Category: Θέματα
-
- Το Μακεδονικό Ζήτημα: Η Ρωσία υπήρξε η μόνη δύναμη που ήθελε να βοηθήσει τους Μακεδόνες τουλάχιστον ηθικά, στηρίζοντας τη στάση και τις απαιτήσεις τους στην Κωνσταντινούπολη. Δεν αποδέχτηκαν την προσάρτηση που έγινε χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Ήταν αντίθετοι στο σημείο που επηρεάζονταν οι σχέσεις μεταξύ τσάρου και Πρίγκηπα του Battemberg και ως εκ τούτου οι σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Πριγκιπάτου. Ο Πρίγκηπας Φερδινάνδος ακολούθησε τα βήματα του προκατόχου του. Αυτός είχε πάντα την προσοχή στραμμένη στη Μακεδονία και τα συναισθήματά του ήταν κοινά με τις επιδιώξεις των Βούλγαρων εθνικιστών. Μα ήταν η συνεχιζόμενη εχθρότητα της Ρωσίας, που ανάγκασε τη Βουλγαρία να ριχτεί στην «αγκαλιά» της Τριπλής Συμμαχίας. Η Βουλγαρία ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτική. Η πολιτική του Σταμπουλώφ ήταν ενάντια στην επαναστατική πολιτική. Λαχταρούσε αντίθετα, περισσότερο τη συμμαχία με τις Κεντρικές Δυνάμεις και τη συνεννόηση με την Υψηλή Πύλη. Και ήταν πεπεισμένος, ότι ο μακεδονικός πληθυσμός είχε περισσότερα να κερδίσει από μία συμφωνία με την Κωνσταντινούπολη παρά από μία επαναστατική πολιτική.Η διοίκηση πεπεισμένη για την ορθότητα των πεποιθήσεων του Σταμπουλώφ πολέμησε χωρίς οίκτο αλλά και χωρίς μέτρο τους επαναστάτες Μακεδόνες οι οποίοι όπως είναι γνωστό διέπρατταν δολοφονίες κάτω από τις εντολές των Μακεδονικών Κομιτάτων, οι οποίες όξυναν τα πνεύματα και δίχαζαν το λαό. Από το θάνατο του Σταμπουλώφ και μετά, με την κυβέρνηση Στοΐλωφ, η μακεδονική προπαγάνδα σημείωσε μία τεράστια πρόοδο ενθαρρυμένη και ενισχυμένη ηθικά και υλικά από την Κυβέρνηση. (Mantegazza,σ. 26-27)
- Όταν το 1897, μετά τη συμφιλίωση της Βουλγαρίας με τη Ρωσία και την αναγνώρισή της, ο Πρίγκηπας μετέβη στην Κωνσταντινούπολη για να επισκεφτεί τον Σουλτάνο, υπερασπίστηκε έντονα και προσωπικά το συμφέρον και το δίκιο των Χριστιανών στη Μακεδονία. Ο Σουλτάνος όχι μόνο ανταποκρίθηκε θετικά αλλά και λίγο καιρό αργότερα, έστειλε στη Σόφια ένα σχέδιο ανασυγκρότησης. Μα και αυτή η προσπάθεια δεν ευοδώθηκε. Όσον αφορά τη βουλγαρική προπαγάνδα, οι ομάδες που σχηματίστηκαν ενθάρρυναν φυσικά τους όμορους Μακεδόνες της Βουλγαρίας στις ιδέες τους. Τόσο το 1896, όπως και το έτος που ακολούθησε, σκορπίστηκαν εδώ και εκεί λόγω των επαναστατικών κινημάτων ενώ οι θηριωδίες και τα αντίποινα που ακολούθησαν, αναζωπύρωσαν την αγανάκτηση και την περιφρόνηση σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο. (Mantegazza, σ. 27)
- Το Μακεδονικό Ζήτημα έθεσε ακόμη μία φορά τις Δυνάμεις προ των ευθυνών τους, καθώς όπως φαίνεται δεν είχαν αντιληφθεί ακόμη τι σήμαινε τουρκική καταπίεση ενώ δε φαίνονταν να καταλαβαίνουν τους κινδύνους της κατάστασης και τη δυστυχία του χριστιανικού πληθυσμού. Στη Μακεδονία ο πληθυσμός μη έχοντας καμία πίστη στις μεταρρυθμίσεις, περίμενε να έρθει μια πιο ευνοϊκή συγκυρία ώστε να κηρύξει την επανάσταση. (Mantegazza, σ. 28)
- Ιταλική άποψη για το Μακεδονικό Ζήτημα: Η Ιταλία, πάντα κλειστή στην Αδριατική που θα μπορούσε να είναι θάλασσά της, φοβόταν μήπως από τη μία στιγμή στην άλλη σταματήσουν οι εμπορικές σχέσεις της με το Αιγαίο και τη Θεσσαλονίκη. Το Μακεδονικό Ζήτημα για την Ιταλία είχε μεγάλη σημασία λόγω πολιτικών αξιώσεων που υπάρχουν στην Αδριατική και στη Βαλκανική χερσόνησο. Σημασία επίσης είχε και για τους εμπόρους που επαγρυπνούν με σκοπό να διεισδύσουν σε εκείνες τις αγορές και για τις Κυβερνήσεις.Για την Ιταλία είχε μεγάλη σημασία να μην μειωθεί η επικράτεια της Σερβίας και να μην αναστατωθεί η ισορροπία στη Βαλκανική Χερσόνησο. (Mantegazza,σ. 87)
-
- Συνθήκη Αγίου Στεφάνου: Οι Μεγάλες Δυνάμεις στο Συνέδριο του Βερολίνου μείωσαν στο μισό περίπου την έκταση της τότε Μεγάλης Βουλγαρίας, ευνοώντας τον Πρέσβη Ιγνάτιεφ. Η Μεγάλη Βουλγαρία είχε δημιουργηθεί από τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και περιλάμβανε όλη τη Μακεδονία συμπεριλαμβανομένης και της Θεσσαλονίκης. Ο πληθυσμός της Μακεδονίας, αν με κάποιον τρόπο δεν προβλεπόταν η προστασία και η ασφάλειά του στη συνθήκη, θα έπρεπε να ζει στην καταπίεση και την καταδυνάστευση, ίσως ακόμη μεγαλύτερης διάρκειας από πρώτα, με τον χαρακτήρα της αντεκδίκησης και των αντιποίνων. Μα ήταν ειρωνικός ο τρόπος με τον οποίον διαψεύστηκε με μία διόρθωση το άρθρο 23 της Συνθήκης. (Mantegazza,σ. 17)
-
- Τούρκοι: Είναι πολύ εύκολο να φανταστεί κανείς τις έριδες ανάμεσα στους χριστιανικούς πληθυσμούς που ωφελούσαν τους Τούρκους και πως η κατάσταση του μακεδονικού πληθυσμού γινόταν όλο και χειρότερη μετά το Συνέδριο του Βερολίνου παρ’όλες τις διαβεβαιώσεις για την προστασία των χριστιανικών πληθυσμών. Η ασφάλεια και η προστασία των Χριστιανών δε μετρούσε τόσο πολύ. Ένα μεγάλο μέρος των Τούρκων που έμεναν στις επαρχίες της Αυτοκρατορίας, μετά τη Συνθήκη του Βερολίνου πέρασαν στα χριστιανικά κράτη, μετανάστευσαν-αφού για τους Τούρκους ή τουλάχιστον για το μεγαλύτερο μέρος τους- ήταν ανυπόφορη η ζωή εκεί όπου δεν μπορούσαν να θεωρούνται πλέον κύριοι και άρχοντες εφόσον όλοι είχαν τα ίδια δικαιώματα. Μετανάστευσαν σε μεγάλους αριθμούς και από τη Βοσνία παρόλο που ο Καλλάι που διαχειριζόταν την εξουσία στο όνομα του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ, προσπαθούσε με δελεαστικές υποσχέσεις να τους κρατήσει. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός έφτανε στη Μακεδονία αγανακτισμένος με την κατάστασή του. Ανεξάρτητα από αυτό, μόνο το γεγονός της αύξησης του αριθμού τους, έκανε τις καταχρήσεις της δύναμης και της εξουσίας και τον εξαναγκασμό και τη βία πιο ανυπόφορα και από εκείνη την περίοδο πριν τον πόλεμο. Πέρα από αυτούς τους μετανάστες υπήρχαν και οι Τούρκοι στρατιώτες, οι οποίοι δεν είχαν –όπως οι ευρωπαϊκοί στρατοί- τακτική επιμελητεία. Μόλις συνέβαινε κάποιο περιστατικό μη αναμενόμενο και κοβόταν η τροφοδοσία στα στρατεύματα, επειδή έπρεπε να ζήσουν έκαναν σφαγή. Όλοι γνωρίζουν πως ζούσαν οι Βαλήδες στους οποίους ο Σουλτάνος επέτρεπε να κυβερνούν ευρωπαϊκές επαρχίες, οι οποίοι μη παίρνοντας ποτέ μισθό ήταν αναγκασμένοι να ικανοποιούν μόνοι τις ανάγκες τους. (Mantegazza, σ. 12)
-
- Συνέδριο Βερολίνου: Είναι πολύ εύκολο να φανταστεί κανείς τις έριδες ανάμεσα στους χριστιανικούς πληθυσμούς που ωφελούσαν τους Τούρκους και πως η κατάσταση του μακεδονικού πληθυσμού γινόταν όλο και χειρότερη μετά το Συνέδριο του Βερολίνου παρ’όλες τις διαβεβαιώσεις για την προστασία των χριστιανικών πληθυσμών. Η ασφάλεια και η προστασία των Χριστιανών δε μετρούσε τόσο πολύ. Ένα μεγάλο μέρος των Τούρκων που έμεναν στις επαρχίες της Αυτοκρατορίας, μετά τη Συνθήκη του Βερολίνου πέρασαν στα χριστιανικά κράτη, μετανάστευσαν-αφού για τους Τούρκους ή τουλάχιστον για το μεγαλύτερο μέρος τους- ήταν ανυπόφορη η ζωή εκεί όπου δεν μπορούσαν να θεωρούνται πλέον κύριοι και άρχοντες εφόσον όλοι είχαν τα ίδια δικαιώματα. Μετανάστευσαν σε μεγάλους αριθμούς και από τη Βοσνία παρόλο που ο Καλλάι που διαχειριζόταν την εξουσία στο όνομα του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ, προσπαθούσε με δελεαστικές υποσχέσεις να τους κρατήσει. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός έφτανε στη Μακεδονία αγανακτισμένος με την κατάστασή του. Ανεξάρτητα από αυτό, μόνο το γεγονός της αύξησης του αριθμού τους, έκανε τις καταχρήσεις της δύναμης και της εξουσίας και τον εξαναγκασμό και τη βία πιο ανυπόφορα και από εκείνη την περίοδο πριν τον πόλεμο. (Mantegazza, σ. 12)
- Οι Μεγάλες Δυνάμεις στο Συνέδριο του Βερολίνου μείωσαν στο μισό περίπου την έκταση της τότε Μεγάλης Βουλγαρίας, ευνοώντας τον Πρέσβη Ιγνάτιεφ. Η Μεγάλη Βουλγαρία είχε δημιουργηθεί από τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και περιλάμβανε όλη τη Μακεδονία συμπεριλαμβανομένης και της Θεσσαλονίκης. Ο πληθυσμός της Μακεδονίας, αν με κάποιο τρόπο δεν εφοδιαζόταν, θα έπρεπε να ζει στην καταπίεση και την καταδυνάστευση, ίσως ακόμη μεγαλύτερης διάρκειας από πρώτα, με τον χαρακτήρα της αντεκδίκησης και των αντιποίνων. Μα ήταν ειρωνικός ο τρόπος με τον οποίον διαψεύστηκε με μία διόρθωση το άρθρο 23 της Συνθήκης. (Mantegazza,σ. 17)
- Άρθρο 23, Συνέδριο Βερολίνου: Η Υψηλή Πύλη θα δώσει ειδικές εντολές με τις οποίες το γηγενές στοιχείο θα εκπροσωπηθεί γενναιόδωρα, ώστε να συμμετάσχει στην επεξεργασία των νέων κανονισμών σε όλες τις επαρχίες της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τα σχέδια οργάνωσης που θα ήταν το αποτέλεσμα αυτής της δουλειάς, θα υποβάλλονταν από την Υψηλή Πύλη στις ευρωπαϊκές δυνάμεις για να λάβουν την έγκρισή τους και έπειτα να εφαρμοστούν στην Ανατολική Ρωμυλία. Το άρθρο 23 συντάχθηκε με μία διατύπωση αρκετά ασαφή. Αλλά εκείνο το διάστημα, όλες οι Δυνάμεις είχαν τα δικά της προβλήματα η καθεμιά και είχαν πιο σημαντικά θέματα να σκέφτονται από τη Μακεδονία. Η Ρωσία που ήταν παρούσα σε εκείνο το ταπεινωτικό για εκείνη Συνέδριο υποχώρησε κάτω από την απειλή του αγγλικού στόλου που είχε αγκυροβολήσει έξω από την Κωνσταντινούπολη. (Mantegazza,σ. 18)
-
- Οι Βούλγαροι κατάφεραν επιτέλους να ανεξαρτητοποιηθούν θρησκευτικά το 1871, όταν δεν αποτελούσαν ακόμη ένα έθνος, με τη βοήθεια της Ρωσίας και του μικρού πριγκιπάτου της Σερβίας. Έτσι αναγνωρίστηκε το Εξαρχάτο τους. Ο Σουλτάνος αναγνώρισε το βουλγαρικό Εξαρχάτο παρά την απόλυτη αντίδραση και αντίθεση του Οικουμενικού Πατριάρχη, για τον οποίον η Βουλγαρική Εθνική Εκκλησία αποτελούσε μία σχισματική εκκλησία. Αυτή η κατηγορία του σχίσματος είναι φυσικά ένα όπλο το οποίο εξυπηρετεί τα άλλα έθνη στην προπαγάνδα τους στη Μακεδονία. Μετά τη δημιουργία του Πριγκιπάτου υπήρχε στη Βουλγαρία ένα ρεύμα υποστήριξής του ενώ ως έδρα της Εξαρχίας επιλέχτηκε η Κωνσταντινούπολη αντί για τη Σόφια ή το Τύρνοβο, τις αρχαίες πρωτεύουσες. (Mantegazza, σ. 10)
- Εξαρχάτο: Οι Βούλγαροι κατάφεραν επιτέλους να ανεξαρτητοποιηθούν θρησκευτικά το 1871, όταν δεν αποτελούσαν ακόμη ένα έθνος, με τη βοήθεια της Ρωσίας και του μικρού πριγκιπάτου της Σερβίας. Έτσι αναγνωρίστηκε το Εξαρχάτο τους. Ο Σουλτάνος αναγνώρισε το βουλγαρικό Εξαρχάτο παρά την απόλυτη αντίδραση και αντίθεση του Οικουμενικού Πατριάρχη, για τον οποίον η Βουλγαρική Εθνική Εκκλησία αποτελούσε μία σχισματική εκκλησία. Αυτή η κατηγορία του σχίσματος είναι φυσικά ένα όπλο το οποίο εξυπηρετεί τα άλλα έθνη στην προπαγάνδα τους στη Μακεδονία. Μετά τη δημιουργία του Πριγκιπάτου υπήρχε στη Βουλγαρία ένα ρεύμα υποστήριξής του ενώ ως έδρα της Εξαρχίας επιλέχτηκε η Κωνσταντινούπολη αντί για τη Σόφια ή το Τύρνοβο, τις αρχαίες πρωτεύουσες. (Mantegazza, σ. 10)
- Οι Βούλγαροι κατάφεραν επιτέλους να ανεξαρτητοποιηθούν θρησκευτικά το 1871, όταν δεν αποτελούσαν ακόμη ένα έθνος, με τη βοήθεια της Ρωσίας και του μικρού πριγκιπάτου της Σερβίας. Έτσι αναγνωρίστηκε το Εξαρχάτο τους. Ο Σουλτάνος αναγνώρισε το βουλγαρικό Εξαρχάτο παρά την απόλυτη αντίδραση και αντίθεση του Οικουμενικού Πατριάρχη, για τον οποίον η Βουλγαρική Εθνική Εκκλησία αποτελούσε μία σχισματική εκκλησία. Αυτή η κατηγορία του σχίσματος είναι φυσικά ένα όπλο το οποίο εξυπηρετεί τα άλλα έθνη στην προπαγάνδα τους στη Μακεδονία. Μετά τη δημιουργία του Πριγκιπάτου υπήρχε στη Βουλγαρία ένα ρεύμα υποστήριξής του ενώ ως έδρα της Εξαρχίας επιλέχτηκε η Κωνσταντινούπολη αντί για τη Σόφια ή το Τύρνοβο, τις αρχαίες πρωτεύουσες. (Mantegazza, σ. 10)
- Ο Βούλγαρος Έξαρχος στην Κωνσταντινούπολη ήταν ο Έξαρχος των Βουλγάρων άσχετα αν ήταν υπήκοοι ή όχι του Πρίγκιπα Φερδινάνδου – ο οποίος θεώρησε έξοχη την κίνηση αυτή που αποτέλεσε τη βάση για τη βουλγαρική προπαγάνδα στη Μακεδονία. Ένας έξαρχος, με έδρα το Τύρνοβο ή τη Σόφια, θα έπρεπε να έχει για αυτό και μόνο το γεγονός, περιορισμένη τη δικαιοδοσία του στους Βουλγάρους του Πριγκιπάτου. Είναι το λάθος στο οποίο έπεσε η Σερβία και μία από τις αιτίες οι οποίες συνέβαλλαν στο να παραλύσει η προπαγάνδα της στη Μακεδονία. (Mantegazza,σ. 11)
- Οι σημαντικές ιστορικές παραδόσεις ενίσχυσαν τις διεκδικήσεις των Σέρβων στα Σκόπια, που μετά το Ιπέκιο αποτέλεσαν και αυτά έδρα του Πατριαρχείου τους. Μέχρι τότε η Εκκλησία και το Κράτος ήταν αλληλένδετα και έτσι εξηγείται το ότι κατά τη διάρκεια της τουρκικής κυριαρχίας, όταν όλα κατεδαφίστηκαν από το μουσουλμανικό φανατισμό, η ιδέα της εθνότητας ταυτιζόταν πάντα με τη θρησκευτική ιδέα. Έτσι, ώστε, πριν ακόμη γίνει σκέψη για την πολιτική ανεξαρτησία, αλλά γνωρίζοντας ότι όλα ξεκινούν από αυτή οι καταπιεσμένοι πληθυσμοί μάχονταν για τη θρησκευτική ανεξαρτησία. Η εθνική Εκκλησία είναι ένα πρώτο βήμα προς την ανεξαρτησία. Οι Βούλγαροι πολέμησαν για αιώνες για να δημιουργήσουν το δικό τους Εξαρχάτο και η αναγνώριση του Εξαρχάτου στήριξε την επαναστατική τους πολιτική. Σήμερα, η προπαγάνδα τους, όπως και εκείνη των Σέρβων, βασίζεται πάνω στη θρησκευτική προπαγάνδα. Αλλά, οι Σέρβοι έχοντας το δικό τους Πατριαρχείο στο Βελιγράδι δεν είχαν αποτελεσματική επιρροή πάνω σε όλους τους Σέρβους του Πριγκιπάτου και έτσι βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση. Η μάχη για να αυξηθούν οι Σέρβοι δεσπότες στο Ιπέκιο, την αρχαία έδρα του Πατριαρχείου, στα Σκόπια και σε άλλες πόλεις ώστε να μετριασθεί η βουλγαρική προπαγάνδα που διεξαγόταν από τον κλήρο του Εξαρχάτου διήρκησε πολλά χρόνια. (Mantegazza, σ. 154)
-
- Έλληνες: Οι Έλληνες δε σταμάτησαν ποτέ να επικαλούνται τα μεγάλα ονόματα του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου ενώ οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι μνημονεύουν τους Σέρβους βασιλείς της Μακεδονίας και τη δύναμη της Αυτοκρατορίας των Βουλγάρων. (Mantegazza, σ. 7)
-
- Μάχη του Κοσσόβου: Τη Μακεδονία κατείχε ο βασιλιάς Βικούτιν, ο οποίος θα κατάφερνε πολύ σύντομα να αντισταθεί στους Τούρκους κατακτητές, οι οποίοι όλο και περισσότερο ισχυροποιούνταν. Το 1371 μία μεγάλη μάχη έλαβε χώρα μεταξύ του Μακεδόνα βασιλιά και των Τούρκων στις όχθες του Μαρίτσα –ο ιστορικός ποταμός των Βουλγάρων- και από εκείνη τη στιγμή ο Σέρβος βασιλιάς της Μακεδονίας έγινε σχεδόν υποτελής του Σουλτάνου. Και ένα χρόνο μετά, όταν οι Σέρβοι από το βόρειο τμήμα καταπολέμησαν γενναία τις οθωμανικές ορδές, ο Μάρκο, γιος του Βικούτιν, του οποίου ο ηρωϊσμός εξυμνείται ακόμα στα τραγούδια του λαού, νίκησε στην αξιομνημόνευτη μάχη του Κοσσόβου. (Mantegazza, σ. 6)
-
- Σερβικό κράτος: Οι Σέρβοι βασιλείς στο τέλος του 13ου αι. και στις αρχές του 14ου αι. θα καταλάβουν εκ νέου ένα σημαντικό κομμάτι της Μακεδονίας, υπερασπίζοντας το νικηφόρα ενάντια στους Βουλγάρους που είχαν προσπαθήσει να το ανακαταλάβουν. Μέχρι που ο Δουσάν, ο μεγάλος Σέρβος κατακτητής, μαζί με άλλες χώρες, θα γίνει κύριος ολόκληρης της Μακεδονίας. Η αντιδικία, όπως φαίνεται, μεταξύ Σέρβων και Βουλγάρων για την κυριαρχία της Μακεδονίας δεν ξεκίνησε ξαφνικά. Από το θάνατο του Στέφανου Δουσάν, η Σερβική Αυτοκρατορία χωρίστηκε σε ποικίλες επαρχίες και ανεξάρτητα βασίλεια. Τη Μακεδονία κατείχε ο βασιλιάς Βικούτιν, ο οποίος θα κατάφερνε πολύ σύντομα να αντισταθεί στους Τούρκους κατακτητές, οι οποίοι όλο και περισσότερο ισχυροποιούνταν. Το 1371 μία μεγάλη μάχη έλαβε χώρα μεταξύ του Μακεδόνα βασιλιά και των Τούρκων στις όχθες του Μαρίτσα –ο ιστορικός ποταμός των Βουλγάρων- και από εκείνη τη στιγμή ο Σέρβος βασιλιάς της Μακεδονίας έγινε σχεδόν υποτελής του Σουλτάνου.Λίγο καιρό μετά, όταν οι Σέρβοι από το βόρειο τμήμα καταπολέμησαν γενναία τις οθωμανικές ορδές, ο Μάρκο, γιος του Βικούτιν, του οποίου ο ηρωϊσμός εξυμνείται ακόμα στα τραγούδια του λαού, νίκησε στην αξιομνημόνευτη μάχη του Κοσσόβου. (Mantegazza, σ. 6)
-
- Βούλγαροι: Οι Σέρβοι βασιλείς στο τέλος του 13ου αι. και στις αρχές του 14ου αι. θα καταλάβουν εκ νέου ένα σημαντικό κομμάτι της Μακεδονίας, υπερασπίζοντας το νικηφόρα ενάντια στους Βουλγάρους που είχαν προσπαθήσει να το ανακαταλάβουν. (Mantegazza, σ. 6)
- Βούλγαροι: Οι Βούλγαροι κατάφεραν επιτέλους να ανεξαρτητοποιηθούν θρησκευτικά το 1871, όταν δεν αποτελούσαν ακόμη ένα έθνος, με τη βοήθεια της Ρωσίας και του μικρού πριγκιπάτου της Σερβίας. Έτσι αναγνωρίστηκε το Εξαρχάτο τους. Ο Σουλτάνος αναγνώρισε το βουλγαρικό Εξαρχάτο παρά την απόλυτη αντίδραση και αντίθεση του Οικουμενικού Πατριάρχη, για τον οποίον η Βουλγαρική Εθνική Εκκλησία αποτελούσε μία σχισματική εκκλησία. Αυτή η κατηγορία του σχίσματος είναι φυσικά ένα όπλο το οποίο εξυπηρετεί τα άλλα έθνη στην προπαγάνδα τους στη Μακεδονία. Μετά τη δημιουργία του Πριγκιπάτου υπήρχε στη Βουλγαρία ένα ρεύμα υποστήριξής του ενώ ως έδρα της Εξαρχίας επιλέχτηκε η Κωνσταντινούπολη αντί για τη Σόφια ή το Τύρνοβο, τις αρχαίες πρωτεύουσες. (Mantegazza, σ. 10)
-
- Βαλκανική χερσόνησος: Από τη μέρα που η οθωμανική κατάκτηση εξαπλώθηκε στη βαλκανική χερσόνησο, οι εθνικότητες «εξαφανίστηκαν» και η Σερβία, η Βουλγαρία, η Μακεδονία δεν ήταν πια παρά ένα βιλαέτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι μεγάλες πόλεις που άλλοτε ήταν έδρες των αυτοκρατοριών και των βασιλείων τα οποία είχαν κάνει τους Αυτοκράτορες της Ανατολής να φοβούνται-καθώς περισσότερο από μία φορά είχαν φτάσει οι στρατοί τους στις πόρτες της Κωνσταντινούπολης-ήταν πλέον λεηλατημένες και κατεστραμμένες και ο πληθυσμός παραδομένος στη δουλεία. (Mantegazza, σ. 6)