Category: Berard

  • Γρεβενά

    Παλαιό Όνομα : Γκριμπανιά
    Δήμος : Γρεβενών

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Την ύπαιθρο των Γρεβενών και της Αναστελίτσας την κατοικούν ακόμη μουσουλμάνοι ελληνόφωνοι. Οι χριστιανοί τους προσδιορίζουν συνήθως με την ονομασία Βαλαάδες (Βα Αλλάχ! Μα τον Αλλάχ). Ο προσηλυτισμός αυτός μετέτρεψε απλώς τις εκκλησίες σε τζαμιά. Τα ήθη και όλες οι λέξεις της γλώσσας έμειναν ελληνικά. Οι Βαλαάδες αυτοί ορκίζονται εξίσου και στην Παναγία όπως και στο ψωμί, μα το ψωμί, μα την Παναγιά. Τα μόνα τούρκικα που ξέρουν οι ιμάμηδες τους, είναι τα αραβικά που χρειάζονται, για να κραυγάζουν από το μιναρέ: Λα Ιλάα Ιλλά λάου. Ένας είναι ο θεός και ο προφήτης του ο Μωάμεθ. Έχω μάλιστα ακούσει ότι πολλοί από τους ιμάμηδες αυτούς, οι γεροντότεροι, φωνάζουν απλούστατα στα ελληνικά, όπως τον παλιό καλό καιρό, όταν οι Τούρκοι δεν ήσαν τόσο απαιτητικοί. (Berard, σ. 208-209)
    • Το ποτάμι των Γρεβενών είναι το μεγαλύτερο απ’ όσα χύνονται στον Αλιάκμονα. Η βαθιά του κοίτη, με κακοτράχαλες όχθες όπως και τα άλλα ποτάμια της παλιάς κοιλάδας, είναι πλατύτερη από όλες τις άλλες. Ανάμεσα στις δύο κατωφέρειες , σπαρμένες με χωριά , που έχουν χαρακτηριστικά ονόματα (Λευκό Τσιφλίκι, Ασπροχώρι) βρίσκεται μία καταπράσινη πεδιάδα, όπου το ποτάμι κυλά τους μαιάνδρους του γύρω από νησίδες με λεύκες, απλώνεται και αποκοιμιέται σε πράσινους βάλτους, αρδεύει τα μπαμπάκια, τα καλαμπόκια και κάποιες λωρίδες με ρύζι. Από τα Γρεβενά που είναι κρυμμένα μέσα στα δέντρα, βλέπουμε τη μύτη ενός μιναρέ και πάνω σε ένα βραχονήσι τη μακριά μάντρα ενός στρατώνα. Μέσα στη πόλη των Γρεβενών οι δρόμοι και οι αλάνες είναι γεμάτες σκηνές, καταλύματα, φωτιές, και στρατιωτικά είδη που στεγνώνουν στον ήλιο . Η πόλη, κακοχτισμένη, αποτελείται από ένα δρόμο με ξύλινα σπίτια και μερικά μοναχικά κονάκια, όλα ερειπωμένα. Υπαίθριοι καφενέδες, μαγαζιά. Τα Γρεβενά δεν είναι παρά ένα στρατόπεδο με τη συνηθισμένη ακολουθία των καραντινιέρηδων , των ταβερνιάρηδων και των μεταπουλητών. (Berard, σ. 381-382)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]

    • Έξι ώρες μετά την Καστοριά βρίσκεται η Λαψίστα ή Ανασιλίτσα. Από το όνομα της κωμόπολης τεκμηριώνεται πως είναι μια πόλη, της οποίας οι κάτοικοι είναι μουσουλμάνοι. Από εκείνο το σημείο 5 ώρες μετά βρίσκονται τα Γρεβενά, η αρχαία Ελιμία, που από τα παλιά χρόνια ακόμη κατοικούνταν από Ελειμιώτες ή Ελιμιώτες και θεωρείται ως μια σπουδαία στρατηγική θέση στα βουνά της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Σήμερα είναι έδρα μουδίρη και ορθοδόξου αρχιεπισκόπου. Κατοικείται από 300 οικογένειες, μουσουλμανικές ως επί το πλείστον από εξισλαμισθέντες Έλληνες, όπως και αυτές της Λαψίστας. (Isambert,σ. 37)

    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    • Ήδη έχω παρατηρήσει ότι τα βουνά που υψώνονται πάνω από τη δεξιά όχθη του Βιστρίτσα και εκτείνονται από την κοιλάδα των Γρεβενών σε αυτή της Βέροιας, ήταν τα αρχαία Καμβούνια, που αναφέρονται από τον Λίβιο, από τον οποίον δηλώνεται επιπλέον, ότι το πέρασμα των Σερβίων είναι το πέρασμα σε αυτά τα βουνά, που επίσης λέγεται Βωλουστάνα. Η ασφάλεια του περάσματος αυτού ήταν τόσο σημαντική για τον Περσέα, στην προσέγγιση του υπάτου Μάρκου Φιλίππου, στο τρίτο έτος του τελευταίου μακεδονικού πολέμου, που το κατέλαβε με 10.000 άνδρες. Ήταν πιθανώς το ίδιο πέρασμα μέσω του οποίου ο Περσέας εισέβαλε στην Θεσσαλία στο πρώτο έτος του πολέμου. Από αυτό το πέρασμα ο ύπατος Οστίλιος εισέβαλε στη Μακεδονία το επόμενο έτος και ήταν ένας από τους δρόμους προς τη Μακεδονία -σχεδιασμένος από τον Μάρκο όταν στρατοπέδευσε ανάμεσα στην Άζωρο και στη Δολίχη – πριν αποφασίσει να οδηγήσει το στράτευμά του κατά μήκος του Ολύμπου μέσω της Λαπάθου. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 338-339)

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Στρούγκα

    Παλαιό Όνομα :Στρούγκα
    Δήμος :

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Διασταυρωνόμαστε [ στη Στρούγκα] με κοντόσωμους και βαρείς Σλάβους με φαρδιά και γεμάτα πρόσωπα, χωμένους μέσα στα ολόμαλλα ρούχα τους και τη γούνινη κάπα τους. Με τα πόδια τους βυθισμένα μέσα σε μπότες από μαλακό πετσί, πάνε για το όργωμα ή για την αγγαρεία, ζώα καματερά, αργοβάδιστα και λασπωμένα. Η βρωμιά του Αλβανού ήταν πιο αρχοντική. Οι άντρες βαδίζουν μπροστά από τα βόδια τους ή καπνίζουν καθισμένοι σταυροπόδι μέσα στο καρότσι τους- ένα ξύλινο κασόνι ανεβασμένο πάνω σ΄έναν ξύλινο άξονα και σε ξύλινες μονοκόμματες ρόδες, που το λένε αραμπά και το σέρνει ένα ζευγάρι μικρά μαύρα βόδια. Η γυναίκα ακολουθεί κεντρίζοντας τα βόδια. Από πίσω οι γυναίκες αυτές μοιάζουν με μαύρους μπόγους, χωμένες όπως είναι απ’ το λαιμό ως τα πόδια μέσα στο σαγιά τους, μια κάπα από σκληρό μαλλί. Από μπροστά η ανοιχτή αυτή κάπα αφήνει να φαίνεται ένα εσώρουχο από χοντρό σκληρό πανί, η κοτσούλα, πουκαμίσα ή φούστα που φτάνει ως τους αστραγάλους και που στο κάτω μέρος έχει κολλημένη μια χοντρή πολύχρωμη ποδιά, όπου κυριαρχούν το μαύρο, το πράσινο και το πορτοκαλί. Όλες αυτές οι γυναίκες είναι μεγαλόκορμες. Η πρώτη μας κίνηση ήταν μια κίνηση θαυμασμού για την τόσο γόνιμη τούτη ράτσα και η δεύτερη, οργής απέναντι σ΄αυτούς τους νωχελικούς άντρες που άφηναν να περπατούν και να δουλεύουν γυναίκες σ’ αυτή την κατάσταση. Σε λιγάκι όμως αναγνωρίσαμε μια ιδιοτροπία της μόδας. Οι γυναίκες περιζώνουν την κοιλιά τους μ’ ένα φαρδύ πάνινο ζωνάρι, τη λέσκα, που οι δύο κεντητές και κροσσωτές άκρες της κρέμονται μπροστά τους. Πάνω από τη λέσκα τυλίγουν οχτώ ή δέκα βόλτες, ένα σκοινί από μαύρο πανί, το πογιάς. Τα μαλλιά τους χτενισμένα κοτσίδες, κρέμονται γύρω από το πρόσωπο και έχουν τις άκρες τους χωμένες μεσά στις δίπλες του πογιάς, όπως εμείς χώνουμε την αλυσίδα του ρολογιού μας στο τσεπάκι μας. Η ράτσα αυτή είναι από του φυσικού της άσχημη και θλιβερή. Η δουλειά στα χωράφια της έχει τσακίσει τη ραχοκοκαλιά, της έχει καμπουριάσει τους ώμους, της έχει βαρύνει τα μέλη. Η συνήθεια του φόβου και της υποταγής λύγισε τον τράχηλο της και έσβησε το βλέμμα της. Θα έλεγε όμως κανείς ότι οι άντρες αυτοί και οι γυναίκες αυτές πασχίζουν με τη σειρά τους να φαίνονται ακόμα πιο θλιβεροί και πιο άσχημοι. Η φορεσιά τους, χωρίς χάρη και χαρά, έχει θλιβερά σκουροπράσινα και μαύρα κεντήματα. Πόσο ωραίος φαίνεται μπροστά τους ο Αλβανός αυτός με το κόκκινο ντουλαμά!(Berard, σ.138- 146)
    • Το λαγκάδι που κατεβαίνουμε, βγαίνει σε μια μεγάλη επίπεδη έκταση, ανάμεσα στα δασωμένα βουνά που έχουμε αριστερά μας και στους καλαμιώνες της λίμνης δεξιά μας. Μπροστά μας η καταχνιά τυλίγει πέρα θερισμένους καλαμιώνες, καλαμπόκια όρθια ακόμη, φουντωτές καστανιές και αραμπάδες που τρίζουν πάνω στα αλάδωτα αξόνια τους. Στους νοτισμένους κάμπους, μέσα σε βραγιές και σε αγκαθόβατους βόσκουν κοπάδια από βόδια. Μέσα σε λιμνούλες στεκαμένου νερού βουβάλια κοιμούνται μισοβουτηγμένα στο βουρκάρι. Κατά διαστήματα ακούγεται από μακριά η αργή μελωδία ενός λαού που είναι σκυμμένος στη δουλειά. Τόπος ήσυχος και υπνηλός. Τη γαλήνη του ζεστού αυτού πρωινού τη διαταράζει μόνο ένας επόπτης αγγαρείας. Με το κουρμπάτσι (βούρδουλας) στο χέρι κεντρίζει από κάθε πλευρά του δρόμου τα φτυάρια και τα χεράμαξα. Ένα ολάκερο χωριό δουλεύει στο δρόμο, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Ο επόπτης με το ψηλό κόκκινο φέσι τρομοκρατεί το λαό τούτο. Οι βλαστημίες και οι βουρδουλιές πέφτουν βροχή στην πλάτη των αδύναμων. Ούτε ένα παράπονο δεν ακούγεται ούτε μια μουρμούρα. Σλάβικη αγγαρεία.
      Ύστερα από μια ώρα λιθόστρωτου δρόμου με έντονα πάνω του τα ίχνη του των τροχών, φτάνουμε στα πρώτα σπίτια της Στρούγκας. Η Στρούγκα είναι χτισμένη πάνω σε καρβουνιασμένη γη, μέσα σε καλαμιώνες και κλαίουσες ιτιές. Τα τετραώροφα ξύλινα σπίτια της έχουν μια θλιβερή όψη βρωμιάς και ξεχαρβαλώματος, ακόμη και τα νεόχτιστα. Στο ισόγειο είναι μαγαζιά, εξώπορτες, μεγάλοι ανοιχτοί χώροι όπου δουλεύουν χειροτέχνες, βαρελάδες, καραποιοί και χαλκιάδες, καθώς και τζαμόπορτες με βρώμικα τζάμια, πίσω από τα οποία οι αράχνες καλύπτουν τη λίγδα του εσωτερικού. Τα πατώματα προεξέχουν το ένα από τ’ άλλο. Η βαφή των προσόψεων έχει φύγει. Το ξύλο σαπίζει. Τα παράθυρα δεν έχουν πια ούτε τζάμια ούτε κουφώματα και οι τρύπες είναι στουμπωμένες με χαρτιά, πατσαβούρια και σκισμένες εφημερίδες. Αντίθετα σε όλα αυτά κάνει η καθαριότητα των δρόμων, που τους έχουν καταβρέξει οι κουβάδες των περιοίκων δροσίζοντας έτσι τους σουλατσαδόρους και τους φουμαδόρους.
      Τους σωρούς τα καρπούζια, τα πεπόνια και τις τομάτες τους διαδέχονται φούρνοι και ψησταριές, με τεράστια πιάτα με κρεμμύδια. Οι διαβάτες δεν αποκρίνονται τίποτα και δείχνουν να μην καταλαβαίνουν ούτε τα αλβανικά ούτε τα ελληνικά, τις γλώσσες που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι δικοί μας άνθρωποι. Κανείς δεν μας περιτριγύρισε όπως στα χωριά της Ελλάδας και της Αλβανίας. Ρωτούμε στα ελληνικά έναν με φαρδιά νησιώτικη βράκα. – Δεν μιλούμε τα ρωμαίικα εδώ, δεν είμαστε Έλληνες εμείς, είμαστε Βούλγαροι, μας αποκρίνεται στα καθαρότερα ελληνικά του ελληνικού κόσμου. Μας προξενεί έκπληξη που ένας βούλγαρος πατριώτης φορά την ελληνική νησιωτική φορεσιά. – Ναι, γιατί δεν είμαι από εδώ, είμαι απ’ τη Σαλονίκη και πριν γίνω Βούλγαρος, τον καιρό που δεν ήξερα ακόμη, πίστευα πως ήμουν Έλληνας-. Αποτολμούμε να του παρατηρήσουμε ότι η ελληνικότητά του παραμένει ακόμη ολοφάνερη, παρά τη γνώση που απέκτησε, στις ζωηρές του χειρονομίες και στην πολυλογία του. – Μολαταύτα, αφότου πήγα στη Σόφια και έμαθα, είμαι Βούλγαρος, και εδώ στη Στρούγκα όλοι είναι Βούλγαροι-. (Berard, σ.138- 146)
    • Η πόλη της Στρούγκας απλώνεται στις δύο όχθες του Δρίνου, μερικές εκατοντάδες μέτρα από το σημείο όπου ο ποταμός πηγάζει από τη λίμνη της Αχρίδας. Η αριστερή όχθη κατέχεται από τη σλαβική συνοικία, απ’ αυτούς που αυτοονομάζονται Βούλγαροι και που θα τους αποκαλούμε και μεις Βούλγαρους προσωρινά, αφήνοντας γι’ αργότερα να συζητήσουμε τα περί καταγωγής τους. Οι Βούλγαροι έχουν σχεδόν 300 σπίτια (1.200- 1.500 άτομα) ένα βουλγαρικό σχολείο και μια παλιά εκκλησία. Ζουν από τη γεωργία και το ψάρεμα. Ο Δρίνος είναι φραγμένος από τα δίχτυα τους, τα παραγάδια τους και τα ενυδρεία τους και μια ολόκληρη γωνιά της πόλης ζέχνει από ψάρια που ξεραίνονται ή σαπίζουν. Σ’ όλη τη διάρκεια της Σαρακοστής και της νηστείας των Χριστουγέννων οι άνθρωποι της Στρούγκας κάνουν εμπόριο με όλο το βουνό. Στη δεξιά όχθη του ποταμού, στη μουσουλμανική συνοικία- εξήντα περίπου ερειπωμένα σπίτια και ένα τζαμί- ο μουσουλμανικός πληθυσμός που ελαττώνεται σταθερά, αποτελείται από μερικούς Οσμανλήδες, από Σλάβους που είχαν άλλοτε εξωμόσει, αυτοί ή οι πρόγονοί τους, και από Αλβανούς. Μπέηδες και αγάδες που κατέχουν ακόμη ολόκληρο σχεδόν τον τόπο. Δεν αισθάνονται όμως καθόλου άνετα έτσι όπως είναι υπο παρακολούθηση, ανάμεσα σε όλους αυτούς τους χριστιανούς που τους ξεσηκώνουν οι ξένες προπαγάνδες και μεταναστεύουν στην Αχρίδα, στο Μοναστήρι και στη Θεσσαλονίκη. Το υπόλοιπο καντόνι της Στρούγκας έχει 7.000 κατοίκους, απ’ τους οποίους μόλις χίλιοι είναι μωαμεθανοί, αλβανοί αγάδες στο Πισκουπάλ και τη Στάροβα, στη δεξιά όχθη της λίμνης, και σλάβοι αγρότες στην ύπαιθρο των δύο αυτών πόλεων. Οι προσηλυτισμοί αυτοί έγιναν με τη βία τον περασμένο αιώνα.
      Η Στρούγκα οφείλει την ύπαρξή της στο γεφύρι της. Ο Πληθυσμός εγκαταστάθηκε πολύ φυσιολογικά στο υποχρεωτικό αυτό πέρασμα του καραβανιού. Πουθενά δεν μπορείς να διαβείς το ποτάμι μεσ’ από το νερό εξαιτίας των τελμάτων, των καρβουνότοπων ολόγυρα, της λασπουριάς και των βούρλων του βυθού. Πρέπει να υπήρχαν πάντοτε γεφύρι και πόλη στο σημείο αυτό ή στα κοντινά περίχωρα. Το σημερινό γεφύρι είναι από ξύλο, ολοκαίνουργιο, προσωρινό, φτιαγμένο με χωριστά δοκάρια και καρφωμένα σανίδια. Στον κρυστάλλινο βυθό όμως διακρίνονται πέτρινα χαλάσματα, κατάλοιπα χτισμάτων. Ο Δρίνος κυλά λαγαρός, πλατύς και ξέχειλος, χωρίς καθορισμένες όχθες, μέσα σ’ ένα τόσο πράσινο, τόσο χορταριασμένο φόντο, που μετά βίας ξεχωρίζει μακριά το ποτάμι από τα γειτονικά λιβάδια. Πάνω στο γεφύρι, σε μια διπλή σειρά παραπηγμάτων, οι Βούλγαροι πουλούν στα καραβάνια φρεσκα ή παστωμένα ψάρια. Αλβανοί φορτώνουν στα αλογάκια τους σάκους με χέλια και πέστροφες που σπαρταρούν. Θα φτάσουν στην αγορά του Ελβασάν ύστερα από δύο μέρες πορείας κάτω από τον καφτερό ήλιο!
      Τα πιο πολλα από τα παραπήγματα είναι κλειστά γιατί εδώ και δυο μέρες οι μισοί τουλάχιστον Στρουγκιώτες βρίσκονται στην Αχρίδα για να υποδεχτούν τον καινούργιο βούλγαρο μητροπολίτη.
      Λίγος καιρός είναι που άρχισε αυτό. Όταν ο άνθρωπός μας ήρθε εδώ, δεκαπέντε είκοσι χρόνια πριν, κανείς δεν ήξερε και όλοι αυτοθεωρούνταν Έλληνες. Προχώρησε όμως με ταχύ ρυθμό. Το βουλγαρικό σχολείο συντηρήθηκε στην αρχή με επιχορήγηση του εξάρχου. Η γηγενής κοινότητα πλήρωνε τότε ένα σέρβο δάσκαλο. Τώρα άλλο σχολείο δεν υπάρχει από το βουλγαρικό. Το δυστύχημα είναι ότι στην ύπαιθρο οι χωριάτες είναι καθυστερηνένοι, δεν καταλαβαίνουν τον πατριωτισμό και συχνά προτιμούν τους παπάδες του Πατριάρχη απ’ αυτούς της Αυτού Αγιότης του εξάρχου(τον ελληνικό κλήρο από το βουλγαρικό). Σε τούτο το καντόνι μόνο οι 300 οικογένειες της Στρούγκας είναι φωτισμένες, όλοι οι άλλο, ζώα!
      (Berard, σ.138- 146)
    • Η απόσταση ανάμεσα στη Στρούγκα και την Αχρίδα είναι δύο ώρες (12-15 χιλιόμετρα) και ο δρόμος είναι χωματόδρομος ανάμεσα σε καλαμιώνες και λασπόνερα. Και εδώ δουλεύουν στην επίστρωση του δρόμου. Έχουν φέρει όμως εδώ Αλβανούς με τη βία και τους επιβλέπουν χωροφύλακες.
      (Berard, σ.148-149)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]

    • Η Στρούγκα βρίσκεται κατά μήκος της βόρειας πλευράς της Αχρίδας. Ένας καλός, μακρύς καρόδρομος ενώνει τις δυο πλευρές ενώ κοπάδια και μουλάρια φορτωμένα ξυλοκάρβουνο και ιππείς συναντώνται σε αυτό το δρόμο. Στη λίμνη υπάρχουν πολλές βάρκες-που μοιάζουν με γόνδολες- με τεράστια -σαν φτυάρια- κουπιά. Περιέργως, οι βάρκες της Αχρίδας δε χρησιμοποιούν πανιά. Όσο εξαίσια κι αν είναι η αύρα της λίμνης και μακρινή η διαδρομή-πολλές φορές διαρκεί όλη την ημέρα –η απόσταση καλύπτεται μόνο με τα κουπιά. Αυτό δε συμβαίνει επειδή οι ντόπιοι αγνοούν τη χρησιμότητα των ιστίων αλλά λόγω του γεγονότος ότι οι σφοδροί άνεμοι από τα βουνά είναι τόσο ξαφνικοί και θυελλώδεις που σε μια στιγμή μπορούν να αναποδογυρίσουν ένα ιστιοφόρο. Στην περιοχή οι παλαιού τύπου νερόμυλοι χρησιμεύουν στην άρδευση. Στη Στρούγκα υπάρχουν λίγοι Βούλγαροι ή Έλληνες. Το κυρίαρχο στοιχείο είναι οι Τούρκοι ενώ εντύπωση προκαλεί το αλβανικό στοιχείο. Οι άνδρες είναι ψηλοί και μελαχρινοί και είναι εμφανίσιμοι με κανονικά χαρακτηριστικά. Εκεί και σε όλη την περιφέρεια οι Αλβανοί δίνουν την εντύπωση ότι είναι φιλάρεσκοι .Τους αρέσει το πανωφόρι τους να είναι στολισμένο με ασήμι και χρυσό. Η φουστανέλα τους είναι συνήθως πολύ καθαρή. α παπούτσια τους -συχνά από κόκκινο δέρμα- έχουν μια τεράστια φούντα σε κάθε δάχτυλο, κάτι το οποίο δε δείχνει όμορφο αλλά οι ίδιοι καμαρώνουν γι’αυτό. Τα δυο όπλα που φέρουν στη μέση τους είναι πάντοτε σκαλιστά και διακοσμημένα με ψηφίδες, συχνά με πολύτιμους λίθους και με μια χρυσή επιγραφή κατά μήκος της κάννης. (Frazer,σ. 233-234)
    • Πέρα από τη Στρούγκα ,το τοπίο γίνεται άγριο. Δεν υπάρχουν χωριά και λίγοι άνθρωποι κυκλοφορούν.(Frazer,σ. 234)
    • [/tab]
      [tab name=’Holland’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Isambert’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Leake’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Mantegazza’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Pouqueville’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Tozer’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Urquhart’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Walker’]

      • Αλβανικό χωριό που βρίσκεται στο σημείο όπου ο μαύρος Δρίνος ξεχύνεται από τη λίμνη προς βορεινή κατεύθυνση. (Walker,σ. 111)
      • Η ιχθυόσκαλα της Στρούγκας στο Δρίνο είναι πολύ σπουδαία εγκατάσταση. Εδώ οι ψαράδες πιάνουν σολομούς και χέλια σε μεγάλες ποσότητες, ιδίως χέλια. Σε μερικές περιπτώσεις πιάνουν μέχρι 6.000 οκάδες τη φορά. Κατόπιν τα αλατίζουν και τα στέλνουν στη Σερβία, στη Βλαχία και σε όλες τις επαρχίες του Δούναβη. Τα χέλια τα πιάνουν με παγίδες από λυγαριά και τους σολομούς με ένα τεράστιο πιρούνι σαν καμάκι. Η εποχή για ψάρεμα κρατάει δύο μήνες, Μάιο και Ιούνιο. (Walker,σ. 112)
      • Η εκκλησία της Στρούγκας, χτισμένη το 1835, είναι όμορφη και στερεή. Το τέμπλο της είναι πολύ ωραίο, σκαλισμένο και χρυσοποίκιλτο με αρκετές εικόνες σε καλή κατάσταση. Στις εικόνες αυτές τα πρόσωπα έχουν γύρω από το κεφάλι φωτοστέφανο και τα χέρια είναι ντυμένα με ασήμι. (Walker,σ. 113)

      [/tab]
      [tab name=’Σχινάς’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [end_tabset]

  • Θεσσαλονίκη

    Παλαιό Όνομα :Σελανίκ
    Δήμος :Θεσσαλονίκης

     

    [tab name=’Abbot’]

    • Λίγες πόλεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία παρουσιάζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την Θεσσαλονίκη- ενδιαφέρουσα τόσο για τους μαθητές όσο και για τους στρατηγούς, για τους πολυάσχολους εμπόρους αλλά και τους τουρίστες. Το εξαιρετικό της λιμάνι την καθιστούσε πάντοτε ως ένα εμπορικό κέντρο σπουδαίας σημασίας και δραστηριότητας στον Λεβάντη, ενώ η γεωγραφική της θέση έχει πολύ συχνά οδηγήσει σε συζητήσεις ως προς το αν δεν θα μπορούσε να γίνει ένας τόπος προσέλκυσης μεταξύ Αγγλίας και Ινδίας. Αυτά τα φυσικά της πλεονεκτήματα έχουν εκθέσει την Θεσσαλονίκη στην αρπακτικότητα όλων των φυλών οι οποίες κατά καιρούς φιλοδοξούν να την κατακτήσουν. Ιδρύθηκε από κάποιον άμεσο διάδοχο του Αλεξάνδρου, και στη συνέχεια πέρασε στη δικαιοδοσία των Ρωμαίων και των Βυζαντινών: υπέστη μερικές επιτυχημένες πολιορκίες από τους Σλάβους, κατακτήθηκε από τους Φράγκους, ανακαταλήφθηκε από τους Έλληνες και τελικά υπέκυψε στους Τούρκους. (Abbott, σ.12-21)
    • Η ιστορία της πόλης και των περιπετειών της διαφαίνεται ακόμη και από τα μνημεία που κληροδοτήθηκαν σε αυτή από κάθε διαδοχική εποχή. Κάθε κατακτητής στο πέρασμά του άφησε πίσω του χαραγμένη την υπογραφή του σε μάρμαρο ή πέτρα. (Abbott, σ.12-21)
    • Ένα τεράστιο κυκλικό κτίριο, τώρα τζαμί του Μωχάμετ, χρονολογείται από τα προ-Χριστιανικά χρόνια. Αρχικά ανεγέρθηκε για την λατρεία παγανιστικών θεοτήτων, ενώ στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε ως εκκλησία, αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο, και μετά την κατάκτηση από τους Οθωμανούς, μετατράπηκε σε τόπος προσκυνήματος του Αλλάχ. Μέχρι πριν από λίγο καιρό μια πλούσια-λαξευτή πέτρα στο εσωτερικό του ναού επισήμανε στον ταξιδιώτη “Άμβωνας του Αγίου Παύλου”, και η λαϊκή παράδοση υποστήριξε ότι ήταν από αυτή την πέτρα που ο Απόστολος των Εθνών κήρυξε το ευαγγέλιο στους Θεσσαλονικείς. Ο “άμβωνας” κοσμεί από τότε τα δωμάτια του Δυτικού μουσείου. (Abbott, σ.12-21)
    • Μια θριαμβευτική, αν και δυστυχώς ακρωτηριασμένη και λερωμένη αψίδα, στον ανατολικό άκρο του κύριου δρόμου, αποτελεί λείψανο του Ρωμαϊκου πολιτισμού, μολονότι οι αρχαιολόγοι δεν μπορούν να συμφωνήσουν ως προς τον αυτοκράτορα προς την τιμή του οποίου κατασκευάστηκε. Μια λωρίδα του κύριου αυτού δρόμου οδηγεί σε ένα ανοιχτό χώρο, τώρα περικλείεται από τις ασήμαντες κατοικίες των φτωχών, αλλά κάποτε από το λαμπρό θέατρο των αρματοδρομιών. Αυτό το μέρος, εξακολουθεί να ονομάζεται Ιπποδρόμιο, γνώρισε επίσης μια από αυτές τις πράξεις βαρβαρότητας που φάνηκε να προαναγγέλλουν τη μελλοντική τύχη αυτών των εδαφών. Ήταν εδώ όπου πολλές χιλιάδες Θεσσαλονικείς, σε ένα απροσδόκητα εορταστικό κλίμα, σφαγιάστηκαν ανηλεώς από τους λεγεωνάριους του αυτοκράτορα Θεοδοσίου, το ευλογημένο έτος 390. Ίχνη από την Φραγκική κατοχή μπορούν να βρεθούν στα τείχη και τις οχυρώσεις που ακόμη στέφουν την πόλη από τις τρεις πλευρές. (Abbott, σ.12-21)
    • Όσον αφορά τους Τούρκους, δεν έχουν ακόμη κάποιο μνημείο. Οι Τούρκοι αν και έχουν δανειστεί πολλά και καταστρέψει περισσότερα, δεν έχουν κατασκευάσει τίποτα- ούτε καν φυλακή. Σχεδόν όλα τα τζαμιά, όπου υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός, ήταν κάποτε χριστιανικές εκκλησίες και ακόμα και σήμερα φέρουν τα ονόματα των παλαιών πολιούχων τους. Το “Επταπύργιο” και ο “Λευκός ή Ματωμένος Πύργος” , οι δύο κύριες φυλακές της επαρχίας, ήταν επίσης Βυζαντινά φρούρια. Οικοδομήματα κατασκευασμένα με πρωτοβουλία των Τούρκων είναι μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού: το Κονάκι, ή διοικητήριο, ένας στρατώνας, ένα στρατιωτικό νοσοκομείο, και ένα σιντριβάνι συνθέτουν τη λίστα της Οθωμανικής συνεισφοράς στην αρχιτεκτονική της πόλης. Όλα αυτά τα κτίρια είναι αρκετά μοντέρνα και δεν έχουν κανένα τουρκικό χαρακτηριστικό και δείχνουν την παραμέληση και την πρόωρη φθορά.(Abbott, σ.12-21)
    • Για τις Βυζαντινές εκκλησίες της Θεσσαλονίκης, οι οποίες έχουν ιδιοποιηθεί από τους Τούρκους, υπάρχουν λεπτομερείς περιγραφές στα έργα πολλών “σοφών”, Άγγλων και ξένων, που σε διαφορετικές στιγμές επισκέφτηκαν την πόλη. Το τζαμί του Αγίου Δημητρίου, του παλιού πολιούχου της Θεσσαλονίκης είναι κυρίως ενδιαφέρον στους αμαθής καθώς παρουσιάζει ένα περίεργο παράδειγμα συμβιβασμού ανάμεσα στον Σταυρό και το μισοφέγγαρο. Ένας σκοτεινός διάδρομος οδηγεί από το σώμα του ναού σε ένα μπουντρούμι με υγρασία όπου βρίσκεται θαμμένος ο Άγιος. Μια μικρή λάμπα λαδιού που κρεμιέται από το θόλο, ρίχνει ένα μελαγχολικό φως που τρεμοπαίζει πάνω από τον τάφο ο οποίος είναι καλυμμένος με παχύ στρώμα από σταλάγματα των αμέτρητων κεριών που έχουν κολλήσει πάνω του από ευσεβή χέρια στο πέρασμα των αιώνων. Η ίδια λάμπα φωτίζει μία μικρή εικόνα του αγίου η οποία αναπαύεται ενάντια σε ένα άδειο μπουκάλι κρασιού. Ο ιμάμης που οδηγεί τον ξένο σε αυτό το πένθιμο ιερό εξηγεί ότι η λάμπα πάντοτε καίει, και πως, αν κατά τύχη επιτραπεί να σβήσει, η ύπαρξή του ακολουθείται από τρομερές συνέπειες προς τον ίδιο. Ο ευλογημένος άγιος λέει ο ιμάμης με ένα ύφος ακίνητης επίδειξης το οποίο δείχνει πόσο συχνά πρέπει να έχει πει την ιστορία, είναι δυνατό να δυσανασχετήσει με τόσο μεγάλη αδιαφορία. Ω πόσες φορές έχει δείξει την οργή του στους προκατόχους μου και σε εμένα τον ίδιο στον ύπνο μας. Οι χριστιανοί της κατώτερης τάξης σταθερά πιστεύουν στην ειλικρίνεια του ιμάμη, γιατί δεν κολακεύει ο μύθος τη θρησκευτική τους εκτίμηση. Δεν αποδεικνύει την δύναμη του αγαπημένου τους πολιούχου. Πάνω από όλα ο παλιός Άγιος Δημήτριος δεν τιμωρεί μέχρι ενός ορίου τα λάθη των Χριστιανών στο σώμα του Ισλάμ. Ο ευγνώμων Ιμάμης τους αφήνει να πάρουν από το ιερό μια χούφτα χώμα, το οποίο υποτίθεται ότι είναι προικισμένο με θαυματουργές ικανότητες για την θεραπεία ασθενειών. (Abbott, σ.12-21)
    • Μία έξοχη θέα της πόλης και του λιμανιού μπορεί να πάρει κάποιος από την κορυφή του λόφου στον οποίο βρίσκεται η ακρόπολη, περιοχή που τώρα έχει καταληφθεί από τσιγγάνους. Μια ελληνική εκκλησία γνωστή ως Τσαούς Μοναστίρ, ή Το Μοναστήρι του Καπετάνιου, καταλαμβάνει μια εξέχουσα θέση στον λόφο. Μέσω του περιβόλου αυτής της εκκλησίας περνάνε τα κανάλια που προμηθεύουν την πόλη με νερό από το Όρος Χορτιάτης. Στην ίδια αυλή βρίσκεται και ο τάφος όπου αναπαύεται ο Τσαούς, από τον οποίο πήρε το όνομά του το μοναστήρι. Η ιστορία λέει ότι, όταν οι Τούρκοι πολιόρκησαν την Θεσσαλονίκη βίωσαν μεγάλη δυσκολία στο να πλησιάσουν τη πόλη και πως τελικά κατάφεραν να το πετύχουν λόγω της προδοσίας των τροφίμων του μοναστηριού, οι οποίοι βοήθησαν τον εχθρό να κόψει την τροφοδοσία του νερού. Δεν ξέρω αν υπάρχει βάση για αυτή την παλιά παράδοση. Ίσως πρόκειται μόνο για ένα παράδειγμα άρρωστου αισθήματος που τρέφουν οι άνθρωποι ενάντια στους μοναχούς και τα μοναστικά ιδρύματα γενικότερα. Μια φορά κατά τη διάρκεια μίας συζήτησης σχετικά με τους μοναχούς του Όρους Άθως, ένας χωρικός με εξέπληξε περιγράφοντάς τους σε μια φράση, νευρώδης περισσότερο παρά ευγενική, ως άνδρες, περισσότερο ταιριαστοί για το σκοινί και το παλούκι– μια έντονη καταγγελία της αγιότητας. Στην ίδια αυλή στέκεται η επιτύμβια στήλη στην οποία αναπαύεται ο Τσαούς (Tchaoush), από τον οποίο παίρνει το όνομά του το μοναστήρι. Ποιος ήταν αυτός ο ήρωας, ή τι έκανε για να κερδίσει την κακιά του φήμη, είναι ερωτήσεις στις οποίες, ο Έλληνας παπάς με τη μακριά γενειάδα, τώρα ο μοναδικός ένοικος του μοναστηριού, δεν θα μπορούσε να δώσει καμία απάντηση. Ούτε ήμουν εγώ αρκετά περίεργος να μάθω. Αφήνοντας τον οικοδεσπότη μου να πάει στον εσπερινό του, εγώ περπάτησα προς το στενό πέτρινο περβάζι έξω από την πύλη και κοίταξα γύρω με αδράνεια. Η πόλη απλώνεται κάτω από τα πόδια μου. Κόκκινες και καφέ σκεπές, μπρούντζινοι τρούλοι, κάτασπροι μιναρέδες απλώνονται σε μια ευχάριστη σύγχυση πάνω στην πλαγιά.(Abbott, σ.12-21)
    • Το λιμάνι λάμπει πέρα σαν ένας τεράστιος καθρέφτης που αντανακλά τις ακτίνες του απογευματινού ήλιου. Το Καραμπουρνού, ένα μεγάλο βραχώδες ακρωτήρι, με πλευρές σημαδεμένες και χτυπημένες από τα ρεύματα αμνημόνευτων χειμώνων, βρίσκεται στα αριστερά, ενώ το Όρος Όλυμπος στα δεξιά. Υπάρχουν αρκετές αρτηρίες που οδηγούν από την προβλήτα στην καρδιά της πόλης. Η πιο ενδιαφέρουσα από όλες είναι εκείνη που περνά μέσα από το παζάρι, διασχίζει τον κύριο δρόμο σε ορθή γωνία και συνεχίζει με μια ελαφρά ανύψωση μέχρι το Κονάκι. Το πρώτο κομμάτι αυτού του δρόμου στεγάζει του Εβραίους εμπόρους. Καθώς προσχωρούσα κατά μήκος των επιδεικτικά στολισμένων μαγαζιών τους, δεχόμουν δελεαστικές προσκλήσεις να σταματήσω και να δω την πραμάτεια τους. Αλλά γενναία αντιστάθηκα στον πειρασμό, και τελικά βυθίστηκα στο ηλιοβασίλεμα του κύριου δρόμου.(Abbott, σ.12-21)
    • Στην Θεσσαλονίκη υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός Ισραηλιτών. Σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές ο αριθμός τους εκτιμάται σε εβδομήντα χιλιάδες. Αλλά οι επίσημες στατιστικές στην Τουρκία, εξαιρετικές ως έργα της φαντασίας, δεν κάνουν καμία προσπάθεια για ρεαλιστική απόδοση της πραγματικότητας. Κάποτε ένας κυβερνητικός υπάλληλος αφελώς μου εξήγησε ότι από αυτή την απογραφή, η οποία πραγματοποιείται με σκοπό την συλλογή των φόρων, όπως είναι λογικό δεν μπορεί να αναμένεται από τους ανθρώπους να νοιάζονται ιδιαίτερα να δώσουν τα ονόματά τους! Και συνέχισε λέγοντας ότι είναι η συνήθεια των ανθρώπων, όταν ο απογραφέας τριγυρνάει, να ενημερώνουν για την άφιξή του ο ένας τον άλλο κάνοντας σινιάλα, χρησιμοποιώντας σκουπόξυλα, σεντόνια έτσι ώστε οι ραγιάδες έχουν αρκετό χρόνο στη διάθεσή τους για να διώξουν τα παιδιά τους, ειδικά τα αγόρια, έξω από το σπίτι. (Abbott, σ.12-21)
    • Πρόσθεσε, επίσης, ότι όσον αφορά τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης ο αριθμός ενενήντα χιλιάδες πρέπει να είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα, ενώ με ένα ειρωνικό χαμόγελο με ρώτησε για ποιο λόγο εμμένω τόσο πολύ στους αριθμούς, αν είναι λίγοι περισσότεροι ή λιγότεροι, αφού σε μερικά χρόνια θα είμαστε όλοι ένα και ότι ο Αλλάχ είναι μοναδικός αθάνατος. Γνωρίζουμε από την Καινή Διαθήκη ότι μια σημαντική Εβραϊκή αποικία υπήρχε στην Θεσσαλονίκη στο ξεκίνημα της Χριστιανικής εποχής. Ο Μπέντζαμιν από την Τουντέλα, ο παλιός περιηγητής του 12ου αιώνα, αναφέρει, επίσης, εκεί την ύπαρξη Εβραϊκής κοινότητας. Στην πλειονότητα τους είναι απόγονοι των Εβραίων που είχαν απελαθεί από την Ισπανία από τον Φερδινάνδο και την Ισαβέλλα, και εξακολουθούν να μιλούν μια ισπανική διάλεκτο, αρκετά κατεστραμμένη από προσθήκες τουρκικών και άλλων ξένων στοιχείων. Αυτοί οι Εβραίοι ανήκουν στην Σεφαρδίτικη σέχτα. Το ρεύμα των μεταναστών τη σύγχρονη εποχή ήταν περαιτέρω διογκωμένο από την εισροή προσφύγων, από τους Ασκενάζι[Εβραίους], από τη Ρωσία, τη Ρουμανία, και από αλλού, για την Τουρκία η οποία είναι ένα ανοιχτό καταφύγιο για τους πρόσφυγες κάθε χρώματος που διώκονται. Εφόσον αυτοί ανέχονται και δέχονται να ισχύει και γι’ αυτούς η τακτική της φοροείσπραξης, τότε έχουν την άδεια να ζήσουν εκεί. Πόσο καλά αυτό το καθεστώς συμφωνεί με το Εβραϊκό σύνταγμα αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης έχουν αναπτυχθεί, και συνεχίζουν να αναπτύσσονται, σε αριθμό και πλούτη, παρά την απογοήτευση των προαιώνιων αντιπάλων τους, των Ελλήνων. Αν θεωρήσουμε τους Εβραίους ως τους διαμεσολαβητές του εμπορίου της Θεσσαλονίκης, τότε οι Έλληνες αποτελούν τους κύριους εκπροσώπους της πνευματικής κουλτούρας της. Σε πλήθος και σε πλούτο αυτοί ήταν ανυπολόγιστα κατώτεροι από τους Εβραίους, αλλά οποιαδήποτε υστέρησή τους αντισταθμίζονταν από τις λογοτεχνικές τους προτιμήσεις και από την επιθυμία τους για πρόοδο.(Abbott, σ.12-21)
    • Διατηρούσαν μερικά εξαιρετικά ιδρύματα για την εκπαίδευση των νέων, η ετήσια συμμετοχή έφτανε του 2000 μαθητές και των δύο φύλων, εκτός από έναν αριθμό αγοριών και των κοριτσιών που συχνά φοιτούσαν σε Γαλλικά και Ιταλικά σχολεία για την εκμάθηση ξένων γλωσσών. Υπάρχουν ακόμα πολλά φιλανθρωπικά ιδρύματα, τα οποία, όπως και τα σχολεία οφείλουν την ύπαρξή τους στην γενναιοδωρία των γηγενών Ελλήνων, οι οποίοι έκαναν τις περιουσίες τους στο εξωτερικό, και, πεθαίνοντας τα κληροδότησαν στην γενέτειρά τους. (Abbott, σ.12-21)
    • Εκτός από τους Εβραίους και τους Έλληνες, στη Θεσσαλονίκη υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός Τούρκων, και ένας μικρός αριθμός Σέρβων, Ρουμάνων, Βουλγάρων όπως και μια αποικία Φράγκων, στην οποία η πανταχού παρόντες Τεύτονες έχουν πρόσφατα κάνει την παρουσία τους ιδιαίτερα αισθητή. Εκτός από τους Έλληνες και οι Βούλγαροι έχουν κάποια σχολεία, αλλά, παρόλο που εκτός από τη διδασκαλία, προσφέρουν και τα ισχυρά θέλγητρα της δωρεάν σίτισης και στέγαση, δεν μπορούν να επαίρονται για επιτυχία στο τομέα αυτό. Τα ιδρύματά τους, καλά διαφημισμένα καθώς είναι, επιζητούν το κύρος της αρχαιότητας και τα υψηλά πρότυπα απόδοσης τα οποία οι Έλληνες ανταγωνιστές τους έχουν επιτύχει, τα κίνητρά τους, όμως, φαίνεται να είναι περισσότερο πολιτικά παρά εκπαιδευτικά. Οι Ρουμάνοι και οι Σέρβοι, επίσης, προσπαθούν να προωθήσουν τα πολιτικά τους συμφέροντα μέσω της εκπαίδευσης, αλλά τα αποτελέσματα μέχρι σήμερα είναι λιγότερο ενθαρρυντικά ακόμη και από αυτά που έχουν αποκτήσει η Βούλγαροι. Συνολικά, θα μπορούσε ίσως να ειπωθεί ότι η Θεσσαλονίκη εξακολουθεί να είναι αυτό που ήταν για περισσότερο από είκοσι αιώνες- κέντρο Ελληνικής επίδρασης και πολιτισμού.(Abbott, σ.12-21)

    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Οι Τούρκοι που συναντούμε σήμερα στα δυτικά του Βαρδάρη, έχουν έρθει οι περισσότεροι από την Ανατολή. Οι πρώτοι ήρθαν από τη θάλασσα. Στα 1331, εβδομήντα πλοία του μπέη του Καράσι αποβίβασαν στην ακτή της Θεσσαλονίκης συμμορίες, που λεηλατούν τη Βέροια. Στα 1343 και 1352 καινούριες εφορμήσεις. Ακολουθεί η μεγάλη κατάκτηση με τις εισβολές του Μουράτ και του Βαγιαζήτ. Ύστερα από είκοσι χρόνια ολόκληρη η Μακεδονία ήταν υποταγμένη (1370).(Berard, σ. 198)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]

    • Τα σπίτια γενικά είναι κτισμένα με άψητες πλίνθους και στην πλειοψηφία τους είναι λίγο καλύτερα από τις καλύβες. Η ακρόπολη βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο μιας ημικυκλικής ακτίνας που ξεκινά από την ακτή. Στην ακρόπολη βρίσκεται ένας πύργος με μια συστοιχία κανονιών. Τα άκρα της βλέπουν προς την θάλασσα και δεν υπάρχει τάφρος έξω από τα τείχη της. (Clarke, σ. 350)
    • Ο Κάσσανδρος άλλαξε το όνομα της πόλης από Θερμά σε Θεσσαλονίκη, προς τιμήν της γυναίκας του, κόρης του Φιλίππου Αμύντα και αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Για του λόγου το αληθές, έχουμε την μαρτυρία του Στράβωνα. Ωστόσο, σύμφωνα με άλλη άποψη, η ονομασία της πόλης προέρχεται από μια νίκη του Φιλίππου Β΄, λίγοι όμως θα υιοθετήσουν αυτήν την ερμηνεία.
      (Clarke, σ. 350)
    • Ως αποτέλεσμα της μοιραίας μάχης της Πύδνας, η Μακεδονία χωρίστηκε σε τέσσερις περιφέρειες και η Θεσσαλονίκη έγινε η πρωτεύουσα της δεύτερης κατά σειρά. Η πόλη ήταν και η κατοικία του Κικέρωνα κατά τη διάρκεια της εξορίας του. Η πόλη λάτρευε πολλούς αυτοκράτορες αποδίδοντας τους θεϊκές τιμές αλλά η κύρια θεότητά της ήταν ο Δίας, πατέρας του Ηρακλέους. Στην ακμή της, η πόλη διέθετε ένα αμφιθέατρο για τους μονομάχους και έναν ιππόδρομο για τη διεξαγωγή των αγώνων. Οι αυτοκράτορες Βαλεριανός και Γαλλιηνός αναβάθμισαν την πόλη στο επίπεδο της «αποικιακής πόλης». Σύμφωνα με τον Μπωζούρ, στην ακρόπολη μπορεί ακόμα να βρίσκονται μερικοί κίονες από Verde antico ή Ατράκιο μάρμαρο, που προέρχεται από τα λατομεία στην άλλη πλευρά του Θερμαϊκού κόλπου. Μάλιστα, υποστηρίζεται πως οι κίονες αυτοί είναι τα απομεινάρια του ναού του Ηρακλή. Επίσης, υπάρχει και ένα θριαμβικό τόξο που ανεγέρθηκε από τον Μάρκο Αυρήλιο. Φέρει δε και μια επιγραφή προς τιμήν του Αντωνίνου και της Φαυστίνας : «ΦΑΥΣΤΕΙΝΗΣΕΒΑΣΤΗΚΑΙΛΟΥΚΙΩΚΟΜΟΔΩΗΠΟΛΙΣ»,χαμηλότερα εμφανίζονταν με μικρότερα γράμματα η εξής επιγραφή: «ΤΙΤΩΑΝΤΩΝΕΙΝΩΣΕΒΑΣΤΩΕΥΣΕΒΕΙ». (Clarke, σ. 351)
    • Οι ισπανόφωνοι Εβραίοι που κατοικούν εδώ ονομάζουν το κτίριο Incantadas, «χαραγμένες φιγούρες». Η περιοχή σημαδεύτηκε από τον λοιμό, εξαιτίας του οποίου, το τετράγωνο αυτό έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί. Ως εκ τούτου είχαμε την άνεση να περιηγηθούμε στο κτίριο ανενόχλητοι και με ασφάλεια. Βρήκαμε μια υπέροχη κιονοστοιχία κορινθιακού ρυθμού, η οποία σχηματιζόταν από πέντε κίονες, που στήριζαν έναν θρίγκο. Η κιονοστοιχία είχε τέσσερα κενά μεταξύ των κιόνων, που χρησιμοποιούνταν ως είσοδος στον ιππόδρομο ή στην Αγορά. Η τεχνοτροπία όλου του κτιρίου υποδηλώνει μια παρακμή των Τεχνών. Ωστόσο, υπάρχουν τμήματα της γλυπτικής, τα οποία είναι πολύ κομψά, όπως παρουσιάζονται και στην πολύτιμη έκδοση του Stuart. Όλο το τμήμα της Ζωφόρου είναι κατασκευασμένο από πεντελικό μάρμαρο, το οποίο πιθανότατα αγοράστηκε από την Αθήνα. Οι κίονες είναι κατασκευασμένοι από μάρμαρο τύπου Cipolino. Αυτά τα διπλά υψηλά ανάγλυφα κατασκευαστήκαν για να υποστηρίζουν την ανωδομή των αττικού τύπου Καρυάτιδων. Ο Μπωζούρ πιστεύει ότι το κτίριο αυτό κατασκευάστηκε στην εποχή του Νέρωνα. Επίσης, θεωρεί πως τα υψηλά ανάγλυφα είναι τα κομψότερα δείγματα της ελληνικής γλυπτικής, που διασώθηκαν από την φθορά και τους βαρβάρους. Μάλιστα, τόσο οι Άγγλοι όσο και οι Γάλλοι έχουν πολλές φορές προσπαθήσει να τα μεταφέρουν αλλά όλες τους οι αιτήσεις έχουν απορριφθεί από τον πασά της πόλης. (Clarke, σσ. 352 – 355)
    • Στο νεκροταφείο έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης, παρατηρούμε τους άξονες των αρχαίων κιόνων. Στη συνέχεια συναντούμε ένα ανάχωμα, στο οποίο πιθανότατα υπάρχουν ίχνη ενός οχυρού. Στο εσωτερικό του υπάρχουν τα υπολείμματα των τειχών και ενός συντριβανιού, στο οποίο το νερό χυνόταν από το βλέφαρο μιας αρχαίας σωρού.
      (Clarke, σ. 376)

    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]

    • Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται μέσα στον κατάλογο των ρωμαϊκών αποικιών. Εν τούτοις άργησε να λάβει τον τίτλο της αποικίας. Αυτό έγινε επί αυτοκράτορος Τραϊανού-Δεκίου.(Cousinery, τομ.Ι, σ.16)
    • Η Θεσσαλονίκη ονομαζόταν «Θέρμαι», τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής της, λόγω των ιαματικών πηγών που βρίσκονται στα ανατολικά και νότια της πόλης. Από εκεί προέρχεται και το όνομα του Θερμαϊκού κόλπου.(Cousinery, τομ.Ι, σ.23)
    • Θεσσαλονίκη, Cousinery M.E.M., Voyage dans la Macedoine, Παρίσι 1831.
      Θεσσαλονίκη, Cousinery M.E.M., Voyage dans la Macedoine, Παρίσι 1831.
      Αρχαία κατάλοιπα, Cousinery M. E. M., Voyage dans la Macedoine, Παρίσι 1831.
      Αρχαία κατάλοιπα, Cousinery M. E. M., Voyage dans la Macedoine, Παρίσι 1831.

    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]

  • Στη Θεσσαλονίκη υπάρχουν τρεις «Κυριακές» μέσα σε μια εβδομάδα. Η Παρασκευή για τους μουσουλμάνους, το Σάββατο για τους Εβραίους και η Κυριακή για τους χριστιανούς.Ή μάλλον δεν υπάρχει τελικά καμιά Κυριακή ,καθώς δεν υπάρχει καμία μέρα που να σταματά συνολικά η επιχειρηματική δραστηριότητα. Οι περισσότερες δουλειές κλείνονται στα καφενεία.Αν χρειάζεσαι κάποιον για μια δουλειά ,τότε καλύτερα να τον συναντήσεις στο καφενείο που συχνάζει και όχι στο χώρο εργασίας του. Μερικά καφενεία σφύζουν από κόσμο το πρωί ,μερικά το απόγευμα και όλα το βράδυ. Οι Θεσσαλονικείς αγαπούν τη σκιά. Στη μία η ώρα το καφενείο είναι γεμάτο. Ο ήλιος γλιστρά στο πεζοδρόμιο πάνω από τα μικρά τραπέζια. Βαθμιαία, όλοι οι πελάτες μετακινούνται στα τραπέζια στην απέναντι πλευρά του δρόμου και ερημώνει εκείνη η πλευρά που την ψήνει ο ήλιος. Το να δειπνούν στο σπίτι δεν είναι συνηθισμένο. Στους Έλληνες αρέσει να κάθονται κάτω από τα δέντρα και να γευματίζουν με φαγητά από το διπλανό εστιατόριο. Είναι γοητευτικοί, χαρούμενοι και ευγενικοί. Θα μπορούσε να τους συμπαθήσει κανείς αν δεν τους είχε δει να τρώνε. Οι τρόποι τους στο τραπέζι είναι άσχημοι. Κάνουν θορύβους όταν τρώνε τη σούπα τους. Ανακατεύουν το φαγητό τους. Τρώνε με τα χέρια χωρίς να χρησιμοποιούν πιρούνι και τρυπούν τα λαχανικά με το μαχαίρι. (Frazer,σ. 189-190)
  • Οι Τούρκοι-αν και μειονότητα στη Θεσσαλονίκη- ήταν η κυρίαρχη τάξη. (Frazer,σ. 190)
  • Η προκυμαία της Θεσσαλονίκης εκτείνεται σε μάκρος και είναι άψογη.Προφανώς,έχει κατασκευαστεί από ξένους.Αποφασίστηκε πριν λίγο καιρό να επεκταθεί το μέτωπο της προκυμαίας.Το μόνο που έγινε ήταν να στείλουν κάποιον στα περίχωρα της πόλης να φορτώσει μια καρότσα με μπάζα, να τη φέρει ως την προκυμαία και να την αναποδογυρίσει μέσα στη θάλασσα.Σύμφωνα με υπολογισμούς,αν οι εργασίες συνεχίζονταν με αυτό το ρυθμό τότε θα χρειάζονταν 400 χρόνια ,ώστε να τελειώσουν.Όταν πρόκειται να επισκευαστεί ένας δρόμος,πραγματοποιείται μέρος της δουλειάς,μετά όλοι κουράζονται και για δυο περίπου χρόνια δεν σημειώνεται καμία πρόοδος.Ο Τούρκος θα διαφωνήσει αν του πει κανείς ότι είναι άσχημο το γεγονός να τραβά σε μάκρος η επισκευή ενός δρόμου.Η επισκευή ενός δρόμου απασχολεί λίγους άνδρες.Όταν ,όμως, ένας δρόμος καταστραφεί τελείως, τότε θα χρειαστούν πολλοί εργάτες.Επιπλέον ,οι ανώτεροι αξιωματούχοι προτιμούν να φτάσει ο δρόμος σε μια κατάσταση που πλέον δεν μπορεί να διορθωθεί,διότι τότε θα χρειαστούν μεγαλύτερα ποσά και έτσι οι υπεύθυνοι θα πάρουν το «δώρο» τους. (Frazer,σ. 190-191)
  • Η Θεσσαλονίκη αν και σημαντικό λιμάνι-που το εποφθαλμιούσαν και οι Αυστριακοί και οι Γερμανοί- είχε αφήσει την εμπορική δραστηριότητα της σχεδόν στην τύχη.Η ελληνική σημαία κυμάτιζε πολύ συχνά στα ατμόπλοια που έμπαιναν στο λιμάνι.Τα βρετανικά πλοία έφταναν τα τριάντα το χρόνο.Το βαμβάκι ,ο καπνός και το όπιο είναι πιο προσοδοφόρα από τα σιτηρά.Φέσια και τσιγαρόχαρτα-κατώτερης, ωστόσο, ποιότητας -αξίας 20.000 λιρών έρχονταν από την Αυστρία. (Frazer,σ. 191)
  • Ένα από τα σημαντικά προβλήματα της Μακεδονίας είναι ότι η στρατιωτική αστυνομία, η χωροφυλακή είναι αδαής, αναλφάβητη και τόσο κακοπληρωμένη ,ώστε οι χωροφύλακες να πρέπει να ζουν από τους εκβιασμούς. Επίσης, δεν πρόκειται ποτέ να βρουν ποιος διέπραξε ένα έγκλημα εάν δεν τους «συμφέρει» να ασχοληθούν με αυτό. Προκειμένου να διορθωθεί αυτή η κατάσταση ιδρύθηκε –υπό ξένη πίεση –μια Σχολή Χωροφυλακής στη Θεσσαλονίκη. Διοικητής της σχολής είναι ο ταγματάρχης Bonham,ένας πολύ ικανός αξιωματικός ο οποίος κατόρθωσε να πείσει τους Τούρκους να κάνουν όσα δε θα έκαναν ποτέ ακόμα κι αν τους διέτασσε κάποιος. Οι επίστρατοι χαρακτηρίζονταν με εύθυμο τρόπο ως τα «Μωρά του Bonham».Ο ταγματάρχης ήταν ένας υπέροχος «πατέρας» γι’αυτούς τους αγροίκους χωρικούς που έμοιαζαν με πρόβατα και τους έφεραν από τα βουνά, ώστε να υποστούν κάποια εκπαίδευση και τον περιέβαλλαν με συμπάθεια. Το γεγονός αυτό είχε και την αστεία του πλευρά. Ωστόσο,ο ταγματάρχης Bonham δεν ήταν πάντοτε τυχερός. Σπάνια είχε υπό τις διαταγές του άνδρα για περισσότερο από τέσσερις μήνες. Είναι άξιο απορίας πώς μέσα σε τέσσερις μήνες αυτοί οι άξεστοι νεαροί θα μπορέσουν να ορθώσουν το σώμα τους ,να μάθουν να περπατούν με το γερμανικό στυλ και να αποκτήσουν μια στοιχειωδώς ανθρώπινη συμπεριφορά Αλλά υπάρχει ο φόβος και η πιθανότητα πως όταν αυτοί οι άνθρωποι γυρίσουν στα χωριά τους και κυρίως όταν βρεθούν κάτω από την επιρροή των συναδέλφων τους –οι οποίοι περιφρονούν τα νεοφερμένα ευρωπαϊκά ήθη-θα κυλήσουν γρήγορα στον παλιό μαλθακό τρόπο ζωής τους. (Frazer,σ. 198-199)
  • Μια ομάδα Βουλγάρων περνώντας μπροστά από την Οθωμανική Τράπεζα της Θεσσαλονίκης έριξε βόμβες στους στρατιώτες και χωροφύλακες που είχαν προσληφθεί για να την προστατεύουν. Τρεις στρατιώτες σκοτώθηκαν. Τρεις συνομώτες σκοτώθηκαν ενώ άλλοι τρεις τραυματίστηκαν.Οι Βούλγαροι έκαψαν την τράπεζα με δυναμίτη, προσπάθησαν να καταστρέψουν το τουρκικό ταχυδρομείο, έριξαν βόμβες σε διάφορα σημεία της πόλης και διέκοψαν την παροχή αερίου.Βρέθηκε ένα υπόγειο πέρασμα που είχε σκαφτεί από ένα μαγαζί στην αντίθετη πλευρά του δρόμου ως την τράπεζα και ένα λαγούμι γεμάτο δυναμίτη συνδεδεμένο με ηλεκτρισμό μέσα από το μαγαζί.Πρέπει να χρειάστηκαν πολλοί μήνες για να κατασκευαστεί αυτό το πέρασμα.Το χώμα μεταφερόταν με μαντήλια και μικρά χαρτοκιβώτια και το πέταζαν στη θάλασσα ή κάπου αλλού αλλά οπωσδήποτε μακρυά από το σημείο.Ένα πλήρως εξοπλισμένο εργαστήριο κατασκευής βομβών ανακαλύφθηκε όπου βρέθηκαν τριάντα έξι βάζα του ενός τετάρτου της λίβρας νιτρογλυκερίνη. (Frazer,σ. 200-201)
  • [/tab]
    [tab name=’Holland’]

    • Η πόλη φαίνεται, από μεγάλη απόσταση, ότι είναι τοποθετημένη στην ανωφέρεια ενός απότομου λόφου, ο οποίος ανεβαίνει από τον κόλπο στο νοτιοανατολικό του άκρο• περιτριγυρισμένη από υψηλά πέτρινα τείχη, τα οποία κορυφώνονται σε μία τριγωνική μορφή από τη θάλασσα και υπερβαίνεται από ένα φρούριο με επτά πύργους. Οι θόλοι και οι μιναρέδες των πολυάριθμων τζαμιών υψώνονται μεταξύ των άλλων κτιρίων, περιτριγυρισμένα, όπως πάντα, από κυπαρίσσια, και δίνεται έτσι ένας αέρας μεγαλείου στο μέρος.(Holland, σ. 310)

    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]

    • Η Θεσσαλονίκη, η οποία στα τούρκικα αποκαλείται Σελανίκ, και η οποία από παλιά αποκαλούταν Θέρμη, λόγω των θερμών νερών που υπήρχαν γύρω από αυτήν. Ονομάστηκε δε Θεσσαλονίκη από τον Κάσσανδρο που έδωσε στην πόλη το όνομα της γυναίκας του, αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τόσο η θέση της όσο και το εμπόριο που διενεργείται μέσα σ’ αυτήν την κατέστησαν μία από τις σημαντικότερες πόλεις που υπάρχουν σε αυτά εδώ τα μέρη. Μετά τη μάχη της Πύδνας υποτάχθηκε στους Ρωμαίους και έγινε από αυτούς η πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Κατά τους τρεις πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, αλλά και μετά τη θεμελίωση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε η πρωτεύουσα των χωρών που βρίσκονται ανάμεσα στην Αδριατική και τον Εύξεινο Πόντο, με τον πληθυσμό της να ανέρχεται στις 220.000. Κατά την τρίτη εκατονταετία μετετράπη σε ρωμαϊκή αποικία για να χρησιμεύσει ως πρόμαχος εναντίον των εισβολών των βαρβάρων. Επίσης είναι γνωστή από τις σφαγές που διέταξε να διαπραχθούν σ΄ αυτήν ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος. Κατά την 6η και την 7η εκατονταετηρίδα υπέστη φοβερές δηώσεις και σφαγές από τους Σλάβους. Το 904 αλώθηκε από τους Σαρακηνούς και το 1185 από τους Νορμανδούς. Στην αρχή της 13ης εκατονταετηρίδας περιήλθε στα χέρια του Μαρκησίου Μονφεράτου. Εν τέλει κυριεύθηκε από τους Τούρκους το 1430, οι οποίοι αφαίρεσαν την εξουσία από τους Ενετούς, στους οποίους είχε περιέλθει αγοράζοντας την. Ο Απόστολος Παύλος δίδαξε εδώ τον ιερό λόγο του Ευαγγελίου. Η πόλη της Θεσσαλονίκης που θεωρείται ως η πρωτεύουσα του Χριστιανισμού στην Ανατολή αποκαλέστηκε κατ’ εξοχήν Ορθόδοξη. Ο περίδοξος Ευστάθιος, ο σχολιαστής του Ομήρου, υπήρξε αρχιεπίσκοπός της κατά το 1185. Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται στον μυχό του ομώνυμου κόλπου μεταξύ των ακρωτηρίων Βαρδάρ και Καραμπουρνού, και υπέρκειται αμφιθεατρικά από τη Θάλασσα έχοντας μία θέα γραφικότατη, η οποία κάθε άλλο παρά αναλογεί με την κατάσταση που παρουσιάζεται στο εσωτερικό της. (Isambert,σ.46-51)
    • Η γεωγραφική της θέση και το ασφαλές της λιμάνι της καθορίζουν ακόμη και σήμερα σαν να το επίνειο της Μακεδονίας και ως έναν από τους πλέον εμπορικούς σταθμούς της Ανατολής. Ο πληθυσμός της ανέρχεται σε 100.000 κατοίκους και εθνοφυλετικά αποτελείται από Εβραίους, Τούρκους, Βούλγαρους, Εβραίους. Οι Βούλγαροι είναι γεωργοί και ιπποτρόφοι. Οι Εβραίοι είναι ισπανικής καταγωγής και αποτελούν το ήμιση σχεδόν του πληθυσμού. Το κλίμα της πόλης είναι νοσηρό εξαιτίας των νοσηρών της ελών. (Isambert,σ.46-51)
    • Η πόλη διατέμνεται από μία πλατεία οδό που διέρχεται παράλληλα από τη θάλασσα και αποκαλείται μεγάλη οδός, και η φορά είναι προς τα δυτικά της πύλης του Βαρδαρίου, που αποτελεί προέκταση της Εγnaτίας Οδού. Τα τείχη της Θεσσαλονίκης χρονολογούνται από τον μέσο αιώνα και η περίμετρός τους είναι περίπου 8 χιλιόμετρα. Έχουν κατασκευασθεί δε από συντρίμματα αρχαίων παντός είδους και βρίσκονται σε κυκλώπεια θεμέλια. Από τα νότια και τα ανατολικά η πόλη διασφαλίζεται από δύο βαθιά ρεύματα, τα οποία από την ακρόπολη κατέρχονται ως τη θάλασσα. Από τα οικοδομήματα της πόλης άξια μνείας είναι το Καραβάν Σεράϊ, του οποίου η οικοδόμηση ανάγεται στα χρόνια του σουλτάνου Μουράτ του Β’. Ο Τεξιέ το θεωρεί κτίσμα των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, το οποίο ανακαινίσθηκε από τους Τούρκους. Επίσης η Ακρόπολη (τουρκ. Γεδί- κουλελέρ-Καλεσί, που σημαίνει φρούριο των επτά πύργων, και είναι μετάφραση του ελληνικού ονόματος Επταπύργιο.) Βρίσκεται προς την άνω πλευρά της πόλης και έχει αρχαιότατη καταγωγή. Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες Ιουστινιανός και Ζήνων επέφεραν σε αυτήν πολλές επιδιορθώσεις. Τα τζαμιά της Θεσσαλονίκης δε που πριν γίνουν τζαμιά ήταν εκκλησίες, αναπαριστούν το σύνολο της βυζαντινής αρχιτεκτονικής που είναι πάρα πολύ πλούσια, και σύμφωνα με κάποιες απόψεις υπερτερούν τα της Κωνσταντινούπολης. Αυτά είναι ο Άγιος Γεώργιος ή Ροτόντα (τούρκ. Οσμάν Τζαμί) που λαϊκά αποκαλείται Ορταντζί Εφέντη. Λέγεται πως κτίστηκε επί των ημερών του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ακόμη το Εσκί Τζουμά ήταν η πρώτη εκκλησία της Θεσσαλονίκης που μετατράπηκε σε τζαμί. Ο Άγιος Δημήτριος που στα τούρκικα αποκαλείται Κασμιμιέ, είναι η ίδια εκκλησία που οικοδομήθηκε πάνω στον τάφο του Αγίου Δημητρίου και η οποία μεταβλήθηκε σε τζαμί το 1397 επί των ημερών του σουλτάνου Βαγιαζίτ. Κατόπιν δόθηκε στους Έλληνες για να τους αφαιρεθεί πάλι το 1480. Οι Τούρκοι επιτρέπουν στους Έλληνες να επισκέπτονται τον τάφο του Αγίου Δημητρίου που βρίσκεται μέσα στον ναό και να ανάβουν λαμπάδες. Η Αγία Σοφία λέγεται πως είναι η αρχαία Μητρόπολη της Θεσσαλονίκης και χτίστηκε στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού βάσει κάποιου σχεδίου του αρχιτέκτονα Ανθεμίου από την Κωνσταντινούπολη, βάσει του οποίου όμως είναι κατά το 1/3 μικρότερη. Έγινε τζαμί από τον Ρακτούβ Ιμπαραΐμ Πασά. Άγιοι Απόστολοι (Σούκ ΣουΤζαμισί). Ο Άγιος Ηλίας (Σαριλί Τζαμισί) που χτίσθηκε το 1012 και είναι άλλη μία εκκλησία που μεταβλήθηκε σε τζαμί, το Καζαντζιλάρ Τζαμισί, που χτίσθηκε το 987.Εκτός όλων αυτών η ίδια η πόλη είναι αξιοσημείωτη και για τις αρχαιότητές της, περιγραφές των οποίων έχουν δώσει αρχαιολόγοι και περιηγητές. Εκδρομή στο όρος Κορτιάσι. Από την Θεσσαλονίκη μπορεί κάποιος να πάει στο όρος Κορτιάσι. Βρισκεται στα νοτιοανατολικά, αλλά δεν φαίνεται καλά από την ίδια την πόλη. Δύο ώρες έξω από την πόλη φτάνει κάποιος στην ομώνυμη κωμόπολη. (Isambert,σ.46-51)
    • Η θέα από αυτό το βουνό είναι μεγαλοπρεπής και εκτείνεται από τη μια της μεριά προς όλη την χερσόνησο της Χαλκιδικής και από την άλλη στη λίμνη και την πεδιάδα του Λαγκαδά. Το πόσιμο νερό της Θεσσαλονίκης έρχεται από αυτό το βουνό μέσω των υδραγωγείων που είναι αρχαίας κατασκευής. Για να πάει κάποιος από τη Θεσσαλονίκη στις Καρυές μέσω της ευθείας οδού κάνει 32 ώρες. Εάν ακολουθήσει το δρόμο Ποτίδαιας Ολύνθου κάνει 40 ώρες (4-5 ημέρες). Αν κάποιος θέλει να κάνει όλη την περιδιάβαση του όρους κάνει 8 με 15 μέρες. Αυτός που θέλει να επισκεφθεί τον Άθω και αποφεύγει την διάβαση ολόκληρης της Χαλκιδικής μπορεί να μεταβεί εκεί μέσω της Καβάλας και των Δαρδανελλίων δια πλοίου. Όταν εξερχόμαστε από την πύλη της Θεσσαλονίκης που αποκαλείται Καλαμαριά εισερχόμαστε στη μεγάλη Χερσόνησο της Χαλκιδικής. Η ευθεία οδός που οδηγεί στον Άθω τέμνει την Χερσόνησο από μια γραμμή που ξεκινά από τα δυτικά και τελειώνει στα ανατολικά και διέρχεται από μία κυματοειδή πεδιάδα που είναι συνάμα άγονη και αμμώδης.(Isambert,σ.46-51)
    • Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται στον μυχό του ομώνυμου κόλπου μεταξύ των ακρωτηρίων Βαρδάρ και Καραμπουρνού και υπέρκειται αμφιθεατρικά της θάλασσας έχοντας μία θέα γραφικότατη, η οποία κάθε άλλο παρά αναλογεί με την κατάσταση που παρουσιάζει στο εσωτερικό της.(Isambert, σ. 48)
    • Στο έργο του Isambert περιέχεται η καταγραφή των οδών και η περιγραφή γεωγραφική, ιστορική, αρχαιολογική και αρχιτεκτονική εκκλησιών και τζαμίων (Θεσσαλονίκης, Μονών του Αγίου Όρους, Μετεώρων κ.τ.λ.). Ο εν λόγω περιηγητής αρκείται σε βραχείες περιγραφές όλων αυτών και επιπλέον παραλείπει την εκτενή αναφορά σε περιώνυμες μάχες, όπως των Φαρσάλων και της Πύδνας. Βέβαια οι παραλείψεις αυτές αιτιολογούνται από το γεγονός πως αν ο συγγραφέας θα είχε αναλωθεί στις περιγραφές των τοποθεσιών και των μνημείων θα κατέληγε στη δημιουργία ενός εξογκωμένου βιβλίου. Οι περιγραφές των ιδίων των μαχών χωρίς την παράθεση ειδικών τοπογραφικών πινάκων δεν θα γίνονταν καταληπτές. Για αυτόν το λόγο ο μεταφραστής αναλώθηκε στην ακριβή καταγραφή του οδογραφικού μέρους του έργου.
      (Isambert, σ. ιε΄- ιζ΄)
    • Η πρώτη οδός την οποία διήλθε o Isambert ξεκινούσε από την Κωνσταντινούπολη και κατέληγε στη Θεσσαλονίκη μέσω Ραιδεστού, Αίνου και Καβάλας. Το ταξίδι διήρκεσε δέκα ημέρες(εκατόν έντεκα ώρες). Η συγκεκριμένη οδός δεν προτιμάται από τους οδοιπόρους, οι οποίοι προτιμούν τον θαλάσσιο δρόμο, παρόλο που αυτή η οδός διέρχεται από μέρη άξια λόγου, τόσο από ιστορικής όσο και από αρχαιολογικής αξίας, όπως είναι το τμήμα από τον Αίνο ως τη Θεσσαλονίκη. Σ’ αυτήν την οδό μπορεί κανείς να βρεθεί ερχόμενος από την κωμόπολη Κουτσούκ – Τσεκμετζέ μέσω σιδηροδρόμου ή πηγαίνοντας ως τη Ραιδεστό μέσω ατμοκινήτου.
      (Isambert, σ. 1)
    • Η οδός που άγει στα βορειοανατολικά από τα ερείπια της Τραϊανουπόλεως φέρει μέσα σε τρεις ώρες στο Φερετζίκ ή Βίρα όπου βρίσκει κανείς την ευθεία οδό που αδηγεί από τη Ραιδεστό στη Θεσσαλονίκη δια των κωμοπόλεων Μάλγαρα και Κεσλάν και μέσω του σιδηροδρόμου της Αδριανούπολης.(Isambert, σ. 13)
    • Από την Πράβιστα η ταχυδρομική οδός οδηγεί μετά από 13 ώρες στη Θεσσαλονίκη, μετά από 4 ώρες στη Ζίχνη, μετά από 1 ώρα στις Σέρρες, μετά από 3 ώρες στη Σούχα και τέλος μετά από 4,5 ώρες στη Θεσσαλονίκη. (Isambert, σ. 23)
    • Το Εσκί Τζουμά ήταν η πρώτη εκκλησία της Θεσσαλονίκης που μετατράπηκε σε τζαμί. (Isambert,σ. 50)

    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    • Το Ίσβορο αποτελείται από τριακόσια με τετρακόσια σπίτια χωρισμένα σε δύο, σχεδόν ισομερής, μαχαλάδες, σε απόσταση ενός μιλίου ο ένας από τον άλλο. Ο ένας κατοικείται από Έλληνες, επικεφαλής των οποίων είναι ο επίσκοπος της Ιερισσού, ο οποίος είναι ένας από τους τοποτηρητές της μητρόπολης Θεσσαλονίκης, ο οποίος έφερε τον τίτλο και του επισκόπου Αγίου Όρους.(Leake,τόμ.III,σ.160)
    • Από την Θεσσαλονίκη για την Αλάκλιση κάναμε πέντε ώρες και πενήντα λεπτά, με άλογα, αποσκευές και αρκετές στάσεις.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.258)
    • Η Κουλακιά, η οποία είναι στο δρόμο από την Θεσσαλονίκη προς την Κατερίνη, όπως και για τη Βέροια, είναι ο τόπος διαμονής του επισκόπου της Καμπανίας, ο οποίος υπάγεται στο δεσπότη της Θεσσαλονίκης.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.259)
    • Η πεδιάδα ανάμεσα στην Θεσσαλονίκη και την Αλάκλιση είναι χωρίς αμφιβολία πολύ καλά καλλιεργημένη ή κατοικημένη όπως αυτή των Σερρών. Στο δρόμο μόνο συναντήσαμε μόνο κάποια μικρά καραβάνια με καμήλες.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.260)
    • Οι πεδιάδα του Παλαιοκάστρου είναι πολύ καλύτερα καλλιεργημένη, από οποιοδήποτε άλλο μέρος της Θεσσαλονίκης.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.269)
    • Πολλοί νερόμυλοι γύρω από την πόλη χρησιμοποιούνται για να γνέθουν μαλλί και να υφαίνουν χαλιά, τα οποία παράγονται στα τριγύρω χωριά ή από τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.291)
    • Σε αυτήν την επιγραφή έχουμε να κάνουμε μία ακόμα μαρτυρία για τα Μακεδονικά έθιμα, ότι δηλαδή σε κάποιες περιπτώσεις δεν αναφέρεται το όνομα του πατέρα αλλά της μητέρας. Είναι αξιοσημείωτο ότι ένας από τους πολίταρχους της Θεσσαλονίκης ήταν επίσης γιος κάποιας Άμμια.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.292)
    • Το όνομα Βιστρίτζα χρησιμοποιήθηκε από τους Έλληνες για τον Αλιάκμονα, μολονότι αποκαλύπτει μια σλαβική μετατροπή στην κατάληξη του, μπορεί πιθανότατα να είναι μια παραφθορά του Αστραίου, για τον οποίο μαθαίνουμε από τον Αιλιάν ότι δηλαδή υπήρχε ένα ποτάμι που ονομαζόταν Αστραίος, το οποίο έρεε ανάμεσα στην Θεσσαλονίκη και στην Βέροια. Δεν μας περιγράφει ακριβώς τον ποταμό Βιστρίτσα, λαμβάνοντας υπόψιν ότι αυτός ο ποταμός δεν διασχίζει το δρόμο από την Θεσσαλονίκη για την Βέροια. Θα μπορούσε αν και με λίγες πιθανότητες να περιγράφει τον ποταμό Μογλενίτικο ή πιθανότατα τον ποταμό των Βοδενών, όπως εκτείνεται σε απόσταση στα δεξιά αυτής της γραμμής, ή πράγματι να αποδίδεται το όνομα αυτό σε οποιονδήποτε άλλο ποταμό εκτός από τον Αξιό και τον Λουδία.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.292-293)
    • Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω την ασυνήθιστη ταχύτητα κάποιων πεζοδρόμων ή μεταφορέων μηνυμάτων στην Ελλάδα. Υπήρχε ένας ασυναγώνιστος μεταφορέας από τη Βέροια, ο οποίος μετέφερε γράμματα με τα πόδια στη Θεσσαλονίκη μέσα σε επτά ώρες, παρέμεινε εκεί μία ώρα και επέστρεψε στην Βέροια ως το τέλος της δέκατης πέμπτης ώρας. Αφού έκανε αυτόν τον άθλο πάνω απο μία φορά, έμεινε γνωστός μέχρι την ημέρα του θανάτου του με το όνομα Άνεμος, ένας τίτλος τόσο τιμητικός για ένα αγγελιοφόρο όσο το Αφρικανός στον Σκιπίωνα.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.295)
    • Ο καιρός ήταν καλός με ένα βόρειο άνεμο από την ημέρα της άφιξης μου στην Θεσσαλονίκη, όπως και στο δρόμο από εκεί, λέγεται όμως ότι συμβαίνει το αντίθετο στην Βέροια για αρκετές μέρες. Στις 6:30, τούρκικη ώρα, ξεκίνησα το ταξίδι μου για την Κοζάνη, με την συνοδεία ενός Τατάρου του Αλή Πασά, μια φρουρά από έξι Αλβανούς που την παρείχε ο και τάταρο του Μουσά Πασά, που με συνόδευαν από την Θεσσαλονίκη.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.295)
    • Στην αγορά αυτό το πρωί συχνάζουν και Τούρκοι και Έλληνες από την γειτονική χώρα. Η Κοζάνη και τα Σέρβια ορίζουν μια επισκοπή, η οποία είναι υπό την δικαιοδοσία της Θεσσαλονίκης. Ο Επίσκοπος έχει κατοικία και στις δύο περιοχές, τώρα βρίσκεται στα Σέρβια αλλά συνήθως διαμένει στην Κοζάνη.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.299)
    • Η Λύχνιδος και η Ηράκλεια οι οποίες βρίσκονται κοντά στην γραμμή μεταξύ Δυρραχίου, ή Απολλωνίας και Θεσσαλονίκης, ήταν οι κύριες πόλεις στο κέντρο της Κανδαβίας ή Εγνατίας Οδού – η σημαντική γραμμή επικοινωνίας από ξηράς μεταξύ Ιταλίας και Ανατολής, μεταξύ Ρώμης, Κωνσταντινούπολης, και Ιερουσαλήμ.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.311)
    • Παρόλο που η Λύχνιδος, η Ηράκλεια και η Έδεσσα βρισκόταν επί της Κανδαβίας οδού, όπως περιγράφει και ο Πολύβιος, εξακολουθούσαν να είναι τα τρία κύρια σημεία μεταξύ Δυρραχίου και Θεσσαλονίκης.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.312)
    • Προς τα νότια και δυτικά οι κορυφογραμμές των βουνών, που αποτελούν τα σύνορα της πεδιάδας των Σερρών, διαχωρίζουν την επικράτεια του [Ισμαήλ Μπέη] από την περιοχή της Θεσσαλονίκης.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.202)
    • [Οι Σέρρες] όντας για πολλά χρόνια το κέντρο ενός υπολογίσιμου εμπορίου δια ξηράς, το οποίο, αν και υπέστη κάποιες διακοπές από τους πολέμους της Πύλης με τον Πασβάνογλου και με τους Σέρβους, ωφελήθηκε από το μεγάλο Ευρωπαϊκό ανταγωνισμό, ως επακόλουθο της ζημιάς που υπέστη εξαιτίας αυτού του λόγου το εμπόριο στη Θεσσαλονίκη και πολλών άλλων παραθαλάσσιων εμπορίων.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.206)
    • Υπάρχουν δύο δρόμοι προς Θεσσαλονίκη. Ο βασικότερος διασχίζει την οροσειρά των βουνών στα νοτιοδυτικά της πεδιάδας, μέσω ενός χωριού που ονομάζεται Λαχανάς, και από εκεί κατευθύνεται προς την κοιλάδα του Λαγκαδά. Ο άλλος, πιο ανατολικός, συνεχίζει στην ίδια κορυφογραμμή των βουνών και ενώνεται με τη μεγάλη διαδρομή από την Κωνσταντινούπολη στο Κλείσαλι, στα ανατολικά του Λαγκαδά.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.207- 208)
    • Το ποτάμι του Πλαταμώνα γίνεται κάποτε επικίνδυνο αλλά τώρα είναι ξηρό, διότι ο καιρός, από τότε που αφήσαμε τη Θεσσαλονίκη, με εξαίρεση μια μέρα στη Βέροια και μια άλλη στον Τύρναβο, ήταν ξηρός.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.406)
    • Από την αντίθετη πλευρά του κόλπου είναι ορατά η Θεσσαλονίκη, το ακρωτήριο Καραμπουρνού, το όρος Χορτιάτη και μια σειρά από βουνά, που φαίνεται να σχηματίζει μία οροσειρά από την δεύτερη κορυφή ως το ακρωτήριο τς Παλλήνης.(Leake, τόμ. ΙΙΙ,σ.407)
    • Θεωρώ ότι το Ζερβοχώρι είναι η τοποθεσία της Ηράκλειας Σιντικής για τους ακόλουθους λόγους.1) Η Ηράκλεια βρισκόταν κοντά στον Στρυμόνα, ξεχωρίζοντας από άλλες πόλεις της ίδιας ονομασίας, ως Ηράκλεια Στρυμόνος..2) Η Σιντική βρισκόταν στα δεξιά του Στρυμόνα, ενώ ο Λίβιος μας ενημερώνει ότι όταν η Μακεδονία ήταν χωρισμένη σε τέσσερις επαρχίες με την ρωμαϊκή κατάκτηση, η Σινιτική ήταν συνδυασμένη με τη Βισαλτία στην πρώτη Μακεδονία, της οποίας η πρωτεύουσα ήταν η Αμφίπολις καθώς όλα τα υπόλοιπα τμήματα της χώρας ανάμεσα στον Στρυμόνα και στον Αξιό είχαν αποδοθεί στην δεύτερη Μακεδονία, της οποίας η πρωτεύουσα ήταν η Θεσσαλονίκη.3) Η θέση του Ζερβοχωρίου ταιριάζει με αυτή την οποία το Συνοπτικό Οδοιπορικό αποδίδει στην Ηράκλεια αναφορικά με τους Φιλίππους καθώς υποδηλώνεται σε δυο διαφορετικούς ρωμαϊκούς δρόμους από τη μια πόλη στην άλλη. Και οι δύο δρόμοι ήταν σε μικρή σχετικά απόσταση μεταξύ των Φιλίππων και του Ζερβοχωρίου.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.226-227)
    • Ο επίσκοπος Καμπανίας άλλοτε διέμενε στο Καψοχώρι, άλλο ένα ελληνικό χωριό, το οποίο τοποθετείται ανάμεσα Καρασμάκ ή Μαυρονέρι και στο Ιντζέκαρα ή στην Βιστρίτζα, σε ένα δασώδες τμήμα των πεδιάδων, γύρω από τις οποίες υπάρχουν και κάποια άλλα ελληνικά χωριά.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.259)
    • Σχετικά με αυτό το μέρος, το οποίο το Οδοιπορικό αναφέρει με το παραφθαρμένο όνομα Τρίουλο, αποτελεί παρατήρηση του M.Cousinery, o οποίος διέμεινε ως Γάλλος πρέσβης στη Σαλονίκη, όπου νομίσματα με την επιγραφή ΤΡΑΙΛΙΟΝ βρέθηκαν συχνά κοντά στην Αμφίπολη, από όπου συνάγεται το συμπέρασμα ότι το Τρίουλο είναι παραφθορά του Τραΐλιο.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.228-229)
    • Πέρα από τη λίμνη της Πέλλας, το παράκτιο τμήμα της πεδιάδας εμπεριέχει μια μακρά σειρά από λίμνες, ξεκινώντας από το Ελευθεροχώρι και φθάνοντας σχεδόν μέχρι τη Θεσσαλονίκη.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.436)
    • Οι βράχοι του Καραμπουρνού εκτείνονται για τρία ή τέσσερα μίλια μακρυά. Το ακρωτήρι, ιδωμένο από τη Θεσσαλονίκη, είναι το δυτικότερο σημείο. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, βασιζόμενος σε πρώϊμους Έλληνες συγγραφείς, υποστηρίζει ότι αυτό το σημείο ήταν η βάση ενός ναού της Αφροδίτης, ο οποίος κατασκευάστηκε από τον Αινεία.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.438)
    • Λέγεται, ωστόσο, ότι υπήρχε ακόμη μία αρχαία τοποθεσία στο Λαχανά, στη βόρεια κατεύθυνση του δρόμου από τις Σέρρες για τη Θεσσαλονίκη, η οποία βρίσκεται ομοίως στο λόφο της ίδιας κορυφογραμμής των βουνών, μπορεί να έχει κάποια αξιώσει να θεωρείται η πλευρά της Όσσας.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.231)
    • Από μια περίεργη διαστρέβλωση της αρχαίας γεωγραφίας η Θεσσαλονίκη και η Βέροια είναι εκκλησιαστικές επαρχίες, ή διοικητικές περιφέρειες της Θεσσαλίας. Έτσι, ο επίσκοπος της Θεσσαλονίκης επονομαζόταν υπέρτιμος και έξαρχος πάσης Θετταλίας. Αυτός διεκδικούσε τα προνόμια του επιθέτου παναγιώτατος στην δική του περιφέρεια αλλά οπουδήποτε αλλού είχε μόνο το τίτλο, όπως και οι άλλοι μητροπολίτες, του πανιερώτατου. Οι επισκοπές της δικαιοδοσίας του είναι το Κίτρος, η Καμπανία, η Πέτρα, ο Πλαταμώνας μαζί με το Λυκόστομο, τα Σέρβια, το Αρδαμέρι. Ο τόπος διαμονής του είναι η Γαλάτιστα, και η Ιερισσός η οποία συμπεριλαμβάνεται στο Άγιο Όρος.(Leake,τόμ.ΙΙΙ, σ.250-251)
    • Υπάρχουν μερικοί πλούσιοι έμποροι στη Θεσσαλονίκη, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι ευγνώμωνες για την ανενόχλητη απόκτηση και αύξηση του πλούτου τους από την προστασία που απολάμβαναν ως δραγουμάνοι ή μπερατλήδες στις ευρωπαϊκές αποστολές. Τώρα αυτού του είδους η προστασία πρόκειται να καταργηθεί και η θέση τους θα γίνει πολύ πιο επισφαλής.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.251)
    • Σε μισή ώρα φτάσαμε στην πεδιάδα της Θεσσαλονίκης και προχωρώντας στα αριστερά κατά μήκος των προπόδων του Χορτιάτη, μπήκαμε σε ένα τουρκικό νεκροταφείο, το οποίο περικυκλώνει την πόλη και το οποίο περιλαμβάνει θραύσματα κιόνων και σωρούς διασκορπισμένους ανάμεσα στις ταφικές πέτρες.Οι τοίχοι της πόλης στη βάση τους κατά ένα μέρος αποτελούνται από αρχαία μάρμαρα και κάθε εμφάνισή τους ακολουθούσε την αρχαία γραμμή.Μετά από μια ώρα και τρία τέταρτα από το Khaivat μπαίνουμε στην Πύλη του Βαρδάρη(Vardar-kapesi).(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.235)
    • Ο Απόστολος Παύλος επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη 93 χρόνια μετά τον θάνατο του Φιλίππου.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.235)
    • Συνηθιζόταν να επιτρέπεται στους Χριστιανούς να βλέπουν τα τζαμιά της Θεσσαλονίκης, που υπήρξαν κάποτε εκκλησίες τους, πιθανότατα επειδή ο ιμάμης έπαιρνε αμοιβή απο αυτό.(Leake, τόμ.ΙΙΙ,σ.252)
    • Όπως έχει ήδη σημειωθεί, ο Γαλλικός ποταμός διασχίζει το δρόμο ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη και το Βαρδάρη. Κατά πάσα πιθανότητα ταυτίζεται με τον Εχέδωρο του Ηρόδοτου. Και στον πίνακα με τα δρομολόγια ο Γαλλικός είναι το όνομα ενός μέρους που απέχει περίπου 16 οδοδείκτες μακρυά από τη Θεσσαλονίκη, στο ρωμαϊκό δρόμο προς τους Στόβους.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.439-440)
    • Ενώ ο Μουσά Πασάς βρισκόταν στην Αίγυπτο στάλθηκε να αντικαταστήσει τον Μεχμέτ Αλή, ο οποίος ήταν εντεταλμένος από την Πύλη, με την πρόφαση ότι ήταν Μακεδόνας, να ανταλλάξει την κυβέρνηση της Αιγύπτου με αυτήν της Θεσσαλονίκης.Παρόλα αυτά ο Μεχμέτ Αλή δεν ήταν τόσο εύκολο να αντικατασταθεί.Ο Μουσά Πασάς είχε στηρίξει κυρίως τις ελπίδες του για επιτυχία στο στρατιωτικό σώμα της φρουράς του Μεχμέτ, οι αρχηγοί του οποίου ήταν φίλοι του και πριν στην υπηρεσία του και απέδωσε την αποτυχία του στον Καπιτάν Πασά, τον οποίο κατηγόρησε ότι είχε δωροδοκηθεί από τον Μεχμέτ Αλή να καθυστερήσει μια προέλαση στο Κάιρο, η οποία είχε συμφωνηθεί από τον Έλφι και άλλους τέσσερις μαμελούκους μπέηδες, και η οποία εγκαταλείφθηκε ως αδύνατη λόγω της ύπαρξης του Νείλου. Τα στρατεύματα του Μουσά είχαν φιλονικήσει με τον Μεχμέτ Αλή, χωρίς όμως να αναδειχθεί κανένας σε νικητή.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.237)
    • Οι υπηρέτες των τουρκικών οικογενειών στη Θεσσαλονίκη, όπως οι kahuedji (καφετζήδες) , οι tutunji (καπνοπώλες), οι akhdji (μάγειρες), έπαιρναν περίπου 10 πιάστρες (12 αγγλικά στερλίνια) το μήνα. Ο yazji ή γραφέας έπαιρνε 30 πιάστρες. Οι Ελληνίδες υπηρέτριες στις οικογένειες των Φράγκων έπαιρναν περίπου 50 πιάστρες το χρόνο μαζί με με το ρουχισμό και την διατροφή τους. Η καλύτερη ποιότητα ψωμιού κόστιζε 15 παράδες η οκά για 2 και 3/4 λίβρες, και το πρόβειο κρέας 18 ή 20 παράδες η οκά. Το βοδινό μόνο 8 ή 10 αφού καταναλώνονταν μόνο από τους Εβραίους και τους Φράγκους. Η μέση τιμή του μεταξιού ήταν 50 πιάστρες η οκά και σχεδόν όλες οι οικογένειες εκτρέφαν μεταξοσκώληκες.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.252)
    • Ο Μπέης της Θεσσαλονίκης υποφέρει περισσότερο και από τους πιο απομακρυσμένους ιδιοκτήτες, επειδή το λαθρεμπόριο του σίτου μπορούσε να διεξαχθεί πολύ πιο εύκολα από οποιοδήποτε άλλο μέρος της ακτής.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.254)
    • Η Πύλη, αφού πείστηκε για την αποτυχία του σχεδίου, διέταξε τον Μουσά να αναλάβει τη διακυβέρνηση της Θεσσαλονίκης και τον Καπιτάν Πασά να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη με το στόλο του.Ο Μουσά έφτασε με το στόλο του μέχρι την Κω. Επιβεβαιώνει ότι οι δυνάμεις του Μεχμέτ υπολογίζονται σε 4000 Αλβανούς και 5000 άλλους και ότι είναι ανεπιθύμητος λόγω των επιθέσεων του και επειδή κατέστρεψε το εμπόριο και κανένα προϊόν από την Ερυθρά θάλασσα δεν μπορεί να περάσει την έρημο, καθώς οι έμποροι φοβούνται την λεηλασία από τον Πασά του Καΐρου.(Leake,τομ.ΙΙΙ, σ.237)
    • Από την Ειδομένη οι Θράκες κατέβηκαν την κοιλάδα του Αξιού, ώσπου έφτασαν στη μεγάλη παραθαλάσσια πεδιάδα, ανατολικά της Πέλλας. Σε εκείνο το σημείο στράφηκαν στα αριστερά, προς τη Θεσσαλονίκη.Ο Ιεροκλής συγκαταλέγει τον Ευρωπό και την Αλμωπία ανάμεσα στις πόλεις της υπατικής Μακεδονίας, μια περιφερειακή διαίρεση που περιλάμβανε τη Θεσσαλονίκη και την Πέλλα.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.444)
    • Οι κοιλάδες στην ανατολική και δυτική πλευρά διαχωρίζονται μόνο με μια οροσειρά που ενώνει το κάστρο με το όρος Χορτιάτη. Το κάστρο, όπως αυτό της Κωνσταντινούπολης, ονομάζεται Επταπύργιον, το οποίο οι Τούρκοι μετέφρασαν σε Γεντί Κουλέ, που σημαίνει οι Επτά Πύργοι. Χωρίς αμφιβολία και στα δύο μέρη το όνομα είναι προγενέστερο της τουρκικής κατάκτησης.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ. 239)
    • Σαλόνικα ονομάστηκε η πόλη από Ιταλούς και Άγγλους, από τους Τούρκους Σελανίκ, από τους Έλληνες Σαλονίκη και από τους μορφωμένους Θεσσαλονίκη. Ήταν τοποθετημένη στην κατηφοριά ενός λόφου που πρόβαλε από την άκρη του υψηλότερου σημείου του λιμανιού στην κορυφή του Θερμαϊκού κόλπου που συμπεριλαμβάνονται με τον Βαρδάρη και το Καραμπουρνάκι. Περικλείονταν από ψηλούς, λευκούς τοίχους, των οποίων το εξωτερικό περίβλημα όπως και αυτό της πόλεως έχει θέα στη θάλασσα ενώ υπάρχει μια πιο επιβλητική εμφάνιση στην προσέγγιση αυτής της πλευράς. Το σχέδιο της πόλης ομοιάζει με ημικύκλιο, του οποίου η διάμετρος διαγράφεται από ένα ψηλό τοίχο με πλευρικούς πύργους με έκταση ενός μιλίου σε μάκρος, κατά μήκος της παραθαλάσσιας ακτής, και φυλάσσεται από τρεις μεγάλους πύργους , έναν σε κάθε άκρο, και ο τρίτος να έχει θέα προς τη σκάλα ή την αποβάθρα, όπου και υπάρχει ένα μικρό προάστιο ανάμεσα στον πύργο και στην ακτή. Από την εφεύρεση της πυρίτιδος και εξής, πυροβολαρχίες προστέθηκαν στις ναυτιλιακές αμυντικές δυνάμεις στα πιο σπουδαία σημεία και ένα κάστρο κατασκευάστηκε στη δυτική γωνία της πόλης. Οι ανατολικοί και δυτικοί τοίχοι ακολουθούν τις άκρες του υψώματος όπου βρίσκεται σε κάθε πλευρά προς μια μικρή κοιλάδα που βρέχεται από ένα ποταμάκι και τερματίζει πάνω από τους τοίχους του κάστρου, το οποίο έχει διπλό περίβλημα προς την πόλη πλαισιωμένο με τετράγωνους πύργους.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.238-239)
    • Η Θεσσαλονίκη φέρει τα συνήθη χαρακτηριστικά μιας τουρκικής πόλης : Δεν δίνεται ιδιαίτερη σημασία στην καθαριότητα ή στην άνεση στους δρόμους ενώ το εξωτερικό των σπιτιών είναι σχεδιασμένο, ώστε να υποκρύπτει οποιαδήποτε ένδειξη πλούτου, ούτε μπορεί να διαμορφωθεί ορθή άποψη περί του πληθυσμού του κεντρικού τμήματος της πόλης ακόμα και από μια επίσκεψη στο παζάρι, όπου συγκεντρώνονται πλήθη κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας ενώ η υπόλοιπη πόλη είναι απομονωμένη. Τα σπίτια στο χαμηλότερο τμήμα της πόλης είναι αποκομμένα από την εξωτερική θέα λόγω των στενών δρόμων και των ψηλών τοίχων της πόλης, αλλά από πιο ψηλά μια μεγαλειώδης θέα απλώνεται: οι έξοχες κορυφογραμμές του Ολύμπου, της Όσσας και του Πηλίου που διακρίνονται πάνω από το ακρωτήριο του Καραμπουρνού, μαζί με ένα τμήμα της χερσονήσου της Χαλκιδικής προς τα νότια, ενώ προς τα δυτικά φαίνεται το απέραντο τμήμα που εκτείνεται για πενήντα μίλια προς τη Βέροια και τα Βοδενά.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.239-240)
    • Ανάμεσα στις εκκλησιαστικές αρχαιότητες, στις οποίες υπερέχει η Θεσσαλονίκη από οποιοδήποτε μέρος στην Ελλάδα, οι εκκλησίες που μόλις αναφέρθηκαν (Αγ.Σοφία, Αγ.Δημήτριος) έχουν από τους παλαιότερους άμβωνες που σώζονται. Είναι απλά τετράγωνα από ποικιλόχρωμα μάρμαρα, με μικρές αναβαθμίδες ανάμεσά τους.Ένα από αυτά τα βήματα, όπως αποκαλούνται ακόμη από τους Έλληνες, είναι στο μουσουλμανικό ναό της Παλαιάς Μητρόπολης ενώ το άλλο βρίσκεται στην αυλή της εκκλησίας του Αγίου Μηνά, η οποία ακόμη είναι κατειλημμένη από την ελληνική εκκλησία.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.243)
    • Όσον αφορά τις πόλεις της Μυγδονίας, οι οποίες κατείχαν την εύφορη πεδιάδα που συμπεριλαμβάνεται μεταξύ του Όρους Χορτιάτη και του Βαρδάρη, ο πληθυσμός τους ήταν χωρίς αμφιβολία αφομοιωμένος σε μεγάλο βαθμό από τη Θεσσαλονίκη, από την ίδρυσή της από τον Κάσσανδρο, και δεν μπορεί να περιμένει κανείς, συνεπώς, να υπάρχουν σήμερα πολλά κατάλοιπα της. Ούτε οι αρχαίες πηγές είναι επαρκείς για να καθορίσουν τον χώρο.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.450)
    • Η Θέρμη, μπορούμε να υποθέσουμε με δυσκολία ότι ήταν τόσο μεγάλη όσο η Θεσσαλονίκη και καθώς δε θα μπορούσε να είχε αφήσει το κάστρο ανοχύρωτο, προφανώς δεν εκτεινόταν τόσο μακριά όσο η θάλασσα. Οι κύριες οδοί και οι δυο κεντρικές πύλες και επακολούθως όλο το οικοδόμημα, της ρωμαϊκής Θεσσαλονίκης, αντιστοιχούσαν με εκείνα της σύγχρονης πόλης, και έχουμε μια αλάνθαστη απόδειξη με δυο αρχαίες καμάρες οι οποίες ακόμη διασχίζουν το δρόμο.Η μία αναφέρθηκε ήδη κοντά στην Πύλη του Βαρδάρη και η άλλη όχι μακριά από την αντίστοιχη πύλη στο ανατολικό τέρμα του ίδιου δρόμου. Η τελευταία, η οποία έχει δυο μικρότερες πλευρικές καμάρες προσαρτημένες σε αυτήν, τώρα κατεστραμμένες, αποτελείται από δύο αποβάθρες 14 τετραγωνικών ποδιών, από πέτρα, οι οποίες καλύπτονταν από όλες τις πλευρές με μια διπλή σειρά μορφών σε χαμηλό ανάγλυφο, αναπαριστώντας τις πολιορκίες, τις νίκες και τις μάχες ενός Ρωμαίου αυτοκράτορα.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ. 244-245)
    • O Ζώσιμος μοιάζει να υποστηρίζει την παράδοση η οποία αποδίδει αυτό το μνημείο στον Κωνσταντίνο, με την αναφορά του, ότι, όταν ο Κωνσταντίνος καθυπόταξε τους Σαρματιανούς, πήγε στη Θεσσαλονίκη, και εκεί κατασκεύασε λιμάνι.(Leake, τομ. ΙΙΙ, σ.245)
    • Δίπλα στο Γανυμήδη, στην ίδια πλευρά, είναι ένας άντρας με φρυγιανό καπέλο του οποίου τα πόδια είναι ένα κεφάλι βοδιού. Το τρίτο και τέταρτο είναι γυναικείες μορφές σε φωτεινό ύφασμα και το τελευταίο με φτερά. Στην απέναντι πλευρά, ή σε αυτή της Λήδας, οι μορφές είναι τόσο κατεστραμμένες ώστε δε μπορώ να διακρίνω τα θέματα. Το μνημείο αυτό βρίσκεται στο σπίτι ενός Εβραίου, και είναι γνωστό στην ισπανική διάλεκτο των Εβραίων με το όνομα Ινκαντάδα, ”οι Μαγεμένοι”, με την υπόθεση ότι οι μορφές είναι ανθρώπινα πλάσματα, που πέτρωσαν με την επίδραση της μαγείας. Η κεντρική του θέση και η φύση της κατασκευής στηρίζουν την ιδέα ότι συνδέεται με την αρχαία αγορά.Ο χώρος ανάμεσα στην θάλασσα και και σε τμήμα του κυρίως δρόμου, όπου βρίσκονται ”οι Μαγεμένοι” και η αψίδα του Κωνσταντίνου, λέγεται ότι καταλαμβανόταν από τον ιππόδρομο, με την υποσημείωση ότι ήταν το σκηνικό μιας ασύδοτης σφαγής των κατοίκων της Θεσσαλονίκης με διαταγή του Θεοδοσίου.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.246)
    • Σε πολλά σημεία της πόλης κυρίως στις κρήνες, εντοπίζονται νεκρικές πέτρες και ενεπίγραφοι σωροί. Όπου απαντώνται μορφές σε αυτά τα σημεία, τα κεφάλια τους έχουν καταστραφεί, ως συνήθως, από τους Τούρκους, ούτε είναι εύκολο να βρεθεί μια επιγραφή που είναι τέλεια.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.247)
    • Ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης υπολογίζεται σε 80.000 αλλά πιθανότατα δεν υπερβαίνει τις 65.000 εκ των οποίων 35.000 είναι Τούρκοι, 15.000 είναι Έλληνες και 13.000 είναι Εβραίοι ενώ οι υπόλοιποι είναι Φράγκοι και Αθίγγανοι.(Leake, τομ. ΙΙΙ, σ.248)
    • Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης προέρχονται από τις μεγαλύτερες αποικίες που βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη την εποχή της εκδίωξής τους από την Ισπανία στα τέλη του 15ου αιώνα. Όμως ένα σημαντικό τμήμα τους έγιναν Μουσουλμάνοι από εκείνη την εποχή, χωρίς να αγνοηθούν από τους Οσμανλήδες, και διαμόρφωσαν μια ξεχωριστή τάξη υπό την αίρεση των Μαμίνων. Κληρονομώντας το εβραϊκό πνεύμα της φιλαργυρίας και της εργατικότητας, είναι εύποροι και ανάμεσά τους είναι οι πιο πλούσιοι Τούρκοι της Θεσσαλονίκης. Ο Χασάν Ατζίκ, ένας υπουργός στην Κωνσταντινούπολη και ο αδερφός του, φοροσυλλέκτης στη Θεσσαλονίκη είναι Μαμίνοι. Είναι συνήθως άνθρωποι με έντονη απέχθεια στους αδρανείς, φτωχούς και σπάταλους Γενίτσαρους της κατώτερης τάξης. Πηγαίνουν τακτικά στο τζαμί και συμμορφώνονται με την θρησκεία στα εξωτερικά στοιχεία αλλά επικρίνονται από τους άλλους Τούρκους πως έχουν μυστικές συναντήσεις και τελετές με άλλους ιδιόρρυθμους, των οποίων η καλύτερη απόδειξη είναι η γνώση της ισπανικής γλώσσας. Λέγεται ότι διαχωρίζονται σε τρεις κατηγορίες, δύο εκ των οποίων δεν εμπλέκονται με την τρίτη, αλλά ούτε και η τρίτη δίνει τις κόρες της για γάμο με Οσμανλήδες. Η Πολιτεία, ή η ελληνική κοινωνία, κυβερνάται από την μητροπολιτική επισκοπή, που μαζί με τους άρχοντες καθορίζει όλες τις πολιτικές διαμάχες για τις οποίες οι Τούρκοι δεν ενδιαφέρονται, εκτός εάν οι χριστιανοί το θεωρούν σωστό να προσφύγουν στο δικαστήριο.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.249-250)
    • Μετά από πέντε ώρες από το κάστρο των Σερβίων φτάνουμε στο Λιβάδι, όνομα οξύμωρο καθώς η τοποθεσία είναι από τις πιο απότομες με πολύ λίγη πεδιάδα σε κάποια μίλια από εκεί. Η πόλη περιλαμβάνει 800 σπίτια κάτω από μια βραχώδη κορυφή στα βουνά που εκτείνονται από την παραθαλάσσια πεδιάδα της Κατερίνης στη δεξιά όχθη του Βιστρίτσα, κοντά στη Βέροια. Η πιο ψηλή κορυφή αυτών των Όρεων γίνεται ορατή ακόμα και από την Θεσσαλονίκη και αναφέρεται ως μια από τα κυριότερες κορυφές της αλυσίδας του Ολύμπου.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.334-335)
    • Το Λιβάδι είναι μια βλάχικη αποικία της αρχαίας εποχής και συχνά από τότε λέγεται βλαχο-Λίβαδο. Τα υπόλοιπα βλαχοχώρια σε αυτήν την γειτονιά είναι το Κοκκινοπλό, στη μεριά του Ολύμπου, τρεις ώρες απόσταση από εκεί προς την Τσαρίτσενα, τα Φτερά στην ίδια απόσταση προς την Κατερίνη και το Νεοχώρι ανάμεσα στα Σέρβια και το Λιβάδι σε μια υψηλή τοποθεσία στο βουνό, μια ώρα στα αριστερά του δρόμου από όπου ήρθαμε.Το Κοκκινοπλό έχει περίπου 200 σπίτια, τα Φτερά 100, και το Νεοχώριο 20 ή 30. Κοντά στα Φτερά λέγεται ότι υπήρχε ένα αρχαίο λατομείο. Αυτά τα χωριά ζουν κυρίως με την παραγωγή χοντρών μάλλινων ρούχων που λέγονται σκουτί, από τα οποία φτιάχνονται τα πανωφόρια που ονομάζονται κάππαις, στα ιταλικά κάπα, χρησιμοποιούνται εκτεταμένως στην Ελλάδα και στην Αδριατική.Το ένδυμα είναι δύο ειδών,μαύρο και άσπρο, και εσωτερικά είναι μαλλιαρό. Αποστέλεται στη Βενετία και στην Τεργέστη σε κομμάτια που λέγονται ξύλα.Οι Καλαρυτιώτες, οι οποίοι κατασκευάζουν το ίδιο είδος ενδύματος στα ίδια τους τα βουνά και των οποίων οι έμποροι κατοικούν στην Αδριατική συνηθίζουν να αγοράζουν αυτά που κατασκευάζουν οι Λιβαδιώτες και το στέλουν σε έναν έμπορο, κυρίως έναν Ενετό, στη Θεσσαλονίκη, που το στέλνει σε Καλαρυτιώτη έμπορο στην Αδριατική που χρεώνει δυόμιση πιάστρες το φόρτωμα 140 ξύλων ως αποστολή. Οι Λιβαδιώτες κάνουν ετησίως από 150 έως 200 φορτώματα. Καλλιεργούν λίγο καλαμπόκι επειδή διαθέτουν αφθονία από πρόβατα, κατσίκια, άλογα και μουλάρια. Όπως οι Καλαρυτιώτες είναι υπερήφανη για τον εξαιρετικό αέρα και το νερό της πόλης τους και είναι τόσο καλοί για το τελευταίο που κάποιες φορές κάνουν μέχρι και τρεις ώρες προκειμένου να προμηθευτούν το πιο εκλεκτό. Η λίμνη της Καστοριάς τους προμηθεύει με ψάρια προς 25 με 30 παράδες την οκά, προτιμότερα από τα ψάρια της θάλασσας που πουλιούνται στη Θεσσαλονίκη προς 45. Από την άλλη, το ψύχος είναι τόσο δριμύ το χειμώνα, ώστε οι κάτοικοι ορισμένες φορές αποκλείονται στα σπίτια τους από το χιόνι για αρκετές ημέρες και εξαναγκάζονται να πίνουν λιωμένο χιόνι καθώς δεν είναι δυνατή η πρόσβαση στα πηγάδια και στις πηγές τους. Υπάρχει τώρα ένας μεγάλος παγετός, και μας φάνηκε πολύ δύσκολο να σύρουμε τα φορτωμένα άλογά μας στους απότομους και ολισθηρούς δρόμους. Η θέα του Ολύμπου από εκεί είναι μαγευτική. Αλλά το πιο ψηλό σημείο, η ευθεία απόσταση είναι δέκα ή δώδεκα μίλια, δεν φαίνεται, και ο ίδιος αριθμός ωρών απαιτείται ακόμα και το καλοκαίρι για να το προσεγγίσεις. Η πορεία περνάει από το Κοκκινοπλό που βρίσκεται σε γκρεμό, λίγο πάνω από την πεδιάδα. Η πόλη πληρώνει 200 βαλάντια σε συνεισφορές. Ο οικοδεσπότης μου, ένας από τους αρχιεπισκόπους, έχει ήδη εκταμιεύσει 800 γρόσια αυτό το χρόνο και περιμένει και περαιτέρω ζήτηση. Έξω από την πόλη βρίσκεται ένα μνημείο ενός Αλβανού οπλαρχηγού, που σκοτώθηκε σε μάχη έναντι των κλεφτών του Ολύμπου πριν τριάντα χρόνια περίπου.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.335-336)
    • Ο Κισσός ήταν βουνό (υπήρχε και πόλη με την ίδια ονομασία) το οποίο σε μια σύγκριση του Ξενοφώντα και του Λυκόφρων φαίνεται να ταυτίζεται με το Χορτιάτη, που το αναφέρουν να είναι μεταξύ των βουνών τα οποία παρείχαν θηράματα. Ο τελευταίος το περιγράφει σαν μια ψηλή κορυφή όχι μακριά από το Rhaecelus, το οποίο εμφανίζεται από το Λυκόφρων να είναι το όνομα του ακρωτηρίου όπου ο Αινείας ίδρυσε την πόλη του. (Xenoph. de Venat. c. 11.- Lycophr.v. 1236, v.sup.). Δεν μπορώ να κατανοήσω μάλιστα, αν οι Φράγκοι έμποροι ή πρόξενοι, όπου τα εξοχικά σπίτια των περισσότερων εξ αυτών βρίσκονταν στο βουνό Χορτιάτη ή κοντά σε αυτό, ή αν τα χωριά κοντά σε αυτό , ποτέ αναστατώθηκαν από τους φοβερούς κατοίκους του βουνού Κισσός που απαριθμούνται από τον Ξενοφών, όπως λιοντάρι, πάρδαλις, πάνθηρας και αρκούδα. Αλλά ο Χορτιάτης είναι το μοναδικό ψηλό βουνό σε μια μέτρια απόσταση από την πλευρά της Αινείας από την οποία μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ήταν τα λημέρια αυτών των ζώων. Το ότι η πόλη Κισσσός δεν ήταν μακριά από τη Θεσσαλονίκη, γίνεται προφανές από το ότι είχε συνεισφέρει μαζί με την Αινεία και τη Χαλάστρα στο να κατοικηθεί η Θεσσαλονίκη. (Strabo (Epit.1.7) p.330. -Dionys.Hal. 1.1, c.49.)(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.454)
    • Δεν υπάρχει δυσκολία να αντιληφθούμε ότι, όταν η Χαλκιδική ήταν υπόδουλη στη Ρώμη για τρεις και τέσσερις αιώνες η τοπογραφία της χώρας θα έπρεπε να διαφέρει από αυτήν που διατήρησε την εποχή της ελευθερίας της. Ο Πτολεμαίος έχει διαχωρίσει όλη την χερσόνησο σε δύο μέρη, στη Χαλκιδική και στην Παραλία. Έτσι διαβάζω τη λέξη που σε όλα τα εκτυπωμένα αντίγραφα των έργων του είναι η Παράξια. Η Παραλία περιλάμβανε όλη την παραθαλάσσια περιοχή ανάμεσα στον Κόλπο της Θεσσαλονίκης και την Δέρις, το ακρωτήριο της Σιθωνίας. Για αυτό το λόγο η δυτική ακτή της Σιθωνίας είχε περιληφθεί τότε στην Παραλία και η ανατολική στην Χαλκιδική, μαζί με την Άκανθο, όλη την χερσόνησο της Ακτής, και όλη την παραθαλάσσια περιοχή που περιλαμβάνεται στον Στρυμονικό Κόλπο, τόσο βόρεια μέχρι τον Βρωμίσκο, με εξαίρεση τα Στάγειρα.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.460)
    • Η Αγία Σοφία είναι μουσουλμανικός ναός, όπως λέγεται από τους Τούρκους και όπως ο φημισμένος ομώνυμος ναός στην Κωνσταντινούπολη ήταν και αυτή αφιερωμένη στη Θεϊκή Σοφία. Οι ‘Ελληνες ισχυρίζονται ότιι χτίστηκε από τον αρχιτέκτονα της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινούπολης.Τουλάχιστον το σχέδιό της είναι παρόμοιο, με ελληνικής τεχνοτροπίας σταυρό και οκτάστηλη στοά πριν από την θύρα και θόλο στο κέντρο, με μωσαϊκό που απεικονίζει διάφορα αντικείμενα -τα περισσότερα κατεστραμμένα.Ενδιάμεσα διακρίνονται διάφοροι άγιοι και φοινικόδεντρα.Οι Τούρκοι αντίθετα με τη συνήθειά τους να καταστρέφουν ή τουλάχιστον να επικαλύπτουν με στρώμα γύψου τις μορφές στις ελληνικές εκκλησίες που έχουν μετατρέψει σε τζαμιά, έχουν επιτρέψει σε όλες τις μορφές της Αγίας Σοφίας να διατηρηθούν , με εξαίρεση ένα κεντρικό τμήμα που αντικατέστησαν με αραβική επιγραφή ενώ έχω εντυπωσιαστεί από ένα τεράστιο ανθρώπινο πρόσωπο που κοιτά προς τα κάτω, όπως συχνά έχω παρατηρήσει σε ελληνικούς ναούς, και το οποίο επιγράφεται “Παντοκράτωρ”. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 241-242)
    • Ανάμεσα στις εκκλησιαστικές αρχαιότητες, στις οποίες υπερέχει η Θεσσαλονίκη σε σχέση με οποιοδήποτε μέρος στην Ελλάδα, οι εκκλησίες που αναφέρθηκαν έχουν από τους παλαιότερους άμβωνες που σώζονται. Είναι απλά τετράγωνα από ποικιλόχρωμα μάρμαρα, με μικρές αναβαθμίδες ανάμεσά τους.Ένα από αυτά τα “βήματα”, όπως αποκαλούνται ακόμη από τους Έλληνες,βρίσκονται στο μουσουλμανικό ναό της Παλαιάς Μητρόπολης ενώ το άλλο βρίσκεται στην αυλή της εκκλησίας του Αγίου Μηνά, η οποία ακόμη υπάγεται στην Ελληνική εκκλησία. Ανάμεσα στα ερείπια των παγανιστικών χρόνων, μπορούν να μνημονευθούν ίσως κάποια μικρά τμήματα των τειχών, για τα οποία έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, ακολουθώντας τη γραμμή και τους τρόπους θεμελίωσης του οικοδομήματος του Κασσάνδρου και όντας στη γενική κατασκευή πιο ψηλό και πιο συμπαγές από τα οθωμανικά κτίσματα, ότι αποτελείται στο μεγαλύτερο τμήμα του από αλλεπάλληλα στρώματα επιδιόρθωσης με βάση τη μακεδονική τεχνοτροπία πριν τη ρωμαϊκή κατάκτηση. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 243-244)
    • Το Εσκί Τζουμά ή Παλαιά Παρασκευή, είναι το όνομα ενός άλλου μουσουλμανικού ναού, η τοιχοδομία και το αρχιτεκτονικό στυλ ενός μεγάλου τμήματος του οποίου φανερώνει ότι ήταν κάποτε κτίριο ίδιας παλαιότητας όπως η Μητρόπολη ή ίσως ακόμη παλαιότερο.Όμως οι επιδιορθώσεις και οι αναπαλαιώσεις που δέχτηκε για την μετατροπή του σε εκκλησία και έπειτα σε τζαμί καθιστούν αδύνατη την αποτύπωση του παλαιού σχεδίου.Θεωρείται ότι ήταν ναός της Αφροδίτης.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 241)
    • Ο Άγιος Δημήτριος είναι μια μεγάλη εκκλησία με τριπλό κλίτος που στηρίζεται σε διπλή σειρά κιόνων διαφορετικών ειδών και ποικιλόχρωμων μαρμάρων που μοιάζει πολύ με παλιό λατινικό ναό όπως αυτοί στην Ιταλία, στη Σικελία και στoυς Αγίους Τόπους.Πιθανότατα έχει κατασκευαστεί από τους Λατίνους με την κατοχή της Θεσσαλονίκης τον 13ο αιώνα.Στο εσωτερικό του ναού μια επιτύμβια στήλη ξεχωρίζει στον τοίχο,η οποία προσομοιάζει με πολλά παρόμοια μνημεία της Χριστιανοσύνης, σε συνήθη μορφή και αναπαριστά ένα παρεμβαλλόμενο αρχιτεκτονικό στοιχείο που στεφανώνεται από ένα αέτωμα.Είναι στολισμένος με λουλούδια και μέσα στον ναό υπάρχει επιγραφή με εικοσιδύο ελληνικούς ιαμβικούς στίχους προς τιμή του Λουκά Σπαντουνή, ο οποίος περιγράφεται ως απόγονος του Βυζαντίου και των Ελλήνων και ο οποίος απεβίωσε το έτος 6989 ή 1481, όπου φαίνεται ότι οι Τούρκοι δεν στέρησαν από τους Έλληνες την εκκλησία του Αγ.Δημητρίου μετά την κατάκτηση της Θεσσαλονίκης.Ο σύγχρονος ποιητής, για να κάνει την ελληνική του προσπάθεια πιο ολοκληρωμένη, μιμήθηκε το αρχαίο χαρακτηριστικό και απέφυγε τη διαίρεση των λέξεων. Η λέξη “οία” δείχνει ότι είναι μια γυναίκα που πενθεί για το χαμό του Σπαντουνή. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σσ. 242-243)
    • Ο Λίβιος αναφέρεται σε μια Αντιγόνεια του Κρούσιου ανάμεσα στην Αινεία και στην Παλλήνη. Ήταν πιθανώς, μια από τις πόλεις της ακτής αυτής, που αναφέρει ο Ηρόδοτος, που ανακαινίστηκε υπό ενός εκ των Αντιγονιδών. Ο Πτολεμαίος την ονομάζει Ψάφαρα, πιθανώς με σκοπό να την διαχωρίσει με αυτόν τον τρόπο από μια άλλη μακεδονική Αντιγόνεια στο δρόμο από τα Στενά του Αξιού προς τους Στόβους. Καθώς ο Μόρυλλος τοποθετείται από τον Πτολεμαίο μαζί με την Αντιγόνεια-Ψάφαρα στην Παραλία και τα ονόματά τους δεν βρίσκονται στον περίπλου του στόλου του Ξέρξη, ήταν μάλλον τοποθεσίες στον Κόλπο της Θεσσαλονίκης, ανάμεσα στην πόλη και το ακρωτήριο Αίνειο ή Καραμπουρνού. Ο Πτολεμαίος δεν παρατήρησε ούτε αυτό το ακρωτήριο ούτε την πόλη Αινεία. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σσ. 460-461)
    • Οι πόλεις της Κρουσίδος ήταν η Λίπαξος, η Κώμβρεια, η Λίσσαι, η Γίγωνος, η Κάμσα, η Σμίλα και η Αινεία. Από αυτές, η Γίγωνος και η Αινεία αναφέρονται από τους τελευταίους συγγραφείς: από την Αινεία, σώζονται νομίσματα τα οποία σχετίζονται με την υποτιθέμενη ίδρυση της πόλης από τον Αινεία μετά τον Τρωϊκό πόλεμο. Η θέση και των δύο, της Γίγωνος και της Αινείας, πιθανότατα βρισκόταν κοντά σε δύο ακρωτήρια και από εκεί δεν υπήρχε κανένα άλλο αξιόλογο ακρωτήριο, εκτός από το Μικρό Καραμπουρνού και το Μεγάλο Καραμπουρνού και το ακρωτήριο της Επανομής. Το πρώτο από αυτά βρισκόταν πολύ κοντά στη Θεσσαλονίκη. Από τα δύο άλλα, το Μεγάλο Καραμπουρνού που βρισκόταν σε απόσταση 10 μίλια μακριά σε άμεση απόσταση από τη Θεσσαλονίκη, φαίνεται να ταυτίζεται επαρκώς από αυτή τη συνθήκη με το Ακτρωτήριο Αίνειο, όπως πληροφορούμαστε από το Λίβιο, ότι η πόλη Αινεία βρισκόταν 15 ρωμαϊκά χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη. Προσθέτει επίσης, ότι ήταν απέναντι από την Πύδνα, το οποίο, εάν αληθεύει, θα μπορούσε να αποδειχθεί ένα λάθος στην απόσταση που μόλις δηλώθηκε καθώς οι δύο ορισμοί είναι αντιφατικοί και μας οδηγούν στη τοποθεσία Αινεία και στο Ακρωτήριο Αίνειο της Επανομής, το οποίο είναι σχεδόν απέναντι από την πλευρά της Πύδνας. Είναι προφανές, επίσης, από τη σειρά των ονομάτων στον Ηρόδοτο, ότι η Γίγωνος ήταν το νοτιότερο από τα δύο ακρωτήρια, και από ένα άλλο γεγονός που σημειώνεται στην ιστορία, ότι αυτή η τοποθεσία βρισκόταν κοντά σε εκείνη της Επανομής. Μαθαίνουμε από το Θουκυδίδη ότι τη χρονιά πριν την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου, μια Αθηναϊκή δύναμη η οποία είχε επιστρατευθεί για να κινηθεί εναντίον του Περδίκα βάδισε μέσα σε τρεις μέρες από την Βέροια στη Γίγωνο, από όπου και προχώρησε εναντίον της Ποτίδαιας. Η Γίγωνος, επομένως, δεν ήταν παρά μιας συνηθισμένης ημέρας διαδρομή από την Ποτίδαια, κάτι που δύσκολα θα μπορούσε να λεχθεί για το Καραμπουρνού, ενώ αν τοποθετήσουμε τη Γίγωνο στην Επανομή, έχουμε τέσσερις μέρες πορεία από 20 μίλια την ημέρα, τη δεύτερη για Θεσσαλονίκη και τη τρίτη για Επανομή. Ο Στέφανος επίσης, υποστηρίζει ότι η νοτιότερη τοποθεσία της Γιγώνου εκτιμάται ότι περιορίζεται στο έδαφος της Παλλήνης, πράγμα το οποίο ήταν πιθανότατα πραγματικότητα στα νεότερα χρόνια, όταν οι ενδιάμεσες τοποθεσίες αναφέρονται από τον Ηρόδοτο να έχουν πέσει σε παρακμή, η παραθαλάσσια περιοχή ήταν χωρισμένη μεταξύ της Αινείας, της Γιγώνου και της Κασσάνδρειας. Ωστόσο, θέλοντας να ξεκαθαρίσω τα λόγια του Λίβιου “απέναντι από την Πύδνα”, η Αινεία βρίσκεται στο νοτιότερο παρά στο ανατολικότερο άκρο του Ακρωτηρίου Καραμπουρνού, η αμέσως προηγούμενη καλύτερη απάντηση σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα 15 μίλια από τη Θεσσαλονίκη. (Leake, τομ. III, σσ. 451-452)
    • Από την αντίθετη πλευρά του κόλπου είναι ορατή η Θεσσαλονίκη, το ακρωτήριο Καραμπουρνού, το όρος Χορτιάτη και μια σειρά από βουνά, που φαίνεται να σχηματίζουν μια οροσειρά από την δεύτερη κορυφή ως το ακρωτήριο της Παλλήνης. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 407)
    • Το ακρωτήριο Καραμπουρνού είναι ακριβώς απέναντι από το ακρωτήριο Καρασμάκ. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 437)
    • Οι βράχοι του Καραμπουρνού εκτείνονται για τρία ή τέσσερα μίλια. Το ακρωτήριο, ως προς τη θέση της πόλης της Θεσσαλονίκης, είναι το δυτικότερο σημείο. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, στηριζόμενος σε προγενέστερους Έλληνες συγγραφείς, υποστηρίζει ότι αυτό το σημείο ήταν η βάση ενός ναού της Αφροδίτης, ο οποίος κατασκευάστηκε από τον Αινεία. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 438)

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

    • Το Μπεχ Τσινάρ είναι περιοχή της Θεσσαλονίκης. Μιάμιση λεύγα από την πόλη βρίσκεται το χωριό Χαρμάν ή Χαρμάνκιοϊ.(Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.107)
    • Δύο λεύγες πιο κάτω από τη Θεσσαλονίκη εκβάλλει ο ποταμός Εχέδωρος.(Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.108)
    • Δυόμιση λεύγες από τη Θεσσαλονίκη συναντάμε τον Τεκελή, τον πρώτο Μεντζίλ-χανέ ή σταθμό ανεφοδιασμού, ενώ σε απόσταση τρεισήμισι λεύγων βρίσκεται το χωριό Νταουντπμάλ. Πίσω από την πόλη υπάρχουν πολλοί τύμβοι, όπου θα μπορούσε κάποιος να κάνει ανασκαφές χωρίς να τον αντιληφθούν ή να τον ενοχλήσουν.(Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.109)
    • Η Νάουσα απέχει δύο ώρες από την Θεσσαλονίκη.(Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.110)
    • Η Θεσσαλονίκη απέχει επτά λεύγες από την Πέλλα.(Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.113)

    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    • Η Θεσσαλονίκη ήταν σπουδαίο μέρος ακόμα και όταν λεγόταν Θέρμη. Στη διάρκεια της πορείας του ο Ξέρξης έκανε εδώ στάση για να ξεκουραστεί, στρατοπεδεύοντας μεταξύ Θέρμης και Αξιού (Βαρδάρη) ενώ τα πλοία του περιπολούσαν στον Θερμαϊκό κόλπο. Η θέα του Ολύμπου και της Όσσας ήταν αυτή που τον δελέασε να εξερευνήσει τον ρου του Πηνειού. Λίγο πριν την έκρηξη του Πελοποννησιακού πολέμου η Θέρμη καταλήφθηκε από τους Αθηναίους, ύστερα όμως από δύο χρόνια παραδόθηκε στον Περδίκκα. Την ξαναέχτισε ο Κάσσανδρος και την ονόμασε Θεσσαλονίκη προς τιμήν της γυναίκας του που ήταν αδερφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
      Μετά τη μάχη της Πύδνας η πόλη παραδόθηκε στους Ρωμαίους κι έγινε πρωτεύουσα του δεύτερου από τα τέσσερα διαμερίσματα της Μακεδονίας. Όταν όλη η Μακεδονία έγινε μια επαρχία, η Θεσσαλονίκη ήταν η σπουδαιότερη πόλη της και ουσιαστικά έγινε μητρόπολή της παρόλο που έτσι ονομάστηκε αργότερα. Τους τρεις πρώτους αιώνες μετά την εμφάνιση του Χριστού ήταν πρωτεύουσα όλης της περιοχής μεταξύ της Αδριατικής και της Μαύρης Θάλασσας, αλλά και μετά την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης παρέμεινε στην πραγματικότητα μητρόπολη της Ελλάδας, της Μαγνησίας και της Ιλλυρίας. Ήταν ο κυριότερος σταθμός της Εγνατίας οδού.
      Όταν ο Κικέρων εξορίστηκε για δεύτερη φορά κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη με το φίλο του Καίστορα και από εκεί έγραψε μερικά από τα σωζόμενα γράμματά του.
      Στη διάρκεια του δευτέρου εμφυλίου πολέμου η πόλη πήγε με το μέρος του Οκταβίου και του Αντωνίου και το κέρδος της ήταν ότι έγινε ελεύθερη πόλη. Ο Κωνσταντίνος πέρασε από εκεί λίγο καιρό αφού νίκησε τους Σαρμάτες και είναι πολύ πιθανό η αψίδα στην ανατολική είσοδο της πόλης να έγινε σαν ανάμνηση αυτής της νίκης.
      Η πρώτη απ’τις τρομερές εκείνες σφαγές, για τις οποίες η Θεσσαλονίκη έβγαλε όνομα, έλαβε χώρα τον καιρό του Θεοδοσίου, του τελευταίου αυτοκράτορα που ήταν ο μοναδικός κυρίαρχος σε όλη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Παρόλο που ήταν ένθερμος οπαδός του Χριστιανισμού και οι τότε συγγραφείς τον είχαν εξυμνήσει σαν πρίγκιπα προικισμένο με κάθε αρετή, η μετριοπάθεια και η καλοσύνη του έλειψαν τελείως σε αυτή την περίπτωση.
      Για να καταπνίξει ένα κίνημα του λαού για χάρη ενός αρματοδρόμου που ήταν πολύ δημοφιλής και που είχε συλληφθεί με διαταγή του αυτοκράτορα συγκέντρωσε τους κατοίκους στον Ιππόδρομο για να παρακολουθήσουν δήθεν τους αγώνες και στη συνέχεια διέταξε να σφαγούν χωρίς έλεος και χωρίς διάκριση ηλικίας ή φύλου επτά χιλιάδες άτομα.Τον Μεσαίωνα η Θεσσαλονίκη καταλήφθηκε τρεις φορές. Τον Ιούλιο του 904 ο στόλος των Σαρακηνών εμφανίστηκε μπροστά στην πόλη και την κυρίευσε ύστερα από μάχες λίγων ημερών. Η σφαγή των κατοίκων ήταν φοβερή και αμέτρητοι πουλήθηκαν σε διάφορα δουλοπάζαρα της Ανατολής. Τα δημόσια κτίρια σώθηκαν από ολοκληρωτική καταστροφή μόνο όταν καταβλήθηκαν υπέρογκα λύτρα. Τα γεγονότα αυτά τα διηγήθηκε ο Ιωάννης Καμενιάτης που ήταν ραβδούχος του αρχιεπισκόπου.Η επόμενη μεγάλη καταστροφή της Θεσσαλονίκης έγινε από τους Νορμανδούς της Σικελίας. Ο στόλος του Ταγκρέδου έκανε το γύρο του Μοριά και έφτασε στον Θερμαϊκό κόλπο ενώ μία στρατιά ξεκίνησε από το Δυρράχιο παίρνοντας την Εγνατία Οδό. Η Θεσσαλονίκη καταλήφθηκε στις 15 Αυγούστου του 1185 και οι Λατίνοι φέρθηκαν απέναντι στους Έλληνες με απάνθρωπο τρόπο, βεβήλωσαν τους βωμούς και τους τάφους και τιμώρησαν τους κατοίκους με τέτοια βαρβαρότητα και αγριότητα που δεν είχε προηγούμενο. Ο διάσημος Ευστάθιος, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης εκείνη την εποχή, εξιστόρησε την κατάληψη της πόλης λένε πως ήταν αναμφίβολα ο πιο μορφωμένος άνθρωπος στα χρόνια του και ανεκτίμητος σχολιαστής της Ιλιάδας και της Οδύσσειας.Αμέσως μετά από αυτή την περίοδο, ακολουθεί η παράξενη ιστορία της δυτικής φεουδαρχίας με τον Βονιφάτιο, μαρκήσιο του Μονφερρά, και τους διαδόχους του στη διάρκεια του πρώτου μισού του 13ου αιώνα. Η πόλη βρέθηκε πάλι κάτω από λατινική κυριαρχία (έχοντας πουληθεί από τον Έλληνα αυτοκράτορα στους Ενετούς), όταν το 1430 καταλήφθηκε τελικά από τους Τούρκους με επικεφαλής τον Μουράτ Β’. (Walker,σ. 21-23)
    • Εκκλησιαστική ιστορία της Θεσσαλονίκης: Ο Χριστιανισμός μόλις σταθεροποιήθηκε στην πόλη εξαπλώθηκε προς όλες τις κατευθύνσεις εξαιτίας των εμπορικών σχέσεων της πόλης. Τους επόμενους αιώνες αποτέλεσε το προπύργιο όχι μόνο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αλλά και της Χριστιανοσύνης της Ανατολής και έπαιξε μεγάλο ρόλο στον προσηλυτισμό των Σλάβων και των Βουλγάρων. Έτσι την ονόμασαν Ορθόδοξη Πόλη.(Walker,σ. 23)
    • Η Θεσσαλονίκη, που οι Έλληνες τη λένε Σαλονίκη και οι Τούρκοι Σελανίκ, είναι η σπουδαιότερη πόλη της Ευρωπαϊκής Τουρκίας μετά την Κωνσταντινούπολη. Είναι το ίδιο αξιόλογη και για τις φριχτές τραγωδίες που έλαβαν εκεί χώρα στο παρελθόν αλλά και για την άνεση με την οποία, χάρη στη θέση της που τόσο ευνοεί το εμπόριο και τη ναυτιλία, μπόρεσε και πάλι να ορθοποδήσει ύστερα από τις συμφορές της. (Walker,σ. 23)
    • Ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης είναι ένα μωσαϊκό από εθνότητες και γλώσσες όπως και στις περισσότερες ανατολίτικες πόλεις, αποτελείται κυρίως από Τούρκους, Εβραίους και Έλληνες καθώς και πολλούς άλλους από τις γειτονικές χώρες: Αλβανούς, Βουλγάρους, Βλάχους, Ιόνιους, βουνίσιους από την Πίνδο και νησιώτες από το διπλανό αρχιπέλαγος, μερικούς Ευρωπαίους (και η ονομασία αυτή αναφέρεται στις αγγλικές, γαλλικές, γερμανικές και τις άλλες «φραγκικές» κοινότητες) και έναν σεβαστό αριθμό από τσιγγάνους ή γύφτους που δεν είναι νομάδες αλλά έχουν εγκατασταθεί στη συνοικία της πόλης που ορίστηκε γι’αυτούς• είναι οι αναγνωρισμένοι σιδεράδες και γανωτήδες. Ένας παράξενος όμως λαός, οι Αρμένιοι, που τους βρίσκουμε σε μεγάλο αριθμό στη Κωνσταντινούπολη, στην Προύσα και γενικά σε όλη την Ανατολή, δεν φαίνεται να έχουν μεταναστεύσει ομαδικά μέχρι εδώ. (Walker,σ. 31)
    • Τα τείχη της Θεσσαλονίκης έχουν έκταση οκτώ χιλιόμετρα από τα οποία το ενάμισι περίπου είναι δίπλα στην ακτή. Σε πολλά μέρη φαίνονται μαρμάρινες πλάκες και ταφόπλακες. Λέγεται ότι σε μία από τις πολιορκίες οι κάτοικοι της πόλης ανάγκασαν τους Εβραίους να ξηλώσουν τις ταφόπλακες από τα μνήματά τους για να χρησιμοποιηθούν στην επισκευή των τειχών. Ο μεγάλος στρογγυλός πύργος στην νοτιοανατολική άκρη, κοντά στη Καλαμαριά, λέγεται μπαρουταποθήκη. (Walker,σ. 36)

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Ποταμός Εριγών

    Παλαιό Όνομα : Ποταμός Εριγών
    Δήμος :

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Στα μισά της κατάβασής μας [από τη Ρέσνα για Μοναστήρι] σταθήκαμε για τη νύχτα στο μεγαλύτερο από τα χωριά αυτά, το Κοσάνι. Ανακαλύπτουμε ξαφνικά στο βάθος μιας γούβας, στην όχθη ενός παραπόταμου του Καρασού, τη Σεμνίτσα, το χωριό αυτό των ξωμάχων, τριγυρισμένο από σπαρμένα, γεμάτο βουβάλια και αραμπάδες.
      (Berard, σ.171)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]

  • Ο Στρυμώνας, ο Εριγών και ο Νέστος ονομάστηκαν από τους Τούρκους Καρά-σου που σημαίνει μαύρο νερό. Οι Βούλγαροι που κατοικούν κοντά στις όχθες του Στρυμόνα ονομάζουν το ποτάμι «Στρούμα». Η συγγένεια των λέξεων είναι φανερή. Ο συγγραφέας Αντίγονος Καρύστιος κάνει λόγο για ένα ποτάμι με το όνομα Πόντος που βρίσκεται κοντά στη χώρα των Αγριάνων. (Cousinery, τομ.Ι, σ. 208)
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]

  • Όταν κάποιος πορεύεται την κοιλάδα του Αξιού, βρίσκει σε απόσταση 4 ωρών, δίπλα από τη συμβολή αυτού του ποταμού με την Τσέρνα Ρέκα (στα αρχαία χρόνια ονομαζόταν Εριγώνας), τα ερείπια των Στόβων (βουλγαρικά Πούστο Γράδσκο) που ανακαλύφθηκε το 1861 από το Heuzey. (Isambert,τόμ.Ι,σ.33)
  • [/tab]
    [tab name=’Leake’]

  • Στις πηγές του Εριγώνα, υπήρχε ένα τμήμα της Παιονίας, το οποίο ήταν ενωμένο με την ηγεμονία της Μακεδονίας πριν τους μακεδονικούς πολέμους με την Ρώμη.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 307)
  • Η Παιονία εκτεινόταν έως τους Δενθηλήτες και τους Μαίδες της Θράκης και έως τους Δάρδανους,Πενέστες και Δασσαρέτες της Ιλλυρίας συμπεριλαμβανομένων καιι των διαφόρων φυλών που καταλάμβαναν την άνω κοιλάδα του Εριγώνος, του Αξιού, του Στρυμώνος και του Αγγίτη ποταμού μαζί με τις Σέρρες.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 306)
  • Οι πεδιάδες διαβρέχονται από τους παραπόταμους του Εριγώνα ή τα παρακλάδια του Αξιού ενώ o βουλγάρικος όρος είναι Τσέρνα και ο τούρκικος είναι Καρασού.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 275)
  • Οι Ρωμαίοι άρχισαν να στρατοπεδεύουν στον ποταμό Όσφαγο, καθώς ο Φίλιππος οχυρώθηκε σε μικρή απόσταση από τις όχθες του Εριγώνα, όταν βλέποντας ότι οι Ρωμαίοι σκόπευαν να διασχίσουν τα βουνά προς την Εορδαία, υποχώρησε και οχύρωσε τα περάσματα με δέντρα, πέτρες, τάφρους και αναχώματα. Αλλά από αυτά τα έργα αποκόμισε μικρό όφελος.Αυτή η αφήγηση, αποσπασμένη αναμφίβολα από τον Πολύβιο δείχνει ξεκάθαρα ότι ένας περιηγητής ελπίζει να προσδιορίσει την θέση της πρώτης στρατοπέδευσης του Σουλπικίου όπως και αυτή του Οκτάλοφου αλλά και να προσδιορίσει τα παρακλάδια του Εριγώνος, δηλαδή τον Βίβο και τον Όσφαγο και ίσως να εξακριβώσει τις τοποθεσίες της Πλουβίνας, του Βρυάνιουκαι των Στύβερρων.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 310)
  • Παρόλο που η Λυχνίδα, η Ηράκλεια και η Έδεσσα στην Κανδαβία οδό, όπως περιγράφει και ο Πολύβιος, εξακολουθούσαν να είναι τα τρία κύρια σημεία μεταξύ Δυρραχίου και Θεσσαλονίκης (η φύση στην πραγματικότητα είχε τραβήξει την γραμμή στην κοιλάδα του Γενουσού ποταμού, ξεκινώντας από την παραθαλάσσια χώρα της Ιλλυρίας και διεισδύοντας στο όρος Κανδαβία στην ίδια ανατολική κατεύθυνση προς την οποία η κοιλάδα στον ποταμό της Έδεσσας απολήγει στις πεδιάδες της Κάτω Μακεδονίας) φαίνεται να ήταν επιλογή των διαδρομών πάνω από τις βουνοκορφές οι οποίες περιέκλειαν τα σύνορα της Ιλλυρίας και της Μακεδονίας και οι οποίες διαχώριζαν την λίμνη της Λυχνιδούς από τις κοιλάδες που βρέχονταν από τον Εριγώνα και τις διακλαδώσεις του.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 312)
  • Η Νίκαια,η Παρεμβολή και η Ηράκλεια διαμόρφωναν ένα τρίγωνο του οποίου οι πλευρές είχαν 8,11 και 12 μίλια μήκος.Η βόρεια πορεία από την Λυχνιδό κλίνει προς την Νίκαια ή τον Οκτάλοφο και οι δύο νότιες προς την Παρεμβολή ή τα Κάστρα στον ποταμό Βίβο. Αυτός ήταν προφανώς ο νότιος παραπόταμος του Εριγώνα, κοντά στην εκροή για την οποία ίσως μέσα στις πεδιάδες της Ηράκλειας πρέπει να ψάξουμε και πιο κοντά στις πηγές του η πόλη της Βεύης.Στην διαδρομή που περιγράφει ο Πολύβιος μέσω του Πυλώνος, τα ονόματα που αναφέρει είναι από πολύ νεότερες εποχές από αυτές που αναφέρονται στα Οδοιπορικά,είναι δε πολύ πιθανό ότι η πρώτη διαδρομή ίσως να συμπίπτει με την τελευταία παρά τη διαφορά στα ονόματα.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 314)
  • Πολλά ίχνη αρχαίων κτιρίων της ρωμαϊκής εποχής υπάρχουν για τα οποία υποθέτουν οι ντόπιοι ότι ανήκαν σε μια πόλη που λεγόταν Τρίπολις, μια παράδοση που ταιριάζει με την ύπαρξη μιας Τριπολίτιδας της Πελαγονίας, όπως μαρτυρείται από τον Στράβωνα και που δεν έρχεται σε αντίθεση με την ταυτότητα της Τρίπολης με την πόλη Πελαγονία του Λίβιου, καθώς είναι πολύ εύκολο να κατανοήσουμε ότι μετά την παρακμή των δύο πόλεων της Τριπολίτιδας -και ο Στράβων επιβεβαιώνει ότι όλες οι πόλεις στον Εριγώνα, συμπεριλαμβανομένων και των Στύβερρων, ήταν ερείπια στην εποχή του- η πόλη που επέζησε ίσως έγινε γνωστή με το όνομα Τρίπολις, επειδή σχηματίστηκε από τις τρεις προηγούμενες πόλεις ενώ ήταν επίσης συχνά γνωστή με το όνομα της περιοχής: Πελαγονία.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 320)
  • Τα Στύβερρα φαίνεται ότι ήταν κοντά στον Πρίλεπο, τον οποίο οι Τούρκοι αποκαλούσαν Πίρλεπο και την Πλουβίνα, ανάμεσα στα Στύβερρα και το Βρυάνιο το οποίο δεν ήταν μακριά από τα περάσματα που οδηγούσαν στην Εορδαία.Εάν ο Στράβων έχει δίκιο να θεωρεί τις Αλκομενές ως μια πόλη στον Εριγώνα, η τοποθεσία της φαίνεται να ήταν πάνω από το Βρυάνιο, επειδή κάτω από αυτήν την πόλη ή ανάμεσα σε αυτήν και στην συμβολή του Εριγώνα με τον Αξιό , το Συνοπτικό Οδοιπορικό δείχνει ότι πρέπει να τοποθετήσουμε τον Ευριστό και την πόλη των Στόβων.Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος συγκαταριθμεί και τις δύο αυτές πόλεις στην Πελαγονία ενώ άλλες πηγές θεωρούν τους Στόβους ως πόλη της Παιονίας.Αλλά αυτές και κάποιες άλλες αντιφατικές μαρτυρίες συμπίπτουν, εάν δεχτούμε ότι η Δευρίοπος θεωρήθηκε μερικές φορές ως υποδιαίρεση της Πελαγονίας και η τελευταία τμήμα της Παιονίας.(Leake,τομ.ΙΙΙ, σ. 322)
  • Ο Λάγκαρος, βασιλιάς των Αγριάνων, αφού ματαίωσε το τελευταίο σχέδιο της εισβολής στην χώρα των Αυταριατών, μπόρεσε ο Αλέξανδρος να προελάσει χωρίς διακοπή παρά τον Εριγώνα ποταμό και από εκεί στο Πήλιο, όπου εκεί κοντά οι Ιλλυριοί είχαν στρατοπεδεύσει.Χωρίς την σύγκριση που προσέφερε η περιγραφή του Λιβίου των ενεργειών του Σουλπικίου, μπορεί να υποτεθεί από τα στοιχεία που παραθέτει ο Αρριανός, ότι το Πήλιο δεν ήταν μακριά από τον Εριγώνα ή ότι το όνομα Εορδαϊκός οδηγεί πιθανόν στην εντύπωση ότι το Πήλιο βρισκόταν στην Εορδαία.Είναι ξεκάθαρο παρ’όλα αυτά, ότι το Πήλιο δεν ήταν μακριά από τα βουνά των Ταυλαντίων, μια φυλή που κατοικούσε στις κοιλάδες της δυτικής ακτής.Από την άλλη μπορεί να υποτεθεί ότι ο Αλέξανδρος προήλασε από το Πήλιο στο Πελίναιο από την πιο άμεση πορεία.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 324)
  • Στα δεξιά του Σινιάτσικου φαίνεται το Περιστέρι, το οποίο συνορεύει με τις πεδιάδες του Εριγώνα και των Μπιτολίων.Στα βορειοανατολικά υψώνεται το σπουδαίο βουνό Δοξά ή Βέρμιο και στα δεξιά του φαίνεται ο Βελβεντός ή Βελβεδός, μια πόλη 300 σπιτιών, η οποία,παρόλο που είναι γνωστή για τον μιναρέ της, κατοικείται κυρίως από Έλληνες. Ο Βελβεντός είναι 3 ώρες απόσταση από τα Σέρβια και ομοίως βρίσκεται στο ίδιο βουνό. Τοποθετείται στην ίδια γραμμή με τη μεγάλη χαράδρα του Αλιάκμονα, όπου βρίσκεται το βουνό της Πέλλας.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 332)
  • Το Ελευθεροχώρι βρίσκεται σε τόσο πλεονεκτική θέση ώστε πολύ δύσκολα θα αδιαφόρησαν γι’ αυτό οι αρχαίοι. Είναι αυτός, κυρίως, ο λόγος που συντείνει στην ταύτιση της θέσης με τη Μεθώνη. Η απόστασή της από το Αγιάν είναι μεγαλύτερη από σαράντα στάδια, τα οποία, η Επιτομή του Στράβωνα, αναφέρει ως την απόσταση από την Πύδνα μέχρι την Μεθώνη. Ωστόσο, δεν πρέπει να βασίζεται κάποιος ιδιαίτερα στην Επιτομή, σε ότι αφορά το συγκεκριμένο κομμάτι, καθώς αναφέρει τον Αλιάκμονα ως το ποτάμι της Κατερίνης και κάποιον Εριγώνα στη θέση του Αλιάκμονα. Ο μόνος Εριγώνας που αναφέρεται στην αρχαία ιστορία ήταν ένας παραπόταμος του Αξιού. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 435)
  • Η θέση των Στόβων φαίνεται πως ήταν στον Εριγώνα, δέκα με δώδεκα μίλια πάνω από τη διασταύρωση του ποταμού με τον Αξιό. Αυτό ενισχύεται και από τον Λίβιο, ο οποίος περιγράφει τους Στόβους ως πόλη της Παιονίας, στην περιοχή του Δευρίοπου, ο οποίος αρδευόταν από τον Εριγώνα. Ο Στράβων, ο οποίος αναφέρει τα ονόματα τριών πόλεων του Δευρίοπου και προσθέτει ότι όλες βρίσκονταν στον Εριγώνα, δεν πρόσεξε τους Στόβους.Πιθανόν θεώρησε το κατώτερο τμήμα του ποταμού ως κομμάτι της Πελαγονίας, καθώς τα ακριβή όρια αυτών των περιοχών ήταν πολύ αβέβαια, ιδίως μετά την ρωμαϊκή κατάκτηση. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 441)
  • Από μια σύγκριση μεταξύ Αππιανού και Στράβωνα, καθώς και από ένα περιστατικό στη ζωή του Μ. Αλεξάνδρου, στο οποίο πριν αναφέρθηκα, είναι εμφανές ότι οι Αυταριάτες συνόρευαν στα ανατολικά με τους Αγριάνες και τους Βεσσούς, στα νότια με τους Μαίδες και τους Δάρδανους και στις άλλες κατευθύνσεις με τους Αρδιαίους και τους Σκορδίσκους. Πάνω απ’όλα είναι σύμφωνο με την ιστορία και τη γενική τοπογραφία των περιοχών, στα βόρεια της Μακεδονίας, να συμπεράνουμε ότι η Παιονία περιλάμβανε όλες τις κεντρικές και πιο γόνιμες περιοχές της πιο εκτενούς Παιονίας και ότι είναι τοποθετημένη πάνω από τα στενά του Αξιού και καταλαμβάνει τις περιοχές κοντά στον ποταμό με εξαίρεση τις πηγές του Εριγώνα που συνενώνονται με την Άνω Μακεδονία. Η Βυλάζωρα, παρ’ότι περιγράφεται από τον Πολύβιο ως η πρωτεύουσα της Παιονίας, δεν ήταν η πρωτεύουσα του βασιλείου, λόγω της στενότητας χώρου και της εγγύτητας με τους Δάρδανους. Η βασιλική κατοικία, όπως μαθαίνουμε από τον Πολύαινο, βρισκόταν στον ποταμό Άστυκο ή Βράβνιτζα ή ποτάμι του Ιστίμπ, που είναι ο μεγαλύτερος παραπόταμος του Αξιού. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 464)
  • Η τρίτη περιφέρεια περιγράφεται πολύ καθαρά να οριοθετείται από τη θάλασσα, από τον Αξιό και από τον Πηνειό, σε τρεις μεριές, περιλαμβάνοντας τις πόλεις Πέλλα, Έδεσσα και Βέροια και εκτείνεται βόρεια έως το όρος Βόρας, όπου τα όριά του είναι τέτοια ώστε ήταν το μόνο από τις τρεις επαρχίες που δεν ήταν σε επικοινωνία με τους βάρβαρους, οι πλησιέστεροι εκ των οποίων ήταν οι Δάρδανοι. Από εκεί το όρος Βόρας που δεν αναφέρεται από κανέναν άλλο συγγραφέα, εμφανίζεται ως η κορυφή βόρεια των Βοδενών, ένας από τους κυρίως συνδέσμους με τον Όλυμπο ή την ανατολική αλυσίδα, της οποίας οι υπόλοιπες κορυφές είναι το Βέρμιο, τα Πιέρια, ο Όλυμπος, η Όσσα και το Πήλιο. Αυτή η μεγάλη κορυφογραμμή ήταν σε μια βόρεια κατεύθυνση στη διακλάδωση του Εριγώνα και του Αξιού. Εδώ άρα, τερματίζει η Τρίτη Περιφέρεια και έτσι η Παιονία παρεμβάλλεται ανάμεσα στο βόρειο άκρο της τρίτης περιφέρειας και των Ιλλυρίων. Οι Παίονες στα δυτικά του Αξιού, ήταν εξαίρεση στον κανόνα δοσμένοι στην επέκταση της τρίτης περιφέρειας καθώς εκτείνονταν πάνω από το όρος Βόρας στα βορειοδυτικά. Το τμήμα της Παιονίας που διαχωρίστηκε από το υπόλοιπο της χώρας, αποδόθηκε στην Τρίτη Μακεδονία, ενώ το υπόλοιπο τμήμα ανήκε στη Δεύτερη και βρισκόταν χαμηλά στον Εριγώνα κοντά στους Στόβους ενώ αυτή η πόλη είχε οριστεί να είναι το μέρος της εναπόθεσης του αλατιού, που πουλιόταν στους Δάρδανους, το μονοπώλιο του οποίου είχε δοθεί στην Τρίτη Μακεδονία.(Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 484-485)
  • [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Μισή ώρα από τη μέση ζώνη του όρους Βίτσι συναντάμε τη διάβαση ενός ποταμού, που οι Βούλγαροι τον αποκαλούν Βαρδάρη του Σαριγούλ ή της Κίτρινης Λίμνης, για να τον διακρίνουν από τον Βαρδάρη-Αξιό, προς τον οποίο ρέει. Ο Βαρδάρης του Σαριγούλ, που σύμφωνα με τις ενδείξεις είναι ο Εριγώνας των αρχαίων, πηγάζει από το όρος Βόρας, στην περιοχή που οι χωρικοί αποκαλούν Βάξορ, πάνω από τα χωριά Σμαρδέσι, Πεσόσνιτσα και Ρούλια. Από αυτά το πιο απομακρυσμένο απέχει από την Καστοριά επτά λεύγες. Ο Βαρδάρης του Σαριγούλ ή Εριγών εκβάλλει στον Αξιό. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 17-18)

  • Οι Βούλγαροι και οι Βλάχοι ανέβαιναν από τις κοιλάδες του Αξιού και του Εριγώνα, για να φτάσουν στα ψηλά βοσκοτόπια του Βιτσίου. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 17)
    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Ποταμός Αλιάκμονας

    Παλαιό Όνομα : Ντελή ποταμός

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Από τα πρώτα βήματα στην κοιλάδα του Αλιάκμονα νιώθουμε πως βρισκόμαστε σε γνήσιο τόπο των Ρουμήδων. Εδώ αφέντης είναι ο Έλληνας. Δάση κομμένα σύρριζα, λόφοι φαλακροί, μισοκαμμένα ξερόδεντρα, μακρινοί ορίζοντες χωρίς άλλη γραμμοσκιά έξω από κάποιο σύδεντρο από πράσινες βελανιδιές γύρω από ένα ξωκλήσι. Ο Έλληνας έχει κάνει εδώ τον τόπο γωνιά ελληνισμού. Από τη πρώτη ματιά και ως γενική εικόνα το λεκανοπέδιο του Αλιάκμονα θυμίζει τους κάμπους της Ρέσνας και του Μοναστηρίου. Ίδια γυμνή και ενιαία πλατωσιά, μέσα από τους λόφους και βουνά με μεγάλες πλαγιές. Τα ποτάμια που πέφτουν από τα δυτικά βουνά, έχουν σκάψει βαθιές κοίτες μέσα στην αρχαία λιμνογενή πεδιάδα, κοίτες παράλληλες μεταξύ τους από τα δυτικά στα ανατολικά και κάθετες στον κύριο ποταμό που κυλά από βορρά προς νότο κατά μήκος των ανατολικών λόφων. Τα ξερολάγκαδα αυτά ποικίλλουν σε εύρος, ανάλογα με τη δύναμη της νεροσυρμής που τα έσκαψε. Τα πιο στενά αρκούσε να τα σκεπάσει ένα γεφύρι με λίγες καμάρες. Τα πιο φαρδιά είναι γύρω στο χιλιόμετρο. Όλα όμως έχουν το ίδιο βάθος και έχουν βουλιάξει μέσα στη μαλακιά πρόσχωση, μέχρι να βρουν πιο στέρεο πέτρωμα, διαμορφώνοντας από τη μία και την άλλη τους πλευρά δύο τοιχώματα κάθετου ύψους τριάντα σαράντα μέτρων. Στις όχθες των ποταμών είναι εγκατεστημένοι μερικοί μυλωνάδες. Τα χωριά έχουν μείνει στα ψηλώματα, για να βλέπουν από μακριά τις συμμορίες που χιμούσαν από την Πίνδο και να φυλάγονται από τους αιφνιδιασμούς. Ο τόπος είναι σχεδόν έρημος.(Berard, σ. 375-376)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]

  • Ο ποταμός αφού δεχόταν νερά από την Ήπειρο και τα βουνά της Ελιμείας περνούσε από την Πιερία και κατέληγε στις εκβολές του Αξιού ή Βαρδάρη. (Cousinery,τομ.Ι,σ. 58)
  • [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]

    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Ο Αλιάκμονας παρασύρει ψήγματα χρυσού στη ροή του. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.27)
  • Ο Σδρέοτσας χύνεται στον Αλιάκμονα, κοντά στην γέφυρα της Σμιγής. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 14)
  • Ανάμεσα στο χωριό Ορμάν και τη Ζουμπάνιστα ρέει ένα ποτάμι που χύνεται κατόπιν στο μικρό Δεβόλη. Οι κάτοικοι θεωρούν ότι ο μικρός Δέβολης είναι ένας από τους πρώτους παραποτάμους του Αλιάκμονα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 26)
  • Ο Αλιάκμονας παρασύρει ψήγματα χρυσού στη ροή του. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 27)

  • Πάνω στην όχθη κάποιου παραποτάμου του Αλιάκμονα που πηγάζει από τα Καυλώνια όρη, ιδρύθηκε το χωριό Γκάλιστα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 28)
  • Ο Αλιάκμων είναι πιθανόν να συγκαταλεγόταν ανάμεσα στα χρυσωρυχεία της Μακεδονίας και τα χρυσωρυχεία του Παγγαίου να μην ήταν τα μόνα εκμεταλλεύσιμα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σσ. 29-30)
  • Ένας παραπόταμος του Αλιάκμονα, ο οποίος έχει τις πηγές του πάνω στο Γράμμο, κυλάει κάτω από το Νεστράμιο, ένα βουλγάρικο κεφαλοχώρι. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.31)
  • Το όρος Σπήλαιον απέχει από τα όρη του Αλιάκμονα ενάμιση μίλι. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.101)
    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Λίμνη Λυχνίτιδα

    Παλαιό Όνομα :Λίμνη Λυχνίτιδα
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Ένα στρώμα όμιχλης κατακάθεται πάνω στην πεδιάδα της Αχρίδας, θεόκλειστη γύρω γύρω από ψηλά βουνά, που ξεπροβάλλουν τα κεφάλια τους πάνω από την καταχνιά. Τα νερά της λίμνης της Αχρίδας ξυπνούν μέσα στον καταπράσινο κρατήρα τους και αναδεύονται απ’ τις πνοές του αγέρα, ενώ τα σκιάζουν από πάνω τα σύννεφα του ουρανού, που το γαλανό του χρώμα θυμίζει ελληνικό κόλπο. Η Μακεδονία! Όταν ανεβείς στις τελευταίες πλαγιές του γαλλικού Ζυρά, βλέπεις το ίδιο μπροστά σου όλη την ελβετική πεδιάδα. Η πεδιάδα της Αχρίδας είναι άδεια. Η λίμνη είναι έρημη. Ούτε ένα καραβάκι στα γαλήνια νερά. Ούτε μια μια φωνή στους βουβούς κάμπους. Ψηλά καλάμια και έλη που λιμνάζουν στις όχθες της λίμνης, την κάνουν απρόσιτη. Δύο ποτάμια τυλιγμένα στην καταχνιά αργοκυλούν μέσα στα χόρτα. Κατεβαίνουμε επί μια ώρα από ένα μεγάλο κατηφορικό δρόμο, ανάμεσα σε δύο σειρές δέντρα. Το δάσος που απλώνεται δεξιά και αριστερά μας, μας κρύβει τη θέα της λίμνης και της πεδιάδας. Μέσα στις φτελιές, στις κληματσίδες και στα πρίνα το βλέμμα καρφώνεται σε απόσταση μερικών μέτρων στην επόμενη σρτοφή του δρόμου, πάνω στη σκεπασμένη με μούσκλα και κυκλάμινα υγρή πέτρα, στο ξεραμένο δέντρο που το έχει πνίξει ο κισσός, στην ψηλή βαλανιδιά που στέκει απομόναχη μέσα στο γυμνό ξέφωτο.
      (Berard, σ. 136-8)
    • Η λίμνη που κατά μήκος της προχωρούμε έχει κρυστάλινη διαφάνεια. Σε δέκα δεκαπέντε μέτρα απόσταση από την όχθη βλέπουμε πλήθος τις πέρκες και τις γιγάντιες πέστροφες. Κάτω από την ενιαία επιφάνεια μυρμηγκιάζει η ζωή και μέσα στους καλαμώνες της όχθης ελλίσονται σε στολίσκους οι αγριόχηνες και οι γαλάζιες πάπιες. Τέτοια αφθονία δεν έχω δει παρά στις όχθες του Νείλου και στις τοιχογραφίες εκείνες της αρχαίας Αιγύπτου, όπου τα μονόξυλα των κυνηγών σηκώνουν ανάμεσα στους λωτούς νέφη από ίβιδες και ερωδιούς. Τα ανατολικά βουνά, στα οποία πλησιάζουμε, μας προσφέρουν μόνο ξεγυμνωμένες πλαγιές. Κοπάδια από γίδια κουρεύουν από πάνω τους και το τελευταίο χαμόκλαρο, και το τελευταίο χορταράκι. Άλλοτε η λίμνη εισχωρούσε στα βουνά αυτά μέσω ενός επιμηκυμένου κόλπου ανάμεσα στην κυρίως οροσειρά και σ’ ένα αντέρεισμα. Μια διπλή νησίδα βράχων υψωνόταν στη μέση του κόλπου αυτού, που οι προσχώσεις κατόπιν τον γέμισαν. Η νησίδα αυτή υψώνεται σήμερα στεφανωμένη με τα σπίτια της Αχρίδας μέσα σε μια ζώνη από περιβόλια, καρποφόρα δέντρα και ζωηρή πρασινάδα.
      (Berard, σ. 149-150)
    • Η λίμνη κοιμάται καθώς βασιλεύει ο ήλιος. Τη ρυτιδώνουν μονάχα οι βάρκες που φεύγουν από την Αχρίδα. Γλιστρούν πάνω στο νερό κουβαλώντας στα κυπαρίσσια της αντίπερα όχθης μια συντροφιά από γέρους Τούρκους, ρασοφόρους παπάδες ή ευρωπαϊκές φορεσιές με βαριά χρώματα- την υψηλή κοινωνία της Αχρίδας. Από τις βάρκες αυτές βγαίνει ο οξύς θρήνος της γκάιντας ή οι μεταλλικοί ρόγχοι μιας κιθάρας. (Berard, σ. 154)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    • Στο ίδιο κεφάλαιο του Πολυβίου ο ιστορικός συνεχίζει να αφηγείται ότι ο Φίλιππος, αφού ξαναπήρε τις τρεις πόλεις της Φοιβατίδας που αναφέρθηκαν ήδη, προχώρησε για να καταλάβει άλλα μέρη της Δεσσαρέτιας, δηλαδή το Κρεόνιο και τη Γηρυώνη και τέσσερις πόλεις στη λίμνη Λυχνίτιδα, την Εγχελαρία,τον Κέρακα, το Σάτιο και το Βόϊο και μετά την Μπαντία των Καλίκαινων και την Οργεσσό των Πισσαντίνων.Οι τέσσερις πόλεις στη λίμνη βρίσκονταν στη δυτική ακτή, και αυτό μπορεί να συναχθεί από τα Οδοιπορικά, και κυρίως από το Συνοπτικό Οδοιπορικό, το οποίο προφανώς ακολουθούσε την ανατολική πλευρά της λίμνης από τη γέφυρα του Δριλώνα στη Λυχνιδό, και το οποίο δεν κάνει αναφορά σε κανένα από τα μέρη που αναφέρει ο Πολύβιος.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.328)

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Η Λυχνιδός, η οποία βρισκόταν κάποτε κοντά στο ποτάμι του Αγίου Ναούμ, εντοπίζεται από τον Τίτο Λίβιο στην Ιλλυρία, ενώ από τον Πτολεμαίο στη Δασσαρητία. Η λίμνη της Λυχνιδού βρίσκεται κοντά στην Αχρίδα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.49)
  • Η λίμνη Λυχνιδός, είναι σαν μια δεξαμενή απ’ όπου αντλούν συνήθως τα νερά τους οι ποταμοί που ρέουν συνεχώς. Περιβάλλεται από μια προστατευτική ορεινή λωρίδα, διαμορφωμένη από κάποιο αντέρεισμα του όρους Βόρας, ενώ περιορίζεται παράλληλα από τις δευτερεύουσες οροσειρές των Κανδαβιανών Πυρηναίων. Έχει συνολική περίμετρο γύρω στις εικοσιτεσσεράμιση λεύγες. Μέσα στα όρια αυτής της επιφάνειας, η μεγάλη της διάμετρος, αν την υπολογίσουμε από το βορρά προς τη μεσημβρία, είναι επτά λεύγες, ενώ το πλάτος της, από τα ανατολικά προς τα δυτικά είναι τεσσεράμισι λεύγες. Πήρε το όνομά της από τα διάφανα νερά της (Λυχνίς, δηλαδή διαυγής). Ο βυθός της έχει βάθος δέκα έως και δεκατέσσερις οργιές. Όπως και στην εποχή του Στράβωνα, έτσι και τώρα έχει τόση άφθονη αλιεία, ώστε μεγάλες ποσότητες πέστροφας παστώνονται και αποστέλλονται στις αγορές της Ρούμελης και της Ηπείρου. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.61-62)
  • Μετά το θάνατο του Ιουστινιανού, την εποχή της βασιλείας του Μόχρου οι Βούλγαροι, λόγω του μίσους που έτρεφαν κατά των Ρωμαίων, μετονόμασαν τη Λυχνιδό σε Αχρίδα ( Άννα Κομνηνή, βιβλ. ΧΙΙ, σ. 371, edit du Louvre) (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.53)
  • Ο Μάλχος, που μοιάζει να έχει αντιγράψει τον Κεδρινό, αναφέρει σχετικά με τη Λυχνιδό ότι πρόκειται για μια πόλη κτισμένη πάνω σ’ ένα ύψωμα, σε οχυρωματική θέση, με άφθονες πηγές, καταμεσής σ’ ένα σιτοβολώνα. Οι σύγχρονοι συγγραφείς αποκαλούν Ιουστινιανούπολη τα ερείπια της πόλης Λυχνιδούς. Απ’ όλα αυτά τα μνημεία δεν απομένει πια παρά μια οχυρωματική περίμετρος με προμαχώνες και επάλξεις και με μερικά ερείπια εκκλησιών. Όσο για τα νομίσματα που βρέθηκαν μέσα στα χαλάσματα, είναι μακεδονικά, ρωμαϊκά, καθώς και μερικά από τα χρόνια της Ανατολικής Αυτοκρατορίας. Το σημαντικότερο από τα μακεδονικά νομίσματα φέρει στο περιθώριο την επιγραφή: ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΠΡΩΤΗΣ. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.53)
  • Η διοικητική περιφέρεια της Λυχνιδούς ή Ιουστινιανούπολης περιλαμβάνει δέκα οκτώ χωριά σκορπισμένα πάνω στην κοιλάδα του Γενούσου, ο πληθυσμός των οποίων, προστιθέμενος σ’ εκείνον της πόλης του Πόγραδετς, εκτιμάται ότι είναι οκτακόσιες σαράντα οικογένειες ή τέσσερις χιλιάδες διακόσια άτομα, τα οποία στην πλειονότητά τους είναι Μωαμεθανοί. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.60-61)
  • [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Σιάτιστα

    Παλαιό Όνομα :Φλουροχώρι
    Δήμος : Βοΐου

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Τα κεφαλοχώρια, Λάψιστα (Ανασελίτσα) και Σιάτιστα, ήταν σε πλήρη κλίμακα και από πολύ καιρό εξελληνισμένα και μη έχοντας πια μερικούς Τούρκους αγάδες.(Berard,σ. 376)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    • Στη Σιάτιστα υπήρχε έδρα επισκοπής. (Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 273)
    • Λίγα χρόνια νωρίτερα η Νάουσα ήταν ένα από τα πιο σημαντικά εμπορικά κέντρα της βόρειας Ελλάδας, όπως η Βέροια, η Σιάτιστα και η Καστοριά. Υπήρχαν έμποροι που διακινούσαν προϊόντα στο Χριστιανικό χώρο όπως και στην Τουρκία, όμως τώρα κανένας από αυτούς δεν παραμένει εκεί.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 284-285)
    • Προχωρώντας προς τα δυτικά, βρίσκεται η βάση του βουνού Δόξα η οποία αφήνει ένα άνοιγμα δύο μιλίων από εκεί μέχρι την αντίστοιχη προέκταση του βουνού της Σιάτιστας. Όμως πέρα από το άνοιγμα το επίπεδο ξανά φαρδαίνει σε μια πεδιάδα πιο εκτενή από αυτή του Σαριγκιόλ.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 298)
    • Το κατάλυμά μου είχε χτιστεί όπως τα σπίτια στη Σιάτιστα, με λεπτούς τείχους και δωμάτια τα οποία μολονότι είναι μικρότερα είναι πιο ευρύχωρα από αυτά στα κανονικά ελληνικά και τούρκικα σπίτια. (Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 299)
    • Από την επισήμανση του Πολυβίου πληροφορούμαστε ότι η Κανδαβία οδός διέσχιζε την χώρα των Εορδαίων, ξεκινώντας από αυτήν των Λυγκιστών έως την Έδεσσα. Συνεπικουρούμενοι από τις ιστορικές πηγές που αναφέρονται, σε αυτό το γεγονός , όπως και σε άλλο απόσπασμα του Λατίνου ιστορικού στο οποίο περιγράφει την προέλαση του Περσέα από το Κίτιο στην Κάτω Μακεδονία μέσα από την Εορδαία στην Ελίμεια και στον Αλιακμόνα, δυνάμεθα να εξετάσουμε την ακριβή κατάσταση στην Εορδαία . Η περιοχή αυτή μοιάζει να εκτείνεται κατά μήκος της δυτικής πλευράς του όρους Βερμίου, συμπεριλαμβανομένων του Οστρόβου και της Κατράνιτσας στα βόρεια, το Σαριγκιόλ στο κέντρο και στα νότια οι πεδιάδες του Τζουμά, Μπουτζά και του Καραγιάννη, καθώς και τις κορυφογραμμές κοντά στην Κοζάνη , την Κλεισούρα και τη Σιάτιστα, που μοιάζουν να είναι τα φυσικά όρια της περιφέρειας. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 316 )
    • Ο Τσερσεμπάς είναι ορατός από εκεί όπως και το όρος Βούρινος και το Γκιοζτεπέ: ανάμεσά τους βρίσκεται το βουνό της Σιάτιστας πολύ κοντά στην Κοζάνη και το Σινιάτσικο.(Leake, τομ.ΙΙΙ,σ. 331)

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Μετά από μια απότομη ανάβαση μισής ώρας από το όρος Βούρινο βρίσκεται η Σιάτιστα. Η Σιάτιστα, την οποία ο Δον Βαισσέτ στη “Γεωγραφία” του αποκαλεί Σισάνυ και ο πατήρ Λεκιέν, Σισάνιουμ, ενώ ο σημερινός συγγραφέας της ονοματολογίας των ελληνικών επαρχιών, Σισάνιον, ιδρύθηκε από Βλάχους βοσκούς γύρω στον 12ο αιώνα. Τα απέραντα και εύφορα βοσκοτόπια του Βερμίου προσέλκυσαν και στη συνέχεια συγκράτησαν εδώ τους πρώτους έποικους, που ονόμασαν τον καταυλισμό τους Buono, Καλό, χάρη στα καλά νερά μιας πηγής κοντά στην οποία έστησαν αρχικά τα τσαντίρια τους οι πρώτοι κάτοικοι. Οι κάτοικοι που αφηγούνται αυτή την ιστορία λένε ότι, όταν ο πληθυσμός αυξήθηκε, ιδρύθηκε η κάτω πόλη, που την ονόμασαν Γεράνια ή Γαλάζια, και το όνομα Τσαντίρι-Σκηνή διατηρήθηκε μόνον στην επάνω πόλη που βρισκόταν κοντά στην καλή πηγή. Τα ονόματα αυτά όμως δεν επικράτησαν μιας και, λόγω των τυριών της, την ονόμασαν Τυρίτσα, ενώ αργότερα οι λέξεις Τσαντίρι και Τυρίτσα έδωσαν την ονομασία Σιάτιστα, η οποία έχει επικρατήσει σήμερα στη Μακεδονία. Η μητρόπολη της πόλης ανεγέρθηκε μετά την κατάλυση του Εξαρχάτου της Οχρίδας και ο Αρχιεπίσκοπός της είχε επονομαστεί Σπανός, δηλαδή αγένειος, γιατί η φύση τον είχε στερήσει από το σημάδι εκείνο του ανδρισμού.
    Η Σιάτιστα, κτισμένη στη μεσαία περιοχή του Βερμίου, πάνω στην πλαγιά ενός πλατώματος περιτριγυρισμένου από τέσσερα βουναλάκια, όπου ορθώνονται εκκλησίες με δέντρα ολόγυρα τους και χωρισμένη στα δυο, όπως ήταν και αρχικά, περικλείει επτακόσια σπίτια και μερικές εκατοντάδες καλύβες στα όριά της. Η επάνω πόλη απλώνεται πάνω στη μεσημβρινή πλαγιά του βουνού κλιμακωτά, ενώ η κάτω πόλη, που διατήρησε το όνομα Γεράνια, κτίστηκε πάνω στην περιφέρεια ενός ημικυκλικού κώνου, μέσα στον οποίο κυλούν τα νερά της Καλής Πηγής.
    Οι κάτοικοι ισχυρίζονται ότι τον δέκατο έκτο αιώνα η επισκοπή της Σελίτσας, που την αποκαλούν Σισάνιον, μεταφέρθηκε στη Σιάτιστα. Εκείνη την εποχή, μοναδικός ηγέτης τους ήταν ο μητροπολίτης, ενώ σήμερα η εξουσία του έχει περιοριστεί στον θρησκευτικό τομέα αποκλειστικά, οι δε κάτοικοι κατανέμονται σε δεκαπέντε ενορίες με ισάριθμους ιερείς που αγοράζουν το αξίωμά τους ισοβίως. Όσον αφορά τις διοικητικές υποθέσεις, όπως η πληρωμή του χαρατσιού και των οφειλών, διεκπεραιώνονταν στο Σαριγούλ, ενώ οι επίδικες περιπτώσεις παραπέμπονταν στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου της Ελασσόνας, μιας πόλης που απέχει δεκαοχτώ λεύγες από εκεί. Η αραιή επαφή των κατοίκων με τους Τούρκους είχε σαν άμεση συνέπεια οι περισσότερες υποθέσεις τους να διαβιβάζονται στο πατρικό δικαστήριο του Αρχιεπισκόπου τους. Κι αυτός ο ιεράρχης, χάρη στις σπάνιες συμβιβαστικές αρετές του, έκανε την ομόνοια να βασιλεύει ανάμεσα στους χριστιανούς. Μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού της πόλης ήταν έμποροι, ταξιδεμένοι στη Βιέννη, τη Λειψία και τη Γερμανία, όπου φαίνεται ότι επηρεάστηκαν από τη γερμανική ευθύτητα, αποβάλλοντας την κατεργαριά, την τόσο χαρακτηριστική του ελληνικού δαιμονίου. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 78-80)

  • Το ανδρικό ένδυμα είναι για τους φτωχούς η κάπα, ενώ για τους πλούσιους, το μακρύ κοστούμι με το τεράστιο καλπάκι. Οι γυναίκες της Σιάτιστας σκεπάζονταν με ένα βελούδινο κάλυμμα διακοσμημένο με σιρίτια και κεντημένο με κουρελάκια που σχηματίζουν διάφορες παραστάσεις. Συχνά, ολόκληρη η πλάτη ενός τέτοιου φορέματος σκεπάζεται από μια κινέζικη γέφυρα, άλλοτε πάλι από κυπαρίσσια, κιόσκια και πάντοτε από κάποιο μεγάλων διαστάσεων αντικείμενο. Τα μαλλιά τους τα κρύβουν με μια κορδέλα από μουσελίνα, φορώντας από πάνω τη βαρδαριώτικη καλύπτρα, όπου στερεώνουν ένα κόκκινο σκουφί, κάτι σαν δίχτυ για τα μαλλιά, διακοσμημένο με τσεκίνια και μπιχλιμπίδια, που τους φτάνει μέχρι τα λαγόνια.Στα προϊόντα καλλωπισμού τους συμπεριλαμβάνονταν, εκτός από το κόκκινο και άσπρο φτιασίδι, όπου ανακάτευαν συχνά κι ένα γυαλιστερό λούστρο, τα βαζάκια με τα ψιμύθια και τα κοκκινάδια, καθώς και λίγο χρυσό για να τονίζει τα χαρακτηριστικά τους. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 80-82)

  • Σε ολόκληρη την Μακεδονία παινεύουν τα γλυκίσματα της Σιάτιστας, προπάντων τις πίτες της από φύλλο, που τις στέλνουν ακόμη και στην Ήπειρο. Το ίδιο ξακουστά είναι και τα κρασιά της. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 82)

  • Για να φτάσουμε από τη Σιάτιστα στην Ήπειρο ανεβαίνουμε αντίθετα προς το ρεύμα του Ρεδία, μέχρι τις πηγές του πάνω στην Πίνδο. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 97)

    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Αχρίδα

    Παλαιό Όνομα :Λυχνιδούς
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Το κλειστό λεκανοπέδιο της Αχρίδας μοίαζει στη δομή του με τις κοιλάδες της Ντομούζοβα και του άνω Σκούμπι. Είναι ένα εντελώς οριζόντιο πεδίο, περιτριγυρισμένο από βουνά στα ανατολικά, τα δυτικά και τα βόρεια, ενώ η νότια πλευρά κλείνεται μόνο από φευγαλέες κυματώσεις του εδάφους. Εδώ όμως το πεδίο έχει 30-40 χιλιόμετρα μήκος και 15-20 πλάτος. Τα τρία τέταρτα του πεδίουκατέχονται από τα γαλάζια, διάφανα και πεντακάθαρα νερά της μεγάλης λίμνης. Στο υπόλοιπο τέταρτο απλώνεται ένα τέταρτο τραπεζομάντηλο από ψηλά χορτάρια, καλάμια και καλλιέργειες. Τα βουνά που περισφίγγουν τη λίμνη, κατάφυτα στα δυτικά και εντελώς γυμνά στα ανατολικά και στα βόρεια, διατέμνονται στη βορινή τους πρόσοψη από μια στενή σχισμή, απ’ όπου εκχύνεται στο Δρίνο το υδατινο πλεόνασμα της λίμνης. Το μάτι διακρίνει τη ροή του ποταμού από μια λωρίδα πιο υγρής και πιο λαμπερής πρασινάδας.
      Η απόσταση ανάμεσα στη Στρούγκα και την Αχρίδα είναι δύο ώρες (12-15 χιλιόμετρα) και ο δρόμος είναι χωματόδρομος ανάμεσα σε καλαμιώνες και λασπόνερα. Και εδώ δουλεύουν στην επίστρωση του δρόμου. Έχουν φέρει όμως εδώ Αλβανούς με τη βία και τους επιβλέπουν χωροφύλακες.
      Η λίμνη που κατά μήκος της προχωρούμε έχει κρυστάλινη διαφάνεια. Σε δέκα δεκαπέντε μέτρα απόσταση από την όχθη βλέπουμε πλήθος τις πέρκες και τις γιγάντιες πέστροφες. Κάτω από την ενιαία επιφάνεια μυρμηγκιάζει η ζωή και μέσα στους καλαμώνες της όχθης ελλίσονται σε στολίσκους οι αγριόχηνες και οι γαλάζιες πάπιες. Τέτοια αφθονία δεν έχω δει παρά στις όχθες του Νείλου και στις τοιχογραφίες εκείνες της αρχαίας Αιγύπτου, όπου τα μονόξυλα των κυνηγών σηκώνουν ανάμεσα στους λωτούς νέφη από ίβιδες και ερωδιούς. Τα ανατολικά βουνά, στα οποία πλησιάζουμε, μας προσφέρουν μόνο ξεγυμνωμένες πλαγιές. Κοπάδια από γίδια κουρεύουν από πάνω τους και το τελευταίο χαμόκλαρο, και το τελευταίο χορταράκι. Άλλοτε η λίμνη εισχωρούσε στα βουνά αυτά μέσω ενός επιμηκυμένου κόλπου ανάμεσα στην κυρίως οροσειρά και σ’ ένα αντέρεισμα. Μια διπλή νησίδα βράχων υψωνόταν στη μέση του κόλπου αυτού, που οι προσχώσεις κατόπιν τον γέμισαν. Η νησίδα αυτή υψώνεται σήμερα στεφανωμένη με τα σπίτια της Αχρίδας μέσα σε μια ζώνη από περιβόλια, καρποφόρα δέντρα και ζωηρή πρασινάδα.
      Από μακριά βλέπουμε τα ερείπια του κάστρου, μια τετράγωνη περιτείχιση με τετραγωνικούς πυργίσκους, πολεμίστρες και προχώματα. Η πόλη απλώνεται στις κλιτύες του νότου, στρέφοντας την πλάτη στο δρόμο της Στρούγκας και του Μοναστηρίου. Στο μεγάλο δρόμο βρίσκουμε μόνο το παζάρι, μέσα σε αρδευμένα περιβόλια και λιβάδια. Το παζάρι φαίνεται εντελώς καινούριο με τα λιθόχτιστα μαγαζιά του, τα θολωτά του παράθυρα και τα παντζούρια του από λαμαρίνα. Τις παλιές παράγκες τις εξαφάνισε η πυρκαγιά του 1881 και η πυρκαγιά του 1883. Το παζάρι της Αχρίδας που έχει καεί δύο φορές, είναι χριστιανικό. Μπορείς βέβαια να βρεις ακόμη αρκετές ισλαμικές γωνιές. Κάτω από ένα θεόρατο πλατάνι χοτζάδες με άσπρο τουρμπάνι φουμάρουν το ναργιλέ. Δύο μαγαζιά είναι γεμάτα παλιά όπλα, τουφέκια ασημοπλούμιστα και πιστόλια με πυριτόλιθο. Μπαρμπέρηδες κουρεύουν στην ύπαιθρο με τη συνηθισμένη τους πολυτέλεια της λεκάνης από επασημωμένο χαλκό και της κόκκινης πετσέτας. Και ρολογάδες, λαός ολόκληρος από ρολογάδες! Οι γέροι Τούρκοι περνούν τον καιρό τους ρυθμίζοντας και σπάζοντας το ρολόι τους. Τόσο μεγάλος είναι ο φόβος τους μήπως χάσουν την ώρα της προσευχής, της μοναδικής τους ενασχόλησης! Τα περισσότερα μαγαζιά όμως αναγγέλουν τον πολιτισμό. Πετρέλαια και ντενεκέδες, σιδερένια σκεύη της Ευρώπης, υφάσματα με εγγλέζικη μάρκα. Στην άκρη του παζαριού, στρίβοντας σ’ ένα σοκάκι κάθετο στο δρόμο, μπαίνεις στην ψαραγορά, ένα οχετό από μυρωδιες και τρίμματα που φέρνουν ναυτία και στον οποίο αναρίθμητοι σκύλοι προσπαθούν να επιβάλουν κάποια καθαριότητα. Η πείνα τους δεν επαρκεί, για να καλύψει τις απαιτήσεις της οδονομίας……
      (V. Berard, σ.148-150)
    • Η Αχρίδα είναι στο έλεος των Βουλγάρων. Ο πληθυσμός, 15.000 άτομα περίπου, περιλαμβάνει 8.000 Σλάβους, μερικές εκατοντάδες Βλάχους και 7.000 μουσουλμάνους που, όπως και στη Στρούγκα, είναι ποκίλης φυλετικής προέλευσης. Δύο πέμπτα σχεδόν Αλβανοί, άλλοι τόσοι προσηλυτισμένοι Σλάβοι και χίλιοι περίπου Οσμανλήδες ανατολίτες. Εδώ όμως και μερικά χρόνια μόνο οι Βούλγαροι έχουν θέση στον ήλιο.
      Η βουλγαρική συνοικία κατέχει με τα ξύλινα σπίτια της όλη τη νότια πρόσοψη της βραχώδικης νησίδας, από τα νερά της λίμνης που λούζει τους πρόποδές της, μέχρι τη διπλή κορυφή που διαγράφει ανάγλυφες στον ουρανό τις επάλξεις του κάστρου και τα κωδωνοστάσια του αγίου Κλήμεντος. Πράγματι, η νησίδα αυτή σχηματίζεται από δύο στρογγυλές μάζες, που τις ενώνει μια πιο χαμηλή ράχη. Τα δύο τρίτα σαρακοφαγωμένα πατώματα, οι προεξέχουσες στέγες, οι ασκέπαστες γαλαρίες και η μόνιμη εκείνη πνοή κατάπτωσης και κατάρρευσης δίνουν σε όλα αυτά τα βουλγάρικα σπίτια μια μονότονη ομοιότητα. Η βρωμιά των δρόμων φέρνει αναγούλα. Ψόφια ζώα και ανθρώπινα περιττώματα, απομεινάρια από ψάρια και χόρτα…
      Η εκκλησία του Αγίου Κλήμεντος ψηλά, σε μια από τις κορφές, είναι η βουλγαρική μητρόπολη. Στην άλλη κορυφή υψώνεται ένας οχυρωμένος περίβολος έρημος. Απ’ τη χάσκουσα πόρτας δε διακρίνουμε παρά τοίχους σε κατάρρευση, θόλους συντριμμένους, στέρνες μισοαδειανές. Στην πούντα που δεσπόζει στη λίμνη καθόμαστε πλάι σ’ ένα μικρό τζαμί. Χτίστηκε άλλοτε με το γνήσιο σελτζούκικο γούστο, εναλλασσόμενα άσπρο, μαύρα και κόκκινα μάρμαρα. Η θέα απλώνεται από κεί σε όλη τη λίμνη, την πεδιάδα του βορρά, τα αλβανικά βουνά απ’ όπου ερχόμαστε και που από εδώ φαίνονται τείχος αδιάβατο. Αρκεί μια νύχτα αφέγγαρη στους λεβέντες της Τζούρας και του Μπρίνιαιτζ για να ορμήσουν σ’ αυτή την εύφορη πεδιάδα και ν’ αρπάξουν το μερτικό τους από τις σοδειές, τις γυναίκες και τα κοπάδια. Ο τούρκος έπαρχος στέλνει τότε όλη του τη χωροφυλακή να προειδοποιήσει τον κυβερνήτη του Μοναστηρίου ότι η ληστεία είναι πια ανύπαρκτη, ότι η ασφάλεια των δρόμων είναι πλήρης και ότι οι λαοί λιώνουν από χαρά κάτω από την πατρική βασιλεία του πιο ένδοξο απ’ όλους τους Σουλτάνους. Αν οι χωρικοί υψώσουν κάπως φωνή διαμαρτυρίας, η Αυτού Εξοχότης τους στεγάζει και τους τρέφει μερικές εβδομάδες στις φυλακές της Αυτού Μεγαλειότητος.
      Από καιρό τώρα το μικρό τζαμί δε χρησιμεύει πια για τη λατρεία. Τους τάφους των αγίων δερβισάδων τους έχει σκεπάσει το χορτάρι. Οι μουσουλμάνοι δεν ανεβαίνουν πια ως εκεί πάνω. Φαίνεται πως δεν αφήνουν πια τα περιβόλια τους εκεί κάτω, πίσω μας, στους πρόποδες των βουνών της Μακεδονίας. Στην καινούργια τους συνοικία στο δρόμο του Μοναστηρίου κατέχουν δεκαοχτώ καινούργια τζαμιά. Εδώ το μέρος είναι έρημο. Πάνω στις παλιές πέτρινες μπάλες τρέχουν τεράστιες σαύρες και χελώνες. Θα μέναμε και μια ολόκληρη μέρα μπροστά στο χαμόγελο της λίμνης. Έπρεπε όμως να ξανακατέβουμε μεσ’ από τα μολυσμένα σοκάκια, κάτω απ΄τα μπαλκόνια που στάζουν βρωμόνερα και ακαθαρσίες. (V. Berard, σ.152-157)
    • Κάτω στην άκρη της λίμνης και στην καρδιά της βουλγαρικής συνοικίας μια παλιά βασιλική της Αγίας Σοφίας είχε γίνει τζαμί κι έπειτα εγκαταλείφθηκε, όπως και το τζαμί της κορφής. Άλλοτε τη βασιλική αυτή την περικύκλωνε η ελληνική συνοικία. Πριν τριάντα χρόνια ακόμη η Αχρίδα είχε 200-300 ελληνικά σπίτια (1.000-1.500 άτομα). Οι Έλληνες όμως εκτοπίστηκαν σιγά σιγά από τους Βουλγάρους. Έχουν απομείνει μόνο είκοσι τριάντα φτωχές οικογένειες, που δεν μπορούν να μετοικήσουν. Την παρακμή του ελληνισμού πρέπει να την αποδώσουμε σε δύο κατηγορίες αιτιών, σ’ αυτά που είναι παλιά και προσιδιάζουν στην Αχρίδα και στα εντελώς πρόσφατα, που είναι κοινά σε όλες τις μακεδονικές πόλεις.
      Στα 1850 οι Έλληνες της Αχρίδας ήσαν πάμπλουτοι. Είχαν στα χέρια τους το μεγαλεμπόριο των γουναρικών. Ηπειρώτες, Θεσσαλονικιοί, Αιγαιοπελαγίτες, Βλάχοι απ’ το Μοναστήρι και την Κοριτσά, Αρβανίτες, συναποτελούσαν ένα ενιαίο χριστιανικό λαό που τον ένωναν οι ίδιες ανατάσεις προς την Αθήνα και τη Μεγάλη Ιδέα και που εκμεταλλευόταν το Σλάβο με τη βιομηχανία και το Μουσουλμάνο με τη τοκογλυφία. Στα 30-40 εργαστήρια τους έκοβαν και έραβαν τη γούνα της ντόπιας βύδρας, τα δέρματα που έρχονταν από τις γειτονικές λίμνες ή τα γουναρικά της Κωνσταντινούπολης και της Ρωσίας. Οι γούνινες κάπες που τόσο αγαπούν οι γέροι Τούρκοι, τα καφτάνια που φορούν οι χριστιανές και εβραίες γυναίκες, έβγαιναν όλα σχεδόν από την Αχρίδα. Η σλαβική συνοικία προμήθευε τους εργάτες και η ελληνική σόδιαζε τα κέρδη. Οι Έλληνες άρχισαν να αγοράζουν γη. Το σχολείο ήταν ελληνικό και οι γιατροί Αθηναίοι ή Έλληνες του “εσωτερικού”. Οι νέοι πήγαιναν για σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ποιος μιλούσε τότε για Βουλγαρία;
      Ο ευρωπαϊκός, αυστριακός προπάντων και ρωσικός, ανταγωνισμός σκότωσε απότομα το εμπόριο αυτό. Η γούνα του σαμαριού και της γκρίζας αλεπούς σταματούσε τώρα στην Οδησσό κι έφτανε στην Τουρκία κατεργασμένη. Παράλληλα το λαγοτόμαρο και οι φτηνές γούνες της Τεργέστης κατέβαζαν τις τιμές των καφτανιών και των γούνινων πανωφοριών. Οι Έλληνες υποχρεώθηκαν ένας ένας να κλείσουν τα εργαστήριά τους. Πήγαν και εγκαταστάθηκαν, με την άνετη κινητικότητά τους, στα κέντρα παραγωγής και αγοράς, στην Τεργέστη, στην Οδησσό και το Βουκουρέστι.
      Πίσω τους όμως η ελληνική σπορά που είχαν αφημένη στο έδαφος, εξακολοθούσε να καρποφορεί, όταν κάποτε, γύρω στα 1864-1866, εμφανίσθηκαν ξένοι, Ρώσοι που μιλούσαν για θρησκεία βουλγαρική, για μεγάλη Βουλγαρία, για καταπίεση των Σλάβων και πως ως ενίσχυση των λόγων τους έδιναν και κουδουνιστά επιχειρήματα, ένα πιάστρο (δύο δεκάρες) στο ζητιάνο και εκατό λίρες (2.300 φράγκα) στον τίμιο άνθρωπο. Κι έτσι δημιουργήθηκε βουλγαρικό κόμμα. Πίσω τους όμως η ελληνική σπορά που είχαν αφημένη στο έδαφος, εξακολοθούσε να καρποφορεί, όταν κάποτε, γύρω στα 1864-1866, εμφανίσθηκαν ξένοι, Ρώσοι που μιλούσαν για θρησκεία βουλγαρική, για μεγάλη Βουλγαρία, για καταπίεση των Σλάβων και πως ως ενίσχυση των λόγων τους έδιναν και κουδουνιστά επιχειρήματα, ένα πιάστρο (δύο δεκάρες) στο ζητιάνο και εκατό λίρες (2.300 φράγκα) στον τίμιο άνθρωπο. Κι έτσι δημιουργήθηκε βουλγαρικό κόμμα. Το κόμμα αυτό γνώρισε συνεχή ανάπτυξη σ’ ολόκληρη τη Μακεδονία. Η εγκαθίδρυση βουλγαρικής εκκλησίας κι έπειτα βουλγαρικής ηγεμονίας ήταν ένα πλήγμα για τον ελληνισμό αλλά οι συνέπειές του δεν έφτασαν μέχρι έδω. Το αληθινό τραύμα χρονολογείται από την επανάσταση της Ρωμυλίας… Από τότε, πέντε χρόνια τώρα, τα πάντα ανήκουν στους Βούλγαρους. Η πύλη τους υποστηρίζει. Μεγαλαυχούν ότι και ολόκληρη η Ευρώπη τους υποστηρίζει. Την προστριβή με τη Ρωσία δεν την πληροφορήθηκαν ούτε την παραδέχτηκαν ποτέ εκείνοι που εκβουλγαρίσθηκαν από τους Ρώσους. “Για να ζήσεις ήσυχος, γίνε Βούλγαρος,! Για να κερδίζεις τις δίκες σου, γίνε Βούλγαρος! Για να αποφεύγεις την αγγαρεία, γίνε Βούλγαρος! Η Κωνσταντινούπολη υπακούει στις εντολές της Σόφιας! Οι Τούρκοι έπαρχοι θέλουν να τα έχουν καλά με αυτούς τους ισχυρούς της ημέρας και οι σχολάρχες που έρχονται απ΄ τηΣόφια και τη Φιλιππούπολη ανατρέπουν με μια τους καταγγελία και τους πιο γηραλέους καδήδες, και τους πιο γαλοναρισμένους πασάδες….. Αν όμως θέλεις το βαγιόκλαδο του μάρτυρα, τότε μείνε Έλληνας! Προπάντων έπειτα από την εξέγερση και την ήττα των Κρητικών, η ζωή ενός Έλληνα δεν είναι παρά σταυρικό μαρτύριο”.
      (V. Berard, σ.152-157)
    • Η γωνιά των πλατανιών, των πεζουλιών, των καφενείων και των κουρείων είναι έρημη. Βρισκόμαστε ξανά στο μεγάλο δρόμο, ανάμεσα στις δυο σειρές των λασπότοιχων, τα ξύλινα σπίτια, τα τρυπητά μπαλκόνια, τα καγκελόφραχτα παράθυρα, τα περιβόλια, τις λεύκες και τα κυπαρίσσια της μουσουλμανικής συνοικίας. Τα δεκαοχτώ τζαμιά παρελαύνουν, δεκαοχτώ λασποκαλύβες ασβεστωμένες και σοβαντισμένες με τοιχογραφίες, όπως ο οίκος των ντερβισάδων στην Καβάγια και το κάστρο του Ντεμίρ μπέη. Τα πιο παλιά από τα τζαμιά αυτά είναι μόλις τριάντα χρόνων. Οι μουσουλμάνοι τα κλιμάκωσαν καθώς υποχωρούσαν, στο βαθμό που εγκατέλειπαν την άνω πόλη στους Βουλγάρους και απομακρύνονταν προς το Μοναστήρι σαν να ήθελαν να είναι όσο το δυνατό νωρίτερα έτοιμοι για την τελευταία έξοδο. Που είναι τα ωραία πέτρινα τζαμιά, οι θόλοι, οι μιναρέδες και τα καφασωτά του Πεκίνι και του Ελβασάν; Το Ισλάμ στην Αχρίδα δε μοιάζει εγκατεστημένο, μοιάζει κατασκηνωμένο.
      (V. Berard, σ.162-163)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]

    • Από κοντά η Οχρίδα μοιάζει με μεσαιωνική πόλη, όπως αυτές που εικονίζονται στα παλιά πιάτα. Είναι πολύ καλά οχυρωμένη, τα σπίτια είναι στριμωγμένα ανάμεσα στα τείχη αλλά τριγύρω υπάρχει ερημιά. Μόνο που στη μια πλευρά το τείχος μοιάζει να έχει γκρεμιστεί και μαζί τμήμα της πόλης. Είναι ένας διαμελισμένος ,ανακατεμένος τόπος, απειλητικός και σκοτεινός τη νύχτα, το πλέον κατάλληλο σημείο όπου μια ρομαντική ιστορία θα μπορούσε να διαδραματιστεί και όπου το σκοτάδι δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα για την πραγματοποίηση δολοφονιών. Η Αχρίδα αποτελεί εστία δολοπλοκιών. Τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά ούτε για τους Έλληνες ούτε για τους Βουλγάρους που διαρκώς συνωμοτούν έκαστος εναντίον του άλλου λέγοντας συνεχώς ψέματα σχετικά με ό,τι συμβαίνει ενώ ο σαστισμένος Τούρκος που κυβερνά δεν μπορεί να ευχαριστήσει καμία από τις δυο πλευρές. Σκαρφαλωμένα πάνω σε βράχια είναι τα απομεινάρια ενός παλιού κάστρου με τείχη στο πάχος δεκαπέντε ποδών αλλά πλέον γκρεμισμένα και ερειπωμένα. Οι Ρωμαίοι σίγουρα πέρασαν από την περιοχή, καθώς υπάρχουν κατάλοιπα της ρωμαϊκής κατάκτησης αλλά οπωσδήποτε το κάστρο άκμασε όταν η Σερβική Αυτοκρατορία κατέβηκε νότια.(Frazer,σ. 230-231)
    • Ένα σώμα αθλίων και βρώμικων Τούρκων στρατιωτών είχε στρατοπεδεύσει μέσα στο κάστρο. Οι σκηνές τους ήταν χειρότερες ακόμη και από αυτές του τσιγγάνικου καταυλισμού. Οι ίδιοι έμοιαζαν σα να μην έχουν πλυθεί ποτέ. Τα ρούχα τους ήταν λερωμένα και σκισμένα και από τις μπότες τους είχε μείνει μόνο η σόλα. Μίλησα μαζί τους και είπαν πως ο μισθός τους ήταν ένας μετζεντέ το μήνα ,πως για έξι μήνες παρέμεναν απλήρωτοι και πως στα τέσσερα χρόνια της θητείας τους ο μισθός τους είχε καθυστερήσει για είκοσι μήνες.(Frazer,σ. 231)
    • Μια παλιά και γραφική εκκλησία ,αυτή του Αγίου Κλήμεντος βρίσκεται σε μια κοντινή αλλά χαμηλότερη πλαγιά. Είναι ένα χαμηλό κτίσμα κατασκευασμένο εξ΄ ολοκλήρου από λεπτά κόκκινα τούβλα τοποθετημένα κάθετα ενώ ο πύργος είναι χαμηλός και οκταγωνικός. Η αυθεντική εκκλησία του Αγίου Κλήμεντος βρίσκεται πιο πέρα αλλά έχει μετατραπεί από τους Τούρκους σε τζαμί και έτσι οι χριστιανοί αναγκάστηκαν να χτίσουν άλλο ναό. Το εσωτερικό είναι σκοτεινό και υγρό και έχει άρωμα μυστηρίου. Λιγοστό φως μπαίνει από τα αραχνιασμένα και ψηλά παράθυρα. Οι εικόνες και οι ασημένιες διακοσμήσεις είναι παλιές αλλά φανταχτερές και ο ιερέας που ξεναγεί τον επισκέπτη αφήνει να εννοηθεί πως θα μπορούσε να του δώσει κάποιο από τα κειμήλια αν πληρωνόταν αντιστοίχως. Πιθανώς στο ίδιο σημείο να υπήρχε ένας ρωμαϊκός ναός.Πράγματι, δυο από τους κίονες είναι σίγουρα ρωμαϊκοί ενώ έξω από το ναό ανάμεσα σε σκουπίδια παρατηρείται μια μαρμάρινη πλάκα όπου υπάρχει μια ρωμαϊκή επιγραφή. (Frazer,σ. 231-232)
    • Η μεγάλη λίμνη της Αχρίδας-με το πιο μακρινό της όριο μόλις να διακρίνεται τις μέρες με καθαρή ατμόσφαιρα- έχει μέρη με όμορφα δάση. Σε μικρά ακρωτήρια υπάρχουν ελληνικά και βουλγαρικά μοναστήρια όπου καθημερινά προσεύχονται στο Θεό και μισούν τους αδελφούς τους χριστιανούς. (Frazer,σ. 232)
    • [/tab]
      [tab name=’Holland’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Isambert’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Leake’]

      • Η Αχρίδα έγινε αρχιεπισκοπή από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, όταν αποφάσισε πως την πόλη αυτή θα την ονόμαζε Ιουστινιανή Πρώτη. (Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 273)
      • Τα περάσματα της Πελαγονίας, στα οποία ο Περσέας τοποθετήθηκε από τον πατέρα του Φίλιππο, πιστεύω ότι είναι η ορεινή διάβαση στη σύγχρονη διαδρομή από την Αχρίδα προς τα Μπιτόλια, που τώρα αποτελεί την κύρια αρτηρία στη θέση της παλιάς γραμμής ή γραμμών της Εγνατίας Οδού. Αυτή η αλλαγή ίσως προκλήθηκε από την συγκυρία ότι η Αχρίδα και τα Μπιτόλια αποτελούν τώρα τα κύρια μέρη αντί της Λυχνιδού και της Ηράκλειας και βρίσκονται αντίστοιχα στα βόρεια των δύο αρχαίων τοποθεσιών, καθώς στην αρχαιότητα η Εγνατία είχε εδώ παρεκκλίνει από την ευθεία της πορεία επειδή υπήρχε ανάγκη να διασχίσει περιμετρικά είτε τη βόρεια είτε τη νότια άκρη της λίμνης Λυχνιδού. (Leake, τoμ.ΙΙΙ, σ. 321)
      • Η Λυχνιδούς απέχει από την γέφυρα του Σερβιλίου περίπου δεκαεπτά μίλια.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 281)
      • Η Λυχνιδούς και η Ηράκλεια οι οποίες βρίσκονται κοντά στην γραμμή μεταξύ Δυρραχίου ή Απολλωνίας και Θεσσαλονίκης, ήταν οι κύριες πόλεις στο κέντρο της Κανδαβίας ή Εγνατίας Οδού-η πλέον σημαντική γραμμή επικοινωνίας από ξηράς μεταξύ Ιταλίας και Ανατολής, μεταξύ Ρώμης, Κωνσταντινούπολης και Ιερουσαλήμ.(Leake, τομ.ΙΙΙ,σ. 311)
      • Παρόλο που η Λυχνιδούς, η Ηράκλεια και η Έδεσσα στην Κανδαβία οδό, όπως περιγράφει και ο Πολύβιος, εξακολουθούσαν να είναι τα τρία κύρια σημεία μεταξύ Δυρραχίου και Θεσσαλονίκης (η φύση στην πραγματικότητα είχε τραβήξει την γραμμή στην κοιλάδα του Γενουσού ποταμού, ξεκινώντας από την παραθαλάσσια χώρα της Ιλλυρίας και διεισδύοντας στο όρος Κανδαβία στην ίδια ανατολική κατεύθυνση προς την οποία η κοιλάδα στον ποταμό της Έδεσσας απολήγει στις πεδιάδες της Κάτω Μακεδονίας) φαίνεται να ήταν επιλογή των διαδρομών πάνω από τις βουνοκορφές οι οποίες περίκλειαν τα σύνορα της Ιλλυρίας και της Μακεδονίας και οι οποίες διαχώριζαν την λίμνη της Λυχνιδούς από τις κοιλάδες που βρέχονταν από τον Εριγώνα και τις διακλαδώσεις του.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 312)
      • Στην κεντρική οδό , όπως περιγράφει ο Πολύβιος, το τμήμα μεταξύ Λυχνιδούς και Ηράκλειας έβγαζε στον Πυλώνα, που πήρε το όνομά του επειδή ήταν το όριο των δύο επαρχιών.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 313)
      • Η Άρνισσα φαίνεται να ήταν στην κοιλάδα του Οστρόβου και πιθανόν να ήταν το ίδιο μέρος με τον Βάρνο του Πολύβιου, καθώς το Β ήταν ένα κοινό μακεδονικό πρόθεμα. Για τον Στράβωνα δεν είναι αναγκαίο να θεωρείται ότι ο Βάρνος βρίσκεται μεταξύ Λυχνιδούς και Ηράκλειας παρόλο που έδωσε αναμφίβολα αυτήν την ερμηνεία.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 316)
      • Αφού από την γέφυρα του Σερβίλιου μέχρι την Οχρίδα υπήρχε μία απόσταση δεκαεπτά μιλίων, η πόλη των Δασσαρετών ήταν κοντά στο νότιο άκρο της λίμνης, στην ανατολική ακτή, όπου ο δρόμος έκανε την απόκλιση του από την λίμνη στο βόρειο άκρο της κύριας πορείας του. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.281).

      [/tab]
      [tab name=’Mantegazza’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Pouqueville’]

  • Ο Ακροπολίτης σε μία από τις πορείες του με προορισμό την Αλβανία πέρασε μέσω Αχρίδας, Πρέσπας και Σιδηροκάστρου. Ο Ακροπολίτης αναφέρει επίσης ότι για να μεταβεί στο Ελβασάν άφησε πίσω του τα Σέρβια, την Καστοριά και την Αχρίδα κατευθυνόμενος από ανατολικά προς δυτικά. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 6)

  • Η εμποροπανήγυρη της Στρούγγας γινόταν κοντά στην Αχρίδα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 13)

  • Το πασαλίκι της Αχρίδας περιλαμβάνει τη Δασσαρητία, η οποία εντοπίζεται στην Πρεβαλιτιανή των Βυζαντινών, καθώς και την Δαρδανία μέχρι τους βράχους του Καλκαδερέν. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.47)

  • Σύμφωνα με τους συγγραφείς η Αχρίδα υπήρχε ήδη από την εποχή των βασιλέων της Μακεδονίας. Η αρχαία της ονομασία ήταν Λύχνιδις και την συναντάμε στον Ιεροκλή τον Γραμματικό μαζί με την προσωνυμία Μητρόπολις. Παρουσιάζεται σαν ένα σπουδαίο φρούριο στο σταυροδρόμι των οδών αυτού του βασιλείου και της Ιλλυρίας. Ο Στράβων αφήνει να εννοηθεί ότι γειτόνευε με πολλές λίμνες. Η άποψη αυτή συμπίπτει με την ύπαρξη εκεί των λιμνών της Μαλίκης, της Λύχνιδου, της Πρέσπας και του Δρένοβου. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.49)

  • Την παλαιά ονομασία της Αχρίδος, την Λύχνιδις τη συναντάμε στον Βέσελινγκ και τον Πωλμιέ ντε Γκρεντεμενίλ. Οι συγγραφείς που ασχολήθηκαν με την περιοχή αυτή, μεταξύ αυτών ο Σχολιαστής του Πτολεμαίου, προσθέτουν σε αυτήν και την επωνυμία Αχρίδα. Αναμφίβολα θα τη δανείστηκαν από τους Βούλγαρους, οι οποίοι ίσως να την σχημάτισαν από τη λέξη Άκρη, μια λέξη των ελληνικών που μιλούσαν την εποχή του Ιουστινιανού, και σημαίνει ύψωμα και συμπίπτει απόλυτα με την τοποθεσία της πόλης.
    Το φρούριο της Αχρίδας εκχριστιανίστηκε κατά προσέγγιση τον 4ό αιώνα μετά Χριστόν και η ιεραρχία των επισκόπων του ξεκίνησε με τον Διονύσιο, ο οποίος ήταν παρών στη Σύνοδο των Σάρδεων. Η Αχρίδα ανήκε τον 5ο αιώνα στο Εξαρχάτο της Λυχνιδού, τον 6ο στο Εξαρχάτο της Δακίας και τον 9ο σε αυτό της Βουλγαρίας. Σύμφωνα με τον κατάλογο που παραθέτει ο P. Lequin, οι επίσκοποι της Αχρίδας ανέρχονταν σε πενήντα, από τον Διονύσιο μέχρι τον Ιωσάφεθ, που το έτος 1721 ζούσε ακόμη. Σε θρησκευτικό επίπεδο, η δικαιοδοσία του εκτεινόταν στις μητροπόλεις Καστοριάς, Πελαγονίας ή Βιτώλιας, Περλεπέ, Βοδενών, Γκόριτσας, και Σελασφόρου, της σημερινής Κορυτσάς, Βελιγραδίου, Κανίνας (Βερατίου), Τιβεριοπόλεως ή Στρανίτσας, Γρεβενών, στις επισκοπές Σισανίου (Σιάτιστας), Μογλενών, Πρέσπας, Δίβρων, Κίτσοβου και Χώρας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.50)

  • Σύμφωνα με τον Προκόπιο, το φρούριο της Αχρίδας εντάσσεται στο Θέμα της Νέας Ηπείρου και η έκτασή του περιλαμβάνει τη Μακεδονική Ιλλυρία μέχρι τη Λίσσα. Σύμφωνα με τον ίδιο, αφού η πόλη καταστράφηκε από κάποιο σεισμό την ίδια εποχή με την Κόρινθο στο διάστημα της βασιλείας του Ιουστίνου, και αφού οι σεισμικές δονήσεις επαναλήφθηκαν το δέκατο τρίτο και το δέκατο έβδομο έτος του πολέμου των Γότθων και σκέπασαν με ερείπια όλη την Ελλάδα, η πόλη ανοικοδομήθηκε έπειτα από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Ο Προκόπιος εντοπίζει την πρώτη Ιουστινιανή στη Δαρδανία, λέγοντας ότι διαδέχτηκε το Ταυρέσιον και όχι τη Λύχνιδο. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.51)

  • Στους ιερατικούς τίτλους των Μητροπολιτών της Αχρίδας, προστέθηκε και ο τίτλος του Έξαρχου πάσης Βουλγαρίας, τον οποίο έφεραν μέχρι την κατάλυση εκείνου του αυτοκέφαλου εκκλησιαστικού θρόνου. Σύμφωνα με τον Κωδινό ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας είχε το προνόμιο να χειροτονεί τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Ο Γεώργιος Ακροπολίτης στο χρονικό του αναφέρει ότι ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας απολάμβανε το δικαίωμα να ενδύει με την πορφύρα τους Καίσαρες του Βυζαντίου και να τους στεφανώνει με το αυτοκρατορικό διάδημα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.52)

  • Σύμφωνα με την Άννα Κομνηνή, μετά τον θάνατο του Ιουστινιανού, την εποχή της βασιλείας του Μόχρου, οι Βούλγαροι, λόγω του μίσους που έτρεφαν κατά των Ρωμαίων, μετονόμασαν τη Λυχνιδό και την Ιουστινιανούπολη σε Αχρίδα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.53)

  • Πιο πέρα από το παλάτι του Τζελαντίν Μπέη, περνώντας κάποιο από τα ποτάμια που χύνονται στη λίμνη και στρίβοντας νοτιοδυτικά, μετά από δυόμιση μίλια φτάνουμε στην είσοδο της σύγχρονης Αχρίδας, η οποία κατέχει μια επιφάνεια τριών τετάρτων της λεύγας. Κατά παράδοση, η θεμελίωση της νέας Αχρίδας τοποθετείται στους χρόνους των δεσποτών της Σερβίας, όταν κυβερνούσε ο βασιλιάς Σαμουήλ. Θα πρέπει να έφτασε στην ακμή της τον δέκατο τέταρτο αιώνα, όταν ο Σκεντέρμπεης υπερασπιζόταν την Αλβανία καθώς και μερικές γειτονικές περιοχές της, και έστειλε εκεί τον Σμέρκτιο, έναν από τους στρατηγούς του για να αναλάβει την άμυνα. (Barletius, fil. 204). Είναι γνωστό με ποιόν τρόπο την υποδούλωσε ο Αμουράτ, κι ότι στο διάστημα της βασιλείας του Βαγιαζήτ Α΄η ακρόπολη ξανακτίστηκε πάνω στα Πιέρια όρη. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.54)

  • Λίγα χρόνια μετά την τουρκική κατάκτηση των Δίβρων ή Δαρδανίας, η Αχρη, όπως την προφέρουν οι ντόπιοι, αποτέλεσε την έδρα ενός σαντζακιού ή πασαλικιού με δύο ουρές, υπαγόμενου στο Σερασκέρι της Ρούμελης, το οποίο διαιρείται σε έντεκα καντόνια και περιλαμβάνει τη Δασσαρητία, τη Δαρδανία κι ένα μέρος της Πρεβαλιτιανής. Επομένως, η Αχρίδα των Βουλγάρων, που είναι σήμερα γνωστή με τα ονόματα Αχρίδα και Αχρη, είναι μια πόλη την οποία πρέπει να διακρίνουμε από την Ιουστινιανούπολη, γιατί αυτή εγκαταλείφθηκε ολότελα την εποχή της επιδρομής των Σκυθοσλάβων στη Μακεδονία.
    Η σύγχρονη Αχρίδα είναι μια πόλη με πέντε χιλιάδες κατοίκους, κτισμένη ανατολικά της λίμνης Λυχνιδού, στους πρόποδες ενός ακρωτηρίου που βρέχεται από τα νερά κι από τις τρεις πλευρές του. Το κάστρο που την προστατεύει είναι κτισμένο πάνω σε μια απόκρημνη πλαγιά των Πιερίων, όπου φτάνει κάποιος ακολουθώντας μιαν απότομη ανηφόρα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.55)

  • Στην είσοδο της πόλης η πύλη προστατεύεται από ένα διπλό τείχος με επάλξεις, πάνω στο οποίο βρίσκονται εγκαταλειμμένα μερικά αχρηστευμένα κανόνια. Προχωρώντας μέχρι το ψηλότερο σημείο της, πάνω από τη λίμνη στην οποία και καταλήγει κατακόρυφα, εισχωρούμε σε μια δεύτερη οχυρωματική περίμετρο. Η απόστασή της από την πρώτη είναι εξακόσιες δρασκελιές, ενώ η περιφέρεια των τειχών της είναι τετρακόσιες ή πεντακόσιες οργιές. Ένα παλάτι ή σεράγι, ένα τζαμί, αποθήκες, στάβλοι συνωστίζονται όλα μαζί μέσα σε αυτή την περίμετρο όπου, νερό υπάρχει μόνον από τις στέρνες, και που, αν ήταν καλύτερα οχυρωμένη και εφοδιασμένη με τρόφιμα, θα ήταν εύκολο να την υπερασπιστούν οι κάτοικοί της, αλλά και δύσκολο να της επιτεθεί ο εχθρός, γιατί η τοποθεσία της δεν είναι από πουθενά προσπελάσιμη. Ο Τζελαντίν Μπέης, ανιψιός του Αλή Τεπελενλή, που διοικούσε τότε το σαντζάκι της Αχρίδας, δεν είχε συνειδητοποιήσει τη σημασία της πόλης. Έβαζε τους υπηκόους του να κτίζουν κιόσκια, αντί να ενισχύει τους προμαχώνες του. Πάραυτα, είχε διατάξει να κατασκευάσουν μερικά γεφύρια. Υπολογίζεται ότι κατασκευάστηκαν εκατό πέτρινα γεφύρια πάνω στον δρόμο που οδηγεί από το Σιγν στην Κωνσταντινούπολη και είκοσι οκτώ στον δρόμο από τα Γιάννενα στη Στρόγγα, τα οποία όμως καταρρέουν εξαιτίας της κακής συντήρησης. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.56)

  • Το σαντζάκι της Αχρίδας συνορεύει προς τα ανατολικά-βορειοανατολικά και προς τη μεσημβρία με το Βαληλίκι της Ρούμελης, προς το βορρά με το Δρίνο, που το χωρίζει από το πασαλίκι της Σκόδρας ή Σκούταρη, προς τα νοτιοανατολικά συνορεύει με το Καλκανδερέν, και τέλος μέσω της Στάροβας και της Μικρής Γκρούτσας γειτονεύει με τα εδάφη του Βερατίου, ενώ το καντόνι του Μάτι το χωρίζει από το Ελβασάν. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.57)

  • Η πρωτεύουσα του σαντζακιού της Αχρίδας περιλαμβάνει έξι τζαμιά, τρεις εκκλησίες, αρκετά λουτρά, κι έναν πληθυσμό από χίλιες τριακόσιες οικογένειες, από τις οποίες μόνον οι εξακόσιες είναι μωαμεθανικές. Στα γύρω χωριά ζουν Λατίνοι Χριστιανοί και Τούρκοι και συνθέτουν πληθυσμό από χίλιες πεντακόσιες οικογένειες οι οποίες, μαζί με εκείνες της έδρας της περιοχής, συνθέτουν ένα σύνολο από δεκατέσσερις χιλιάδες εξακόσια άτομα, στα οποία θα μπορούσαν να προστεθούν και περισσότεροι από τρεις χιλιάδες Αρναούτηδες νομάδες. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.57-58)

  • Σε απόσταση δύο ωρών από την Αχρίδα φτάνουμε στην εκροή της λίμνης Λυχνιδού, από την οποία σχηματίζεται ο ποταμός Δρίνος. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.58)

  • Το σαντζάκι της Αχρίδας συνορεύει με την Κάτω Δίβρα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.69)

    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Φλώρινα

    Παλαιό Όνομα : Ηράκλεια του Λύγκου ή Ηράκλεια Λυγκηστίς
    Δήμος : Φλώρινας

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Ανάμεσα στα μουσουλμανικά αυτά τείχη που ορθώνονται στα όρια της Μακεδονίας, το παράδειγμα του Ελβασάν χρησιμεύει, για να μας εξηγήσει γιατί, σε κάθε πόλη και χωριού του εσωτερικού, έχουμε μια συνοικία μουσουλμάνων μπέηδων και αγάδων. Ολόκληρη η ιδιοκτησία στη Μακεδονία είναι σε μουσουλμανικά χέρια. Στο βιλαέτι του Μοναστηρίου ο χάρτης πρέπει να είναι διάτρητος από μικρές ισλαμικές τρύπες στο χριστιανικό φόντο του τόπου. Το Μοναστήρι καταρχήν, ο Περλεπές, το Κίτσεβο και η Φλώρινα είναι οι κυριότεροι πόλοι έλξης…
      Το συμφέρον που ώθησε αυτούς τους πρώην χριστιανούς προς το τζαμί, τους κρατά ακόμη στο πλευρό του Τούρκου και ο δεσμός αυτός είναι ισχυρότερος από τις μεγάλες και ωραίες θεωρίες περί φυλών και εθνοτήτων.
      (Berard, σ. 210)
    • H Φλώρινα απέχει μόλις τρεις ώρες από το μοναστήρι. Χωρίζεται από τη Καστοριά με τα βουνά Νέρετσκα και Πλάνινα. Είναι χτισμένη στη κατωφέρεια των λόφων δίπλα σε ένα καχεκτικό παραπόταμο της Τσέρνας. Τη μουσουλμανική πόλη την αποτελούν 1500 σπίτια, που τα κατοικούν Αλβανοί και Σλάβοι προσήλυτοι. Στη πόλη βρίσκονται καμιά εκατοντάδα τούρκικες οικογένειες. Η χριστιανική συνοικία (500 σπίτια) θυμίζει την Αχρίδα και τη Στρούγκα με την όψη των ξύλινων σπιτιών της, τη βρωμιά των δρόμων της, τη φορεσιά των γυναικών και το χωριάτικο και βαρύ σουλούπι όλων των κατοίκων της.(Berard, σ. 356-357)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]

  • Το τραίνο, αφού φύγει από την Λάρισα και περάσει τον ποταμό Πηνειό, μπαίνει στην περίφημη Κοιλάδα των Τεμπών, ανάμεσα στα όρη Όλυμπος (9780 πόδια) και Όσσα. Μετά περνάει αρκετά κοντά από την παραλία, μέσα από ένα τούνελ κάτω από το κάστρο του Πλαταμώνα και φθάνει στο Πλατύ, 20 μίλια από τη Θεσσαλονίκη, στη γραμμή Θεσσαλονίκη – Φλώρινα. (Boissonas, σ. 78)
  • [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]

    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Η Φλώρινα απέχει τέσσερα μίλια από τις πεδιάδες της Πελαγονίας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 18)
  • [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Βέροια

    Παλαιό Όνομα : Καράφερε
    Δήμος : Βέροιας
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Οι Τούρκοι που συναντούμε σήμερα στα δυτικά του Βαρδάρη, έχουν έρθει οι περισσότεροι από την Ανατολή. Οι πρώτοι ήρθαν από τη θάλασσα. Στα 1331, εβδομήντα πλοία του μπέη του Καράσι αποβίβασαν στην ακτή της Θεσσαλονίκης συμμορίες, που λεηλατούν τη Βέροια. Στα 1343 και 1352 καινούριες εφορμήσεις. Ακολουθεί η μεγάλη κατάκτηση με τις εισβολές του Μουράτ και του Βαγιαζήτ. Ύστερα από είκοσι χρόνια ολόκληρη η Μακεδονία ήταν υποταγμένη (1370). (Berard, σ. 198)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]

  • Η πόλη έχει δεκαοκτώ με είκοσι χιλιάδες κατοίκους Έλληνες και Τούρκους. Παρ’ ότι είναι από τις πλέον αρχαίες πόλεις δε διατηρεί παρά ελάχιστα ίχνη της αρχαιότητας της. Σώζονται ερείπια αρχαίων τειχών και ένας μεγάλος πύργος των Μέσων Χρόνων. Οι εκκλησίες οικοδομήθηκαν τα νεότερα χρόνια. Η περιοχή έχει πλούσια εδάφη. Στη Βέροια κατασκευάζονταν λινά υφάσματα που χρησιμοποιούνταν σαν πετσέτες στα λουτρά -ήταν γνωστά με το όνομα «μακραμάδες»- και πωλούνταν στις αγορές όλης της αυτοκρατορίας. (Cousinery,τομ.Ι,σ. 69)
  • Η Βέροια κατακτήθηκε από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων, ο οποίος εγκατέστησε φρουρά και φρόντισε να διατηρηθεί η εξουσία του στην πόλη έως και το θάνατό του. (Cousinery,τομ.Ι,σ. 71)
  • [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]

    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Το 1348, οι πόλεις και τα φρούρια που υπάγονταν στη Βέρροια ήταν: Σταριδέλα (Σαριγούλ), Πέτρα, Σέσκος, Δέβρα, Στρόφος και Νοτία. Η Βέρροια θεωρήθηκε ως η αρχαία ομώνυμη πολιτεία. Στους πρόποδες του όρους Ξερολίβανο συναντάμε τα ερείπια ενός μεγάλου χωριού, που βρισκόταν στην είσοδο μιας δασωμένης και πολύ στενής κλεισούρας μήκους τριών τετάρτων της λεύγας, η οποία καταλήγει στη Βέροια. Σύμφωνα με τη μυθολογία ως θεμελιωτές της Βέροιας φέρονται ο Φέρων ή, σύμφωνα με άλλους, η Βέροια, η θυγατέρα του Μάκεδου. Ο Στράβων αναφέρει ότι ήταν κτισμένη πάνω σε μια πλαγιά του Βερμίου, ο Πλίνιος την τοποθετεί στη δεύτερη θέση ανάμεσα στις πόλεις της Μακεδονίας, ενώ ο Πτολεμαίος την τοποθετεί στην Ημαθία, κάτι που είχε ήδη πάψει να ισχύει στον αιώνα του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, ο οποίος την κατέταξε στο Θέμα της Διοικήσεως της Μακεδονίας. Το 579 η Βέροια εξακολουθούσε ν’ αποτελεί οχυρό, όταν ο Χάνης των Αβάρων τράπηκε σε φυγή μπροστά στα τείχη της. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.93)
  • Αν και οι τίτλοι και η σημασία της Βέροιας έχουν σβήσει, η θύμηση από το πέρασμα του Αποστόλου διατηρείται ακόμη ζωντανή στη μνήμη των απογόνων Χριστιανών, που δέχτηκαν τη θρησκεία από τον Άγιο Παύλο. Η πόλη ονομάστηκε από τους Έλληνες Βέροια, ενώ οι Τούρκοι την ονόμασαν Καραβέρια ή Καραφέρια. Η σύγχρονη πόλη είναι έδρα ενός Μητροπολίτη κι ενός καδή και σήμερα περιλαμβάνει δυόμιση χιλιάδες κατοίκους. Η εκκλησία της Βέροιας συγκαταλεγόταν ήδη πριν από το 347 ανάμεσα στις ανατολικές μητροπόλεις. Εδώ και λιγότερο από είκοσι χρόνια είχε στη δικαιοδοσία της τριακόσια χωριά, αλλά ο αριθμός αυτός περιορίστηκε σημαντικά μετά τη μετοικεσία των Ελλήνων στη Μικρά Ασία. Οι παρυφές του Βερμίου, πάνω στις οποίες κτίστηκε η Βέροια, είναι το σημείο όπου διαχωρίζονται τα νερά δύο ποταμών, ο ένας εκ των οποίων κυλά μέσα από το φαράγγι του Ξερολίβαδου προς τη Νάουσα, και ο άλλος καταλήγει στον Αλιάκμονα. Τρεις λεύγες βορειοδυτικά της Βέροιας βρίσκεται η Νάουσα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.94)
  • Κοντά στην Καρά-Βέρροια βρίσκεται η Κόλιανη, μια ερειπωμένη πόλη. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.75)
  • [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]