Ο πλοίαρχος Δεμέστιχας που έδειξε θάρρος, καθώς ήταν ο πρώτος που έφθασε σε αυτήν την κορυφή της Ελλάδας, ύψωσε τα Ελληνικά χρώματα. Συγκεντρωμένοι γύρω από τον σωρό από πέτρες, ο καθένας από εμάς κουνώντας τη σημαία της χώρας του, φωνάξαμε ζωηρά και δεύτερη και τρίτη φορά.(Boissonnas, σ. 54)
Ο Κάκαλος, ο οδηγός μας, μου έδωσε την εξήγηση σε αυτό το μυστήριο: « Γίνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, είπε, εξαιτίας του πάχους του χιονιού, το οποίο υπάρχει μέχρι τα τέλη Ιουνίου. Κόβουμε αυτά τα δέντρα του δάσους το χειμώνα, γεμάτα με κρούστα πάγου. Τα ξαπλώνουμε κατά μήκος και γλιστράνε στις υπώρειες των βουνών, έτοιμα για κόψιμο». (Boissonnas, σ. 46)
Το 1913 ο Κάκαλος, ο κυνηγός αντιλόπης, συμφώνησε να μας οδηγήσει μέσα στα μπερδεμένα ρήγματα με τα οποία είναι χαραγμένο το όρος Όλυμπος (σημ: Δες την αναφορά του M. Baud – Bovy για την πρώτη αναρρίχηση στην ψηλότερη κορυφή του συμπλέγματος του Ολύμπου, στο Grece immortelle, εκδόσεις Boissonnas, Γενεύη). Αλλά δε θα κουβαλούσε τίποτα, ούτε μια Κόντακ (φωτογραφική μηχανή). Όσο για τους αχθοφόρους μας, ούτε ένας δεν πείσθηκε να σκαρφαλώσει μαζί μας στις απότομες πλευρές του Ολύμπου. Το 1919, στη δεύτερη αναρρίχηση μας, ούτε ο παλιός μας φίλος Κάκαλος δεν πείστηκε να έρθει μαζί μας. Αποδείχθηκε αμετάπειστος. (Boissonnas, σ. 58 -59)
Ο κυνηγός αντιλόπης μας, ο Κάκαλος, μετατράπηκε στο σημαντικότερο άνδρα της πολίχνης. Θα δει τον εαυτό του στημένο, ως μπρούτζινο άγαλμα, στη μέση της δημόσιας πλατείας. Το 1913 μας είχε πει: «Θα ανεβείτε στον Μύτικα; Ποτέ! Κανένας δεν θα μπορούσε. Μόνο ο αετός τον στοιχειώνει!». Τώρα όμως δημιουργεί την επαγγελματική του κάρτα. Χρήστος Κάκαλος, οδηγός στον Όλυμπο. Αυτό από μόνο τα λέει όλα! Παρίσι, Φεβρουάριος 1928. (Boissonnas, σ. 67)
Χρήστος Κάκαλος και κυνηγοί, Γιάννης Κυρίτσης, Ο Όλυμπος του Boissonnas, Η πρώτη ανάβαση στην κατοικία των Θεών οι πρώτες φωτογραφίες του μυθικού βουνού, Θεσσαλονίκη 2002, σ.89.
Χρήστος Κάκαλος, Γιάννης Κυρίτσης, Ο Όλυμπος του Boissonnas, Η πρώτη ανάβαση στην κατοικία των Θεών οι πρώτες φωτογραφίες του μυθικού βουνού, Θεσσαλονίκη 2002, σ.91.
Χρήστος Κάκαλος και κυνηγός, Γιάννης Κυρίτσης, Ο Όλυμπος του Boissonnas, Η πρώτη ανάβαση στην κατοικία των Θεών οι πρώτες φωτογραφίες του μυθικού βουνού, Θεσσαλονίκη 2002, σ.93.
Αυτά τα δάση είναι εκείνα της Καλλιπεύκης τα οποία έχουν μείνει ανεξερεύνητα από τις μέρες εκείνες που οι ελέφαντες του ύπατου Μάρκιου Φιλίππου χάραξαν τον δρόμο τους μέσα από αυτά κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του ενάντια στον Περσέα, το βασιλιά της Μακεδονίας. (Boissonnas, σ. 45)
Αν ο Πλαταμώνας ήταν η Ηράκλεια, το κατώτατο σημείο αυτού του φαραγγιού θα αντιστοιχούσε στο δερβένι ή το δάσος της Καλλιπεύκης, διαμέσου του οποίου οι Ρωμαίοι εισέβαλαν στην παραθαλάσσια πεδιάδα στα βόρεια της Ηράκλειας, μετά την επικίνδυνη κατάβασή τους από τον κοντινό Λάπαθο, με αρχηγό τον ύπατο Μάρκιο, ο οποίος ανάμεσα στις άλλες δυσκολίες, έπρεπε να αντιμετωπίσει και την ηλικία του και την παχυσαρκία(Romanus imperator major sexaginta et praegravis corpore.- Liv. l. 44, c.4). Η μεταφορά ελεφάντων από αυτό το σημείο ήταν εξαιρετικά δύσκολο έργο. Ο ιστορικός (Λίβιος) παραθέτει ότι κατασκευάστηκε μια σειρά από γέφυρες ή πλατφόρμες. Μόλις ένας ελέφαντας πατούσε σε μια από αυτές, υποχωρούσαν τα στηρίγματα. (Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ. 405 – 406)
Μέσα από αυτή την περιοχή (τα φαράγγια του Ελασσονίτικου και του Ξεριά)ο ύπατος Κόϊντος Μάρκιος Φίλιππος διέσχισε το πέρασμα των Τεμπών και εισέβαλε από την Περραιβία στην μακεδονική ακτή στο τρίτο έτος του τελευταίου μακεδονικού πολέμου. (Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.348)
Μετά από την ανάπαυση μιας ημέρας, ο ύπατος οδήγησε τις δυνάμεις του ενάντια στον Ιππία, με αποτέλεσμα και οι δύο εκείνη την ημέρα και την ακόλουθη να ξεκινήσουν ένα συνεχή αγώνα, αλλά μόνο μεταξύ των ελαφριών στρατευμάτων. Η φύση του εδάφους δεν επέτρεπε άλλη σοβαρή σύγκρουση. Η φήμη και η δύναμη της Ρώμης ήταν αυτή τη στιγμή σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Αλλά ο ύπατος έχοντας πλήρη συνείδηση της επικίνδυνης κατάστασης, έκρινε ότι θα ήταν περισσότερο επικίνδυνο να υποχωρήσει από το να προχωρήσει, και ο Περσέας ευτυχώς, μην κάνοντας καμία προσπάθεια να υποστηρίξει ή να ανακουφίσει τα κουρασμένα στρατεύματα του Ιππία. Ο ύπατος άφησε τον Ποπύλιο, με μια ικανοποιητική δύναμη, να τους παρατηρήσει, και άρχισε μια κάθοδο στην παραθαλάσσια πεδιάδα. Εκεί μετά από 4 ημέρες εργασιών, έστησε το στρατόπεδό του ανάμεσα στο Λιμπέθριο και την Ηράκλεια. Από τη μία, τα δυσπρόσιτα μονοπάτια που βρίσκονταν στα χέρια των ανώτερων δυνάμεων και από την άλλη η έλλειψη μέσων για να εξασφαλίσει ικανοποιητικές προμήθειες για το στρατό του έκαναν τη θέση του κι εδώ, λίγο καλύτερη από απελπιστική. Μόλις ο αντίπαλος του ενημερώθηκε για την προσέγγιση του υπάτου, αποχώρησε από την θέση του στο Δίον, διέταξε τις φρουρές να αποσυρθούν από τη Φίλα και από τις θέσεις πιο πάνω από τα Τέμπη και οπισθοχώρησε στην Πύδνα.(Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ.419)
Ο ύπατος έχοντας αποσπάσει τον Σπούριο Λουκρήτιο Τρικιπτίνο από τις θέσεις των εχθρών στο οπίσθιο τμήμα του, και για να ανοίξει επικοινωνία με τη Λάρισα, προχώρησε προσεκτικά προς το Δίον,το οποίο ο Περσέας για ανεξήγητο λόγο είχε εγκαταλείψει, δεδομένου ότι θα ήταν εύκολο γι αυτόν, παρατηρεί ο Λίβιος, να ενισχύσει το χώρο ανάμεσα στην πόλη και το βουνό με ένα προπύργιο και ένα χαντάκι, ή ακόμη και με τείχη και πύργους, για τα οποία το γειτονικό βουνό θα μπορούσε να προμηθεύσει άφθονα υλικά όπως ξύλο και πέτρα.
Αφού σταμάτησε μία ημέρα στο Δίον, ο ύπατος προχώρησε στο ποτάμι Mitys. Επέστρεψε στο Δίον, όπου έλαβε την πληροφορία ότι ο Λουκρήτιος είχε στη διάθεση του τη Φίλα και τα Τέμπη, και είχε βρει πληθώρα προμηθειών στα μέρη αυτά και στα γειτονικά οχυρά.
Στη συνέχεια, ο Μάρκιος αποσύρθηκε από το Δίον στη Φίλα, για λόγους ενίσχυσης του εν λόγω τόπου, καθώς και για τον ανεφοδιασμό των στρατιωτών του με καλαμπόκι.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 419-420)
Η εκκλησία στο μοναστήρι του Χιλανδαρίου στο Άγιο Όρος χτίστηκε από τον Στέφανο, τον βασιλιά της Σερβίας, γαμπρό του αυτοκράτορα Ρωμανού. (Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ. 141)
Το μοναστήρι του Αγίου Προδρόμου στο Άγιο Όρος ιδρύθηκε από τον Στέφανο, βασιλιά της Σερβίας, και τον κουνιάδο του Ιωάννη Παλαιολόγο, στα μέσα του 14ου αιώνα. (Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ. 206)
Μια από τις παλιές συνοικίες της πόλης. Έγινε γνωστή εξ’ αιτίας της σφαγής χιλιάδων αμάχων από το Μέγα Θεοδόσιο. Το γεγονός αυτό επισκίασε τη δόξα του αυτοκράτορα σε σημείο που ο άγιος Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων, του απαγόρευσε την είσοδο στο μητροπολιτικό ναό της πόλης. (Cousinery, τομ.Ι, σ.34)
Επίσης είναι γνωστή [η Θεσσαλονίκη] από τις σφαγές που διέταξε να διαπραχθούν σ΄ αυτήν ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος. (Isambert, σ.47)
Ο χώρος ανάμεσα στην θάλασσα και σε τμήμα του κυρίως δρόμου, όπου βρίσκονται ”οι Μαγεμένοι” και η αψίδα του Κωνσταντίνου, λέγεται ότι καταλαμβανόταν από τον ιππόδρομο, με την υποσημείωση ότι ήταν το σκηνικό μιας ασύδοτης σφαγής των κατοίκων της Θεσσαλονίκης με διαταγή του Θεοδοσίου.(Leake, τομ. ΙΙΙ, σ.246)
Αυτό το μέρος, εξακολουθεί να ονομάζεται Ιπποδρόμιο, γνώρισε επίσης μια από αυτές τις πράξεις βαρβαρότητας που φάνηκε να προαναγγέλλουν τη μελλοντική τύχη αυτών των εδαφών. Ήταν εδώ που πολλές χιλιάδες Θεσσαλονικείς, σε ένα απροσδόκητα εορταστικό κλίμα, σφαγιάστηκαν ανελέητα από τους λεγεωνάριους του Χριστιανού αυτοκράτορα Θεοδοσίου το 390. (Abbott, σ. 12-17)
Από το Βατοπέδι στο Χιλανδάρι είναι δύο ώρες και τρία τέταρτα: ο δρόμος είναι πετρώδης με πολλές στροφές, και διανύεις μια διαδρομή με ύψη όχι μακρυά από τη θάλασσα. Μισή ώρα από από το Χιλανδάρι βρίσκεται η Σιμένου, πιο σωστά Εσφιγμένου, τοποθετημένη κοντά στη θάλασσα, στο στόμιο ενός χειμάρρου σε μια μικρή στενή κοιλάδα, από την οποία πήρε το όνομά της η περιοχή. Το μοναστήρι ιδρύθηκε από τον Θεοδόσιο τον νεότερο και την αδερφή του Πουλχερία.(Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ. 141)
Κατάφερα να αντιγράψω μια επιγραφή στον τοίχο μιας πηγής μέσα στο χωριό. Οι επιγραφές υποτίθεται, σύμφωνα με τους Τούρκους, ότι παρέχουν πληροφορίες για την εύρεση θησαυρών. Ευτυχώς την εντόπισα χθες το απόγευμα και την μετέγραψα το πρωί, όταν είχε αρκετό φως, λίγο πριν οι Μυρμιδόνες του Αγά, οι οποίοι είχαν πιθανότατα υποπτευθεί τις προθέσεις μου, κατέφθασαν με την πρόθεση να με εμποδίσουν. Πρόκειται για μια μαρτυρία μεγάλου ενδιαφέροντος, καθώς είναι γραμμένη στην Ιωνική διάλεκτο, και περιέχει τις ακριβείς λέξεις ορισμένων από τους νόμους της Αθήνας όπως παρατέθηκαν από τους Αθηναίους νομοθέτες. Και οι δύο ιδιομορφίες έγκεινται στο γεγονός ότι η Αμφίπολη υπήρξε μια Αθηναϊκή αποικία [ ο κ.Boeckh( Inscr. Gr. No. 2008) είναι της άποψης ότι η διάλεκτος της επιγραφής δεν είναι αυτή της παλαιάς αττικής άλλα αυτή που χρησιμοποιούνταν στη Θάσο, τα Άβδηρα και τις άλλες Ιωνικές αποικίες της Θράκης. Μολονότι είναι δύσκολο να διαχωριστεί η χρήση ορολογιών της αττικής νομοθεσίας από αυτή της διαλέκτου, ο κ. Boeckh είναι πιθανότατα, ως συνήθως, σωστός. Οι υποκατηγορίες των διαλέκτων είναι αναρίθμητες. Η Ιωνική της Θράκης, της Αττικής, των νησιών του Αιγαίου και της Ασίας πιθανόν διαφέρουν η μία από την άλλη, όπως αποδεικνύουν οι σωζόμενες επιγραφές, σε σχέση με την Αιολική της Θεσσαλίας, της Βοιωτίας και της Μυτιλήνης και τη Δωρική της Κορίνθου, των Συρακουσών και της Κυρήνης)]. ( Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ. 186 )
Στο Βατοπέδι υπάρχει επιτύμβια επιγραφή, η οποία αναγράφει ότι ο Γερμανός, γιος του Ηρακλή, όταν ήταν ακόμη στη ζωή, κατασκεύασε τον τάφο της συζύγου του Διονυσίας, κόρης του Διονύσου, και του εαυτού του, και δήλωσε ότι αν κάποιος τολμούσε να τον ανοίξει ή να τοποθετήσει κάποιο άλλο σώμα, θα έπρεπε να πληρώσει πρόστιμο στο δημόσιο ταμείο της τάξεως των 2000 δηναρίων, και το ίδιο ποσό στην πόλη. Η επιγραφή χρονολογείται στο 315, τη δεύτερη μέρα του μήνα Πανήμου. (Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ. 140)
Το Βατοπέδι έχει σπουδαία φυσικά προνόμια σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη τοποθεσία στην βορειότερη ακτή της χερσονήσου, ίσως επειδή καταλαμβάνει την πλευρά όπου βρίσκεται μία από της πόλεις της Ακτής, (Acte), αλλά οι μόνες αρχαιότητες που μπορεί κάποιος να βρει εκεί είναι οι δύο επιτύμβιες επιγραφές στην εκκλησία. Η μία από αυτές είναι αφιερωμένη στην μνήμη της Ηρούς, της κόρης του Παγκρατίδη , και συζύγου του Αστυκρέοντα, γιου του Φιλίππου, του οποίου το όνομα ως Αστυκρέον προστέθηκε αργότερα. Η άλλη επιγραφή είναι στην αποθήκη της μονής , που τώρα είναι γεμάτη από λάδι. Ο Γερμανός, γιος του Ηρακλή, όταν ήταν ακόμη στη ζωή, κατασκεύασε τον τάφο της συζύγου του Διονυσίας, κόρης του Διονύσου, και για τον εαυτό του, και δήλωσε ότι αν κάποιος τολμούσε να τον ανοίξει, ή να τοποθετήσει κάποιο άλλο σώμα , θα έπρεπε να πληρώσει πρόστιμο στο δημόσιο ταμείο της τάξεως των 2000 δηναρίων, και το ίδιο ποσό στην πόλη: χρονολογείται στο έτος 351, στο δεύτερο από το μήνα Πανήμου.(Leak, τόμ. ΙΙΙ, σ. 139-140)
Μεταξύ των τροφίμων του Βατοπεδίου είναι ένας γέρος Χιώτης, ο οποίος ήταν για χρόνια στην υπηρεσία των Ρώσων σε διάφορα μέρη της Ευρώπης, και τώρα απολαμβάνει την συνταξιοδότησή του ως καπετάνιος: σκόπευε να περάσει τον τελευταίο καιρό της ζωής του στο Όρος, αλλά απογοητεύτηκε από τους συντρόφους που βρήκε εκεί, και ήταν έτοιμος να επιστρέψει στην Θηρεσούπολη(Teresopol), όπου η κόρη του παντρεύτηκε ένα Ρώσο άποικο. Ήταν στο Χέρσωνα(Kherson) όταν η Αικατερίνη, ανήσυχη για την ευημερία της νεοϊδρυθήσας πόλης του Χέρσωνα, έστειλε εκεί τον Κερκυραίο Ευγένιο Βούλγαρη και τον Θεοτόκη , με την πριγκίπισσα Γκίκα, μαζί με όλο τα άτομα που διέθεταν τα απαραίτητα προσόντα για να βελτιώσουν τους συμπατριώτες τους, πολλοί από τους οποίους είχαν πειστεί να εγκατασταθούν εκεί για τα προνόμια για τα οποία θα τους παραχωρούσε η αυτοκράτειρα. Ο κυβερνήτης ωστόσο, ήταν Ρώσος και ως τέτοιος, μισούσε τους Έλληνες. Σε μια νέα αποικία, σε μια τέτοια απόσταση από την πρωτεύουσα, αυτό ήταν αναπόφευκτο. Ένας σημαντικός αριθμός από τους φτωχότερους αποίκους αφανίστηκε τον χειμώνα του 1870, και το 1784 η πανούκλα έφτασε μέχρι το Χέρσωνα, από την οποία ο Χιώτης έχασε πέντε παιδιά σε τέσσερις μέρες. (Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ. 139)