Category: Θέματα-Berard

  • Βλάχικο γυμνάσιο στο Μοναστήρι

    • Το Βλάχικο γυμνάσιο στο Μοναστήρι είναι ένα μεγάλο καινούργιο κτίριο, στο κέντρο της πόλης, πίσω από το μοναστήρι των Λαζαριστών, με εκατό μαθητές ( από τους οποίους οι εξήντα είναι οικότροφοι) και με δέκα καθηγητές που διδάσκουν ρουμανικά, γερμανικά, φιλοσοφία, μαθηματικά, φυσικές επιστήμες, λατινικά, αρχαία ελληνικά, ιστορία, θρησκευτικά, γεωγραφία, ιταλικά, τουρκικά, γαλλικά .(Berard, σ. 308)
    • Το Βλάχικο γυμνάσιο χωρίζεται με έναν απλό φράκτη από το λαζαρίτικο μοναστήρι. Γυμνασιάρχης για τους τύπους είναι κάποιος Βλάχος, ο Μ.Δ. Κοσμολειός .Δε παρουσιάζει ομοιότητες με τον τύπο του ευρωπαικού γυμνασίου. Είναι ένα απλό τούρκικο σπίτι με λάσπη και ξύλο. Τοίχοι άσπροι, βεράντες και σκάλες από άβαφο ξύλο, κρεβάτια ανατολικού τύπου, δύο κουβέρτες δηλαδή πάνω σε μία προβιά, που την τυλίγουν κάθε πρωί σε μία γωνιά της καμάρας. Όταν τα παιδιά φύγουν για τις διακοπές, μένουν μόνο καμιά εικοσαριά ορφανά ή οικότροφοι ,όλοι με το εθνικό τους ένδυμα : κάλτσες από μπλε μαλλί και μαύρες βαριές καπότες. Όλοι αυτοί οι μικροί Καραγκούνηδες μιλούν γαλλικά και απαγγέλλουν το «Le loup et l’Agneau». Βλάχικα, τούρκικα, γαλλικά και προπαίδεια είναι το κύριο υλικό της διδασκαλίας και η αποσκευή αυτή είναι αρκετή, για να γίνεις σπουδαίος άντρας στη Τουρκία. Εκτός από αυτό μία ανώτερη τάξη προπαρασκευάζει τους νεαρούς βλαστούς για τις εξετάσεις των ρουμάνικων πανεπιστημίων.(Berard, σ. 324-325)
  • Βαλαάδες

    • Την ύπαιθρο των Γρεβενών και της Αναστελίτσας την κατοικούν ακόμη μουσουλμάνοι ελληνόφωνοι. Οι χριστιανοί τους προσδιορίζουν συνήθως με την ονομασία Βαλαάδες (Βα Αλλάχ! Μα τον Αλλάχ). Ο προσηλυτισμός αυτός μετέτρεψε απλώς τις εκκλησίες σε τζαμιά. Τα ήθη και όλες οι λέξεις της γλώσσας έμειναν ελληνικά. Οι Βαλαάδες αυτοί ορκίζονται εξίσου και στην Παναγία όπως και στο ψωμί, μα το ψωμί, μα την Παναγιά. Τα μόνα τούρκικα που ξέρουν οι ιμάμηδες τους, είναι τα αραβικά που χρειάζονται, για να κραυγάζουν από το μιναρέ: Λα Ιλάα Ιλλά λάου. Ένας είναι ο θεός και ο προφήτης του ο Μωάμεθ. Έχω μάλιστα ακούσει ότι πολλοί από τους ιμάμηδες αυτούς, οι γεροντότεροι, φωνάζουν απλούστατα στα ελληνικά, όπως τον παλιό καλό καιρό, όταν οι Τούρκοι δεν ήσαν τόσο απαιτητικοί. (Berard, σ. 208-209)
  • Τούρκοι μετανάστες (μουατζίρηδες) από τη Θεσσαλία

    • Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα όλος αυτός ο [τουρκικός] πληθυσμός μετανάστευσε. Η Πύλη εγκατέστησε ένα μέρος από τους μουατζίρηδες(μετανάστες) αυτούς γύρω από την Προύσα και τη θάλασσα του Μαρμαρά. Οι περισσότεροι όμως- προπάντων οι πλούσιοι, όσοι κατείχαν γαίες που απλώνονταν και στις δύο πλευρές του Ολύμπου, και στη Μακεδονία και στη Θεσσαλία- ήρθαν να προστεθούν στο τουρκικό στοιχείο που κατοικούσε στα Σέρβια. Λένε ότι μετανάστευσαν έτσι τριάντα σαράντα χιλιάδες άνθρωποι. Πράγματι, σήμερα η Θεσσαλία έχει ερημωθεί.
      Το ρεύμα αποδημίας, ασυγκράτητο στην αρχή, το διαδέχθηκε μια κίνηση επιστροφής, που την προκάλεσε η ελληνική κυβέρνηση με το σεβασμό που επέδειξε στα τεμένη και τα βακούφια και με τις διαπραγματεύσεις της με τους ιμάμηδες και τους μπέηδες. Την κίνηση αυτή την ευνόησε όσο μπορούσε, η ελληνική κυβέρνηση. Μερικοί μετανάστες ξαναπέρασαν τα σύνορα. Είδαμε και ακούσαμε Τούρκο στο βήμα της ελληνικής βουλής…Τώρα έχει εκδηλωθεί μια αντικίνηση, προς την κατεύθυνση πάλι της μετανάστευσης. Ο Τούρκος ασφυκτιά σε χριστιανική γη, παρόλη την ασφάλεια και την προστασία ακόμη, με την οποία τον περιβάλλουν οι ελληνικές αρχές. “Δε βρίσκουμε να παντρέψουμε τα κορίτσια μας” μου έλεγε ένας Τούρκος της Λάρισας…. κι αυτός είναι βασικός λόγος αποδημίας για τους ευλαβικούς αυτούς μουσουλμάνους, στους οποίους ο Προφήτης απαγορεύει να δώσουν τις θυγατέρες τους σε άπιστους. Η Μακεδονία αργά ή γρήγορα θα κληρονομήσει και τους τελευταίους αυτούς Τουρκοθεσσαλούς.
      (Berard, σ. 206)
  • Μοναστήρια δερβίσηδων

    • Τον καιρό του Πουκεβίλ σε όλους τους δρόμους, από τη Θεσσαλονίκη στη Λάρισα και από τα Γιάννινα στο Μοναστήρι, υπήρχαν μοναστήρια δερβίσηδων στη σειρά. Τα τοπικά τζαμιά, τα γεφύρια, τα τζαμιά της Κωνσταντινούπολης ή της Προύσας, τα μοναστήρια των ντερβισάδων που στροβιλίζονται και ουρλιάζουν, κατέχουν σε βακούφια το ένα τέταρτο της επαρχίας. Στη διάρκεια του αιώνα τούτου τα έσοδα αυτά τα κρατικοποίησε η κυβέρνηση, τα λαφυραγώγησαν οι Αλβανοί ή τα σφετερίστηκαν οι Εβραίοι και οι Μακεδόνες. Στο μεγαλύτερο τους μέρος τροφοδότησαν την περιουσία των μπέηδων και των πασάδων. Μέχρι τις αρχές όμως του αιώνα οι ισόβιοι τιτλούχοι τους διορίζονταν από τον σεϊχουλισλάμη και επιλέγονταν από το σώμα τωνΟυλεμάδων. Στρατολογούνταν ανάμεσα στους αυθεντικούς Τούρκους της Κωνσταντινούπολης, της Προύσας ή και του Ικονίου, της πόλης των δερβίσηδων. Τα λίγα βακούφια που επιβιώνουν ως σήμερα, εξακολουθούν να φέρνουν στη Μακεδονία, κυρίως στη νότια, ένα ολόκληρο ιερατικό προσωπικό, με γυναίκες, παιδιά, πλήρεις οικογένειες. Και τούτο είναι ένα καινούργιο συμπλήρωμα που αναπληρώνει τις καθημερινές απώλειες του γηγενούς τουρκισμού.
      (Berard, σ. 205)
  • Θεράποντες του Αλάχ (μουεζίνηδες, ιμάμηδες, δερβίσηδες κ.α)

    • Οι Έπαρχοι της Πύλης στη Μακεδονία δεν αφήνουν πίσω τους τίποτα που να θυμίζει το διάβα τους. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο και με τους μουεζίνηδες, ιμάμηδες, δερβίσηδες και άλλους θεράποντες του Αλλάχ, που άλλοτε αφθονούσαν στις επαρχίες. Ο Βαγιαζήτ και ο Μουράτ θεμελίωσαν πλήθος θρησκευτικά ιδρύματα στη Μακεδονία. Επί πολλούς αιώνες μπέηδες και αγάδες αφιέρωναν σ’ αυτά μέγα μέρος από τις γαίες τους. Τον καιρό του Πουκεβίλ σε όλους τους δρόμους, από τη Θεσσαλονίκη στη Λάρισα και από τα Γιάννινα στο Μοναστήρι, υπήρχαν μοναστήρια δερβίσηδων στη σειρά. Τα τοπικά τζαμιά, τα γεφύρια, τα τζαμιά της Κωνσταντινούπολης ή της Προύσας, τα μοναστήρια των ντερβισάδων που στροβιλίζονται και ουρλιάζουν, κατέχουν σε βακούφια το ένα τέταρτο της επαρχίας. Στη διάρκεια του αιώνα τούτου τα έσοδα αυτά τα κρατικοποίησε η κυβέρνηση, τα λαφυραγώγησαν οι Αλβανοί ή τα σφετερίστηκαν οι Εβραίοι και οι Μακεδόνες. Στο μεγαλύτερο τους μέρος τροφοδότησαν την περιουσία των μπέηδων και των πασάδων. Μέχρι τις αρχές όμως του αιώνα οι ισόβιοι τιτλούχοι τους διορίζονταν από τον σεϊχουλισλάμη και επιλέγονταν από το σώμα τωνΟυλεμάδων. Στρατολογούνταν ανάμεσα στους αυθεντικούς Τούρκους της Κωνσταντινούπολης, της Προύσας ή και του Ικονίου, της πόλης των δερβίσηδων. Τα λίγα βακούφια που επιβιώνουν ως σήμερα, εξακολουθούν να φέρνουν στη Μακεδονία, κυρίως στη νότια, ένα ολόκληρο ιερατικό προσωπικό, με γυναίκες, παιδιά, πλήρεις οικογένειες. Και τούτο είναι ένα καινούργιο συμπλήρωμα που αναπληρώνει τις καθημερινές απώλειες του γηγενούς τουρκισμού.
      (Berard, σ. 204-205)
  • Έπαρχοι-Εκπρόσωποι της Πύλης στη Μακεδονία

    • Οι εκπρόσωποι της δημόσιας αρχής που διασπείρει η Πύλη στη Μακεδονία, παρά το μεγάλο τους αριθμό είχαν αμελητέα επίδραση. Τις περισσότερες φορές είναι Τούρκοι της Κωνσταντινούπολης, δηλαδή ελληνικής, αρμενικής ή γεωργιανής ράτσας από τις μανάδες τους και όλες τους τις προγόνισσες. Και περνούν εφήμεροι όπως οι προστάτες τους ή τα μπαξίσια που τους εξασφάλισαν τη θέση. Διορίζεται κάποιος έπαρχος στην Κοζάνη ή την Καστοριά. Με μόνους τίτλους τις συστάσεις κάποιου υπουργού, θαλαμηπόλου ή πασά…..Είναι έθιμο να απευθύνει κάθε μήνα στον προστάτη του κάποια απτή μαρτυρία της ευγνωμοσύνης του. Όμως ο μισθός του είναι γελοίος- και στην περίπτωση ακόμη που τον λαβαίνει, τις πιο πολλές φορές δεν πληρώνεται. Για να ζήσει και να διατηρήσει την ευμένεια του πάτρωνά του ο έπαρχος αυτός πρέπει να φάει, να κάνει δηλαδή επιδέξια κατάχρηση της απόλυτης εξουσίας που έχει στα χέρια του. Η Τέχνη της Μάσας στην Τουρκία θα μπορούσε να γραφτεί σε τρία κεφάλαια : Δρόμοι, Δικαιοσύνη, Δεκάτη. Δεν τυχαίνει βέβαια σε όλους τους επάρχους η χρυσή τύχη μιας οδοκατασκευής. Συχνά πάλι η δικαιοσύνη αποδίδει δύσκολα ή πολύ λίγο, λόγω της παρουσίας ευρωπαίων προξένων ή ελληνων και βουλγάρων επισκόπων. Κι ακόμη συχνότερα η δεκάτη δεν αποδίδει παρά το ποσοστό που έχει ορίσει η εξουσία, κυρίως στις περιοχές με μεγάλη γαιοκτησία, όπου οι μπέηδες και οι αγάδες γνωρίζουν να διαφεντεύουν τα διακιώματά τους. Ο έπαρχος τσιμπολογά χωρίς να καταφέρνει να πλουτίσει και χωρίς να καταφέρνει να ευχαριστήσει τον υπουργό ή τον πασά του. Τη θέση τη ζητά κάποιος ανταγωνιστής, υποσχόμενος περισσότερα. Ο άνθρωπός μας τότε ανακαλείται. Καθώς την περίμενε τη μοίρα του αυτή, δεν έχει κάνει κανονική εγκατάσταση στην περιοχή του. Είχε έρθει μοναχός του, αφήνοντας στην Κωνσταντινούπολη το χαρέμι του. Είχε κατασκηνώσει σε ένα από τα πολλά δωμάτια που έχει το Κονάκι(διοικητήριο). Η λέξη αυτή, στρατιωτική υφής και νομαδικής προέλευσης, ταιριάζει απόλυτα στα σπίτια τούτα από ξερολίθι και ξύλο, όπου Τούρκοι με μπότες και στολές, χωνιασμένοι στα λιπαρά τους ντιβάνια, υπογράφουν κάποια στρατσόχαρτα πίνοντας καφέ και καπνίζοντας τσιγάρα. Ο διάδοχος κάνει το ίδιο. Περνούν έτσι πενήντα έπαρχοι. Τα ονόματά τους μένουν συχνά στα τοπικά τραγούδια και τις τοπικές αφηγήσεις, όταν έχουν διακριθεί με κάποια καλοστημένη δολοφονία ή κάποια καλοστημένη δίκη. Τίποτ’ άλλο όμως δεν αφήνουν πίσω τους, που να θυμίζει το διάβα τους.
      (Berard, σ. 203-204)
  • Γ’ Σώμα Στρατού Μοναστηρίου

    • Οι είκοσι ή είκοσι πέντε χιλιάδες άντρες που αποτελούν επισήμως το σώμα στρατού του Μοναστηρίου(τρίτο Σώμα Στρατού), αντλούνται από την Ανατολία. Από πάντοτε η Πύλη έκρινε σκόπιμο να στέλνει τους Αλβανούς της στη Συρία και στο Φεζάν, και τους Ασιάτες της στα ευρωπαϊκά σύνορα. Οι στρατιώτες του τρίτου Σώματος είναι στρατολογημένοι από τα βιλαέτια του Αΐδινίου και του Ικονίου. Οι Τούρκοι αυτοί της Ανατολίας είναι περαστικοί από τα μέρη αυτά. Το διάβα τους όμως αυτό διαρκεί πάντοτε τουλάχιστον εφτά χρόνια. (Berard, σ. 202)
  • Εποικισμός της Μακεδονίας

    • Η Μακεδονία, λεηλατημένη και ερημωμένη από ηπειρωτικές και θαλάσσιες επιδρομές Ανατολής και Δύσης, προσέφερε κάθε πενήντα χρόνια, μετά το διάβα των Βουλγάρων, των Λατίνων, των Σέρβων και των Βλάχων, τις μεγάλες της πεδιάδες για εποικισμό. Οι Πέρσες του Θεόφιλου έγιναν Βαρδαριώτες . Τους Ούζους τους έστειλαν σίγουρα στην πεδιάδα της Αχρίδας, όπου η Άννα Κομνηνή επισημαίνει τούρκικες αποικίες προγενέστερες της βασιλείας του πατέρα της (1081). Οι Πετσενέγκοι έλαβαν τις γαίες της Βέροιας, που στάθηκαν και το πεδίο της ήττας τους. Οι Κουμάνοι διασκορπίσθηκαν, ένα μέρος τους στη Θράκη και τη Μακεδονία, ένα άλλο στη Μικρά Ασία, στις όχθες του Μαίανδρου και στη Φρυγία.
      Όταν το 14ο και 15ο αιώνα οι Οθωμανοί εισέβαλαν στη Μακεδονία, υπήρχαν ακόμη οι τουρκικές αυτές εμπροσθοφυλακές; Ή είχαν αφομοιωθεί από τις γύρω φυλές;…. Είναι πιθανό ότι μέσα σε διαφορετικούς πληθυσμούς εξαφανίστηκαν σιγά σιγά. Όντας ειδωλολατρικές και όχι ακόμη μωαμεθανικές αγκάλιασαν αμέσως το χριστιανισμό, πρώτο βήμα προς τον εξελληνισμό. Έπειτα, υπό το κράτος των θελγήτρων ενός πιο εκλεπτυσμένου πολιτισμού εγκατέλειψαν τις εθνικές τους συνήθειες και τη γλώσσα τους. Η πρώτη λοιπόν αυτή εισφορά τουρκικού αίματος διαμοιράστηκε σε όλους τους μακεδονικούς πληθυσμούς. Μολαταύτα, ο Πουκεβίλ φαίνεται να υποστηρίζει ότι κατάλοιπα των πρώτων αυτών Τούρκων επιβίωναν στις αρχές του αιώνα στα νότια της λίμνης της Αχρίδας και αναγνωρίζονταν από τον τύπο τους και τα Ευαγγέλια σε μογγολική γλώσσα που είχαν διατηρήσει. Η ανακάλυψη όμως αυτή, για την οποία και ο ίδιος δε φαίνεται και πολύ σίγουρος, δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ. Εμάς μας αρκεί να ξέρουμε ότι αρκετοί Μακεδόνες, καλοί χριστιανοί και καλοί Έλληνες ή καλοί Βούλγαροι, έχουν στις γκιαούρηκες φλέβες τους τουρκικό αίμα, αίμα των κερατάδων των Τούρκων! Η φυλετική πολιτική έπρεπε τελικά να αναγνωρίσει στο σουλτάνο που εκπροσωπεί τη τουρκική φυλή, τα ίδια δικαιώματα και εξίσου βάσιμα από ιστορική άποψη επί της Μακεδονίας, όσα και στους Έλληνες, τους Σέρβους και τους Βούλγαρους. (Berard, σ. 196-198)
  • Το παζάρι Αχρίδας

    • Στο μεγάλο δρόμο βρίσκουμε μόνο το παζάρι, μέσα σε αρδευμένα περιβόλια και λιβάδια. Το παζάρι φαίνεται εντελώς καινούριο με τα λιθόχτιστα μαγαζιά του, τα θολωτά του παράθυρα και τα παντζούρια του από λαμαρίνα. Τις παλιές παράγκες τις εξαφάνισε η πυρκαγιά του 1881 και η πυρκαγιά του 1883. Το παζάρι της Αχρίδας που έχει καεί δύο φορές, είναι χριστιανικό. Μπορείς βέβαια να βρεις ακόμη αρκετές ισλαμικές γωνιές. Κάτω από ένα θεόρατο πλατάνι χοτζάδες με άσπρο τουρμπάνι φουμάρουν το ναργιλέ. Δύο μαγαζιά είναι γεμάτα παλιά όπλα, τουφέκια ασημοπλούμιστα και πιστόλια με πυριτόλιθο. Μπαρμπέρηδες κουρεύουν στην ύπαιθρο με τη συνηθισμένη τους πολυτέλεια της λεκάνης από επασημωμένο χαλκό και της κόκκινης πετσέτας. Και ρολογάδες, λαός ολόκληρος από ρολογάδες! Οι γέροι Τούρκοι περνούν τον καιρό τους ρυθμίζοντας και σπάζοντας το ρολόι τους. Τόσο μεγάλος είναι ο φόβος τους μήπως χάσουν την ώρα της προσευχής, της μοναδικής τους ενασχόλησης! Τα περισσότερα μαγαζιά όμως αναγγέλλουν τον πολιτισμό. Πετρέλαια και ντενεκέδες, σιδερένια σκεύη της Ευρώπης, υφάσματα με εγγλέζικη μάρκα. Στην άκρη του παζαριού, στρίβοντας σ’ ένα σοκάκι κάθετο στο δρόμο, μπαίνεις στην ψαραγορά, ένα οχετό από μυρωδιές και τρίμματα που φέρνουν ναυτία και στον οποίο αναρίθμητοι σκύλοι προσπαθούν να επιβάλουν κάποια καθαριότητα. Η πείνα τους δεν επαρκεί, για να καλύψει τις απαιτήσεις της οδονομίας. (Berard, σ.149-150)
  • Διαδρομή από το Κόσανι στο Μοναστήρι

    • Ο μεγάλος δρόμος βγαίνει μεσααπό μια σύντομη ανηφοριά της πεδιάδας του Κόσανι, που τα νερά της ανοίγουν ένα πέρασμα προς το βορρά, ενώ εμείς πηγαίνουμε στα νοτιοανατολικά. Πλευρίζοντας στρογγυλούς γήλοφους, ξανακατεβαίνουμε προς το μεγάλο κάμπο του Μοναστηρίου, που τον βλέπουμε να απλώνεται μπρος μας. Παρά την πρωινή ώρα ο βοριάς σηκώνει ήδη σύννεφα σκόνης. Φέρνουμε γύρα ένα αντέρεισμα του Περιστεριού. Στα δεξιά μας το ψηλό και φίνο γρανιτένιο βουνό τινάζεται στα ουράνια, εξίσου πολυσχιδές στην κορφή και ευέλικτο, εξίσου ογκώδεις και πλατύ στη βάση όσο και από την πλευρά της Ρέσνας, και εξίσου γυμνό. Ψηλά είναι φωλιασμένο ένα χωριό με άσπρα σπίτια, με τα δέντρα του νεκροταφείου του και με τα περιβόλια του. Στους πρόποδες αλλά ολότελα μέσα στον επίπεδο κάμπο, το Μοναστήρι ξυπνά ανάμεσα στις λεύκες και τα κυπαρίσσια.
      (Berard, σ. 175)