Author: sightseers

  • Η γιορτή του Αβδούλ Χαμίντ

    • Η 31η Αυγούστου είχε οριστεί ως επέτειος της ανάρρησης του Αβδούλ Χαμίντ στο θρόνο των Οσμαλίδων. Κατά τη διάρκεια των εορτασμών για την επέτειο ανάρρησης στο θρόνο του διαδόχου, η πόλη βρισκόταν σε ένα γενικότερο κλίμα φασαρίας και αναμονής. Αψίδες με ανάρμοστες εγκωμιαστικές επιγραφές είχαν στηθεί, σημαίες αιωρούνταν από τις σκεπές πολλών σπιτιών, και πολλά παράθυρα και πόρτες ήταν στολισμένα με λάμπες και φτέρες. Όλοι είχαν εξωθηθεί στην επίδειξη τόσης αναληθούς χαράς ακολουθώντας το παράδειγμα των γειτόνων τους και κυρίως από το φόβο της αστυνομίας.
      Μια μεγάλη παρέλαση με επικεφαλής μια φοβερή μπάντα και πλαισιωμένη από έφιππα στρατεύματα, παρήλαυναν αργά μέσα στους δρόμους της πόλης. Αποτελούνταν από όχι λιγότερα από πενήντα οχήματα όλων των ονομαστικών αξιών και ηλικιών, στενά στριμωγμένα με επίσημα μικρά Τουρκάκια μεταξύ των πέντε και εννιά χρονών. Όλα τους “κολυμπούσαν” μέσα σε ολοκαίνουργιες φράγκικες στολές, προφανώς θέλοντας να δείξουν ότι θα ταιριάζουν σε κάποια μελλοντική ημερομηνία. Τα φέσια τους ήταν καταστολισμένα με χρυσές κλωστές και εκτυφλωτικά κίτρινα λουλούδια, και οι περισσότεροι από αυτούς τους νεαρούς εφέντες κρατούσαν μεταξύ των αιχμών των δαχτύλων τους τσιγάρα, τα οποία κάπνιζαν με πρόωρη ευχαρίστηση. Επρόκειτο να περιτομηθούν με έξοδα της Μεγαλειότητας του-ένα τυπικό Μωαμεθανικό γενναίο δώρο, και αυτό το γεγονός είχε ως σκοπό να τιμήσει με ένα ισόβιο σουβενίρ το γεγονός ότι ο Τουρκικός μονάρχης είχε στην πραγματικότητα παραμείνει για 25 χρόνια στο θρόνο χωρίς να δολοφονηθεί. Δεν ήταν καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι αυτά τα μεγάλα μωρά έδωσαν στον εαυτό τους τέτοιο αέρα μεγάλης σημασίας. (Abbot σ. 31-33)
  • (1 Σεπτεμβρίου) Ελληνικός καθεδρικός ναός

    • Με αφορμή την προηγούμενη μέρα, του εορτασμού της επετείου του Αβδούλ Χαμίντ, στη σημερινή Έλληνες, Εβραίοι, και Σλάβοι συναγωνίζονταν μεταξύ τους στην υποθετική τους παρουσίαση χάρης και προσευχές προσφέρονταν παντού για την μακροζωΐα του πιο ισχυρού, γαλήνιου και πιο ελεήμων κυρίαρχου, κάτω από την ήπια και κερδοφόρα κυριαρχία του όλοι ευημερούσαν τόσο καλά.
      Στον ελληνικό καθεδρικό ψάλθηκε το Te Deum και όλος ο ελληνικός κλήρος της πόλης είχε συγκεντρωθεί. Ήταν υπέροχη και καθόλου μη εντυπωσιακή σκηνή. Κοντά στο κλείσιμο της λειτουργίας ο Μητροπολίτης στάθηκε πάνω στο ανώτερο σκαλί του θρόνου του, ανάμεσα σε δύο διακόνους κρατώντας ένα ασημένιο με τρία μέρη κηροπήγιο το οποίο έκαιγε κοντά στα μάγουλα του επισκόπου. Από εκείνη τη καθόλου άνετη καυστική υπεροχή o Πανάγιος ευγενής εκφώνησε ο ίδιος μια ανθηρή προσφώνηση, στην οποία τέθηκαν επί μεγάλης σειράς πολλαπλές ευλογίες παραχωρημένες προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία, και οι κάτοικοί τους, στο πρόσωπο του βασιλεύοντος μονάρχη. Ο Αβδούλ Χαμίντ συγκρίθηκε με ασυνείδητο χιούμορ με τον “ήλιο που δίνει ζωή του οποίου οι ακτίνες εμψυχώνουν απολύτως οπουδήποτε λάμπουν.” Η Παναγιότητά του μίλησε για τους καινούργιους δρόμους, σιδηροδρομικές γραμμές, τα φιλανθρωπικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα, “τα οποία” είπε με μια παθητική προσπάθεια ενθουσιασμού, “είναι τόσα πολλά καινούργια κοσμήματα που προστέθηκαν στο στέμμα του Μεγαλειότατου.” Αλλά διακριτικά ξέχασε να αναφέρει τις Αρμενικές σφαγές.
      Σύμφωνα με τον Abbott, η όλη σκηνή ήταν μια μελαγχολική φάρσα. Από τις ευλογίες ο σαχλός ιεράρχης αναφέρθηκε, οι δρόμοι βρίσκονται μόνο σε επισκοπικές πανηγύρεις και μερικές φορές σε συμβατικούς χάρτες; οι σιδηρόδρομοι δεν είναι τούρκικοι εκτός από την αργοπορία τους, όσο για τα ιδρύματα που αναφέρθηκαν, ο Σουλτάνος έχει τόσο να κάνει με την ίδρυσή τους και την διατήρησή τους όσο και ο Αυτοκράτορας της Κίνας, αλλά τα ανέχεται και για να αφήσει μόνη στην Ανατολή το μεγαλύτερο δώρο στο ο οποίο ο υπήκοος μπορεί να ελπίζει ή να προσεύχεται. Η αντίθεση μεταξύ του υπερβολικού τόνου της διάχυσης του επισκόπου και της παθητικής συμπεριφοράς του πενιχρού εκκλησιάσματος ήταν μια πηγή ανακούφισης για τον παρατηρητή. Οι ευχές με τις οποίες η μακρηγορία χαιρετήθηκε ήταν λίγες, με μισή καρδιά και προδήλως αρθρωμένες με σειρά. Έτσι ο περιηγητής έφυγε από την εκκλησία με την ελπίδα ότι το ποίμνιο δεν θα πάει μακριά με αυτό τον ιερέα.
      (Abbott σ.σ. 33-34)
  • Βουλγαρική προπαγάνδα

    • Οι Βούλγαροι δεν παραδέχονται ότι υπάρχουν Σέρβοι, ακόμα και Έλληνες, στην Μακεδονία. Το να κρίνουμε, από τον συνηθισμένο τους τρόπο με τον οποίο μιλούν για αυτή την περιοχή, κάποιος θα μπορούσε να σκεφτεί ότι η Μακεδονία δεν είναι τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από ένα αδιαμφισβήτητο τμήμα της ηγεμονίας. Οι ίδιοι οι Μακεδόνες κάτοικοι-εκτός από εκείνους του νότου, των οποίων η Μακεδονική ταυτότητα δεν έχει ποτέ αμφισβητηθεί- μπορεί δύσκολα αν λεχθεί ότι έχουν εθνική ψυχή, ή για αυτό το θέμα καθόλου ψυχή. Αν πιαστούν νέοι από τη Βουλγαρική προπαγάνδα, και ανατρέφονταν στα σχολεία τους, αυτοί θα είχαν εντρυφήσει στην ιδέα ότι είναι Βούλγαροι. Αν οι Σέρβοι είναι οι πρώτοι στο πεδίο, αυτοί γίνονται Σέρβοι. Η φυλή είναι στην αλλαγή και την προσέγγιση. (Abbott σ.80)
    • Η βουλγαρική προπαγάνδα, πολύ ενεργά έκανε τεράστια προετοιμασία και βοήθησε τις προσπάθειες στη χώρα, όπου χωρίς αμφισβήτηση αναγνωρίστηκε ακόμα και από εκείνους που δεν ανήκαν στο βουλγαρικό στοιχείο.Σε μερικές περιοχές της Μακεδονίας, η επιτυχία των προσπαθειών αμφισβητούνταν. Σε μερικά σημεία, όπου η ισχυρή τουρκική εγκατάσταση εδώ και αιώνες ήταν αδιάκοπη, και σε εκείνες τις περιοχές που λόγω της θέσης τους δεν είχαν έρθει σε επαφή με άλλους πληθυσμούς, οι Σλάβοι έχαναν τη συνείδηση του έθνους τους, ακόμη και τη γλώσσα τους, που ήταν σλαβική, χωρίς να είναι ούτε βουλγαρική ούτε σερβική. Ήταν και αισθάνονταν Σλάβοι και τίποτα άλλο και δεν ανέχονταν εκπροσώπους που ανήκαν στον ελληνικό κλήρο, από τον οποίο έπρεπε να υπομένουν την αγγαρεία και την πίεση ενώ η Εκκλησία σχεδόν πάντα ήταν σε αγαστή συνεργασία με τους Τούρκους. Έτσι, ήταν πρόθυμοι να «ανοίξουν την αγκαλιά» τους στον πρώτο που θα τους έδινε την ελπίδα ότι θα μπορούσαν να ξεφύγουν από τη δικαιοδοσία της ελληνικής εκκλησίας και των ελληνικών σχολείων και θα τους έθετε υπό την πνευματική καθοδήγηση ενός κλήρου που θα ήξερε τον ανώτερο ρόλο του και που δε θα προσπαθούσε μέσω της θρησκείας να τους προσδέσει στο άρμα της ελληνικής προπαγάνδας. (Mantegazza, σ. 47)
  • Στέφανος Ντουσάν (Stephen Dushan)

    • Σέρβος Βασιλιάς όπου κάτω από τη λαμπρή μα σύντομη βασιλεία του (1336-1356) οι Σέρβοι είχαν φτάσει στο υψηλότερο σημείο δόξας και δύναμης από οποιαδήποτε άλλη περίοδο πριν ή μετά, και κυριάρχησαν για λίγο στο μεγαλύτερο μέρος της Βαλκανικής χερσονήσου. Μία άλλη ονομασία που του έχει δοθεί είναι εκείνη του “Στραγγαλιστή”.(Abbot,σ.131)
    • Στέφανος Δουσάν: Οι Σέρβοι βασιλείς στο τέλος του 13ου αι. και στις αρχές του 14ου αι. θα ανακαταλάβουν ένα σημαντικό κομμάτι της Μακεδονίας, υπερασπίζοντας το νικηφόρα ενάντια στους Βουλγάρους που είχαν προσπαθήσει να το ανακαταλάβουν. Μέχρι που ο Δουσάν, ο μεγάλος Σέρβος κατακτητής, μαζί με άλλες χώρες, θα γίνει κύριος και ολόκληρης της Μακεδονίας. Η αντιδικία, όπως φαίνεται, μεταξύ Σέρβων και Βουλγάρων για την κυριαρχία της Μακεδονίας δεν ξεκίνησε ξαφνικά. Από το θάνατο του Στέφανου Δουσάν, η Σερβική Αυτοκρατορία χωρίστηκε σε διάφορες επαρχίες και ανεξάρτητα βασίλεια. Τη Μακεδονία κατείχε ο βασιλιάς Βικούτιν, ο οποίος θα κατάφερνε πολύ σύντομα να αντισταθεί στους Τούρκους κατακτητές, οι οποίοι όλο και περισσότερο ισχυροποιούνταν. Το 1371 μία μεγάλη μάχη έλαβε χώρα μεταξύ του Μακεδόνα βασιλιά και των Τούρκων στις ακτές του Μαρίτσα –ο ιστορικός ποταμός των Βουλγάρων- και από εκείνη τη στιγμή ο Σέρβος βασιλιάς της Μακεδονίας έγινε σχεδόν υποτελής του Σουλτάνου. Ένα χρόνο μετά, όταν οι Σέρβοι από το βόρειο τμήμα καταπολέμησαν γενναία τις οθωμανικές ορδές, ο Μάρκο, γιος του Βικούτιν , του οποίου ο ηρωϊσμός εξυμνείται ακόμα στα τραγούδια του λαού, νίκησε στην αξιομνημόνευτη μάχη του Κοσσόβου. (Mantegazza,σ. 6)
  • Άγιο Όρος (Ιερά Σύνοδος)

    • Η θρησκευτική δημοκρατία κυβερνιέται από την Ιερή Σύνοδο, στην οποία εξίσου αντιπροσωπεύονται και τα είκοσι μοναστήρια. Τα διατάγματα από αυτή τη διαβουλευτική συνέλευση εκτελούνται από ένα σώμα τεσσάρων προέδρων, που εκλέγονται εκ περιτροπής, και ο ανώτερος έλεγχος δίνεται σε έναν από αυτούς, ομοίως διορίζεται και χαρακτηρίζεται ως ο Πρώτος (άνδρας) του Άθως. Η δημοκρατία διεξάγει τις σχέσεις της με τις τουρκικές αρχές μέσω ενός αντιπροσώπου, του οποίου το αρχηγείο είναι στη Θεσσαλονίκη, και με το Πατριαρχείο μέσω ενός παρόμοιου λειτουργού, ο οποίος κατοικεί στην Κωνσταντινούπολη. Διαφορές μεταξύ των διαφόρων μοναστηριών αποκαθίστανται από την ιερή Σύνοδο με την πιθανότητα επίκλησης προς τις τουρκικές Αρχές ή το Πατριαρχείο και η τάξη διατηρείται από μια σειρά Χριστιανών μοναχών.(Abbot,σ.329)
    • Από τα 20 μοναστήρια 17 είναι καθαρά ελληνικά, ένα Σερβικό, ένα βουλγαρικό και ένα Ρωσικό. Υπάρχει επίσης και μια μικρή Ρουμανική σκήτη με μικρή ή καθόλου σημασία. Η Σερβική μονή Χιλιάνταρι (Chiliandari), όσο είναι γνωστό μέχρι τώρα δημιουργήθηκα ή αποκαταστάθηκε από δύο Σέρβους πρίγκιπες, από τότε που κανονιοβολήθηκε, και σε αντίθεση με τις απόψεις των Βουλγάρων, έχει παραμείνει στην κυριότητα των Σέρβων. Οι Βούλγαροι, όπως συνηθίζουν, επιμένουν ότι το ίδρυμα ήταν αρχικά δικό τους, βασίζοντας τις απαιτήσεις τους σε λάθος ετυμολογία, και αντλώντας το όνομά του από μια βουλγαρική λέξη η οποία, αν υπήρχε, θα σήμαινε “κυψέλη”.(Abbot,σ.331)
    • Το βουλγαρικό μοναστήρι (Ζωγράφου) λέγεται ότι οφείλει τη δημιουργία του σε τρεις πρίγκιπες της ίδιας εθνικότητας, οι οποίοι το έχτισαν τον ένατο αιώνα και πάντοτε συνέχισε να βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο της φυλής των ιδρυτών του.
      Οι Ρουμάνοι είναι εξαναγκασμένοι να διατηρούνται με μια μικρή σκήτη που ιδρύθηκε πενήντα χρόνια πριν, και ήδη είναι καθαγιασμένη εκ θαύματος, το οποίο όμως είναι μοντέρνο, και προσθέτει λίγο μόνο κύρος στο ίδρυμα.
      Κανένα από αυτά τα μη-Ελληνικά μοναστήρια προκαλούν πρόβλημα στους Έλληνες.(Abbot,σ.311)
    • Η χερσόνησος που κείται μεταξύ του Σιγγιτικού κόλπου ή Αγ.Όρους και του Στρυμονικού, Κοντέσας ή Ορφάνου κόλπου είναι η τρίτη της μεγάλης Χαλκιδικής χερσονήσου. Από τους αρχαίους καλούνταν Ακτή και από τους νεότερους Άθως ή Αγ.Όρος.Στην ορεινή, γεμάτη νερά και δέντρα χερσόνησο την οποία διασχίζει κατά μήκος το όρος Άθως, το οποίο στη νότια πλευρά του έχει δυο κορυφές: την ψηλή που καλείται Άθως με ύψος 1935 μ. όπου κείται το εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως και την κορυφή Αντίαθως που βρίσκεται στα δυτικά όπου υπάρχει το κελί του Πρ.Ηλία, κατά την αρχαιότητα υπήρχαν οι πόλεις Σάνη –έπειτα Ουρανούπολις- κοντά στον Πρόβλακα, Παλαιώριον κοντά στη μονή Ζωγράφου και Δοχειαρίου, Κλεωναί στη μονή Ξηροποτάμου, Ακρόθωον ή Ακρόαθως -η έπειτα Απολλωνία- στη μονή Λαύρας-οι κάτοικοι της περιοχής θεωρούνταν πως ζούσαν περισσότερο από τους άλλους 40 ή 50 χρόνια και καλούνταν Μακρόβιοι-Χαράδριαι στη μονή Βατοπεδίου, Ολόφυξος στη μονή Χιλανδαρίου και Δίον στο ακρωτήριο Πλατύ. Αυλάκι μήκους 12 σταδίων (το στάδιο ισούται με 185 μέτρα)και πλάτος ίσο με τον διάπλου δυο πλοίων που ήδη υπάρχει και ονομάζεται Πρόβλακας χρησιμοποίησε ο Ξέρξης για να διασχίσει τη χερσόνησο.Ο αρχιτέκτων Δεινοκράτης πρότεινε στον Μ.Αλέξανδρο να κατασκευάσει πάνω στον μεγαλοπρεπή, κατάφυτο και γεμάτο νερά Άθω ανδριάντα του που θα κρατούσε στο ένα χέρι πολυάνθρωπη πόλη των δέκα χιλιάδων κατοίκων και στο άλλο ρέοντα ποταμό. (Σχινάς, τ. ΙΙ, σ. 583-584)
    • Στη χερσόνησο πριν τον 9ο μ.Χ. αι. διαβιούσαν ερημίτες διάσπαρτοι που υπάγονταν στη μονή Αγ.Ιωάννου του Κολοβού στην Ιερισσό που καταστράφηκε.Ο Βασίλειος ο Μακεδών το 885 προστάτευσε με διάταγμα τους μοναχούς από κάθε ενόχληση από τους κατοίκους της περιοχής ενώ το 911 ο Λέων ο Σοφός με Χρυσόβουλο τους κήρυξε ανεξάρτητους.Το 963 ο Αγ.Αθανάσιος ο Αθωνίτης με τη συνδρομή των αυτοκρατόρων Νικ.Φωκά και Ιωάννη Τζιμισκή έχτισε τη μονή Λαύρας και κανόνισε τα των μονών και του βίου των μοναχών.Έπειτα χτίστηκαν και άλλες μονές-στο σύνολο διατηρούνται είκοσι και χωρίζονται εξ ημισείας και στις δυο πλευρές της χερσονήσου. Από αυτές εξαρτώνται 290 κελιά και 12 σκήτες. (Σχινάς, τ. ΙΙ, σ. 584)
  • Το συμβούλιο του χωριού Νίγκριτα

    • Το συμβούλιο αποτελούταν από δώδεκα γέρους και δύο νέους οι οποίοι προσφέρθηκαν να βοηθήσουν ως γραμματείς. Η θέση του ήταν ένα χοντρό χαλί απλωμένο κάτω από τη σκιά του καμπαναριού της εκκλησίας, και, καθώς η μέρα προχωρούσε άλλαζε ανάλογα με την κίνηση της σκιάς. Οι περισσότεροι από τους Δώδεκα ήταν γέροι τόσο στην ηλικία όσο και στο όνομα και ήταν όλοι ντυμένοι με την τοπική ενδυμασία: σακουλιασμένες βράκες, ογκώδεις ζώνες και μαύρες μπλούζες. Κάποιοι φορούσαν μια αδύναμη απομίμηση του τουρκικού τουρμπανιού στη μορφή ενός μεταξένιου τσεμπεριού τυλιγμένου γύρω από τα φέσια τους, ορισμένοι κοίταζαν μέσα από τα ορείχαλκα γυαλιά τους, τα οποία στηρίζονταν πάνω σε μεγάλες και ύποπτα κοκκινωπές μύτες.(Abbot,σ.234)
  • Πληθυσμός του Πετριτσίου

    • Ο πληθυσμός είναι μισός Μωαμεθανοί και μισός Χριστιανοί. Οι τελευταίοι είναι κυρίως Βούλγαροι και είναι γνωστοί από την επίμονη λιτότητά τους και τη μη επιχειρηματική τους βιομηχανία ιδιόρρυθμη στους χωρικούς αυτής της φυλής. Τα μέσα τους είναι αργά αλλά σίγουρα. Είναι ενσυναισθητικά γιοί της γης, στην οποία φαίνεται ότι είναι αρκετά ριζωμένοι όπως τα δέντρα και τα στελέχη του αραβόσιτου μέσα στον οποίο ζουν. Τα πρόσωπά τους είναι αφρόντιστα, ηλιοκαμμένα και βαθιά αυλακωμένα˙ οι πλάτες τους είναι λυγισμένες από το συνεχόμενο σκύψιμο. Το δώρο της ευγλωττίας δεν είναι δικό τους. Αλλά σε εκδίκηση αυτοί είναι προικισμένοι με την ικανότητα για σταθερό, αδιάλειπτο μόχθο, τον οποίο οι περισσότερο απίθανοι Έλληνες γείτονές τους δεν διαθέτουν.
      Η φιλοδοξία του νεαρού Έλληνα χωρικού είναι να καταφύγει όσο πιο νωρίς στη μεγαλύτερη πόλη μέσα στην έκτασή του και να γίνει είτε σπουδαστής είτε έμπορος αλλά κυρίως να γίνει κάτοικος της πόλης.
      Ο Βούλγαρος ποτέ δεν ονειρεύεται ότι υπάρχει κόσμος πέρα από τα όρια της φάρμας του, ή, αν τυχαίνει να γνωρίζει την ύπαρξή του δεν νιώθει την επιθυμία να γίνει μέρος του. Υπάρχει καλή, σταθερή, παρόλο μερικές φορές τραχιά, ύλη σε αυτούς τους Σλαβο-Τάρταρους κατοίκου και κάτω από ένα λιγότερο σοκαριστικό καθεστώς θα μπορούσαν χωρίς αμφιβολία να αναπτυχθούν σε αρκετά χρήσιμα και παραγωγικά, και όχι διακοσμητικά, μέλη της κοινωνίας.
      Οι Μωαμεθανοί του Πετριτσίου είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους απλοί περιτεμνημένοι Σλάβοι, που διαφέρουν από τους Χριστιανούς γείτονές τους μόνο από τον τρόπο ζωής που τους έχει επιβληθεί από το θρήσκευμά τους. Οι γυναίκες τους κρατιούνται σε περισσότερο αυστηρή απομόνωση από ότι συνηθίζεται μεταξύ Μωαμεθανών σε συγκριτικά πολιτισμένα κέντρα όπως η Κωνσταντινούπολη και η Θεσσαλονίκη.(Abbot,σ.183)
  • Πανηγύρι του Πετριτσίου

    • Προτού διαχωριστεί η Χριστιανική κοινότητα του Πετριτσίου σε δύο αντίπαλες φατρίες, το πανηγύρι συνηθιζόταν να γιορτάζεται σε κοινό έδαφος. Αλλά οι Βούλγαροι επέμεναν να διεξαχθεί η γιορτή στην τετράγωνη αυλή της εκκλησίας την οποία είχαν αποσπάσει από τους Έλληνες. Η δυστροπία τους προκάλεσε την οργή των τελευταίων γιατί η τετράγωνη αυλή είναι το κοινό νεκροταφείο της πόλης και το να διασκεδάζουν ανάμεσα στους τάφους θεωρείται από τους Έλληνες ως βεβήλωση.
      Αυτοί επομένως έκαναν αίτηση στον Καϊμακάμη να βάλει ένα τέλος στο σκάνδαλο, λέγοντας ότι έτσι θα προκληθεί φασαρία, οι συνέπιες της οποίας ήταν εύκολο να προβλεφθούν. Ο Καϊμακάμης ωστόσο ήταν εκείνη την ημέρα στη διάσημη εκστρατεία του, και η Αστυνομική Επιτροπή ήταν είτε αδυνατούσε ή δεν ήθελε να επέμβει. Έτσι επετράπη στους Βουλγάρους την παραμονή να χορέψουν πάνω από τα απομεινάρια των δικών τους, αλλά και των προγόνων των εχθρών τους, για όσος ήθελαν. Αλλά την επόμενη μέρα οι αρχές τους υποχρέωσαν να αφήσουν τους νεκρούς ήσυχους. Η πολιτική των αρχών υποτίθεται ότι υπαγορευόταν από την επιθυμία να βρίσκονται σε καλές σχέσεις και με τα δύο μέρη, όπου και από τους δύο είχαν δεχτεί δωροδοκία. Το αποτέλεσμα, φυσικά, ήταν να κερδίσουν εγκάρδια αναθέματα και από τους δύο.(Αbbot,σ.172)
  • Σχέσεις Ελλήνων και Βουλγάρων

    • Το Πετρίτσι είναι ένα από τα μέρη στη Μακεδονία όπου η έριδα μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων έχει αγγίξει τη σφοδρότερη άποψη. Η μάχη για φυλετική ανωτερότητα μεταξύ Σλάβων και Ελλήνων, μια μάχη τόσο παλιά όσο και οι λόφοι, είναι εδώ, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, αναγνωρισμένη με και πικραμένη από τη θρησκευτική διαμάχη η οποία υπάρχει μεταξύ των ακολούθων της Βουλγαρικής Εξαρχείας και εκείνων του Ελληνικού Πατριαρχείου- τα σχισματικά και τα ορθόδοξα τμήματα. Αυτή η έχθρα διαποτίζει και δηλητηριάζει όλες τις σχέσεις της ζωής, ιδιωτικές και δημόσιες.(Abbot,σ.156)
  • Μητρόπολη του Melenik

    • Ο καθεδρικός ήταν καινούργιος, χτισμένος πάνω στα συντρίμμια του παλιού Μητροπολιτικού Ναού που είχε καεί την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1895. Αυτή η καταστροφή είχε προκαλέσει βαθιά θλίψη στους κατοίκους ώστε ακόμη και 5 χρόνια μετά το γεγονός (δηλαδή την εποχή επίσκεψης του περιηγητή) συνεχίζει να αποτελεί θέμα προς συζήτηση και αρκετής αυτό-συμπόνιας. Συμπεριλάμβανε την καταστροφή και της παλιότερης εκκλησίας της πόλης και την κατοικία του Μητροπολίτη, που βρισκόταν κοντά, καθώς και την απώλεια αρκετών πολύτιμων θησαυρών. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και μία πολύτιμη αρχιερατική μίτρα και ένα ραβδί φτιαγμένο από φυσικό κρύσταλλο δεμένο με χρυσό, ένα δώρο, σύμφωνα με την παράδοση, από τον Σέρβο Βασιλιά, Στέφανο Ντουσάν (Stephen Dushan), ή τον “Στραγγαλιστή”, κάτω από τη λαμπρή μα σύντομη βασιλεία του (1336-1356) οι Σέρβοι είχαν φτάσει στο υψηλότερο σημείο δόξας και δύναμης από οποιαδήποτε άλλη περίοδο πριν ή μετά, και κυριάρχησαν για λίγο στο μεγαλύτερο μέρος της Βαλκανικής χερσοννήσου.(Αbbot,σ.131)