- Ο μεγάλος δρόμος βγαίνει μεσααπό μια σύντομη ανηφοριά της πεδιάδας του Κόσανι, που τα νερά της ανοίγουν ένα πέρασμα προς το βορρά, ενώ εμείς πηγαίνουμε στα νοτιοανατολικά. Πλευρίζοντας στρογγυλούς γήλοφους, ξανακατεβαίνουμε προς το μεγάλο κάμπο του Μοναστηρίου, που τον βλέπουμε να απλώνεται μπρος μας. Παρά την πρωινή ώρα ο βοριάς σηκώνει ήδη σύννεφα σκόνης. Φέρνουμε γύρα ένα αντέρεισμα του Περιστεριού. Στα δεξιά μας το ψηλό και φίνο γρανιτένιο βουνό τινάζεται στα ουράνια, εξίσου πολυσχιδές στην κορφή και ευέλικτο, εξίσου ογκώδεις και πλατύ στη βάση όσο και από την πλευρά της Ρέσνας, και εξίσου γυμνό. Ψηλά είναι φωλιασμένο ένα χωριό με άσπρα σπίτια, με τα δέντρα του νεκροταφείου του και με τα περιβόλια του. Στους πρόποδες αλλά ολότελα μέσα στον επίπεδο κάμπο, το Μοναστήρι ξυπνά ανάμεσα στις λεύκες και τα κυπαρίσσια.
(Berard, σ. 175)
Author: sightseers
-
Διαδρομή από το Κόσανι στο Μοναστήρι
-
Διαδρομή από τη Ρέσνα στο Μοναστήρι
- Από τη Ρέσνα στο Μοναστήρι όπου βιαζόμαστε να φτάσουμε, σαράντα χιλιόμετρα σε δύο σταθμούς.
Αφήσαμε τη Ρέσνα μέσα στο λιοπύρι του καταμεσήμερου και διασχίσαμε τη μεγάλη πεδιάδα. Γύρω μας δεν υπάρχει ούτε χορταράκι ούτε ψυχή ζώσα, ένα αχνό άσπρο σύννεφο μόνο είναι κρεμασμένο στην κορφή του Περιστεριού και από το σκέλεθρος ενός μουλαριού πετούν ψηλά δύο καράκια.
Ο δρόμος διασχίζει τους ανατολικούς λόφους λίγο βορειότερα του Περιστεριού. Ανεβαίνουμε άνετα την πλαγιά, αν και αρκετά γρήγορα. Ένας σταθμός χωροφυλακής φρουρεί τον αυχένα και, ώσπου να διαβάσουν τα διαβατήριά μας, αναγκαζόμαστε να προβούμε σε μακρά ενατένιση του γύρω τόπου. Πίσω μας η πεδιάδα της Ρέσνας όπου έχει σηκωθεί βοριάς, δεν είναι παρά ομίχλη από κίτρινη σκόνη. Τη θέα της λίμνης της Πρέσπας μας την κρύβει ο ορεινός όγκος του Περιστεριού. Μπροστά μας, πολύ μακριά όμως, μια άλλη κίτρινη ομίχληδηλώνει τον κάμπο του Μοναστηρίου, που τον σκουπίζει ο ίδιος βοριάς. Μέχρι να φτάσουμε όμως ως εκεί, η κατωφέρεια που πρέπει να κατεβούμε, είναι ογκώδης, πλάτους είκοσι χιλιομέτρων περίπου σε νοητή ευθεία και σχηματίζεται από ένα χάος λόφων, φαραγγιών, ξεροπόταμων, και μικρών εσωτερικών πεδιάδων – ένα θλιβερό χάος χωρίς μεγαλείο στις ανωμαλίες του, χωρίς χρώμα στις ανασκάψεις του εδάφους. Λόφοι, πεδιάδες και ρουμάνια, όλα στρογγυλεμένα και υποτονικά, με φτωχά περιγράμματα και γύμνια. Ο ήλιος που γέρνει, απλώνει πάνω στην ερημιά αυτή την πολυσχιδή και ευλύγιστη σκιά του Περιστεριού.
Στα βάθη των φαραγγιών καιτ ων πεδιάδων βρίσκονται μερικά χωριουδάκια και κάποιες καλλιέργιες. Από μακριά όμως και σε πρώτη ματιά δεν ξεχωρίζουν καθόλου. Η δουλεμένη γη δε διακρίνεται από το χέρσο έδαφος ούτε τα λασποκαλύβια από την κιτρινωπή γη. Στα μισά της κατάβασής μας σταθήκαμε για τη νύχτα στο μεγαλύτερο από τα χωριά αυτά, το Κοσάνι.
(Berard, σ.170-171)
- Από τη Ρέσνα στο Μοναστήρι όπου βιαζόμαστε να φτάσουμε, σαράντα χιλιόμετρα σε δύο σταθμούς.
-
Το παζάρι της Ρέσνας
- Το παζάρι της Ρέσνας στη διάρκεια των δέκα αυτών χρόνων κάηκε πολλές φορές, όπως αρμόζει σε κάθε χριστιανικό παζάρι. Δρόμοι και ορθάνοιχτα μαγαζιά, όλα έρημα.
(Berard, σ.165)
- Το παζάρι της Ρέσνας στη διάρκεια των δέκα αυτών χρόνων κάηκε πολλές φορές, όπως αρμόζει σε κάθε χριστιανικό παζάρι. Δρόμοι και ορθάνοιχτα μαγαζιά, όλα έρημα.
-
Βασιλική της Αγίας Σοφίας (Αχρίδα)
Παλαιό Όνομα :Βασιλική της Αγίας Σοφίας
[tab name=’Abbot’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Berard’]- Κάτω στην άκρη της λίμνης και στην καρδιά της βουλγαρικής συνοικίας μια παλιά βασιλική της Αγίας Σοφίας είχε γίνει τζαμί κι έπειτα εγκαταλείφθηκε, όπως και το τζαμί της κορφής. Άλλοτε τη βασιλική αυτή την περικύκλωνε η ελληνική συνοικία. Πριν τριάντα χρόνια ακόμη η Αχρίδα είχε 200-300 ελληνικά σπίτια (1.000-1.500 άτομα). Οι Έλληνες όμως εκτοπίστηκαν σιγά σιγά από τους Βουλγάρους.
(Berard, σ.155)
[/tab]
[tab name=’Boissonas’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Chirol’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Clarke’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Cousinery’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Frazer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Holland’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Isambert’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Leake’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Mantegazza’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Pouqueville’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Tozer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Urquhart’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Walker’]- Η παλιά εκκλησία της Αγίας Σοφίας χτίστηκε από τον Ιουστινιανό. Το εσωτερικό της είναι γεμάτο τοιχογραφίες, οι τοίχοι, η οροφή, οι εξώστες, η σκάλα, η κρύπτη, όλα δείχνουν την ικανότητα του καλλιτέχνη. (Walker,σ. 119)
[/tab]
[tab name=’Σχινάς’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[end_tabset] - Κάτω στην άκρη της λίμνης και στην καρδιά της βουλγαρικής συνοικίας μια παλιά βασιλική της Αγίας Σοφίας είχε γίνει τζαμί κι έπειτα εγκαταλείφθηκε, όπως και το τζαμί της κορφής. Άλλοτε τη βασιλική αυτή την περικύκλωνε η ελληνική συνοικία. Πριν τριάντα χρόνια ακόμη η Αχρίδα είχε 200-300 ελληνικά σπίτια (1.000-1.500 άτομα). Οι Έλληνες όμως εκτοπίστηκαν σιγά σιγά από τους Βουλγάρους.
-
Εκκλησία Αγίου Κλήμεντος (Αχρίδα)
Παλαιό Όνομα : Εκκλησία Αγίου Κλήμεντος
[tab name=’Abbot’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Berard’]- Η εκκλησία του Αγίου Κλήμεντος ψηλά, σε μια από τις κορφές, είναι η βουλγαρική μητρόπολη. Όμορφη βυζαντινή εκκλησία από τούβλο και με πέτρινο δάπεδο. Ολόγυρα απλώνεται μια πλακόστρωτη πλατωσιά, που τη σκιάζουν κληματαριές. Μια ωραία πολυθρόνα περίμενε στον ήλιο , ανάμεσα στα λουλούδια και στις δάφνες, τον υπεσχημένο αυτόν στα Έθνη Αρχιεπίσκοπο. Ψηλοί μαυροφόροι παπάδες με κάτισχνο χαλκένιο πρόσωπο και μάτια φανατικά, παρακολουθούσαν το κάθε μας βήμα και, αν δε φορούσαμε τα “φράγκικα” καπέλα μας, θα μας είχαν εξωπετάξει…. μέχρις ότου, μαθαίνοντας πως είμαστε Γάλλοι, θέλησαν να μας μαεθύσουν με ρακή στην υγεία των βερατίων. Οι Γάλλοι και οι Βούλγαροι! Αδέλφια!
(Berard, σ. 153)
[/tab]
[tab name=’Boissonas’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Chirol’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Clarke’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Cousinery’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Frazer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Holland’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Isambert’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Leake’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Mantegazza’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Pouqueville’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Tozer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Urquhart’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Walker’]- Κοντά στο τρίτο από τα γκρεμισμένα παλάτια υπάρχουν τα ερείπια μίας εκκλησίας που στη μία πλευρά έχει ένα μεγαλόπρεπο κισσό. Στην άκρη του βράχου υπάρχει ένας τάφος που λέγεται ότι ανήκε στον Άγιο Κλήμη. (Walker,σ. 119)
[/tab]
[tab name=’Σχινάς’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[end_tabset] - Η εκκλησία του Αγίου Κλήμεντος ψηλά, σε μια από τις κορφές, είναι η βουλγαρική μητρόπολη. Όμορφη βυζαντινή εκκλησία από τούβλο και με πέτρινο δάπεδο. Ολόγυρα απλώνεται μια πλακόστρωτη πλατωσιά, που τη σκιάζουν κληματαριές. Μια ωραία πολυθρόνα περίμενε στον ήλιο , ανάμεσα στα λουλούδια και στις δάφνες, τον υπεσχημένο αυτόν στα Έθνη Αρχιεπίσκοπο. Ψηλοί μαυροφόροι παπάδες με κάτισχνο χαλκένιο πρόσωπο και μάτια φανατικά, παρακολουθούσαν το κάθε μας βήμα και, αν δε φορούσαμε τα “φράγκικα” καπέλα μας, θα μας είχαν εξωπετάξει…. μέχρις ότου, μαθαίνοντας πως είμαστε Γάλλοι, θέλησαν να μας μαεθύσουν με ρακή στην υγεία των βερατίων. Οι Γάλλοι και οι Βούλγαροι! Αδέλφια!
-
Βουλγαρικό κόμμα, Αχρίδα
- Πίσω τους όμως η ελληνική σπορά που είχαν αφημένη στο έδαφος, εξακολοθούσε να καρποφορεί, όταν κάποτε, γύρω στα 1864-1866, εμφανίσθηκαν ξένοι, Ρώσοι που μιλούσαν για θρησκεία βουλγαρική, για μεγάλη Βουλγαρία, για καταπίεση των Σλάβων και πως ως ενίσχυση των λόγων τους έδιναν και κουδουνιστά επιχειρήματα, ένα πιάστρο (δύο δεκάρες) στο ζητιάνο και εκατό λίρες (2.300 φράγκα) στον τίμιο άνθρωπο. Κι έτσι δημιουργήθηκε βουλγαρικό κόμμα. Το κόμμα αυτό γνώρισε συνεχή ανάπτυξη σ’ ολόκληρη τη Μακεδονία. Η εγκαθίδρυση βουλγαρικής εκκλησίας κι έπειτα βουλγαρικής ηγεμονίας ήταν ένα πλήγμα για τον ελληνισμό αλλά οι συνέπειές του δεν έφτασαν μέχρι έδω. Το αληθινό τραύμα χρονολογείται από την επανάσταση της Ρωμυλίας… Από τότε, πέντε χρόνια τώρα, τα πάντα ανήκουν στους Βούλγαρους. Η πύλη τους υποστηρίζει. Μεγαλαυχούν ότι και ολόκληρη η Ευρώπη τους υποστηρίζει. Την προστριβή με τη Ρωσία δεν την πληροφορήθηκαν ούτε την παραδέχτηκαν ποτέ εκείνοι που εκβουλγαρίσθηκαν από τους Ρώσους. “Για να ζήσεις ήσυχος, γίνε Βούλγαρος,! Για να κερδίζεις τις δίκες σου, γίνε Βούλγαρος! Για να αποφεύγεις την αγγαρεία, γίνε Βούλγαρος! Η Κωνσταντινούπολη υπακούει στις εντολές της Σόφιας! Οι Τούρκοι έπαρχοι θέλουν να τα έχουν καλά με αυτούς τους ισχυρούς της ημέρας και οι σχολάρχες που έρχονται απ΄ τη Σόφια και τη Φιλιππούπολη ανατρέπουν με μια τους καταγγελία και τους πιο γηραλέους καδήδες, και τους πιο γαλοναρισμένους πασάδες….. Αν όμως θέλεις το βαγιόκλαδο του μάρτυρα, τότε μείνε Έλληνας! Προπάντων έπειτα από την εξέγερση και την ήττα των Κρητικών, η ζωή ενός Έλληνα δεν είναι παρά σταυρικό μαρτύριο”, ο Έλληνας Μιχάλης Παπάζογλου τα έλεγε αυτά.
(Berard, σ.157-159)
- Πίσω τους όμως η ελληνική σπορά που είχαν αφημένη στο έδαφος, εξακολοθούσε να καρποφορεί, όταν κάποτε, γύρω στα 1864-1866, εμφανίσθηκαν ξένοι, Ρώσοι που μιλούσαν για θρησκεία βουλγαρική, για μεγάλη Βουλγαρία, για καταπίεση των Σλάβων και πως ως ενίσχυση των λόγων τους έδιναν και κουδουνιστά επιχειρήματα, ένα πιάστρο (δύο δεκάρες) στο ζητιάνο και εκατό λίρες (2.300 φράγκα) στον τίμιο άνθρωπο. Κι έτσι δημιουργήθηκε βουλγαρικό κόμμα. Το κόμμα αυτό γνώρισε συνεχή ανάπτυξη σ’ ολόκληρη τη Μακεδονία. Η εγκαθίδρυση βουλγαρικής εκκλησίας κι έπειτα βουλγαρικής ηγεμονίας ήταν ένα πλήγμα για τον ελληνισμό αλλά οι συνέπειές του δεν έφτασαν μέχρι έδω. Το αληθινό τραύμα χρονολογείται από την επανάσταση της Ρωμυλίας… Από τότε, πέντε χρόνια τώρα, τα πάντα ανήκουν στους Βούλγαρους. Η πύλη τους υποστηρίζει. Μεγαλαυχούν ότι και ολόκληρη η Ευρώπη τους υποστηρίζει. Την προστριβή με τη Ρωσία δεν την πληροφορήθηκαν ούτε την παραδέχτηκαν ποτέ εκείνοι που εκβουλγαρίσθηκαν από τους Ρώσους. “Για να ζήσεις ήσυχος, γίνε Βούλγαρος,! Για να κερδίζεις τις δίκες σου, γίνε Βούλγαρος! Για να αποφεύγεις την αγγαρεία, γίνε Βούλγαρος! Η Κωνσταντινούπολη υπακούει στις εντολές της Σόφιας! Οι Τούρκοι έπαρχοι θέλουν να τα έχουν καλά με αυτούς τους ισχυρούς της ημέρας και οι σχολάρχες που έρχονται απ΄ τη Σόφια και τη Φιλιππούπολη ανατρέπουν με μια τους καταγγελία και τους πιο γηραλέους καδήδες, και τους πιο γαλοναρισμένους πασάδες….. Αν όμως θέλεις το βαγιόκλαδο του μάρτυρα, τότε μείνε Έλληνας! Προπάντων έπειτα από την εξέγερση και την ήττα των Κρητικών, η ζωή ενός Έλληνα δεν είναι παρά σταυρικό μαρτύριο”, ο Έλληνας Μιχάλης Παπάζογλου τα έλεγε αυτά.
-
Φυλάκια στη γραμμή Βαρδάρη – Μοράβα
- Η γραμμή λοιπόν του Βαρδάρη και του Μοράβα στιγμογραφείται από μεμονωμένα φυλάκια: από τα νότια στα βόρεια, το Ασικλάρ, η Μποϊμίτσα, η Μαζανταλά, η Παρντοβίτσα, το Γκράντεκ, το Γκράτσκο, το Βέλες, τα Σκόπια, το Κουμανοβο. Επίσης, οι θέσεις που φρουρούν τα σύνορα ή δεσπόζουν στο εσωτερικό: στα βόρεια, η Πρίστινα, το Ιπέκ και η Πρισρένη. Στα δυτικά, η Αχρίδα, η Στρούγκα, η Καστοριά και τα Γρεβενά. Στο εσωτερικό, ο Περλεπές και το Μοναστήρι. Τους στρατιωτικούς όμως αυτούς σταθμούς που καταλήφθηκαν την ημέρα της κατάκτησης, σημέρα πια τους κρατούν – όπως στη Στρούγκα και την Αχρίδα- μερικοί επιζώντες, που είναι αυτοί και τα παιδιά τους έτοιμοι για αναχώρηση.
(Berard, σ. 201)
- Η γραμμή λοιπόν του Βαρδάρη και του Μοράβα στιγμογραφείται από μεμονωμένα φυλάκια: από τα νότια στα βόρεια, το Ασικλάρ, η Μποϊμίτσα, η Μαζανταλά, η Παρντοβίτσα, το Γκράντεκ, το Γκράτσκο, το Βέλες, τα Σκόπια, το Κουμανοβο. Επίσης, οι θέσεις που φρουρούν τα σύνορα ή δεσπόζουν στο εσωτερικό: στα βόρεια, η Πρίστινα, το Ιπέκ και η Πρισρένη. Στα δυτικά, η Αχρίδα, η Στρούγκα, η Καστοριά και τα Γρεβενά. Στο εσωτερικό, ο Περλεπές και το Μοναστήρι. Τους στρατιωτικούς όμως αυτούς σταθμούς που καταλήφθηκαν την ημέρα της κατάκτησης, σημέρα πια τους κρατούν – όπως στη Στρούγκα και την Αχρίδα- μερικοί επιζώντες, που είναι αυτοί και τα παιδιά τους έτοιμοι για αναχώρηση.
-
Διαδρομή από την Αχρίδα στη Ρέσνα ή Ρέζεν
- Ανάμεσα στην πόλη και τα ανατολικά βουνά κοιμάται μια στενή πεδιάδα-παλιός κόλπος της λίμνης- ενιαία και υγρή, όπου τα άλογά μας βουλιάζουν ως την κοιλιά μέσα στην πηχτή ομίχλη. Σε τρία χιλιόμετρα απόσταση από μας αναδύονται τα βουνά, ογκώδεις στρογγυλές μάζες χωρίς σχήμα και χωρίς προφίλ. Τα τριακόσια ή τετρακόσια αυτά μέτρα κρητιδούχων βράχων κατηφορίζουν σε σχήμα ενός καταρράκτη από καμπούρες. Πουθενά ευθεία πρόσοψη ή ένα κανονικό πρανές. Ο ευρωπαϊκός δρόμος τραβά λίγο πιο βόρεια για να βρει το πέρασμα του Λιασκοβίτσι. Ολόισια όμως προς τ’ ανατολικά , πεζοί και καβαλαρέοι ακολουθούν την παλιά στράτα και μπαίνουν μέσα στο βουνό, στα πλευρά ενός χείμαρρου που έσκαψαν τα δρολάπια μέσα στην καρδιά του εύθραστου βράχου. Το έδαφος έχει μεγάλη ηχητικότητα και είναι ολόασπρο σαν γάλα. Μάταια το επιδέξιο δόντι του κατσικιού θ’ αναζητούσε και την παραμικρή ρίζα. Όλα τα ρυάκια, όλες οι κοίτες των χείμαρρων έχουν ξεραθεί. Ύστερα από ανάβαση δύο ωρών φτάνουμε σε μια κορφή σκεπασμένη με μαραμένες βελανιδιές.
Η άλλη πλευρά είναι δασωμένη. Ο μεγάλος δρόμος που ξαναβρίσκουμε σε λίγο, κατεβαίνει αργά προς τα νοτιοανατολικά, κατά μήκος ενός χορταριασμένου ρέματος, ανάμεσα σε δύο πλαγιές γεμάτες φτελιές και βαλανιδιές. Λιβάδια. Ένας μύλος. Αραμπάδες που τρίζουν. Βοσκότοποι ποτισμένοι όπου κυλιούνται γουρούνια – ανώφελο να ρωτήσουμε, βρισκόμαστε σε γη χριστιανική. Μέσα από μια κλεισούρα γεμάτη λεφτοκαριές και ιτιές βγαίνουμε σε μια απέραντη, καυτερή, εκτυφλωτική πεδιάδα, χωρίς ίχνος σκιάς, όπου ο βοριάς σηκώνει σύννεφα σκόνης και τυλίγει τον ορίζοντα σ’ ένα μελανό αχνό. Πέρα μακριά, στις ολόισιες γραμμές των θερισμένων αυλακιών, μερικά βόδια μασουλούν τα τελευταία καλάμια. Το πρώτο χωριό που συναντούμε, είναι στη μέση του κάμπου η Ρέσνα ή Ρέζεν, πέντε ώρες από την Αχρίδα.
(Berard, σ.162-163)
- Ανάμεσα στην πόλη και τα ανατολικά βουνά κοιμάται μια στενή πεδιάδα-παλιός κόλπος της λίμνης- ενιαία και υγρή, όπου τα άλογά μας βουλιάζουν ως την κοιλιά μέσα στην πηχτή ομίχλη. Σε τρία χιλιόμετρα απόσταση από μας αναδύονται τα βουνά, ογκώδεις στρογγυλές μάζες χωρίς σχήμα και χωρίς προφίλ. Τα τριακόσια ή τετρακόσια αυτά μέτρα κρητιδούχων βράχων κατηφορίζουν σε σχήμα ενός καταρράκτη από καμπούρες. Πουθενά ευθεία πρόσοψη ή ένα κανονικό πρανές. Ο ευρωπαϊκός δρόμος τραβά λίγο πιο βόρεια για να βρει το πέρασμα του Λιασκοβίτσι. Ολόισια όμως προς τ’ ανατολικά , πεζοί και καβαλαρέοι ακολουθούν την παλιά στράτα και μπαίνουν μέσα στο βουνό, στα πλευρά ενός χείμαρρου που έσκαψαν τα δρολάπια μέσα στην καρδιά του εύθραστου βράχου. Το έδαφος έχει μεγάλη ηχητικότητα και είναι ολόασπρο σαν γάλα. Μάταια το επιδέξιο δόντι του κατσικιού θ’ αναζητούσε και την παραμικρή ρίζα. Όλα τα ρυάκια, όλες οι κοίτες των χείμαρρων έχουν ξεραθεί. Ύστερα από ανάβαση δύο ωρών φτάνουμε σε μια κορφή σκεπασμένη με μαραμένες βελανιδιές.
-
Χωροφύλακες στην Αχρίδα
- ΄Ύστερα από ανάβαση δύο ωρών φτάνουμε σε μια κορυφή με βελανιδιές. Αναλφάβητοι χωροφύλακες προσπαθούν να ελέγξουν τα διαβατήριά μας. Εγκαταλείπουν όμως την κοπιαστική αυτή εργασία, αμέσως μόλις ο Αμπετίν τους εξηγεί τη σπουδαιότητα μας και το φιλοδώρημα που τους δίνει ο Κώστας του αποδεικνύει την αρετή μας.
(Berard, σ.164)
- ΄Ύστερα από ανάβαση δύο ωρών φτάνουμε σε μια κορυφή με βελανιδιές. Αναλφάβητοι χωροφύλακες προσπαθούν να ελέγξουν τα διαβατήριά μας. Εγκαταλείπουν όμως την κοπιαστική αυτή εργασία, αμέσως μόλις ο Αμπετίν τους εξηγεί τη σπουδαιότητα μας και το φιλοδώρημα που τους δίνει ο Κώστας του αποδεικνύει την αρετή μας.
-
Εμπόριο γούνας στην Αχρίδα
- Στα 1850 οι Έλληνες της Αχρίδας ήσαν πάμπλουτοι. Είχαν στα χέρια τους το μεγαλεμπόριο των γουναρικών. Ηπειρώτες, Θεσσαλονικιοί, Αιγαιοπελαγίτες, Βλάχοι απ’ το Μοναστήρι και την Κοριτσά, Αρβανίτες, συναποτελούσαν ένα ενιαίο χριστιανικό λαό που τον ένωναν οι ίδιες ανατάσεις προς την Αθήνα και τη Μεγάλη Ιδέα και που εκμεταλλευόταν το Σλάβο με τη βιομηχανία και το Μουσουλμάνο με τη τοκογλυφία. Στα 30-40 εργαστήρια τους έκοβαν και έραβαν τη γούνα της ντόπιας βύδρας, τα δέρματα που έρχονταν από τις γειτονικές λίμνες ή τα γουναρικά της Κωνσταντινούπολης και της Ρωσίας. Οι γούνινες κάπες που τόσο αγαπούν οι γέροι Τούρκοι, τα καφτάνια που φορούν οι χριστιανές και εβραίες γυναίκες, έβγαιναν όλα σχεδόν από την Αχρίδα. Η σλαβική συνοικία προμήθευε τους εργάτες και η ελληνική σόδιαζε τα κέρδη. Οι Έλληνες άρχισαν να αγοράζουν γη. Το σχολείο ήταν ελληνικό και οι γιατροί Αθηναίοι ή Έλληνες του “εσωτερικού”. Οι νέοι πήγαιναν για σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ποιος μιλούσε τότε για Βουλγαρία;
Ο ευρωπαϊκός, αυστριακός προπάντων και ρωσικός, ανταγωνισμός σκότωσε απότομα το εμπόριο αυτό. Η γούνα του σαμαριού και της γκρίζας αλεπούς σταματούσε τώρα στην Οδησσό κι έφτανε στην Τουρκία κατεργασμένη. Παράλληλα το λαγοτόμαρο και οι φτηνές γούνες της Τεργέστης κατέβαζαν τις τιμές των καφτανιών και των γούνινων πανωφοριών. Οι Έλληνες υποχρεώθηκαν ένας ένας να κλείσουν τα εργαστήριά τους. Πήγαν και εγκαταστάθηκαν, με την άνετη κινητικότητά τους, στα κέντρα παραγωγής και αγοράς, στην Τεργέστη, στην Οδησσό και το Βουκουρέστι.(Berard, σ.156-157)
- Στα 1850 οι Έλληνες της Αχρίδας ήσαν πάμπλουτοι. Είχαν στα χέρια τους το μεγαλεμπόριο των γουναρικών. Ηπειρώτες, Θεσσαλονικιοί, Αιγαιοπελαγίτες, Βλάχοι απ’ το Μοναστήρι και την Κοριτσά, Αρβανίτες, συναποτελούσαν ένα ενιαίο χριστιανικό λαό που τον ένωναν οι ίδιες ανατάσεις προς την Αθήνα και τη Μεγάλη Ιδέα και που εκμεταλλευόταν το Σλάβο με τη βιομηχανία και το Μουσουλμάνο με τη τοκογλυφία. Στα 30-40 εργαστήρια τους έκοβαν και έραβαν τη γούνα της ντόπιας βύδρας, τα δέρματα που έρχονταν από τις γειτονικές λίμνες ή τα γουναρικά της Κωνσταντινούπολης και της Ρωσίας. Οι γούνινες κάπες που τόσο αγαπούν οι γέροι Τούρκοι, τα καφτάνια που φορούν οι χριστιανές και εβραίες γυναίκες, έβγαιναν όλα σχεδόν από την Αχρίδα. Η σλαβική συνοικία προμήθευε τους εργάτες και η ελληνική σόδιαζε τα κέρδη. Οι Έλληνες άρχισαν να αγοράζουν γη. Το σχολείο ήταν ελληνικό και οι γιατροί Αθηναίοι ή Έλληνες του “εσωτερικού”. Οι νέοι πήγαιναν για σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ποιος μιλούσε τότε για Βουλγαρία;