήσεις της οδονομίας. (Berard, σ.149-150)
-
- Ο μεγάλος δρόμος βγαίνει μεσααπό μια σύντομη ανηφοριά της πεδιάδας του Κόσανι, που τα νερά της ανοίγουν ένα πέρασμα προς το βορρά, ενώ εμείς πηγαίνουμε στα νοτιοανατολικά. Πλευρίζοντας στρογγυλούς γήλοφους, ξανακατεβαίνουμε προς το μεγάλο κάμπο του Μοναστηρίου, που τον βλέπουμε να απλώνεται μπρος μας. Παρά την πρωινή ώρα ο βοριάς σηκώνει ήδη σύννεφα σκόνης. Φέρνουμε γύρα ένα αντέρεισμα του Περιστεριού. Στα δεξιά μας το ψηλό και φίνο γρανιτένιο βουνό τινάζεται στα ουράνια, εξίσου πολυσχιδές στην κορφή και ευέλικτο, εξίσου ογκώδεις και πλατύ στη βάση όσο και από την πλευρά της Ρέσνας, και εξίσου γυμνό. Ψηλά είναι φωλιασμένο ένα χωριό με άσπρα σπίτια, με τα δέντρα του νεκροταφείου του και με τα περιβόλια του. Στους πρόποδες αλλά ολότελα μέσα στον επίπεδο κάμπο, το Μοναστήρι ξυπνά ανάμεσα στις λεύκες και τα κυπαρίσσια.
(Berard, σ. 175)
-
- Από τη Ρέσνα στο Μοναστήρι όπου βιαζόμαστε να φτάσουμε, σαράντα χιλιόμετρα σε δύο σταθμούς.
Αφήσαμε τη Ρέσνα μέσα στο λιοπύρι του καταμεσήμερου και διασχίσαμε τη μεγάλη πεδιάδα. Γύρω μας δεν υπάρχει ούτε χορταράκι ούτε ψυχή ζώσα, ένα αχνό άσπρο σύννεφο μόνο είναι κρεμασμένο στην κορφή του Περιστεριού και από το σκέλεθρος ενός μουλαριού πετούν ψηλά δύο καράκια.
Ο δρόμος διασχίζει τους ανατολικούς λόφους λίγο βορειότερα του Περιστεριού. Ανεβαίνουμε άνετα την πλαγιά, αν και αρκετά γρήγορα. Ένας σταθμός χωροφυλακής φρουρεί τον αυχένα και, ώσπου να διαβάσουν τα διαβατήριά μας, αναγκαζόμαστε να προβούμε σε μακρά ενατένιση του γύρω τόπου. Πίσω μας η πεδιάδα της Ρέσνας όπου έχει σηκωθεί βοριάς, δεν είναι παρά ομίχλη από κίτρινη σκόνη. Τη θέα της λίμνης της Πρέσπας μας την κρύβει ο ορεινός όγκος του Περιστεριού. Μπροστά μας, πολύ μακριά όμως, μια άλλη κίτρινη ομίχληδηλώνει τον κάμπο του Μοναστηρίου, που τον σκουπίζει ο ίδιος βοριάς. Μέχρι να φτάσουμε όμως ως εκεί, η κατωφέρεια που πρέπει να κατεβούμε, είναι ογκώδης, πλάτους είκοσι χιλιομέτρων περίπου σε νοητή ευθεία και σχηματίζεται από ένα χάος λόφων, φαραγγιών, ξεροπόταμων, και μικρών εσωτερικών πεδιάδων – ένα θλιβερό χάος χωρίς μεγαλείο στις ανωμαλίες του, χωρίς χρώμα στις ανασκάψεις του εδάφους. Λόφοι, πεδιάδες και ρουμάνια, όλα στρογγυλεμένα και υποτονικά, με φτωχά περιγράμματα και γύμνια. Ο ήλιος που γέρνει, απλώνει πάνω στην ερημιά αυτή την πολυσχιδή και ευλύγιστη σκιά του Περιστεριού.
Στα βάθη των φαραγγιών καιτ ων πεδιάδων βρίσκονται μερικά χωριουδάκια και κάποιες καλλιέργιες. Από μακριά όμως και σε πρώτη ματιά δεν ξεχωρίζουν καθόλου. Η δουλεμένη γη δε διακρίνεται από το χέρσο έδαφος ούτε τα λασποκαλύβια από την κιτρινωπή γη. Στα μισά της κατάβασής μας σταθήκαμε για τη νύχτα στο μεγαλύτερο από τα χωριά αυτά, το Κοσάνι.
(Berard, σ.170-171)
-
- Το παζάρι της Ρέσνας στη διάρκεια των δέκα αυτών χρόνων κάηκε πολλές φορές, όπως αρμόζει σε κάθε χριστιανικό παζάρι. Δρόμοι και ορθάνοιχτα μαγαζιά, όλα έρημα.
(Berard, σ.165)
-
- Πίσω τους όμως η ελληνική σπορά που είχαν αφημένη στο έδαφος, εξακολοθούσε να καρποφορεί, όταν κάποτε, γύρω στα 1864-1866, εμφανίσθηκαν ξένοι, Ρώσοι που μιλούσαν για θρησκεία βουλγαρική, για μεγάλη Βουλγαρία, για καταπίεση των Σλάβων και πως ως ενίσχυση των λόγων τους έδιναν και κουδουνιστά επιχειρήματα, ένα πιάστρο (δύο δεκάρες) στο ζητιάνο και εκατό λίρες (2.300 φράγκα) στον τίμιο άνθρωπο. Κι έτσι δημιουργήθηκε βουλγαρικό κόμμα. Το κόμμα αυτό γνώρισε συνεχή ανάπτυξη σ’ ολόκληρη τη Μακεδονία. Η εγκαθίδρυση βουλγαρικής εκκλησίας κι έπειτα βουλγαρικής ηγεμονίας ήταν ένα πλήγμα για τον ελληνισμό αλλά οι συνέπειές του δεν έφτασαν μέχρι έδω. Το αληθινό τραύμα χρονολογείται από την επανάσταση της Ρωμυλίας… Από τότε, πέντε χρόνια τώρα, τα πάντα ανήκουν στους Βούλγαρους. Η πύλη τους υποστηρίζει. Μεγαλαυχούν ότι και ολόκληρη η Ευρώπη τους υποστηρίζει. Την προστριβή με τη Ρωσία δεν την πληροφορήθηκαν ούτε την παραδέχτηκαν ποτέ εκείνοι που εκβουλγαρίσθηκαν από τους Ρώσους. “Για να ζήσεις ήσυχος, γίνε Βούλγαρος,! Για να κερδίζεις τις δίκες σου, γίνε Βούλγαρος! Για να αποφεύγεις την αγγαρεία, γίνε Βούλγαρος! Η Κωνσταντινούπολη υπακούει στις εντολές της Σόφιας! Οι Τούρκοι έπαρχοι θέλουν να τα έχουν καλά με αυτούς τους ισχυρούς της ημέρας και οι σχολάρχες που έρχονται απ΄ τη Σόφια και τη Φιλιππούπολη ανατρέπουν με μια τους καταγγελία και τους πιο γηραλέους καδήδες, και τους πιο γαλοναρισμένους πασάδες….. Αν όμως θέλεις το βαγιόκλαδο του μάρτυρα, τότε μείνε Έλληνας! Προπάντων έπειτα από την εξέγερση και την ήττα των Κρητικών, η ζωή ενός Έλληνα δεν είναι παρά σταυρικό μαρτύριο”, ο Έλληνας Μιχάλης Παπάζογλου τα έλεγε αυτά.
(Berard, σ.157-159)
-
- Η γραμμή λοιπόν του Βαρδάρη και του Μοράβα στιγμογραφείται από μεμονωμένα φυλάκια: από τα νότια στα βόρεια, το Ασικλάρ, η Μποϊμίτσα, η Μαζανταλά, η Παρντοβίτσα, το Γκράντεκ, το Γκράτσκο, το Βέλες, τα Σκόπια, το Κουμανοβο. Επίσης, οι θέσεις που φρουρούν τα σύνορα ή δεσπόζουν στο εσωτερικό: στα βόρεια, η Πρίστινα, το Ιπέκ και η Πρισρένη. Στα δυτικά, η Αχρίδα, η Στρούγκα, η Καστοριά και τα Γρεβενά. Στο εσωτερικό, ο Περλεπές και το Μοναστήρι. Τους στρατιωτικούς όμως αυτούς σταθμούς που καταλήφθηκαν την ημέρα της κατάκτησης, σημέρα πια τους κρατούν – όπως στη Στρούγκα και την Αχρίδα- μερικοί επιζώντες, που είναι αυτοί και τα παιδιά τους έτοιμοι για αναχώρηση.
(Berard, σ. 201)
-
- Ανάμεσα στην πόλη και τα ανατολικά βουνά κοιμάται μια στενή πεδιάδα-παλιός κόλπος της λίμνης- ενιαία και υγρή, όπου τα άλογά μας βουλιάζουν ως την κοιλιά μέσα στην πηχτή ομίχλη. Σε τρία χιλιόμετρα απόσταση από μας αναδύονται τα βουνά, ογκώδεις στρογγυλές μάζες χωρίς σχήμα και χωρίς προφίλ. Τα τριακόσια ή τετρακόσια αυτά μέτρα κρητιδούχων βράχων κατηφορίζουν σε σχήμα ενός καταρράκτη από καμπούρες. Πουθενά ευθεία πρόσοψη ή ένα κανονικό πρανές. Ο ευρωπαϊκός δρόμος τραβά λίγο πιο βόρεια για να βρει το πέρασμα του Λιασκοβίτσι. Ολόισια όμως προς τ’ ανατολικά , πεζοί και καβαλαρέοι ακολουθούν την παλιά στράτα και μπαίνουν μέσα στο βουνό, στα πλευρά ενός χείμαρρου που έσκαψαν τα δρολάπια μέσα στην καρδιά του εύθραστου βράχου. Το έδαφος έχει μεγάλη ηχητικότητα και είναι ολόασπρο σαν γάλα. Μάταια το επιδέξιο δόντι του κατσικιού θ’ αναζητούσε και την παραμικρή ρίζα. Όλα τα ρυάκια, όλες οι κοίτες των χείμαρρων έχουν ξεραθεί. Ύστερα από ανάβαση δύο ωρών φτάνουμε σε μια κορφή σκεπασμένη με μαραμένες βελανιδιές.
Η άλλη πλευρά είναι δασωμένη. Ο μεγάλος δρόμος που ξαναβρίσκουμε σε λίγο, κατεβαίνει αργά προς τα νοτιοανατολικά, κατά μήκος ενός χορταριασμένου ρέματος, ανάμεσα σε δύο πλαγιές γεμάτες φτελιές και βαλανιδιές. Λιβάδια. Ένας μύλος. Αραμπάδες που τρίζουν. Βοσκότοποι ποτισμένοι όπου κυλιούνται γουρούνια – ανώφελο να ρωτήσουμε, βρισκόμαστε σε γη χριστιανική. Μέσα από μια κλεισούρα γεμάτη λεφτοκαριές και ιτιές βγαίνουμε σε μια απέραντη, καυτερή, εκτυφλωτική πεδιάδα, χωρίς ίχνος σκιάς, όπου ο βοριάς σηκώνει σύννεφα σκόνης και τυλίγει τον ορίζοντα σ’ ένα μελανό αχνό. Πέρα μακριά, στις ολόισιες γραμμές των θερισμένων αυλακιών, μερικά βόδια μασουλούν τα τελευταία καλάμια. Το πρώτο χωριό που συναντούμε, είναι στη μέση του κάμπου η Ρέσνα ή Ρέζεν, πέντε ώρες από την Αχρίδα.
(Berard, σ.162-163)
-
- ΄Ύστερα από ανάβαση δύο ωρών φτάνουμε σε μια κορυφή με βελανιδιές. Αναλφάβητοι χωροφύλακες προσπαθούν να ελέγξουν τα διαβατήριά μας. Εγκαταλείπουν όμως την κοπιαστική αυτή εργασία, αμέσως μόλις ο Αμπετίν τους εξηγεί τη σπουδαιότητα μας και το φιλοδώρημα που τους δίνει ο Κώστας του αποδεικνύει την αρετή μας.
(Berard, σ.164)