Category: Θέματα-Berard

  • Διαδρομή από τη Ρέσνα στο Μοναστήρι

    • Από τη Ρέσνα στο Μοναστήρι όπου βιαζόμαστε να φτάσουμε, σαράντα χιλιόμετρα σε δύο σταθμούς.
      Αφήσαμε τη Ρέσνα μέσα στο λιοπύρι του καταμεσήμερου και διασχίσαμε τη μεγάλη πεδιάδα. Γύρω μας δεν υπάρχει ούτε χορταράκι ούτε ψυχή ζώσα, ένα αχνό άσπρο σύννεφο μόνο είναι κρεμασμένο στην κορφή του Περιστεριού και από το σκέλεθρος ενός μουλαριού πετούν ψηλά δύο καράκια.
      Ο δρόμος διασχίζει τους ανατολικούς λόφους λίγο βορειότερα του Περιστεριού. Ανεβαίνουμε άνετα την πλαγιά, αν και αρκετά γρήγορα. Ένας σταθμός χωροφυλακής φρουρεί τον αυχένα και, ώσπου να διαβάσουν τα διαβατήριά μας, αναγκαζόμαστε να προβούμε σε μακρά ενατένιση του γύρω τόπου. Πίσω μας η πεδιάδα της Ρέσνας όπου έχει σηκωθεί βοριάς, δεν είναι παρά ομίχλη από κίτρινη σκόνη. Τη θέα της λίμνης της Πρέσπας μας την κρύβει ο ορεινός όγκος του Περιστεριού. Μπροστά μας, πολύ μακριά όμως, μια άλλη κίτρινη ομίχληδηλώνει τον κάμπο του Μοναστηρίου, που τον σκουπίζει ο ίδιος βοριάς. Μέχρι να φτάσουμε όμως ως εκεί, η κατωφέρεια που πρέπει να κατεβούμε, είναι ογκώδης, πλάτους είκοσι χιλιομέτρων περίπου σε νοητή ευθεία και σχηματίζεται από ένα χάος λόφων, φαραγγιών, ξεροπόταμων, και μικρών εσωτερικών πεδιάδων – ένα θλιβερό χάος χωρίς μεγαλείο στις ανωμαλίες του, χωρίς χρώμα στις ανασκάψεις του εδάφους. Λόφοι, πεδιάδες και ρουμάνια, όλα στρογγυλεμένα και υποτονικά, με φτωχά περιγράμματα και γύμνια. Ο ήλιος που γέρνει, απλώνει πάνω στην ερημιά αυτή την πολυσχιδή και ευλύγιστη σκιά του Περιστεριού.
      Στα βάθη των φαραγγιών καιτ ων πεδιάδων βρίσκονται μερικά χωριουδάκια και κάποιες καλλιέργιες. Από μακριά όμως και σε πρώτη ματιά δεν ξεχωρίζουν καθόλου. Η δουλεμένη γη δε διακρίνεται από το χέρσο έδαφος ούτε τα λασποκαλύβια από την κιτρινωπή γη. Στα μισά της κατάβασής μας σταθήκαμε για τη νύχτα στο μεγαλύτερο από τα χωριά αυτά, το Κοσάνι.
      (Berard, σ.170-171)
  • Το παζάρι της Ρέσνας

    • Το παζάρι της Ρέσνας στη διάρκεια των δέκα αυτών χρόνων κάηκε πολλές φορές, όπως αρμόζει σε κάθε χριστιανικό παζάρι. Δρόμοι και ορθάνοιχτα μαγαζιά, όλα έρημα.
      (Berard, σ.165)
  • Βουλγαρικό κόμμα, Αχρίδα

    • Πίσω τους όμως η ελληνική σπορά που είχαν αφημένη στο έδαφος, εξακολοθούσε να καρποφορεί, όταν κάποτε, γύρω στα 1864-1866, εμφανίσθηκαν ξένοι, Ρώσοι που μιλούσαν για θρησκεία βουλγαρική, για μεγάλη Βουλγαρία, για καταπίεση των Σλάβων και πως ως ενίσχυση των λόγων τους έδιναν και κουδουνιστά επιχειρήματα, ένα πιάστρο (δύο δεκάρες) στο ζητιάνο και εκατό λίρες (2.300 φράγκα) στον τίμιο άνθρωπο. Κι έτσι δημιουργήθηκε βουλγαρικό κόμμα. Το κόμμα αυτό γνώρισε συνεχή ανάπτυξη σ’ ολόκληρη τη Μακεδονία. Η εγκαθίδρυση βουλγαρικής εκκλησίας κι έπειτα βουλγαρικής ηγεμονίας ήταν ένα πλήγμα για τον ελληνισμό αλλά οι συνέπειές του δεν έφτασαν μέχρι έδω. Το αληθινό τραύμα χρονολογείται από την επανάσταση της Ρωμυλίας… Από τότε, πέντε χρόνια τώρα, τα πάντα ανήκουν στους Βούλγαρους. Η πύλη τους υποστηρίζει. Μεγαλαυχούν ότι και ολόκληρη η Ευρώπη τους υποστηρίζει. Την προστριβή με τη Ρωσία δεν την πληροφορήθηκαν ούτε την παραδέχτηκαν ποτέ εκείνοι που εκβουλγαρίσθηκαν από τους Ρώσους. “Για να ζήσεις ήσυχος, γίνε Βούλγαρος,! Για να κερδίζεις τις δίκες σου, γίνε Βούλγαρος! Για να αποφεύγεις την αγγαρεία, γίνε Βούλγαρος! Η Κωνσταντινούπολη υπακούει στις εντολές της Σόφιας! Οι Τούρκοι έπαρχοι θέλουν να τα έχουν καλά με αυτούς τους ισχυρούς της ημέρας και οι σχολάρχες που έρχονται απ΄ τη Σόφια και τη Φιλιππούπολη ανατρέπουν με μια τους καταγγελία και τους πιο γηραλέους καδήδες, και τους πιο γαλοναρισμένους πασάδες….. Αν όμως θέλεις το βαγιόκλαδο του μάρτυρα, τότε μείνε Έλληνας! Προπάντων έπειτα από την εξέγερση και την ήττα των Κρητικών, η ζωή ενός Έλληνα δεν είναι παρά σταυρικό μαρτύριο”, ο Έλληνας Μιχάλης Παπάζογλου τα έλεγε αυτά.
      (Berard, σ.157-159)
  • Φυλάκια στη γραμμή Βαρδάρη – Μοράβα

    • Η γραμμή λοιπόν του Βαρδάρη και του Μοράβα στιγμογραφείται από μεμονωμένα φυλάκια: από τα νότια στα βόρεια, το Ασικλάρ, η Μποϊμίτσα, η Μαζανταλά, η Παρντοβίτσα, το Γκράντεκ, το Γκράτσκο, το Βέλες, τα Σκόπια, το Κουμανοβο. Επίσης, οι θέσεις που φρουρούν τα σύνορα ή δεσπόζουν στο εσωτερικό: στα βόρεια, η Πρίστινα, το Ιπέκ και η Πρισρένη. Στα δυτικά, η Αχρίδα, η Στρούγκα, η Καστοριά και τα Γρεβενά. Στο εσωτερικό, ο Περλεπές και το Μοναστήρι. Τους στρατιωτικούς όμως αυτούς σταθμούς που καταλήφθηκαν την ημέρα της κατάκτησης, σημέρα πια τους κρατούν – όπως στη Στρούγκα και την Αχρίδα- μερικοί επιζώντες, που είναι αυτοί και τα παιδιά τους έτοιμοι για αναχώρηση.
      (Berard, σ. 201)
  • Διαδρομή από την Αχρίδα στη Ρέσνα ή Ρέζεν

    • Ανάμεσα στην πόλη και τα ανατολικά βουνά κοιμάται μια στενή πεδιάδα-παλιός κόλπος της λίμνης- ενιαία και υγρή, όπου τα άλογά μας βουλιάζουν ως την κοιλιά μέσα στην πηχτή ομίχλη. Σε τρία χιλιόμετρα απόσταση από μας αναδύονται τα βουνά, ογκώδεις στρογγυλές μάζες χωρίς σχήμα και χωρίς προφίλ. Τα τριακόσια ή τετρακόσια αυτά μέτρα κρητιδούχων βράχων κατηφορίζουν σε σχήμα ενός καταρράκτη από καμπούρες. Πουθενά ευθεία πρόσοψη ή ένα κανονικό πρανές. Ο ευρωπαϊκός δρόμος τραβά λίγο πιο βόρεια για να βρει το πέρασμα του Λιασκοβίτσι. Ολόισια όμως προς τ’ ανατολικά , πεζοί και καβαλαρέοι ακολουθούν την παλιά στράτα και μπαίνουν μέσα στο βουνό, στα πλευρά ενός χείμαρρου που έσκαψαν τα δρολάπια μέσα στην καρδιά του εύθραστου βράχου. Το έδαφος έχει μεγάλη ηχητικότητα και είναι ολόασπρο σαν γάλα. Μάταια το επιδέξιο δόντι του κατσικιού θ’ αναζητούσε και την παραμικρή ρίζα. Όλα τα ρυάκια, όλες οι κοίτες των χείμαρρων έχουν ξεραθεί. Ύστερα από ανάβαση δύο ωρών φτάνουμε σε μια κορφή σκεπασμένη με μαραμένες βελανιδιές.
      Η άλλη πλευρά είναι δασωμένη. Ο μεγάλος δρόμος που ξαναβρίσκουμε σε λίγο, κατεβαίνει αργά προς τα νοτιοανατολικά, κατά μήκος ενός χορταριασμένου ρέματος, ανάμεσα σε δύο πλαγιές γεμάτες φτελιές και βαλανιδιές. Λιβάδια. Ένας μύλος. Αραμπάδες που τρίζουν. Βοσκότοποι ποτισμένοι όπου κυλιούνται γουρούνια – ανώφελο να ρωτήσουμε, βρισκόμαστε σε γη χριστιανική. Μέσα από μια κλεισούρα γεμάτη λεφτοκαριές και ιτιές βγαίνουμε σε μια απέραντη, καυτερή, εκτυφλωτική πεδιάδα, χωρίς ίχνος σκιάς, όπου ο βοριάς σηκώνει σύννεφα σκόνης και τυλίγει τον ορίζοντα σ’ ένα μελανό αχνό. Πέρα μακριά, στις ολόισιες γραμμές των θερισμένων αυλακιών, μερικά βόδια μασουλούν τα τελευταία καλάμια. Το πρώτο χωριό που συναντούμε, είναι στη μέση του κάμπου η Ρέσνα ή Ρέζεν, πέντε ώρες από την Αχρίδα.
      (Berard, σ.162-163)
  • Χωροφύλακες στην Αχρίδα

    • ΄Ύστερα από ανάβαση δύο ωρών φτάνουμε σε μια κορυφή με βελανιδιές. Αναλφάβητοι χωροφύλακες προσπαθούν να ελέγξουν τα διαβατήριά μας. Εγκαταλείπουν όμως την κοπιαστική αυτή εργασία, αμέσως μόλις ο Αμπετίν τους εξηγεί τη σπουδαιότητα μας και το φιλοδώρημα που τους δίνει ο Κώστας του αποδεικνύει την αρετή μας.
      (Berard, σ.164)
  • Εμπόριο γούνας στην Αχρίδα

    • Στα 1850 οι Έλληνες της Αχρίδας ήσαν πάμπλουτοι. Είχαν στα χέρια τους το μεγαλεμπόριο των γουναρικών. Ηπειρώτες, Θεσσαλονικιοί, Αιγαιοπελαγίτες, Βλάχοι απ’ το Μοναστήρι και την Κοριτσά, Αρβανίτες, συναποτελούσαν ένα ενιαίο χριστιανικό λαό που τον ένωναν οι ίδιες ανατάσεις προς την Αθήνα και τη Μεγάλη Ιδέα και που εκμεταλλευόταν το Σλάβο με τη βιομηχανία και το Μουσουλμάνο με τη τοκογλυφία. Στα 30-40 εργαστήρια τους έκοβαν και έραβαν τη γούνα της ντόπιας βύδρας, τα δέρματα που έρχονταν από τις γειτονικές λίμνες ή τα γουναρικά της Κωνσταντινούπολης και της Ρωσίας. Οι γούνινες κάπες που τόσο αγαπούν οι γέροι Τούρκοι, τα καφτάνια που φορούν οι χριστιανές και εβραίες γυναίκες, έβγαιναν όλα σχεδόν από την Αχρίδα. Η σλαβική συνοικία προμήθευε τους εργάτες και η ελληνική σόδιαζε τα κέρδη. Οι Έλληνες άρχισαν να αγοράζουν γη. Το σχολείο ήταν ελληνικό και οι γιατροί Αθηναίοι ή Έλληνες του “εσωτερικού”. Οι νέοι πήγαιναν για σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ποιος μιλούσε τότε για Βουλγαρία;
      Ο ευρωπαϊκός, αυστριακός προπάντων και ρωσικός, ανταγωνισμός σκότωσε απότομα το εμπόριο αυτό. Η γούνα του σαμαριού και της γκρίζας αλεπούς σταματούσε τώρα στην Οδησσό κι έφτανε στην Τουρκία κατεργασμένη. Παράλληλα το λαγοτόμαρο και οι φτηνές γούνες της Τεργέστης κατέβαζαν τις τιμές των καφτανιών και των γούνινων πανωφοριών. Οι Έλληνες υποχρεώθηκαν ένας ένας να κλείσουν τα εργαστήριά τους. Πήγαν και εγκαταστάθηκαν, με την άνετη κινητικότητά τους, στα κέντρα παραγωγής και αγοράς, στην Τεργέστη, στην Οδησσό και το Βουκουρέστι.(Berard, σ.156-157)
  • Σλάβοι

    • Διασταυρωνόμαστε [ στη Στρούγκα] με κοντόσωμους και βαρείς Σλάβους με φαρδιά και γεμάτα πρόσωπα, χωμένους μέσα στα ολόμαλλα ρούχα τους και τη γούνινη κάπα τους. Με τα πόδια τους βυθισμένα μέσα σε μπότες από μαλακό πετσί, πάνε για το όργωμα ή για την αγγαρεία, ζώα καματερά, αργοβάδιστα και λασπωμένα. Η βρωμιά του Αλβανού ήταν πιο αρχοντική. Οι άντρες βαδίζουν μπροστά από τα βόδια τους ή καπνίζουν καθισμένοι σταυροπόδι μέσα στο καρότσι τους- ένα ξύλινο κασόνι ανεβασμένο πάνω σ΄έναν ξύλινο άξονα και σε ξύλινες μονοκόμματες ρόδες, που το λένε αραμπά και το σέρνει ένα ζευγάρι μικρά μαύρα βόδια. Η γυναίκα ακολουθεί κεντρίζοντας τα βόδια. Από πίσω οι γυναίκες αυτές μοιάζουν με μαύρους μπόγους, χωμένες όπως είναι απ’ το λαιμό ως τα πόδια μέσα στο σαγιά τους, μια κάπα από σκληρό μαλί. Από μπροστά η ανοιχτή αυτή κάπα αφήνει να φαίνεται ένα εσώρουχο από χοντρό σκληρό πανί, η κοτσούλα, πουκαμίσα ή φούστα που φτάνει ως τους αστραγάλους και που στο κάτω μέρος έχει κολλημένη μια χοντρή πολύχρωμη ποδιά, όπου κυριαρχούν το μαύρο, το πράσινο και το πορτοκαλί. Όλες αυτές οι γυναίκες είναι μεγαλόκορμες. Η πρώτη μας κίνηση ήταν μια κίνηση θαυμασμού για την τόσο γόνιμη τούτη ράτσα και η δεύτερη, οργής απέναντι σ΄αυτούς τους νωχελικούς άντρες που άφηναν να περπατούν και να δουλεύουν γυναίκες σ’ αυτή την κατάσταση. Σε λιγάκι όμως αναγνωρίσαμε μια ιδιοτροπία της μόδας. Οι γυναίκες περιζώνουν την κοιλιά τους μ’ ένα φαρδύ πάνινο ζωνάρι, τη λέσκα, που οι δύο κεντητές και κροσσωτές άκρες της κρέμονται μπροστά τους. Πάνω από τη λέσκα τυλίγουν οχτώ ή δέκα βόλτες, ένα σκοινί από μαύρο πανί, το πογιάς. Τα μαλλιά τους χτενισμένα κοτσίδες, κρέμονται γύρω από το πρόσωπο και έχουν τις άκρες τους χωμένες μέσα στις δίπλες του πογιάς, όπως εμείς χώνουμε την αλυσίδα του ρολογιού μας στο τσεπάκι μας. Η ράτσα αυτή είναι από του φυσικού της άσχημη και θλιβερή. Η δουλειά στα χωράφια της έχει τσακίσει τη ραχοκοκαλιά, της έχει καμπουριάσει τους ώμους, της έχει βαρύνει τα μέλη. Η συνήθεια του φόβου και της υποταγής λύγισε τον τράχηλο της και έσβησε το βλέμμα της. Θα έλεγε όμως κανείς ότι οι άντρες αυτοί και οι γυναίκες αυτές πασχίζουν με τη σειρά τους να φαίνονται ακόμια πιο θλιβεροί και πιο άσχημοι. Η φορεσιά τους, χωρίς χάρη και χαρά, έχει θλιβερά σκουροπράσινα και μαύρα κεντήματα. Πόσο ωραίος φαίνεται μπροστά τους ο Αλβανός αυτός με το κόκκινο ντουλαμά!
      (Berard σ.138-139)
    • Σλάβοι [στο Μοναστήρι] κοντόσωμοι, βρώμικοι, χωμένοι σε μαλακές μπότες και τριχωτά σκουτιά και κουλουριασμένοι μέσα στο άχερο των αραμπάδων τους.
      (Berard, σ. 174)

    • Σλάβοι: Οι Κουτσόβλαχοι, με λατινική καταγωγή, χριστιανικός πληθυσμός, διαιρούνται σε δύο κατηγορίες: οι Έλληνες και οι Σλάβοι- αυτοί οι τελευταίοι με τη σειρά τους χωρίζονται σε Σέρβους και Βούλγαρους. Όσον αφορά την καταγωγή των Σλάβων, οι ιστορικοί δεν ασπάζονται μόνο μία άποψη. Όταν ξεκίνησαν οι πρώτες μεταναστεύσεις Σλάβων, φαίνεται να οργανώθηκαν σε μικρές ομάδες κατά τον 4ο αι. Αλλά οι μεγάλες μάζες αν δεν είχαν ξεκινήσει από το Δούναβη, δύο αιώνες μετά δε θα είχαν φτάσει στην Πελοπόννησο. (Mantegazza,σ. 4)
  • Υποδοχή καινούργιου βούλγαρου μητροπολίτη στην Αχρίδα

    • Τα πιο πολλά από τα παραπήγματα [στην Στρούγκα] είναι κλειστά γιατί εδώ και δυο μέρες οι μισοί τουλάχιστον Στρουγκιώτες βρίσκονται στην Οχρίδα για να υποδεχτούν τον καινούργιο βούλγαρο μητροπολίτη που ήταν να έρθει προχτές. “Οι άντρες περίμεναν στο παζάρι με το χέρι στη σκανδάλη, έτοιμοι ν΄αρχίσουν το πανηγυρικό τουφεκίδι. Τα παιδιά περίμεναν στα μαγαζιά, για ν΄ανάψουν τα θυμιατούρια. Οι γυναίκες στα παράθυρα για να ρίξουν λουλούδια. Οι διάκοι στα καμπαναριά, για να βλέπουν μακριά και ν΄ανάψουν τα κεριά. Ο δεσπότης όμως δεν ήρθε και κανείς δεν ξέρει πότε θα’ρθει ….Αυτοί οι λήσταρχοι, αυτοί οι κερατάδες(μετέφραζε οι Έλληνες) κάποια πλεκτάνη θα σκάρωσαν πάλι. Δε βαριέσαι όμως στη Στρούγκα είμαστε όλοι φοβερά Βούλγαροι…”, είπε ο ξενοδόχος μας.
      (Berard, σ.145-146)
  • Κονάκι του Μοναστηρίου

    • Το παλάτι του κυβερνήτη, το κονάκι, είναι από μόνο του μια άλλη πόλη. Πάνω στην αποβάθρα ένα περίπτερο με δύο πτέρυγες και με αναρίθμητα παράθυρα που δίνει μια μεγάλη άσπρη πρόσοψη, ασβεστωμένη με φροντίδα, ευρωπαϊκή. Ένα λούκι του τοίχου έχει γκρεμίσει λίγη απ’ την επίστρωση αυτή και από μέσα μπορούμε να δούμε τους όγκους από ξερολίθι, μοναδικό υλικό της οικοδομής αυτής. Μέχρι να κανονιστούν τα διαβατήριά μας, που εδώ και δύο μήνες θα μας είχαν δημιουργήσει πολλες σκοτούρες, αν οι υπάλληλοι της Αυτού Μεγαλειότητος ήξεραν να διαβάζουν, περιπλανιόμαστε μέσα σε διαδρόμους όπου κυκλοφορεί το πλήθος εκείνο των στρατιωτών, των αιτούντων, των δερβισάδων, των παπάδων και των κουρελήδων. Πηγαίνουμε από δωμάτιο σε δωμάτιο, σπρώχνοντας τα πέτσινα παραπετάσματα ή τα ξεφτισμένα χαλιά που χρησιμεύουν για πόρτες. Μας δέχονται αξιότιμα πρόσωπα με ψηλό φέσι και τουρμπάνι και μας κάνουν θέση στο ντιβάνι, όπου καπνίζουν μισοξαπλωμένοι. Υπογράφουν πάνω στη ράχη της παλάμης τους χαρτιά που αποκρυπτογραφούν με δυσκολία και που απωθούν έπειτα με τα πόδια. Ο γραμματέας, ένας γκιαούρης, τα μαζεύει ταπεινά και αποσύρεται με την πλάτη, τα μάτια κατεβασμένα και το χέρι στην καρδιά. Μας κερνουν καφέ και τσιγάρα και έπειτα μας παρακαλούν να απευθυνθούμε στο γείτονα. Ύστερα από δύο ώρες ένας βλάχος γραφιάς μας συμβουλεύει να μην επιμένουμε. Τα διαβατήριά μας θα θεωρηθούν καλά, αν δείξουμε λίγο χρήμα.
      Πίσω από το καινούργιο κονάκι απλώνονται κήποι, ξύλινα κιόσκια, τουρμπέδες, το χαρέμι της Αυτού Εξοχότης και σ΄ ένα παλιό νεκροταφείο οι φυλακές.
      (Berard, σ. 184)