Category: Berard

  • Σέρβια

    Παλαιό Όνομα : Σερφιντζέ
    Δήμος : Κοζάνης

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα όλος αυτός ο [τουρκικός] πληθυσμός μετανάστευσε. Η Πύλη εγκατέστησε ένα μέρος από τους μουατζίρηδες(μετανάστες) αυτούς γύρω από την Προύσα και τη θάλασσα του Μαρμαρά. Οι περισσότεροι όμως- προπάντων οι πλούσιοι, όσοι κατείχαν γαίες που απλώνονταν και στις δύο πλευρές του Ολύμπου, και στη Μακεδονία και στη Θεσσαλία- ήρθαν να προστεθούν στο τουρκικό στοιχείο που κατοικούσε στα Σέρβια. Λένε ότι μετανάστευσαν έτσι τριάντα σαράντα χιλιάδες άνθρωποι. Πράγματι, σήμερα η Θεσσαλία έχει ερημωθεί.
      (Berard, σ. 206)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    • Τα Σέρβια βρίσκονται στους πρόποδες των Καμβουνίων και οι Τούρκοι τα αποκαλούσαν Σελφιτζέ , ονομασία την οποία χρησιμοποιούσαν και για την περιφέρεια δεξιά του Αλιάκμονα, απέναντι από τον Τσερσεμπά. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 303)
    • Στη βορειοδυτική πλευρά των βουνών η Βιστρίτζα φαίνεται ξανά να απλώνεται στην πεδιάδα η οποία εκτείνεται ως τα Σέρβια. Το Καταφύγι βρίσκεται στην πιο κοντινή διαδρομή από την Βέροια προς τα Σέρβια. H διαδρομή αυτή διασχίζει τη Βιστρίτζα κοντά στην Βέροια, όμως σε κάποια σημεία είναι δύσκολη η πρόσβαση- γι’ αυτό προτιμάται συνήθως το πέρασμα από την Καστανιά. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 297)
    • Η πεδιάδα χωρίζεται από αυτές του Τσερσεμπά και των Σερβίων στις όχθες του Ιντζέκαρα από μια χαμηλή διαδρομή του όρους Βέρμιο, το οποίο ενώνεται με την άλλη άκρη της πεδιάδας Μπουτζά με το όρος της Κοζάνης, το οποίο είναι παρακλάδι του όρους Βούρινος. (Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 297)
    • Στην αγορά το πρωί συχνάζουν και Τούρκοι και Έλληνες από την γειτονική χώρα. Η Κοζάνη και τα Σέρβια ορίζουν μια επισκοπή, η οποία είναι υπό την δικαιοδοσία της Θεσσαλονίκης. Ο Επίσκοπος έχει κατοικία και στις δύο περιοχές, τώρα βρίσκεται στα Σέρβια αλλά συνήθως διαμένει στην Κοζάνη.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 299)
    • Φεύγοντας από την Κοζάνη προς τα Σέρβια αφήνουμε πίσω, προς τα αριστερά, το Ακμπουνάρ, Νίζβορο ή Ίσβορο για τους Έλληνες, στην άκρη των αμπελώνων της Κοζάνης και κατεβαίνουμε σε λοφώδεις εκτάσεις με χωράφια σιτηρών διάσπαρτα με μικρά χωριά. Έπειτα, φτἀνουμε στο Χατζιράν, ίδιου μεγέθους οικισμός με το Ακμπουνάρ, το οποίο βρίσκεται σε 1,5 μίλια απόσταση στα αριστερά του δρόμου στους πρόποδες του Γκιόζτεπε. Όλα αυτά τα μέρη είναι τουρκικά. Αργότερα,φτάνουμε στον ποταμό Ιντζέκαρα ή Βιστρίτζα που πλαισιώνεται από απότομους βράχους στην αριστερή όχθη ενώ στην απέναντι πλευρά γειτνιάζει με χαμηλά εδάφη. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 329)
    • Σε 1 ώρα και 8 λεπτά από τον ποταμό βρίσκονται τα Σέρβια. Για να φτάσει κάποιος στα Σέρβια περνά από πλούσια λειβάδια και μια γόνιμη πεδιάδα. Εἰκοσι λεπτά από τα Σἐρβια και πέρα από την πεδιάδα βρίσκεται ένα ύψωμα. Τα Σέρβια έχουν περίπου 500 τουρκικά σπίτια και μερικά ελληνικά. Βρίσκονται στη βόρεια πλευρά ενός ανοίγματος στην κορυφογραμμή που ξεκινά από τις χαράδρες της Βιστρίτζας, κοντά στη Βέροια και τερματίζεται στα βουνά της Κασσιάς, στα βόρεια των Τρικάλων.Το πιο πολύτιμο προϊόν των αγρών των Σερβίων είναι μια ποικιλία καπνού, που φέρει ένα κίτρινο φύλλο όπως εκείνη των Γιαννιτσών. Οι δρόμοι της πόλης οριοθετούνται με το χόρτο καπνού που στεγνώνει κατά μήκος των προθαλάμων των σπιτιών, όπως και στις αυλές τους. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 330)
    • Η επισκοπική εκκλησία των Σερβίων, η οποία βρίσκεται σε ένα ύψωμα που ξεκινάει από το χαμηλότερο τμήμα του βουνού πίσω από την πόλη, τώρα είναι κατεστραμμένη και η επισκοπή που βρίσκεται στην πόλη, δεν βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση, παρόλο που ακόμη είναι σε χρήση.Ο επίσκοπος, τον οποίο επισκέφθηκα το πρωί, υποθέτει ότι τα Σέρβια είναι αποικία των Σέρβων, των οποίων οι απόγονοι οδηγήθηκαν εκεί από τους Τούρκους. Η υπόθεσή του αυτή δεν είναι αβάσιμη. Άλλη άποψη του επισκόπου μοιάζει περισσότερο αμφίβολη, παρόλο που την αναπτύσσει ως μη αμφισβητούμενο γεγονός και λόγω του ότι με δέχθηκε δεν διεφώνησα μαζί του. Ισχυρίστηκε ότι ο Απόστολος Παύλος πέρασε μέσω των Σερβίων στην πορεία του από τη Βέροια στην Αθήνα. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 330)
    • Aφού έδιωξα τους φρουρούς που είχα μαζί μου από το Μέτσοβο στη Βέροια, πήρα άλλους έξι από τον Αλή Πασά στα Σέρβια, ανάμεσά τους και έναν Αλβανό Μουσουλμάνο και ξεκίνησα για το Λιβάδι. Πρώτα επισκέφθηκα ένα κατεστραμμένο κάστρο στην κορυφή του λόφου πάνω από την επισκοπή, συνοδευόμενος μέχρι εκεί από τον Αλβανό φρούραρχο,ο οποίος όταν ανακάλυψε ότι είχα γνώση των μνημείων της περιοχής που ήταν θεατά από το κάστρο, έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον στην απάντηση όλων των γεωγραφικών μου ερωτήσεων τις οποίες κατείχε καλά από τη γνώση του για τη Μακεδονία, που απέκτησε στην στρατιωτική του πορεία.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 331)
    • Στα δεξιά του Σινιάτσικου φαίνεται το Περιστέρι, το οποίο συνορεύει με τις πεδιάδες του Εριγώνα και των Μπιτολίων.Στα βορειοανατολικά υψώνεται το σπουδαίο βουνό Δοξά ή Βέρμιο και στα δεξιά του φαίνεται ο Βελβεντός ή Βελβεδός, μια πόλη 300 σπιτιών, η οποία,παρόλο που είναι γνωστή για τον μιναρέ της, κατοικείται κυρίως από Έλληνες. Ο Βελβεντός βρίσκεται σε απόσταση 3 ωρών από τα Σέρβια και ομοίως βρίσκεται στο ίδιο βουνό. Τοποθετείται στην ίδια γραμμή με τη μεγάλη χαράδρα του Αλιάκμονα ενώ κοντά του βρίσκεται και το βουνό της Πέλλας. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 332)
    • Το κάστρο των Σερβίων ήταν έτσι τοποθετημένο ώστε να ελέγχει το ανέβασμα στις Πόρτες, έτσι όπως αποκαλείται το υψηλότερο σημείο του περάσματος, εκεί όπου οδηγούν οι όχθες του Αλιάκμονα στις κοιλάδες που βρέχονται από τον Πηνειό.(Leake, τομ.ΙΙΙ,σ. 332)
    • Από μια περίεργη διαστρέβλωση της αρχαίας γεωγραφίας η Θεσσαλονίκη και η Βέροια είναι εκκλησιαστικές επαρχίες ή διοικητικές περιφέρειες της Θεσσαλίας. Έτσι, ο επίσκοπος της Θεσσαλονίκης ονομαζόταν Υπέρτιμος και Έξαρχος πάσης Θετταλίας. Αυτός διεκδικούσε τα προνόμια του επιθέτου Παναγιώτατος στη δική του περιφέρεια αλλά οπουδήποτε αλλού είχε μόνο τον τίτλο- όπως και οι άλλοι μητροπολίτες-του Πανιερωτάτου.Οι επισκοπές της δικαιοδοσίας του είναι το Κίτρος, η Καμπανία, η Πέτρα, ο Πλαταμώνας μαζί με το Λυκόστομο, τα Σέρβια, το Αρδαμέρι , του οποίου η έδρα είναι η Γαλάτιστα και η Ιερισσός η οποία συμπεριλαμβάνεται στο Άγιο Όρος. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 250-251)
    • Ο λόφος που είναι ορατός από το πέρασμα από τα Σέρβια στην Κοζάνη ονομάζεται Βίγλα- μια σύγχρονη λέξη ισοδύναμη με τη Φυλή- όπου λέγεται ότι διατηρούνταν τα ίχνη ενός αρχαίου οχυρού. Αντί για την διάβαση μέσω των Πορτών, ακολούθησα ένα πιο ψηλό μονοπάτι κατά μήκος της νότιας πρόσοψης του βουνού, που εκτείνεται βόρεια προς το Καταφύγι και το ρέμα του ποταμού Βιστρίτζα πάνω από τη Βέροια. Καθώς κατεβαίνουμε, η κορυφή της Σαμαρίνας διαγράφεται στα βορειοδυτικά μέσω των άνω στενών του ίδιου ποταμού ή εκείνων στο νότιο άκρο του όρους Βούρινος, κοντά στην Κἀλιανη, που χωρίζεται με τις πεδιάδες ή κοιλάδες των Γρεβενών και των Βεντζίων από εκείνες του Τσερσεμπά και των Σερβίων. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 333)
    • Ο δρόμος μας προς το Λιβάδι ακολουθεί την πλευρά του βουνού, σταδιακά κατεβαίνοντας και διασχίζοντας πολλά βαθιά φαράγγια και πετρώδεις, επικίνδυνες πλαγιές. Στα μισά του δρόμου ξεκινάμε να βλέπουμε στα δεξιά πάνω από μια πεδιάδα που εκτείνεται πέντε ή έξι μίλια από τους πρόποδες του βουνού σε άλλο που ονομάζεται Αμάρβες, στην κατεύθυνση του Δεμινίκου. Οι Αμάρβες είναι η κεντρική κορυφή των Καμβουνίων και στα δυτικά συνδέεται με άλλη κορυφή, τα Βουνάσια, που ξεκινά από την αριστερή όχθη του Βιστρίτζα απέναντι από το Βούρινο. Οι Αμάρβες είναι ο σύνδεσμος μεταξύ της αλυσίδας του Ολύμπου πίσω από τα Σέρβια και τον Βελβεντό με τους λόφους της Χασιάς.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 333)
    • ‘Ενα μικρό ρυάκι ρέει μέσα από την κοιλάδα στα δεξιά μας και περνάει μέσα από ένα λαγκάδι στο νοτιοδυτικό άκρο κοντά στο οποίο συναντάει ένα ποτάμι που ξεκινά από τις άφθονες πηγές του νότιου μέρους των Αμάρβεων όπου οι Λιβαδιώτες έχουν κλωστοϋφαντουργεία. Μετά από μια στροφή προς τα ανατολικά, εισερχόμαστε σε μια άλλη πεδιάδα στην οποία καταλήγει το Ελασσονίτικο ή ποτάμι της Ελασσόνας και στο Αμούρι, ένα μικρό χωριό- όχι μακριά από το Δεμινίκο. Το κύριο ρεύμα του ποταμού ονομάζεται Τιταρήσιος κατά τον Όμηρο και συναντά τον Πηνειό στην κοιλάδα της Λάρισας. Το παρακλάδι από το όρος του Λιβαδιού ονομάζεται Βουργαρί ή Σαραντάπορο. Σε μικρή απόσταση από τη δεξιά όχθη, κοντά στο Μπογάζι όπου απολήγει η πεδιάδα, υπάρχει το χωριό Βουβάλα και το μετόχι του μοναστηριού της Ελασσόνας σε ένα ύψωμα στους πρόποδες του όρους Αμάρβες. Η κορυφή περικλείεται με χαλάσματα τειχώνν μιας αρχαίας πόλης. Αυτό το μέρος που βρίσκεται κοντά στο δρόμο από τα Σέρβια στα Τρίκαλα, υπολογίζεται σε απόσταση τριών ωρών από το Λιβάδι και είναι η μικρότερη διαδρομή από άλλη στα δεξιά του δρόμου από τα Σέρβια στην Ελασσόνα, όπου μετά την έξοδο από το πέρασμα της Βίγλας αφήνουμε τον δρόμο των Τρικάλων στα δεξιά μας και διασχίζουμε την κοιλάδα διαγωνίως σε μια ευθεία γραμμή προς την Ελασσόνα. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 334)
    • Μετά από πέντε ώρες από το κάστρο των Σερβίων φτάνουμε στο Λιβάδι, που βρίσκεται σε μια τοποθεσία από τις πιο απότομες με πολύ λίγη πεδιάδα σε κάποια μίλια από εκεί. Η πόλη περιλαμβάνει 800 σπίτια κάτω από μια βραχώδη κορυφή στα βουνά που εκτείνονται από την παραθαλάσσια πεδιάδα της Κατερίνης στη δεξιά όχθη του Βιστρίτζα, κοντά στη Βέροια. Η πιο ψηλή κορυφή αυτών των βουνών γίνεται ορατή ακόμα και από την Θεσσαλονίκη και αναφέρεται ως μια από τα κυριότερες κορυφές της αλυσίδας του Ολύμπου. (Leake, τομ.ΙΙΙ,σ. 334-335)
    • Το Λιβάδι είναι μια βλάχικη αποικία από τους παλαιούς χρόνους και συχνά από τότε λέγεται βλαχο-Λίβαδο. Τα υπόλοιπα βλαχοχώρια σε αυτήν την περιοχή είναι το Κοκκινοπλό στις πλαγιές του Ολύμπου, τρεις ώρες απόσταση από εκεί προς την Τσαριτσάνη, τα Φτερά στην ίδια απόσταση προς την Κατερίνη και το Νεοχώρι ανάμεσα στα Σέρβια και το Λιβάδι σε μια υψηλή τοποθεσία στο βουνό, μια ώρα στα αριστερά του δρόμου από όπου ήρθαμε.Το Κοκκινοπλό έχει περίπου 200 σπίτια, τα Φτερά 100 και το Νεοχώρι 20 ή 30. Κοντά στα Φτερά λέγεται ότι υπήρχε ένα αρχαίο λατομείο. Αυτά τα χωριά ζουν κυρίως από την παραγωγή χοντρών μάλλινων ρούχων που λέγονται “σκουτί”, από τα οποία φτιάχνονται τα πανωφόρια που ονομάζονται κάππες, στα ιταλικά “κάππε” και χρησιμοποιούνται εκτεταμένα στην Ελλάδα και την Αδριατική.Το ένδυμα είναι δύο ειδών: μαύρο και άσπρο και εσωτερικά είναι μαλλιαρό. Αποστέλλεται στη Βενετία και την Τεργέστη σε κομμάτια που λέγονται “ξύλα”.Οι Καλαρυτιώτες, οι οποίοι κατασκευάζουν το ίδιο είδος ενδύματος στα ίδια τους τα βουνά και των οποίων οι έμποροι κατοικούν στην Αδριατική συνηθίζουν να αγοράζουν αυτά που κατασκευάζουν οι Λιβαδιώτες. Στέλνουν οι Καλαρυτιώτες το προϊόν σε έναν έμπορο, κυρίως έναν Ενετό, στη Θεσσαλονίκη, που το στέλνει σε Καλαρυτιώτη έμπορο που χρεώνει 2,5 πιάστρες τα 140 ξύλα ανά αποστολή. Οι Λιβαδιώτες κάνουν ετησίως από 150 έως 200 φορτώματα. Επίσησς καλλιεργούν λίγο καλαμπόκι ενώ διαθέτουν αφθονία από πρόβατα, κατσίκια, άλογα και μουλάρια. Όπως οι Καλαρυτιώτες,έτσι και αυτοί είναι υπερήφανοι για τον εξαιρετικό αέρα και το νερό της πόλης τους, που κάποιες φορές κάνουν μέχρι και τρεις ώρες δρόμο προκειμένου να προμηθευτούν το πιο εκλεκτό. Η λίμνη της Καστοριάς τους προμηθεύει με ψάρια προς 25 με 30 παράδες την οκά- προτιμότερα από τα ψάρια της θάλασσας που πουλιούνται στη Θεσσαλονίκη προς 45. Από την άλλη, το ψύχος είναι τόσο δριμύ το χειμώνα, ώστε οι κάτοικοι ορισμένες φορές αποκλείονται στα σπίτια τους από το χιόνι για αρκετές ημέρες και αναγκάζονται να πίνουν λιωμένο χιόνι καθώς δεν είναι δυνατή η πρόσβαση στα πηγάδια και στις πηγές τους. Υπάρχει τώρα ένας μεγάλος παγετός και μας φάνηκε πολύ δύσκολο να σύρουμε τα φορτωμένα άλογά μας στους απότομους και ολισθηρούς δρόμους. Η θέα του Ολύμπου από εκεί είναι μαγευτική. Η πορεία περνάει από το Κοκκινοπλό που βρίσκεται σε γκρεμό, λίγο πάνω από την πεδιάδα. Η πόλη πληρώνει 200 βαλάντια σε συνεισφορές. Ο οικοδεσπότης μου, ένας από τους προύχοντες, έχει ήδη καταβάλλει 800 γρόσια αυτό το χρόνο και περιμένει να του ζητήσουν περισσότερα. Έξω από την πόλη βρίσκεται το μνημείο ενός Αλβανού οπλαρχηγού, που σκοτώθηκε σε μάχη εναντίον των κλεφτών του Ολύμπου πριν τριάντα χρόνια περίπου. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 335-336)
    • Είναι τώρα εικοσιδύο χρόνια από τότε που ο Αλή Πασάς απέκτησε την κυριαρχία στο Λιβάδι. Η σημασία του για εκείνον πηγάζει κυρίως από την εγγύτητά του στο πέρασμα που οδηγεί από την Ελασσόνα ή τα Σέρβια στις παραθαλάσσιες πεδιάδες της Μακεδονίας και είναι η πιο άμεση πορεία προς τα όρια του Ολύμπου. Από αυτό το πέρασμα μιάμιση ώρα μετά το Λιβάδι, βρίσκεται το χωριό του Αγίου Δημητρίου και μια ώρα και ένα τέταρτο πιο μακριά, ακριβώς πάνω στον Ζυγό, βρίσκονται τα χαλάσματα του χωριού Πέτρα, ως ένα όνομα που καταγράφεται στην αρχαία ιστορία και είναι πολύ χρήσιμο για να κατανοήσουμε τη γεωγραφία αυτού του χώρου της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 337)
    • Η Πέτρα βρίσκεται σε έναν μεγάλο απομονωμένο βράχο, αποσχισμένο με φυσικό τρόπο και χωρισμένο από το γειτονικό βουνό. Ο δρόμος περνάει μέσα από το άνοιγμα και μετά κατεβαίνει στην πεδιάδα της Κατερίνης, η οποία χωρίς αμφιβολία αποτελεί τμήμα της αρχαίας Πιερίας της Μακεδονίας. Ο Λίβιος παρουσιάζει την Πέτρα ως πόλη της Πιερίας στο σύνορο αυτής της επαρχίας στο πέρασμα που οδηγεί στην παραθαλάσσια πεδιάδα από την Περραιβία. Η απόσταση από το Λιβάδι στην Κατερίνη και τον Άγιο Δημήτριο υπολογίζεται σε δέκα ώρες. Υπάρχει και άλλος δρόμος που οδηγεί πάνω από την ίδια κορυφογραμμή, από τα Σέρβια, μέσω Βελβεντού, στην Κατερίνη. Όμως δεν είναι τόσο εύκολο όσο από το πέρασμα της Πέτρας. Και θα αποτελούσε οδό επικοινωνίας, αν υπήρχε στην αρχαιότητα, όχι από την Θεσσαλία στη Μακεδονία αλλά από την Ελιμεία της Άνω Μακεδονίας στην Πιερία της Κάτω Μακεδονίας.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 337)
    • Ήδη έχω παρατηρήσει ότι τα βουνά που υψώνονται από τη δεξιά όχθη του Βιστρίτζα και εκτείνονται από την κοιλάδα των Γρεβενών σε αυτή της Βέροιας, ήταν τα αρχαία Καμβούνια, που αναφέρονται από τον Λίβιο, από τον οποίον δηλώνεται επιπλέον, ότι το πέρασμα των Σερβίων είναι το πέρασμα σε αυτά τα βουνά, που επίσης λέγεται Βωλουστάνα (Βώλου στενά) . Η ασφάλεια του περάσματος αυτού ήταν τόσο σημαντική για τον Περσέα, στην προσέγγιση του ύπατου Μάρκου Φίλιππου, στο τρίτο έτος του τελευταίου μακεδονικού πολέμου, που το κατέλαβε με 10.000 άνδρες. Ήταν πιθανώς το ίδιο πέρασμα μέσω του οποίου ο Περσέας εισέβαλε στην Θεσσαλία στο πρώτο έτος του πολέμου. Από αυτό το πέρασμα ο ύπατος Οστίλιος εισέβαλε στη Μακεδονία το επόμενο έτος και ήδη αποτελούσε έναν από τους δρόμους προς τη Μακεδονία σχεδιασμένος από τον Μάρκο όταν στρατοπέδευσε ανάμεσα στην Άζωρο και στην Δολίχη , πριν αποφασίσει να οδηγήσει το στράτευμα του κατά μήκους του Ολύμπου μέσω της Λαπάθου. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 338)
    • Τα Σκόπια βρίσκονταν σπάνια υπό τον πλήρη έλεγχο της Κωνσταντινούπολης. Κατά τη βασιλεία του Μιχαήλ Παλαιολόγου η πόλη αποσπάστηκε από τον αυτοκράτορα από τους Σέρβους και έγινε η κατοικία του Κράλη. Εδώ ο Νικηφόρος Γρηγοράς έσυρε σε δίκη τον άρχοντα των Τριβαλλών, του οποίου ο διάδοχος το 1342 πρόσφερε προστασία και φιλοξενία στον Ιωάννη Καντακουζηνό όταν αποσύρθηκε πριν τον Απόκαυκο. Με τη συνθήκη που ακολούθησε ανάμεσα στον Καντακουζηνό και στο βασιλιά της Σερβίας, ο τελευταίος απόκτησε μια προσωρινή εξουσία σε ένα μεγάλο τμήμα της Μακεδονίας, ενώ οι Ρωμαίοι, όπως αυτοαποκαλούνταν, του έδωσαν τη Ζίχνη, τις Φερρές , το Μελένικο, τη Στρούμιτσα και την Καστοριά και κράτησαν τα Σέρβια, τη Βέρροια, την Έδεσσα, το Γυναικόκαστρο, τη Μυγδονία και τις πόλεις στο Στρυμόνα, καθώς και την περιφέρεια των Σερρών και τα όρη του Ταντεσσάνου. Είναι αξιοσημείωτο ότι στις ιστορίες της Άννας της Κομνηνής ,του Γρηγορά και του Καντακουζηνού εμφανίζονται αρκετά άλλα ονόματα όπως: α) στα ιλλυρικά σύνορα η Δίβρη, η Βελεσσός, το Πρίλεπο, η Μοράβα και η Πρίστηνος, που περιγράφει ο Καντακουζηνός ως πόλη χωρίς τείχη,β) στη Θεσσαλία τα Σέρβια, το Καστρίον,το Λυκοστόμιον και ο Πλαταμώνας,γ) στα ανατολικά η Ρεντίνα και η Δράμα, επίσης η Ζίχνη και το Μελένικο, η Έδεσσα και η Βέρροια, ο Όστροβος και δ) νότια τα Σταρίδολα μαζί με κάποιες άλλες περιοχές που χρειάζονται περαιτέρω έρευνα. Ο Σωσκός εμφανίζεται στην Άννα Κομνηνή ανάμεσα στη λίμνη του Οστρόβου και τα Σέρβια. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 478-479)
    • Ο λόφος που είναι ορατός από το πέρασμα από τα Σέρβια στην Κοζάνη ονομάζεται Βίγλα, μια νεότερη λέξη ισοδύναμη με τη Φυλή και λέγεται ότι διατηρεί ακόμη τα ίχνη ενός αρχαίου οχυρού. Αντί για τη διάβαση μέσω των Πορτών, ακολούθησα ένα πιο ψηλό μονοπάτι κατά μήκος της νότιας πλαγιάς του βουνού, που εκτείνεται βόρεια προς το Καταφύγι και το ρέμα του ποταμού Βιστρίτζα πάνω από τη Βέροια. Καθώς κατεβαίνουμε, η κορυφή της Σαμαρίνας διαγράφεται στα βορειοδυτικά μέσω των άνω στενών του ίδιου ποταμού ή εκείνων στο νότιο άκρο του όρους Μπούρινο, κοντά στη Καλλιάνη, που χωρίζεται με τις πεδιάδες ή κοιλάδες των Γρεβενών και της Βέντζας από εκείνες του Τσερσεμπά και των Σερβίων.(Leake, τομ. ΙΙΙ , σ. 333 )
    • ‘Ενα μικρό ρυάκι ρέει μέσα από το μέσο της κοιλάδας στα δεξιά μας και περνάει μέσα από ένα λαγκάδι στο νοτιοδυτικό άκρο κοντά στο οποίο συναντάει ένα ποτάμι από τις άφθονες πηγές του νότιου μέρους των Αμάρβεων όρεων όπου οι Λιβαδιώτες έχουν κλωστοϋφαντουργεία. Μετά από μια στροφή προς τα ανατολικά της προηγούμενης πορείας, εισερχόμαστε σε μια άλλη πεδιάδα στην οποία καταλήγει το Ελασσονίτικο ή ποτάμι της Ελασσόνας και στο Αμούρι, ένα μικρό χωριό όχι μακριά από το Δεμίνικο. Το κύριο ρεύμα του ποταμού ονομάζεται Τιταρήσιος κατά τον Όμηρο, και συναντά τον Πηνειό στην κοιλάδα της Λάρισας. Το παρακλάδι από το όρος του Λιβαδιού ονομάζεται Βουργαρί ή Σαραντάπορο .Σε μικρή απόσταση από τη δεξιά όχθη, κοντά στο Μπογάζι όπου απολήγει η πεδιάδα, υπάρχει το χωριό Βουβάλα και το μετόχι του μοναστηριού της Ελασσόνας σε ένα ύψωμα στους πρόποδες του όρους Αμάρβες . Η κορυφή περικλείεται με χαλάσματα τοίχων μιας αρχαίας πόλης. Αυτό το μέρος που βρίσκεται κοντά στον δρόμο από τα Σέρβια στα Τρίκαλα, υπολογίζεται σε απόσταση τριών ωρών από το Λιβάδι και είναι μικρότερη διαδρομή από μία στα δεξιά του δρόμου από τα Σέρβια στην Ελασσόνα, όπου μετά την έξοδο από το πέρασμα της Βίγλας αφήνουμε τον δρόμο των Τρικάλων στα δεξιά μας και διασχίζουμε την κοιλάδα διαγωνίως προς την Ελασσόνα.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 334)
    • Προς το τέλος των Πορτών υπάρχουν ίχνη οχύρωσης προφανώς της ίδιας χρονολογίας με το κάστρο και κάποτε κύριο στοιχείο του ίδιου συστήματος άμυνας.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σσ. 332-333)
    • Συγκρίνοντας τις περιγραφές τις οποίες μας άφησε ο ιστορικός από αυτές τις συναλλαγές δεν μας απομένει αμφιβολία ότι οι κοιλάδες ανάμεσα στα Καμβούνια όρη και στον Όλυμπο που συνορεύει στα βόρεια με την Ελίμεια και την Πιερία και που εκτείνονται από τις Πόρτες και το βουνό στο Λιβάδι στα νότια λίγα μίλια από την Ελασσόνα, αποτελούσαν το τμήμα της Περραιβίας που λέγεται Τριπολίτις. Και μοιάζει εξίσου προφανές από άλλες δύο περιπτώσεις, μια από τις οποίες στον πρώτο Μακεδονικό Πόλεμο, η άλλη στην εκστρατεία του Αντίοχου 9 χρόνια μετά, όπου η Περραιβία που περιελάμβανε την πόλη των Περραιβών, την Κυρετία και άλλες πόλεις, στα νότια της Τριπολίτιδας, που περιέχονται στην Πελασγιώτιδα και στη Λάρισα, περιλαμβάνει τις κοιλάδες της Ελασσόνας και του Δεμινίκου.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 339)

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Ο Ακροπολίτης αναφέρει ότι για να μεταβεί στο Ελβασάν άφησε πίσω του τα Σέρβια, την Καστοριά και την Αχρίδα, κατευθυνόμενος από ανατολικά προς δυτικά. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 6)

  • Ένα μίλι πιο κάτω από το χωριό Καλλιανή, περνάμε στην απέναντι όχθη του Αλιάκμονα ή Ιντζέ-Καρασού και έπειτα ανηφορίζουμε μέχρι τα Σέρβια, μια επισκοπή υπαγόμενη στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης. Η απόσταση από την Κοζάνη ως τα Σέρβια είναι τέσσερις ώρες πεζοπορίας, ώσπου να επιβιβαστούμε στο πέραμα, που θα μας μεταφέρει στην αντικρινή όχθη του Αλιάκμονα, και από κει, αφού ανηφορίσουμε επί ένα τέταρτο της ώρας, φτάνουμε σε αυτή την πόλη. Πρόκειται για την αρχαία επικράτεια των Βοττιαίων, που αποτελούσε ένα τμήμα της Πιερίας, αφού είναι πολύ πιθανόν οι Βυζαντινοί να έσφαλαν δίνοντας αυτό το ιστορικό όνομα στα βουνά γύρω από την Οχρίδα. Η επισκοπή αυτής της πόλης έχει στη δικαιοδοσία της τριανταέξι κωμοπόλεις ή χωριά, ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγεται και η Κοζάνη. Κατηφορίζοντας μιαν απόσταση μιάμισης λεύγας από τα Σέρβια φτάνουμε στα στενά του Σαραντάπορου. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.85)

  • Τα Σέρβια μπορούν να θεωρηθούν τα φυσικά όρια μεταξύ Μακεδονίας και Θεσσαλίας, και όχι τόσο το ρεύμα του Αλιάκμονα, που οι αρχαίοι είχαν υιοθετήσει σαν διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο επαρχίες. Κατηφορίζοντας μιαν απόσταση μιάμισης λεύγας από τα Σέρβια φτάνουμε στα στενά του Σαραντάπορου. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.91)

    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Καστοριά

    Παλαιό Όνομα : Κήλετρο
    Δήμος : Καστοριάς
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Πλησιάζοντας στην Καστοριά τα περιβόλια γίνονται περισσότερα. Η Καστοριά δεν είναι καθόλου μεγάλη πόλη. Η εμπορική της σημασία που άλλοτε είχε προσελκύσει τους προγόνους των Εβραίων από τη Θεσσαλονίκη, έχει τώρα πια χαθεί. Οι χωρικοί από τη γύρω ύπαιθρο δεν κάνουν από αυτήν πια τις προμήθειές τους. Το ταξίδι ως τη Θεσσαλονίκη είναι εύκολο και το λαθρεμπόριο διαμέσου των ελληνικών συνόρων είναι σε έξαρση. Η μουσουλμανική αριστοκρατία, μπέηδες και πασάδες, κατεστραμμένη από τις αλβανικές επιδρομές και την ερήμωση του κάμπου, φυτοζωεί θλιβερά στα σαραβαλιασμένα κονάκια της. Το παζάρι είναι νεκρό. Όλη η ντόπια παραγωγή εκπροσωπείται από ψάρια της λίμνης, μάλλινες κάπες και μερικά χοντροφτιαγμένα χαλιά. Η μουσουλμανική συνοικία έχει μόνο διακόσια σπίτια. Οι Εβραίοι, περισσότεροι, είναι γύρω στις 250-300 οικογένειες αλλά στον αριθμό υπερτερούν οι Έλληνες που έχουν 1000 με 1200 σπίτια. Στην ουσία εδώ όμως κυριαρχούν οι Εβραίοι. Ο Ελληνισμός έχει αποδυναμωθεί από τις βλάχικες διχοστασίες. Όλα σχεδόν τα χριστιανικά σπίτια καταλαβαίνουν ή και μιλούν τα βλάχικα Το βλάχικο κόμμα δε στρατολόγησε εδώ παρά μόνο 200-300 πιστούς. Οι νοικοκυραίοι από πεποίθηση ή από μόδα είναι παντού ελληνόφρονες.(Berard, σ.368-369)
    • Τα σχολεία έμειναν ελληνικά παρά τους έντονους καυγάδες. Οι Βλάχοι όμως παίρνουν την εκδίκησή τους με εφορμήσεις στις σοδειές και στα κοπάδια, με γιουρούσια στα λιόφυτα, με απαγωγές κοριτσιών εύπορων οικογενειών, που τα παντρεύονται με ή δίχως παπά και κατόπιν ζητούν την προίκα τους. Όλοι οι μόρτες, οι σκανταλιάρηδες και οι σαματατζήδες της χριστιανικής κοινότητας δηλώνουν Βλάχοι. Είναι ένα τίτλος που ο Τούρκος έπαρχος τον σέβεται και που διασφαλίζει στις προκείμενες περιπτώσεις σχεδόν πλήρη ατιμωρησία. Οι Εβραίοι αντίθετα, σε μία αδελφική κοινότητα μεταξύ τους, εργάστηκαν χωρίς σταματημό για το ξεζούμισμα του μουσουλμάνου. Οι πατεράδες τους ή οι παππούδες τους ήρθαν από τη Θεσσαλονίκη στις αρχές του αιώνα. Ήταν ισπανικής ράτσας. Τα ισπανικά αποτελούν ακόμη τη μητρική γλώσσα των γερόντων και των παλιών οικογενειών. Μέσα σε μισό αιώνα έβαλαν στο χέρι όλη την περιουσία της Καστοριάς με τα συνηθισμένα μέσα, δανεισμό χρημάτων, προαγορές εμπορευμάτων ή σπόρου, υποθήκες. Ύστερα όμως από τη πρώτη αυτή γενιά ήρθε και μία δεύτερη, που φαίνεται να θέλει να ριζώσει στον τόπο, να μετατρέψει τον πλούτο της σε έγγεια αγαθά, σε αμπέλια, σε μποστάνια, σε λιόφυτα. Πράγματι όσον καιρό η μουσουλμανική αριστοκρατία διατηρούσε τον πλούτο της, όλος ο τόπος δούλευε για τους Εβραίους. Μέσα στον αγροτικό αυτό πληθυσμό, η έλλειψη προβλεπτικότητας των μπέηδων έδινε πολλές ευκαιρίες στους χειριστές ρευστού χρήματος. Όλα τα έσοδα έρχονταν σε είδος. Στο τέλος της συγκομιδής οι μπέηδες, αφού έβαζαν κατά μέρος τις προμήθειές τους για όλο το χρόνο, ξεφορτώνονταν όλο το υπόλοιπο στη πρώτη κουδουνιστή προσφορά. Σε μερικές μέρες είχαν ξοδέψει το ρευστό αυτό σε ψιλικά, σε μπιμπελό, σε κεντητές σέλες, σε πλουμιστά ραμαζάνια, οι νύχτες που το παζάρι μετά τον ολοήμερο ύπνο ανοίγει τα φανάρια του να λαμποκοπούν και τις ευρωπαικές φτηνοπραμάτειες του να αστραποβολούν, απλώνοντας τα φανταχτερά υφάσματα και βάζοντας σε πειρασμό την κοκεταρία των γυναικών και τη λαιμαργία των παιδιών. (Berard, σ.368-369)
    • Ο καλός Τούρκος δεν αρνιέται τίποτα στις γυναίκες του ούτε στα παιδιά του, όταν πλησιάζει το Μπαιράμι. Ένα δάνειο από τον Εβραίο ικανοποιούσε όλα τα καπρίτσια. Είχε όμως δεσμευτεί και προφαγωθεί έτσι ένα μέρος από τη σοδειά της επόμενης χρονιάς Αφήστε το χρόνο να κάνει τη δουλειά του, τις σοδειές να έρχονται και να φεύγουν, άλλη καλή άλλη κακή, μία χρονιά ξηρασίας να πλακώνει άξαφνα ή μια καλή επιδρομή Αλβανών. Τότε ο μουσουλμάνος χρεώνεται, βάζει υποθήκη τη γη του, χώνεται κάθε μέρα και πιο πολύ ως το λαιμό στα χρέη. Το χωράφι πέφτει στα χέρια του Εβραίου όπως και τα καλά σπίτια της πόλης, στο νότιο μέρος του βράχου, που είναι προφυλαγμένο από τους βοριάδες. Τότε ο κατεστραμμένος μουσουλμάνος παίρνει των ομματιών του και φεύγει από τη πόλη. Οι κολίγοι του που συχνά τους συγκρατούσε με τη βία, στηριγμένος στην υποστήριξη της εξουσίας, διασκορπίζονται στα ελεύθερα χωριά. Τα έσοδα του Εβραίου κατεβαίνουν στο μηδέν. Πρέπει κάτι να γίνει. Ένα μέρος επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. Άλλοι, αντίθετα, υποτάσσονται στις καινούργιες ανάγκες και καλλιεργούν μοναχοί τους τα χωράφια τους. Η Καστοριά παρουσιάζει έτσι το σπανιότατο φαινόμενο μίας εβραικής αγροτικής κοινότητας.Στην πραγματικότητα ο αριθμός των γεωργών δεν είναι ακόμα μεγάλος και έχουν επιδοθεί σε μία καλλιέργεια που γειτνιάζει με τη βιοτεχνία. Δεν έχουν βάλει στο χέρι το αλέτρι. Ασχολούνται με τη κηπουρική ή με τις λεπτές μέριμνες που απαιτεί το αμπέλι και η ελιά, σχεδόν δουλειά μαστόρου.Το πρώτο όμως αυτό βήμα έξω από τις παραδοσιακές απασχολήσεις της φυλής τους θα τους οδηγήσει ίσως και σε άλλες αλλαγές. Η εβραική κοινότητα είναι άξια προσοχής. Ριζώνοντας στη γη, μοιάζει να απέκτησε ένα πρώτο ίχνος πατριωτισμού, φυλετικού πατριωτισμού, όπως είναι ο πατριωτισμός όλων των βαλκανικών κοινοτήτων. Ήδη μερικοί Εβραίοι ονειρεύονται και συζητούν κάποιο εθνικό μέλλον. Όχι πως ο ζυγός του Τούρκου τους καταολίβει όπως τους χριστιανούς, και ζητούν τη λύτρωσή τους. Καθόλου δε θεωρούν τους εαυτούς τους καταπιεζόμενους. Ούτε φυσικά φοβούνται τον ερχομό του Ελληνισμού και τη προσάρτηση στην Ελλάδα δε τη θεωρούν αξιόκλαυστη κακοτυχία. Μιλούν ελληνικά, φοιτούν στα ελληνικά σχολεία και ευκατάστατοι οι ίδιοι, συμπορεύονται με τους ευκατάστατους Έλληνες εναντίον των Βλάχων.(Berard, σ.368-369)
    • Η Καστοριά παρουσιάζει όταν την κοιτάξεις από το νότιο μέρος, μία αξιοσημείωτη αναλογία με μία άλλη Μακεδονική πόλη, την Αχρίδα. Χτισμένες και οι δυο τους στην άκρη μίας λίμνης, πάνω σε ένα βραχονήσι, έχουν στην κορυφή τους τα ερείπια τούρκικων ή βυζαντινών οχυρών. Και εδώ, όπως και εκεί, οι χριστιανοί ανακατέκτησαν την πόλη και τα σπίτια τους καλύπτουν τη νότια κατωφέρεια. Οι μουσουλμάνοι εγκαταλείποντας τα κονάκια τους και τα πέτρινα τζαμιά τους αποτραβήχτηκαν παράμερα, στους κήπους της στεριάς. Μοιάζουν σαν να έχουν κατασκηνώσει μέσα στα καινούργια τους σπίτια, γύρω από τα χτισμένα με βιάση τζαμιά τους. Η Αχρίδα είναι όμως ολοφάνερα σλάβικη, ενώ η ελληνική εθνικότητα της Καστοριάς χτυπά αμέσως στο μάτι. Πέτρινα σπίτια, πέτρινα γείσα, μεγάλα αψιδωτά παράθυρα, πλατιά χαγιάτια, τίποτα δε λείπει από αυτά που κάνουν για τον Έλληνα την ομορφιά ενός «καταστήματος».Στην άκρη της λίμνης που σχεδόν κάνουμε το γύρο της, το τούρκικο λιθόστρωτο χαμοσέρνεται ανάμεσα στα σκοινιά της όχθης και τις «πεζούλες» των αμπελιών. Ένας κυκλικός χωματόλοφος κλείνει από τα νότια το λεκανοπέδιο της Καστοριάς και το χωρίζει από τη γειτονική κοιλάδα του Αλιάκμονα. Η Καστοριά χάνεται πίσω από τους καλαμιώνες, μέσα στο πλαίσιο που της δημιουργεί ο ουρανός και τα γαλάζια νερά. Το ποτάμι βγαίνει βουβό από τη λίμνη και κυλά αργά τα νερά του μέσα στην πλατιά του κοίτη, κάτω από τις πέτρες και τα μούσκλια. Τα πλατάνια, οι καρυδιές, και οι καστανιές σμίγουν τις πλατύφυλλες φυλλωσιές τους.(Berard, σ.373-374)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]

  • Η ίδια πόλη είναι το αρχαίο Κέλετρον, που μνημονεύεται από τον Τίτο Λίβιο στην ιστορία της πρώτης εκστρατείας των Ρωμαίων στη Μακεδονία κατά το 200 π.χ. Η πόλη της Καστοριάς λεηλατήθηκε από τον Σουλπίκιο. Το 1084 ο Αλέξιος ο Α’ αφαίρεσε την Καστοριά από τον γενναίο Βρυέννιο. Η Άννα η Κομνηνή μας άφησε μία περιγραφή αυτής της πόλης, η οποία μοιάζει πάρα πολύ με την σημερινή της κατάσταση. Στην Καστοριά βρίσκονται τα ίχνη βυζαντινού περιβόλου, που διαχωρίζει τον ισθμό της Χερσονήσου, του οποίου η μέση είσοδος ήταν οχυρωμένη διά τετράγωνου πύργου. Σήμερα δεύτερος περίβολος που είναι οχυρωμένος από στρογγυλούς πύργους διαχωρίζει την τουρκική συνοικία από την ελληνική. Η λίμνη περικυκλώνεται από κώμες και επαύλεις, που της παρέχουν σκηνογραφική άποψη. Η περιφέρεια της λίμνης, πλην της χερσονήσου, είναι 4 ώρες. Έξι ώρες μετά την Καστοριά βρίσκεται η Ανασελίτσα. (Isambert, τόμ. Ι, σ. 36 -37)
  • [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Στα 1726, όταν ο Pouqueville ταξίδευε στην περιοχή, αρχιεπίσκοπος ήταν ο Νεόφυτος. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 1)
  • Ο Τίτος Λίβιος, σ’ ένα κεφάλαιο των δεκαημέρων του μας δίνει την ακριβή θέση του Κελέτρου, της πόλης που βρίσκεται πάνω σε μια χερσόνησο της Ορεστίδας. Συνδέεται με την υπόλοιπη ηπειρωτική χώρα μέσα από μια στενή λωρίδα γης και περιβάλλεται από μια λίμνη που έβρεχε άλλοτε τις οχυρές πλευρές της. Η περιγραφή της πορείας του ύπατου Σουλπικίου και της θέσης του Φιλίππου είναι τόσο ζωντανή ώστε και με την πρώτη ματιά σε αυτά αντιλαμβανόμαστε ότι η πόλη αυτή είναι η Καστοριά. Ο Προκόπιος, ένας ιστορικός περιορισμένης αξιοπιστίας και αγεωγράφητος μας αφήνει επίσης να αντιληφθούμε ότι μιλά για το Κέλετρο, όταν αναφέρει ότι ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός ανοικοδόμησε πάνω στη χερσόνησο της Καστοριάς μια πόλη της Θεσσαλίας με το όνομα Διοκλητιανούπολη και την ονόμασε Ιουστινιανούπολη. Στο οδοιπορικό του Αντωνίνου η πόλη ονομάζεται “κάστρα”, ονομασία από την οποία οι Έλληνες κατέληξαν στο “Καστοριά”, ενώ οι Αλβανοί εμπνεύστηκαν την ονομασία “Κάστρον”. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 5)
  • Οι ιστορικοί της Ανατολικής Αυτοκρατορίας, ο Καντακουζηνός, η Άννα Κομνηνή, ο Γεώργιος Ακροπολίτης και ο συγγραφέας του Χρονικού των Ιωαννίνων γνωρίζουν και αναφέρουν το Κέλετρον μόνο με το όνομα Καστοριά. Από την πόλη αυτή διέρχονταν όλες οι στρατιές των Ελλήνων της Ανατολικής Αυτοκρατορίας στους πολέμους τους εναντίον των Τριβαλλών, των Βοσνίων και των βασιλέων της Σερβίας. Ο Ακροπολίτης αναφέρει ότι πέρασε από εκεί σε μία από τις πορείες του με προορισμό την Αλβανία μέσω Αχρίδας, Πρέσπας και Σιδηροκάστρου. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 5-6)
  • Σύμφωνα με τις περιγραφές του Λιβίου, η Καστοριά εξακολουθούσε να αποτελεί ένα σπουδαίο και αναμφίβολα καθολικό κέντρο, έως και την εποχή που έφτασε εκεί ο Βοημούνδος, αφού διέσχισε τη Σερβία, για να περάσει εκεί τα Χριστούγεννα. Από την Καστοριά μετέβη στην Πελαγονία, όπου υπήρχε ένα κάστρο κατοικημένο από τους αιρετικούς και αφού το κατέλαβε, το κατέστρεψε και έκαψε τους κατοίκους. Από εκεί προχώρησε έως τον Βαρδάρη και πολέμησε εναντίον των τουρκικών και βοσνιακών στρατιωτικών ταγμάτων που βρίσκονταν στην υπηρεσία των Ελλήνων αυτοκρατόρων. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 6)
  • Ο λαιμός της χερσονήσου που συνδέει την Καστοριά με την ξηρά έχει πλάτος οχτώ οργιές περίπου, στο σημείο όπου εισχωρεί μέσα στα νερά της λίμνης, ενώ, όπως φαίνεται, διακόπτεται και από μια μικρή τάφρο. Στενεύει ακόμα περισσότερο στο σημείο όπου σήμερα, όπως και άλλοτε, φράσσεται από ένα τείχος με τέσσερις κυκλικούς πυργίσκους, όπου στον κεντρικό βρίσκεται η πύλη εισόδου της πόλεως. Στην είσοδο της χερσονήσου που υψώνεται αμφιθεατρικά έως την κορυφή του υψώματος όπου είναι κτισμένη η μητρόπολη, εντοπίζονται οι ζώνες διαχωρισμού κατά εθνότητες και θρησκείες, τον Τουρκομαχαλά και τον Εβραιομαχαλά. Απέναντι από το ύψωμα αυτό το έδαφος χαμηλώνει προς τα νοτιοανατολικά, απ’ όπου υψώνεται ξανά απότομα, για να ενωθεί με τη λοφώδη επιφάνεια του αρχαίου Κελέτρου. Πιθανόν το τμήμα της χερσονήσου που καταλαμβάνει η σημερινή πόλη ν’ αποτελούσε τμήμα των στρατιωτικών οχυρώσεων του Κελέτρου, καθώς όλοι ομοφωνούν ότι δεν κατοικήθηκε παρά μετά την τουρκική κατάκτηση. Τα ερείπια είναι ρημαγμένα, όπως και η γη όπου βρίσκονται. Δεν βλέπουμε παρά τις χορταριασμένες πλατείες της πόλης, τις γκρεμισμένες ρωμαϊκές θέρμες και τα θεμέλια εβδομήντα εκκλησιών, ανεγερμένων ορισμένων στα υπολείμματα ναών. Άλλες πάλι βρίσκονται πάνω σε αρχαία ελληνικά κτίσματα. Όλες τους πάντως είναι κατεστραμμένες ολοσχερώς. Ανάμεσα σε αυτά τα ερείπια ξεχώρισα την ακρόπολη, ένα είδος επιμήκους οχυρού, η λιθοδομή του οποίου πιστοποιεί ότι είναι έργο των Ρωμαίων, καθώς και την ανακαίνιση του Ιουστινιανού. Οι κάτοικοι του Κελέτρου και της Ιουστινιανούπολης (καθώς η μία διαδέχθηκε την άλλη) αγνοούν τις καταστροφές που αλλοίωσαν την όψη του τόπου τους. Ούτε οι άρχοντες ούτε ο αρχιεπίσκοπος γνώριζαν επί του ζητήματος περισσότερα από τους βοσκούς. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 7-8)
  • Δίπλα στο Κέλετρον ανεγέρθηκε μια νέα πόλη, η Καστοριά, που σήμερα αριθμεί έναν πληθυσμό χιλίων πεντακοσίων χριστιανικών, τουρκικών, και εβραϊκών οικογενειών. Αν και η εκκλησία της πόλης υπήρξε σημαντική δεν εμφανίζεται στα “Χρονικά της Ανατολικής Εκκλησίας” πριν από τον ένατο αιώνα. Σύμφωνα με τον αρχιεπίσκοπο Νεόφυτο από το έτος 1768 ο αρχιεπισκοπικός θρόνος της Καστοριάς σταμάτησε να υπάγεται στον αυτοκέφαλο Έξαρχο Λυχνιδού ή Αχρίδας, ο οποίος τώρα πλέον δεν αποτελεί παρά ένα τίτλο in partibus (στις χώρες των απίστων) της πατριαρχικής αυλής Κωνσταντινουπόλεως. Με αφορμή αυτή την αλλαγή του απονεμήθηκε ο τίτλος του Εξάρχου Βουλγαρίας, μιας εκκλησίας που συνιστούσε μια περιφέρεια με ειδική δικαιοδοσία στο πλαίσιο της ορθόδοξης ιεραρχίας, προτού συντελεστούν οι αλλαγές στη Μακεδονική Ιλλυρία, κατόπιν της αποστασίας ορισμένων χριστιανικών επαρχιών και την κατάργηση της έδρας της Λυχνιδού. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 9)
  • Στη λίμνη της Καστοριάς έκανα μερικές βαρκάδες μαζί με τον αρχιεπίσκοπο Νεόφυτο, που μου παρέθεσε πολλές φορές δείπνο στο μοναστήρι του Αγίου Αναστασίου. Επισκεφτήκαμε το μοναστήρι της Παναγίας , όπου οι μοναχοί μας έδωσαν να πιούμε αποσταγμένα ντόπια κρασιά. Στη συνέχεια μπήκαμε μέσα σε μια σπηλιά που εκτείνεται κάτω από τη Χερσόνησο. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 9-10)
  • Τον Ιούνιο τα νερά της λίμνης της Καστοριάς εξακολουθούσαν να είναι καθαρά και διάφανα προσφέροντας μια ιαματική δροσιά. Το καλοκαίρι τα νερά πρασινίζουν πάντα εξαιτίας της ανάπτυξης υδρόβιων φυτών με το όνομα “Στρατιώτες”. Τα φυτά αυτά είναι συνηθισμένα στους βάλτους και τα στάσιμα νερά. Ωστόσο η λίμνη της Καστοριάς δεν αποτελεί τέτοια περίπτωση. Η λίμνη προκαλούσε στην πόλη και στα περίχωρα επιδημίες, κυρίως όταν το φθινόπωρο δεν έβρεχε, ενώ πριν την πόση του το νερό έπρεπε να αφήνεται να κατακαθίσει και να κρυώσει μέσα σε πήλινα δοχεία. Το καλοκαίρι η κατανάλωση ψαριού προκαλούσε διάρροια. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 10-11)
  • Για να φτάσει καποιος στο Κέλετρον υπήρχε μία και μοναδική στενή διάβαση, όπως μας πληροφορεί ο Τίτος Λίβιος, καθώς και μία και μοναδική πύλη εισόδου, δηλαδή η σημερινή. Το μοναδικό σημείο προσπέλασης ήταν το τμήμα όπου βρίσκονται οι κήποι και οι μύλοι. Στο σημείο όπου χαμηλώνουν οι όχθες επισήμανα ένα τσιφλίκι με δέκα οικογένειες Βουλγάρων. Μιάμιση λεύγα από εκεί βρισκόταν η Σέτομα και τρία τέταρτα της λεύγας βορειοδυτικά το χωριό Σίστεβο. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 11-12)
  • Οι κάτοικοι του Μαυρόβου διηγούνται ότι το Πανηγύρι του Δοβέρου, που λάμβανε χώρα άλλοτε στην Κοσμόπολη, μεταφέρθηκε στην κοιλάδα της Καστοριάς την εποχή που η πόλη αυτή καθιερώθηκε ως εκκλησιαστική μητρόπολη. Η μεταφορά του πανηγυριού δεν χρονολογείται πριν από τον ένατο αιώνα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 12)
  • Οι ληξιαρχικές πράξεις του βιλαετίου της Καστοριάς καταχωρούνται ακόμη στην στήλη της Κρέπενης, έδρας της Ορεστίδας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 14)
  • Ο Βαρδάρης του Σαριγούλ, που σύμφωνα με τις ενδείξεις είναι ο Εριγώνας των αρχαίων, εκπηγάζει από τους παγετώνες του όρους Βόρα, στην περιοχή που οι χωρικοί αποκαλούν Βάξορ, πάνω από τα χωριά Σμαρδέσι, Πεσόσνιτσα και Ρούλια. Από αυτά το πιο απομακρυσμένο απέχει από την Καστοριά επτά λεύγες. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 17)
  • Μια λεύγα δυτικά της Καστοριάς βρίσκονται τα όρη της Καυλωνίας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 25-26)
  • Η Χρούπιστα βρίσκεται έντεκα μίλια από την Καστοριά. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 30)
  • Η μητρόπολη Καστοριάς ανήκε στην δικαιοδοσία του φρουρίου της Αχρίδας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.50)
  • [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]