Category: Θέματα

  • Ο ιεράρχης της Πρέσπας φέρει τους τίτλους του Μητροπολίτη Αχρίδων και Πρεσπών. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.71)
  • Σκυθοσλάβοι

    Οι Σκυθοσλάβοι είχαν κτίσει την εκκλησία του Αγίου Αχίλλειου στην Πρέσπα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.70)

  • Κολασκινίοι

  • Πρόκειται για ληστρικές συμμορίες, οι οποίες είναι σκορπισμένες πάνω στην οροσειρά των Ιβαλίων και εξαρτώνται από τους κνεζ, δηλαδή τους αξιωματούχους της περιοχής. Ανατολικά της χώρας των Κολασκινίων, εντοπίζονται τα καντόνια της Πρισρένης και του Καλκανδερέν (Όρη των Ασπιδοφόρων ή Ταβασμπάρηδων), που χωρίζονται από τη διοίκηση της Βοσνίας με το Λακ-ουλάκ ή Αρναουτλίκ, μια άγρια περιοχή, οι κάτοικοι της οποίας μιλούν σκυπικά, μια αλβανική διάλεκτος. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.69)
  • Σκορδίοι

    Οι Σκορδίοι που συνορεύουν με τη χώρα των Διβραίων, πιθανόν να κατάγονται από τους Σκορδίσκους, τους προερχόμενους από τους Γαλάτες (55, Τίτος Λίβιος, βιβλ.XL, κεφ.57,58 ) (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.66)

  • Αρναούτηδες

  • Οι Αρναούτηδες αρματολοί, οι οποίοι βρίσκονται στην υπηρεσία των περισσότερων πασάδων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, παρά την αγραμματοσύνη τους, κατάφεραν να αναρριχηθούν στα ανώτατα αξιώματα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.61)
  • Πιαστοί

    Πρόκειται για έναν μακεδονικό λαό, τον οποίον μνημονεύει και ο Στέφανος Βυζάντιος. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.35)

  • Τσιγγάνοι

    Από την κοίτη του μικρού Δεβόλη κάναμε μία ώρα για να φτάσουμε στη γέφυρα της Χρούπιστας, η οποία απέχει δύο λεύγες από το γεφύρι της Σμιγής. Εκεί συναντήσαμε τσιγγάνους, απασχολημένους με την αναζήτηση ψηγμάτων χρυσού. Μερικοί άλλοι ήταν σκορπισμένοι στην ακροποταμιά και έψαχναν στη λάσπη για να εκμεταλλευθούν το περιεχόμενό της, ενώ άλλοι τραβούσαν μέσα από το ποτάμι προβιές ή μάλλινες βελέντζες με τις οποίες παγιδεύουν τα ψήγματα. Ορισμένοι πάλι ξέπλεναν μέσα σε κάδους τα πολύτιμα ρινίσματα. Όλοι ήταν απασχολημένοι με μια δουλειά που δεν αποφέρει κέρδος σε κανέναν. Η διαδικασία αυτή έμοιαζε με εκείνη που περιγράφει ο Αππιανός όταν μιλάει για τους χρυσοσυλλέκτες, που κατοικούσαν στα μέρη του Καυκάσου. Οι κάτοικοι εδώ έστηναν τα εργαστήριά τους σε όλη την έκταση που ορίζεται από τις πηγές του Αλιάκμονα και την κατωφέρεια της Φυλής, μέσα στο βιλαέτι των Γρεβενών. Εξαιτίας όμως της ορμής και του βάθους του ποταμού στην περιοχή οι τσιγγάνοι δεν μπορούσαν να εκμεταλλεύονται πλέον το μετάλλευμα που συμπαρασύρει με τις προσχώσεις του. Τους βροχερούς μήνες οι τσιγγάνοι σκαλίζουν ξύλινα σκαφίδια και πλέκουν καλάθια από καλάμια, τα οποία πηγαίνουν στις γειτονικές πόλεις. Εκεί πουλούν επίσης το χρυσάφι τους στους χρυσοχόους σε μορφή ράβδων. Τον υπόλοιπο καιρό κλέβουν κότες και λένε τη μοίρα τους στους περαστικούς. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 28-29)

  • Μωαμεθανοί

    Τα χωριά Σλίβενη, Τσετιράκι και Ζελήνη κατοικούνται από ένα μικτό πληθυσμό, αποτελούμενο από Βαρδαριώτες μωαμεθανούς και Βούλγαρους χριστιανούς. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 27)

    Η Χρούπιστα βρίσκεται έντεκα μίλια από την Καστοριά. Αριθμεί 200 οικογένειες μωαμεθανών που διατείνονται ότι κατάγονται από τους πρώτους κατακτητές της Μακεδονίας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 30)

  • Τόσκηδες (Δόσκοι)

    Οι Δόσκοι ή Τόσκηδες ανήκουν στους πληθυσμούς που κατοικούν στη μεσημβρινή πλαγιά του όρους Σβώκη. Οι πληθυσμοί αυτοί χαρακτηρίζονται από περισσότερο βουκολικά και ήπια ήθη. Θεωρούνται ότι είναι οι πιο ωραίοι και γενναίοι από τους Σκυπετάρους, ανάμεσα στους οποίους ήρθαν κάποτε και εγκαταστάθηκαν Βλάχοι έποικοι από τη Δασσαρατία. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.45)

  • Σκυπετάροι

    Οι Σκυπετάροι κατοικούσαν στο χωριό Δεβόλη. Ο βασικός πλούτος τους ήταν τα κοπάδια. Πουλώντας ένα μέρος από το βούτυρο, το τυρί και τα δέρματα που αυτά τους δίνουν, εξασφάλιζαν τα αναγκαία ποσά για την εξόφληση των φόρων τους και την προμήθεια ελάχιστων ειδών που εισάγονταν από ξένες χώρες και τους ήταν απαραίτητα για τις ανάγκες τους. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.42)

    Οι Γκέγκηδες Σκυπετάροι ήταν εγκατεστημένοι στη Δαρδανία και την Πρεβαλιτιανή, μέχρι τους πρόποδες του Μαυροβουνίου. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.59)

    Η περιοχή των Γκέγκηδων της Αλβανίας, όπως και η ορεινή περιοχή, έχει άφθονα βοσκοτόπια, όπου μεγαλώνουν εκεί τα άλογα που προορίζονται συνήθως για το ελαφρύ αλβανικό ιππικό, καθώς και τα εκλεκτής ποικιλίας βόδια. Απ’ αυτά παράγονται τα προορισμένα για το εξωτερικό εμπόριο, που καταλήγει στο Δυρράχιο, και περιλαμβάνει τυριά, μέλι, κερί, δέρματα λαγών, δέρματα κουναβιών και μαλλί, τα οποία εξάγονται κυρίως στην Αγκόνα τις παραμονές της εμποροπανήγυρης της Σινιγάλιας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.66)