Category: Frazer-Π.Γ.Δ.Μ.

  • Μοναστήρι

    Παλαιό Όνομα :Μπίτολα

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Είχαμε την τύχη να μπούμε στο Μοναστήρι [Το Μοναστήρι (Βιτώλια) χτισμένο στους πρόποδες του Βαρνούντος (ή Περιστερίου) πρωτοαναφέρεται από τους βυζαντινούς ιστορικούς ως Βουτέλιον (10ος αι.). Τα τέλη του 19ου αι. ήταν η 2η πόλη της Μακεδονίας με 40.000 κατοίκους. Αποτέλεσε μωσαϊκό ανταγωνιζόμενων λαών και κέντρο της ρουμανικής προπαγάνδας. Η ελληνική κοινότητα διατηρούσε 17 σχολέια και νοσοκομείο. Το 1912 περιήλθε στην κατοζή των Σέρβων και έκτοτε άρχισαν οι έλληνες κάτοικοί του να καταφεύγουν στην Ελλάδα.] σε μέρα παζαριού. Πρέπει να μεταφερθούμε νοερά στα γεφύρια της Κωνσταντινούπολης ή, καλύτερα, στα παζάρια του Χαλεπιού και της Δαμασκού, για να ξαναδούμε τέτοιο ανακάτεμα λαών, τέτοια ποικιλοχρωμία φυλών και ενδυμασιών. Αλβανοί με άσπρες βράκες, κόκκινα σαλβάρια και φουστανέλες- οι πλουμιστές τους φέρμελες, τα πιστόλια τους, τα τουφέκια τους και οι ζώνες τους λαμποκοπούν χρυσάφι, όλοι τους από πάνω ως κάτω αστραποβολούν σαν ήλιοι. Σλάβοι κοντόσωμοι, βρώμικοι, χωμένοι σε μαλακές μπότες και τριχωτά σκουτιά και κουλουριασμένοι μέσα στο άχερο των αραμπάδων τους, γέροι Οσμανλήδες με ψηλό τουρμπάνι και μεγάλη γενειάδα, σκαρφαλωμένοι στην άκρη της ράχης των γαϊδαράκων τους. Μια ατελείωτη γραμμή από το Κόσανι ως το Μοναστήρι.
      (Berard, σ. 174)
    • Στους πρόποδες [του Περιστερίου] αλλά ολότελα μέσα στον επίπεδο κάμπο, το Μοναστήρι ξυπνά ανάμεσα στις λεύκες και τα κυπαρίσσια. Το ανθρώπινο ποτάμι που κυλούσε προς την αγορά, μοιάζει να ακινητοποιήθηκε για μια στιγμή. Τα βόδια ζεμένα στους αραμπάδες δίνουν κουτουλιές, οι Αλβανοί βρίζουν και απειλούν με το χέρι στο ρεβόλβερ, οι βουλγάρες γυναίκες φωνασκούν, σκόνη στυφή από χαλίκια και κάρβουνο, ένα κάρο αλβανών καρβουνιαραίων έχει αναποδογυριστεί και εμποδίζει το πέρασμα. Ακούγεται ξάφνου ποδοβολητό αλόγων, βουρδουλιές και καταφθάνουν
      (Berard, σ. 175)
    • Το Μοναστήρι – η Βιτώλια, όπως το λένε οι Έλληνες- κατέχει μια πολύ μεγάλη επιφάνεια στην πεδιάδα και στις δύο όχθες του Ντράγκορ. Το ποτάμι αυτό από λάσπη, ακαθαρσίες και θολά νερά, διασχίζει την πόλη απ’ τα βόρεια στα νότια ανάμεσα σε δύο ευρωπαϊκές αποβάθρες, έργο του προτελευταίου βαλή – όμορφες πέτρινες αποβάθρες, που δύο χρόνια μετά την κατασκευή τους χρειάστηκε να τις ενισχύσουν με παλούκια και ξύλινη φραγή, αποβάθρες ευρωπαϊκές σε τούρκικη μόδα. Μέσα στο μολυσμένο νερόπλατσουρίζουν παρέες μικρά παιδιά, τομάρια ξεραίνονται ανάμεσα σε ψόφια σκυλιά και ψόφιους γαϊδάρους. Όλες οι φυλές της πόλης υπομένουν τη σαπίλα αυτή. Το Μοναστήρι δε διαιρείται από το ποτάμι του σε ξεχωριστές συνοικίες αλλά είναι στα βόρεια οι μουσουλμάνοι, στα νότια οι χριστιανοί και στις δυο όχθες οι Εβραίοι.(Berard, σ. 183-184)
    • Το πρωί του ερχομού μας διασχίσαμε όλη τη μουσουλμανική συνοικία. Ψηλά ξύλινα παλάτια μέσα στα δέντρα, μουχαραμπιέδες, ανοιχτές στοές, κιγκλιδωτά παράθυρα, ξύλινα μπαλκόνια, στέγες που προεξέχουν – τα μουσουλμανικά σπίτια όλης της Τουρκίας.
      Το παλάτι του κυβερνήτη, το κονάκι, είναι από μόνο του μια άλλη πόλη. Πάνω στην αποβάθρα ένα περίπτερο με δύο πτέρυγες και με αναρίθμητα παράθυρα που δίνει μια μεγάλη άσπρη πρόσοψη, ασβεστωμένη με φροντίδα, ευρωπαϊκή. Ένα λούκι του τοίχου έχει γκρεμίσει λίγη απ’ την επίστρωση αυτή και από μέσα μπορούμε να δούμε τους όγκους από ξερολίθι, μοναδικό υλικό της οικοδομής αυτής.
      (Berard, σ. 183-184)
    • Στη χριστιανική συνοικία είναι αδύνατο να μη νιώσεις τον Έλληνα σε κάθε σου βήμα. Τα μεγάλα τετράγωνα σπίτια με τις τσίγκινες στέγες, τα παράθυρα με τα τζαμιά, τα bow-windows, τα πέτρινα μπαλκόνια φανερώνουν με την πρώτη ματιά την αγάπη του Έλληνα για τον ήλιο και το φως. Έτσι είναι χτισμένη και η παραλία της Σμύρνης, έτσι και οι πλατείες της Αθήνας. Το σπίτι του Τούρκου κρυμμένο, αποτραβηγμένο, τις περισσότερες φορές χτισμένο λοξά προς το δρόμο, το μόνο ενδιαφέρον που παρουσιάζει, είναι τα ντιβάνια του, που είναι αραδιασμένα γύρω γύρω στους τοίχους και εκείνη η ιδιαίτερή του άνεση που εμάς συχνά με ξενίζει αλλά που για τον Τούρκο είναι η αληθινή άνεση. Το σπίτι του Έλληνα όλο στην πρόσοψη, όλο πορτοπαράθυρα μπορεί να είναι κάπως άβολο για τον ιδιοκτήτη του, φαίνεται όμως τόσο μεγάλο, τόσο ωραίο, τόσο επιθυμητό στο διαβάτη! Για έναν ελληνικό εγκέφαλο, το αληθινό μέτρο των πραγμάτων είναι ο φθόνος που διεγείρουν στο γείτονα. (Berard, σ. 184-185)
    • Μουσουλμανικό στα βόρεια, στους κήπους, στις λεύκες, στα κυπαρίσσια, στα πλατάνια που απλώνουν τη σκιά τους πάνω σε ναργιλέδες και σε τουρμπάνια. Ελληνικό στα νότια, στα Ξενοδοχεία της Ανατολής, στους Πύργους του Άιφελ, στα μπακάλικα με τις πολύχρωμες προσόψεις, τους ντενεκέδες, τους πωλητές λαδιού, σαρδέλας και πετρέλαιου. Εβραϊκό σε μερικούς δρόμους ενός παλιού γκέτο, δρόμους σκοτεινούς, γεμάτους ασπρόρουχα, παλιοκούρελα και γυναίκες με μάτια που φανερώνουν το βίτσιο, αυτό είναι το Μοναστήρι που βλέπουμε μπρος στα μάτια μας.(Berard, σ. 184-185)
    • Όντας το Μοναστήρι πρωτεύουσα της Μακεδονίας είναι εντελώς φυσικό το ότι οι λαοί που διαφιλονικούν την περιοχή αυτή, και οι άλλοι το έχουν κάνει επίκεντρο των δολοπλοκιών τους. Η Ρωσία, η Αυστρία, η Ελλάδα και η Σερβία διατηρούν εδώ πρόξενους και η Βουλγαρία πράκτορες. Το ίδιο φυσικό είναι, που η Γαλλία δεν έχει εδώ αντιπρόσωπο. Τη φροντίδα για τα συμφέροντά μας [της Γαλλίας] την έχουμε αναθέσει στον Έλληνα πρόξενο. Μόλαταύτα, είναι βέβαιο ότι η απουσία γάλλου πρόξενου δεν εμποδίζει ούτε τους Τούρκους ούτε τους Έλληνες ούτε τους Αλβανούς ούτε τους Σέρβους ούτε τους Βούλγαρους ούτε τους Βλάχους να ελπίζουν στην υποστήριξή μας σε κάθε περίσταση και κυρίως την ημέρα του μεγάλου ξεκαθαρίσματος.
      (Berard, σ. 184-185)
    • Ανάμεσα στα μουσουλμανικά αυτά τείχη που ορθώνονται στα όρια της Μακεδονίας, το παράδειγμα του Ελβασάν χρησιμεύει, για να μας εξηγήσει γιατί, σε κάθε πόλη και χωριού του εσωτερικού, έχουμε μια συνοικία μουσουλμάνων μπέηδων και αγάδων. Ολόκληρη η ιδιοκτησία στη Μακεδονία είναι σε μουσουλμανικά χέρια. Στο βιλαέτι του Μοναστηρίου ο χάρτης πρέπει να είναι διάτρητος από μικρές ισλαμικές τρύπες στο χριστιανικό φόντο του τόπου. Το Μοναστήρι καταρχήν, ο Περλεπές, το Κίτσεβο και η Φλώρινα είναι οι κυριότεροι πόλοι έλξης…
      Το συμφέρον που ώθησε αυτούς τους πρώην χριστιανούς προς το τζαμί, τους κρατά ακόμη στο πλευρό του Τούρκου και ο δεσμός αυτός είναι ισχυρότερος από τις μεγάλες και ωραίες θεωρίες περί φυλών και εθνοτήτων.
      (Berard, σ. 210)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]

    • Εκθέσεις για τον πληθυσμό του βιλαετίου του Μοναστηρίου:

      Α)Ελληνική έκθεση

      Ελληνικές οικίες: 2156

      Βουλγαρικές οικίες: 529

      Μουσουλμανικές οικίες: (περίπου)2700

      Εβραϊκές οικίες: (περίπου)800

      Σύνολο 6185

      Β)Βουλγαρική έκθεση (κατά προσέγγιση)

      Ελληνικές οικίες: 1200

      Βουλγαρικές οικίες: 2100

      Μουσουλμανικές οικίες: 2400

      Εβραϊκές οικίες: 700

      Σύνολο 6400

      Γ)Τουρκική έκθεση
      Χριστιανικές οικίες (Έλληνες και Βούλγαροι) : 2224

      Τουρκικές οικίες: 2327

      Εβραϊκές οικίες: 625

      Σύνολο 5176

      (Chirol, σ. 73)

    • Οι τουρκικές εκθέσεις είναι ένα αμάλγαμα των ελληνικών και των βουλγαρικών εκθέσεων. Η κυβέρνηση κάνει τη διάκριση μεταξύ των Χριστιανών που πληρώνουν το φόρο απαλλαγής από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις και των Μουσουλμάνων που υποχρεούνται σε ενεργή στρατιωτική θητεία. Οι στατιστικές αυτές, ωστόσο, είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως σωστές, καθώς δίνουν τα ελάχιστα δυνατά πληθυσμιακά δεδομένα, εφόσον και οι δυο κοινότητες ενδιαφέρονται η μια να αποφύγει τη στρατολογία και η άλλη να απαλλαγεί από την καταβολή του φόρου εξαίρεσης από τη στράτευση. Τα θρησκευτικά πιστεύω αποτελούν τη βάση των Ελληνικών εκθέσεων, η ομιλημένη γλώσσα τη βάση των Βουλγαρικών εκθέσεων-το κάθετι επιλεγμένο από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία με σκοπό κάθε πλευρά να θεμελιώσει αίτημα πολιτικής υπεροχής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ανάμεσα στους δυο περισσότερο απατηλό είναι το αίτημα των Βουλγάρων. Υπάρχουν ορισμένοι Βουλγαρόφωνοι που δε συμμερίζονται τις Βουλγαρικές εθνικές επιδιώξεις ενώ ανάμεσα σε αυτούς που ομολογούν την Ελληνική πίστη πολλοί από τους Βούλγαρους, τους Βλάχους και τους Αλβανούς έχουν ήδη αποκηρύξει τα πολιτικά πιστεύω των πνευματικών ταγών τους .(Chirol, σ. 73-74)
    • Ο πληθυσμός του Μοναστηρίου-με εξαίρεση τους Εβραίους-μπορεί να χωριστεί σε τρεις σχεδόν ισάριθμες ομάδες. Το ένα τρίτο αποτελείται από Τούρκους ,το άλλο από Εξελληνισμένους Βλάχους κα Βουλγαρόφωνους και το τελευταίο από Βουλγάρους. Αλλά αν δούμε συνολικά τον πληθυσμό του βιλαετίου του Μοναστηρίου και γενικότερα της επαρχίας της Μακεδονίας-δηλαδή τα τέσσερα σαντζάκια Μοναστηρίου, Θεσσαλονίκης, Δράμας και Σερρών-τα ποσοστά της κάθε ομάδας θα είναι πολύ διαφορετικά. Το Μοναστήρι είναι ένα αποκομμένο φρούριο του Πανελληνισμού.(Chirol, σ. 74-75)
    • Αφού αφήσαμε πίσω μας την Κοζάνη και το Ελληνο-Βλαχικό στοιχείο όλα τα χωριά που συναντούμε τώρα στο δρόμο μας είναι είτε Τουρκικά είτε Βουλγαρικά. Όσο περισσότερο βόρεια και ανατολικά προχωρά κανείς, τόσο πιο έντονο γίνεται το Βουλγαρικό στοιχείο. Στα δυτικά τα σύνορα της Μακεδονίας είναι πολύ κοντά. Ωστόσο, ακόμα και στα βουνά που περικλείουν την περιοχή και αποτελούν προπύργια των Αλβανών το Βουλγαρικό στοιχείο απαντάται σε μεγάλο αριθμό μέχρι σχεδόν και τη λίμνη Οχρίδα.(Chirol, σ. 75)
    • Ο Ελληνικός κλήρος του Μοναστηρίου φέρει βαρύτατη ευθύνη για την καταστροφική αντιπαλότητα ανάμεσα στις εθνοτικές ομάδες, η οποία σε μεγάλο βαθμό είναι αποτέλεσμα των μηχανορραφιών που ο ίδιος εξυφαίνει. Χρησιμοποιώντας- όχι πάντα με σωστό τρόπο- την εξουσία που του έχει εκχωρηθεί από την Τουρκική διοίκηση ως η αναγνωρισμένη κεφαλή των Χριστιανικών κοινοτήτων της αυτοκρατορίας, ο Έλληνας επίσκοπος έχει εργαστεί όχι τόσο για τη θεμελίωση πνεύματος ενότητας όλων των φυλών που αποτελούν το ποίμνιό του στα πλαίσια της κοινής πίστης αλλά για να προβάλλει αν όχι τις προσωπικές του φιλοδοξίες, τουλάχιστον το στενό συμφέρον της πολιτικο-εκκλησιαστικής προπαγάνδας. Η ξαφνική αφύπνιση του Βουλγαρικού έθνους και ο σχηματισμός της Βουλγαρικής Εκκλησίας υπήρξαν σκληρά μαθήματα, που κυοφορούσαν διδακτικές προειδοποιήσεις. Αλλά ο επίσκοπος δεν κατάλαβε το νόημά τους. (Chirol, σ. 77-78)
    • Μια μικρή όμορφη πόλη που βρίσκεται στους πρόποδες του στενού περάσματος που οδηγεί από τη Μακεδονία στην κεντρική Αλβανία είναι το Μοναστήρι.Στην περιοχή υπάρχουν μεγαλοπρεπή βουνά με απότομες πλαγιές ήδη καλυμμένα με χιόνια ενώ η πόλη μισοκρύβεται μέσα σε μια σμαραγδοπράσινη κοιλάδα. Αρχοντικά γεμάτα χάρη και μιναρέδες,επιβλητικοί στρατώνες και συνοικίες ολόλευκων σπιτιών περιτριγυρίζονται από βαθυπράσινες καρυδιές και ασημίζουσες λεύκες και πλούσια περιβόλια με όλους τους καρπούς του φθινοπώρου ενώ μικρά δροσερά ποταμάκια που κατεβαίνουν από τα βουνά κυλούν χαρούμενα δίπλα στα ηλιόλουστα δρομάκια της πόλης και τη γραφική αγορά.Στους πολυσύχναστους δρόμους της πόλης μπορεί κανείς να συναντήσει όλες τις ετερόκλητες φορεσιές της Ευρωπαϊκής Τουρκίας.Ο Βούλγαρος με την ωραία κόμη και την άκομψη γκρι κάπα του με την κουκούλα, ο αδύνατος Βλάχος βοσκός που κάθεται τεμπέλικα με τη λερωμένη φουστανέλλα του,ο ορεσίβιος Αλβανός οπλισμένος με πιστόλια και μαχαίρια,ο άθλιος Ισπανο-Εβραίος,ο έξυπνος Έλληνας έμπορος με το φθαρμένο ευρωπαϊκό κοστούμι και ο Τούρκος επίσημα ντυμένος με το τουρμπάνι στο κεφάλι και το χυτό καφτάνι του.Διότι το Μοναστήρι ή τα Βιτόλια –όπως οι Χριστιανοί προτιμούν να το ονομάζουν- είναι το σημείο συνάντησης πολλών εθνοτήτων.Όπως στις περισσότερες πόλεις της Μακεδονίας,η κατάρα των πολλών γλωσσών,των πολλών φυλών και των πολλών θρησκευτικών πιστεύω έχει πέσει βαριά πάνω στο Μοναστήρι.Με πληθυσμό που δεν ξεπερνά τους 35.000 κατοίκους-ορισμένοι θεωρούν ότι έχει πληθυσμό περίπου 25.000 κατοίκους- η πόλη περιλαμβάνει περίπου μια ντουζίνα διαφορετικές κοινότητες με ξεχωριστές προσδοκίες,συμφέροντα και πάθη.Υπάρχουν Βούλγαροι που μιλούν βουλγάρικα και έχουν ασπαστεί το βουλγαρικό σχίσμα.Υπάρχουν Βούλγαροι που μιλούν βουλγάρικα και συμμερίζονται τις πολιτικές φιλοδοξίες των σχισματικών αλλά δεν έχουν απομακρυνθεί από την επιρροή του Ελληνικού Πατριαρχείου ενώ υπάρχουν και Βούλγαροι που έχουν εξελληνισθεί σε τέτοιο βαθμό,ώστε προτιμούν να μιλούν την ελληνική γλώσσα αντί για τη δική τους και ομολογούν το Ελληνικό δόγμα –θρησκευτικό και πολιτικό-αλλά ο αριθμός τους είναι μικρός και μέρα με τη μέρα μειώνεται.Έπειτα υπάρχουν Έλληνες που είναι Έλληνες μόνο κατ’όνομα.Με εξαίρεση τον αρχιεπίσκοπο και τον Έλληνα πρόξενο,είναι ζήτημα αν υπάρχει έστω μία οικογένεια που να μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει καθαρό ελληνικό αίμα.Είναι Βλάχοι.Ανάμεσά τους υπάρχει μια μεγάλη και αυξανόμενη ομάδα που μιλά τη δική της γλώσσα και όχι ελληνικά και έχει διαφορετικές εθνικές φιλοδοξίες ξέχωρα από τον Ελληνισμό.Η Μουσουλμανική κοινότητα είναι ελάχιστα πιο ομοιογενής.Υπάρχουν Αλβανοί που ακόμα προσβλέπουν στην Πύλη αλλά οι περισσότεροι θεωρούν την υποστήριξη του Σουλτάνου ως ένα μέσο που θα τους οδηγήσει στην ανεξαρτησία. (Chirol, σσ. 69-71)
    • Το Μοναστήρι σώζει τις μνήμες από την τουρκική προδοσία,γεγονός που ελάχιστα ενίσχυσε το πνεύμα αφοσίωσης των Αλβανών στην αυτοκρατορία.Το 1830-μετά τον Αγώνα Ανεξαρτησίας των Ελλήνων –ο Ρεσίντ Πασά κάλεσε στο Μοναστήρι σε επίσημο γεύμα περίπου 500 Αλβανούς μπέηδες από το βορρά και το νότο της Αλβανίας,ώστε να γιορτάσουν την αμνηστία που διεκήρυξε ο Σουλτάνος.Όταν οι επίσημοι σηκώθηκαν για να φύγουν,δυο τάγματα του τουρκικού στρατού παρατάχθηκαν, ώστε να τους αποδώσουν τιμές.Αλλά αντί για την εντολή να παρουσιάσουν τα όπλα ,ο Μεγάλος Βεζύρης τους διέταξε να αρχίσουν να πυροβολούν.Μέσα σε λίγα λεπτά το λιβάδι,το οποίο οι Αλβανοί ακόμη αποκαλούν «Το Πεδίο της Προδοσίας» είχε κοκκινίσει από το καλύτερο και ευγενέστερο αίμα της Αλβανίας. (Chirol, σσ. 71-72)
    • Οι Τούρκοι του Μοναστηρίου χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: τους «αποδημητικούς και αρπακτικούς» αξιωματούχους και τις εγκατεστημένες εργαζόμενες τάξεις: χειροτέχνες,εμπόρους, οικογενειάρχες και άλλους που αγαπούν την ειρήνη αλλά ωστόσο προορίζονται να είναι τα πρώτα θύματα κάθε πολέμου. (Chirol, σ. 72)
    • Κατόπιν παρακλήσεως του Έλληνα Αρχιεπισκόπου του Μοναστηρίου, ο Τούρκος Γενικός Διοικητής κατέσχεσε όλα τα βουλγαρικά σχολικά βιβλία του βιλαετίου ενώ οι σχισματικοί ιερείς εκδιώχθηκαν από τη χώρα και μέχρι σήμερα ο βουλγαρικός εξαρχικός κλήρος ζει σχεδόν σε καθεστώς εξορίας στη Βουλγαρία και η Βουλγαρική Εκκλησία στην επαρχία αυτή είναι ακόμη ανοργάνωτη χωρίς κεφαλή και χωρίς οργανωτικούς κανονισμούς.(Chirol, σ. 78-79)
    • Μετά το Συνέδριο του Βερολίνου Έλληνες ιερείς επιβλήθηκαν σε Βουλγαρικά χωριά, τα Ελληνικά σχολεία πολλαπλασιάστηκαν σε όλη την περιφέρεια και οι ζαπτιέδες επιστρατεύθηκαν, ώστε να αποσπάσουν τη συγκατάθεση των Βουλγαρόπαιδων με στόχο να «φουσκώσουν» οι Πανελλήνιες στατιστικές. Ακόμη και τα ένοπλα σώματα των ληστών τέθηκαν στην υπηρεσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αλλά μάταια. Παρά τις απειλές και τις πράξεις με τις οποίες αυτές οι απειλές γίνονταν πραγματικότητα, κάθε μέρα καινούριοι Βούλγαροι και καινούρια χωριά αποσκιρτούσαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία και ενώνονταν με την εθνική σχισματική εκκλησία. (Chirol, σ. 79)
    • Βορειοδυτικά υπάρχουν οι ένοπλες ομάδες των Αλβανών της Δίβρας-τα μαύρα πρόβατα της φυλής τους-που διαπράττουν δολοφονίες και ληστείες αδιακρίτως εναντίον όλων των ομάδων και των τάξεων και κυριαρχούν στα βουνά σε όλη τη δυτική πλαγιά της πεδιάδας του Μοναστηρίου μέχρι το Κρίτσεβο και την άνω κοιλάδα του Μαύρου Δρίνου. Πρόκειται για δαίμονες με φανατισμό στο έγκλημα που αψηφούν ακόμη και την εξουσία της Λίγκας. Στα ανατολικά οι Βούλγαροι ληστές έχουν καταστήσει τα περάσματα της περιοχής μη ασφαλή και διαπράττουν κατά καιρούς εγκλήματα. Ωστόσο, καμία από τις ομάδες που δραστηριοποιούνται δυτικά του Βαρδάρη δεν έχει το υψηλό επίπεδο οργάνωσης και πειθαρχίας που διέπει τις ελληνικές ένοπλες ομάδες. (Chirol, σ. 86-87)
    • Στις ανώτερες όχθες του Βαρδάρη η Βουλγαρική Επανάσταση είχε ήδη αρχίσει να οργανώνεται. Είχε σε όλες τις βουλγαρικές επαρχίες επιτροπές που ασχολούνταν με την προπαγάνδα και τις ένοπλες ομάδες που έφεραν εις πέρας τις διαταγές των επιτροπών. Οι επιτροπές είχαν σχηματιστεί με σκοπό να αντιμάχονται την ελληνικότητα ενθαρρύνοντας την εθνική παιδεία και προωθώντας τα συμφέροντα του εθνικού κλήρου ενώ στρεφόταν και κατά των Μουσουλμάνων γαιοκτημόνων και είχε πάρει εναντίον τους τη μορφή τοπικής Λίγκας. Ο σκοπός των επιτροπών ήταν, θεωρητικά, να επιβάλλουν την τιμωρία όποτε κάποια πράξη καταπίεσης ή αδικίας αποδίδονταν σε κάποιο μουσουλμάνο. Ωστόσο,η πρακτική τους απείχε πολύ από τη θεωρία ενώ τελικά στόχος τους ήταν να υποδαυλίσουν αναταραχές και να προκαλέσουν αντίποινα ,ώστε να πετύχουν το ξέσπασμα του φανατισμού όπως ήταν το αντίστοιχο του 1876 που οδήγησε στην πτώση της Τουρκικής εξουσίας στη Ρωμυλία. Τα ένοπλα σώματα διοχέτευαν συνήθως τη βιαιότητα και την εκδικητικότητα τους εναντίον των αμάχων και έτσι γυναίκες, παιδιά και γέροι υπέφεραν στο όνομα παλαιών λαθών.(Chirol, σ. 88-89)

    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]

    • Το Μοναστήρι, πρωτεύουσα του βιλαετίου του Μοναστηρίου βρίσκεται στη μακεδονική γη, σχεδόν στο μέσον της περιοχής μεταξύ ελληνικών και βουλγαρικών εδαφών. Βόρεια η πλειονότητα του πληθυσμού είναι Βούλγαροι, νότια είναι Έλληνες.Τα χωριά συναντώνται, διασταυρώνονται και αναμειγνύονται στο βιλαέτι του Μοναστηρίου. Ο λόγος , ωστόσο, που στο Μοναστήρι σημειώνονται πολλές συγκρούσεις δεν είναι επειδή οι Τούρκοι της περιοχής είναι περισσότερο κακοήθεις από ό,τι αλλού,αλλά εξαιτίας του γεγονότος πως υπάρχει μια μόνιμη διαμάχη ανάμεσα σε Έλληνες και Βουλγάρους που πολιτεύονται σύμφωνα με τη θρησκεία τους.(Frazer,σ. 205)
    • Μια ελικοειδής σιδηροδρομική γραμμή οδηγεί από τη Θεσσαλονίκη στο Μοναστήρι. Υπάρχει ένα τρένο την ημέρα που κυλά νωχελικά σε μια γραφική διαδρομή. Όλοι οι μικροί σταθμοί είναι όμορφοι. Σε όλους τους σταθμούς υπάρχει κήπος ενώ σε κάθε σταθμαρχείο υπάρχουν αναρριχητικά φυτά. Υπάρχουν πολλά φρούτα που μπορεί κανείς να αγοράσει. Νεαροί πωλούν μπουκάλια με παγωμένο νερό. Τούρκοι ,Βούλγαροι και Έλληνες όλοι χαρούμενοι χαιρετούν φίλους ,βλέπουν άλλους να φεύγουν –μια ευτυχισμένη σκηνή της εξοχής. Κι όμως πρόκειται για μια αιματοβαμμένη γωνιά της Ευρώπης! (Frazer,σ. 205)
    • Το Μοναστήρι είναι μια ετερογενής πόλη 60.000 κατοίκων από τους οποίους οι 14.000 είναι Έλληνες,οι 10.000 Βούλγαροι,τέσσερις ή πέντε χιλιάδες Αλβανοί ,διακόσιοι ή τριακόσιοι Εβραίοι και οι υπόλοιποι Τούρκοι. (Frazer,σ. 206)
    • Στο Μοναστήρι υπάρχει μεγάλη ποικιλία στις ενδυμασίες των κατοίκων.Είναι μια συνηθισμένη τουρκική ευρωπαϊκή πόλη ακόμη και παρά την ύπαρξη ενός κήπου όπου οι πιο πλούσιοι Τούρκοι, Έλληνες και Βούλγαροι κάθονται σε μικρά τραπέζια και πίνουν μπύρα υπό τους ήχους μια ορχήστρας εγχόρδων αποτελούμενης από κορίτσια από τη Βιέννη. (Frazer,σ. 206)
    • Στο Μοναστήρι όλοι είναι χαρούμενοι.Οι δολοφονίες είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο ,ώστε πλέον κανείς δε δίνει σημασία.Ωστόσο, παρά τη γενικότερη ευφορία ορισμένα πράγματα σε κάνουν να σκεφτείς.Ο μισός πληθυσμός αποτελείται από Τούρκους στρατιώτες οι οποίοι περιπολούν μέρα-νύχτα.Στους γειτονικούς λόφους υπάρχουν στρατόπεδα ενώ τα καραβάνια με μουλάρια φορτωμένα με καλαμπόκι που έρχονται από τους αγρούς συνοδεύονται ανά τέσσερα από έναν ένοπλο στρατιώτη. (Frazer,σ. 206)
    • Τα νέα στο Μοναστήρι διαδίδονται αλλά όλοι μένουν στις λεπτομέρειες μιας φοβερής σφαγής.Οι Βούλγαροι είναι μειονότητα και οι Έλληνες και οι Εβραίοι τους αποφεύγουν.Στα καφενεία εξυφαίνονται συνομωσίες.Ο μέσος όρος είναι ένας φόνος την ημέρα.Συχνά τα πράγματα είναι ήσυχα για μια εβδομάδα αλλά τότε σκοτώνονται μισή ντουζίνα άνδρες και διατηρείται ο μέσος όρος.Οι Έλληνες του Μοναστηρίου προειδοποίησαν τους Βουλγάρους πως για κάθε πατριαρχικό που θα δολοφονούσαν οι κομιτατζήδες στην επαρχία,αυτοί θα δολοφονούσαν δυο στην πόλη. (Frazer,σ. 206-207)

    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]

    • Σε απόσταση μίας ώρας από τον Περλεπέ φτάνει κάποιος σε μία μεγαλοπρεπή πεδιάδα μήκους 15 λευγών και πλάτους 3, που διατέμνεται από παχείς νομούς και είναι πολύ καλλιεργημένη. Η πεδιάδα αυτή είναι η ίδια πεδιάδα των Βιτωλίων (Μοναστηρίου), που κατοικείται από τους καλύτερους κατοίκους της Μακεδονίας. Τέσσερις ώρες μετά το Πρίλεπ διαβαίνει τον ποταμό Εριγώνα (Καρασού) μέσω μίας ξύλινης γέφυρας πλάτους 2 μέτρων και μήκους 30. Υπάρχουν δε και από τις δύο πλευρές της οδού πολλά τσιφλίκια. 28 ώρες μετά τα Σκόπια φτάνεις κανείς στο Μοναστήρι ή Βιτώλια, που βρίσκονται στο άκρο της πεδιάδας σε μία ορεινή κοιλότητα, που έχει στον κύκλο της συνεχή βουνά με χλόη, πάνω στις οποίες υψώνονται χιονοσκεπείς κορυφές της Σόα Γκόρας. Το ρυάκι Δραόρι ρέει από τα ανατολικά προς τα δυτικά προς ανατολικά και χύνεται προς τον ποταμό Καρασού. Χωρίζει δε την πόλη σε δύο μέρη, που συνδέονται με ξύλινες γέφυρες, γύρω από τις οποίες υπάρχουν εργαστήρια και εμπορικά καταστήματα. Τα Βιτώλια πριν από 40 χρόνια ήταν μια γνωστή πολίχνη, σήμερα δε είναι μία πόλη που έχει 45 χιλιάδες κατοίκους, για τις ανάγκες των οποίων αρκούν 40 χάνια, τα ευρωπαϊκά ξενοδοχεία, τα μαγειρεία, τα ζυθοπωλεία και τα δημόσια λουτρά. Η ίδια αυτή πόλη είναι ο γενικός σταθμός ενός εκ των 5 στρατιωτικών σωμάτων (ορδές) της Τουρκίας και η έδρα μουσίρη (στρατάρχη). Έχει στρατιωτικό σχολείο, τηλεγραφικό σταθμό και ορθόδοξο αρχιεπίσκοπο.
      Τα Βιτώλια αντιστοιχούν προς την αρχαία Ηράκλεια των Λυγκηστών, της οποίας η θέση ορίστηκε ακριβώς από τον Heuzey από τα ερείπια, που βρίσκονται 2 χιλιόμετρα νοτίως της σημερινής πόλης, στην αρχή των υπωρειών του βουνού, προς την διεύθυνση της κώμης Μπούκοβας.
      Από τα Βιτώλια ώς το Ελβασάν και το Δυρράχιο υπάρχει οδός διά της Αχρίδας.
      Από τα Βιτώλια στο Μέτσοβο και τα Ιωάννινα υπάρχει ταχυδρομική οδός.
      Τα Βιτώλια απέχουν 7 ώρες από τη Φλώρινα.
      Τα Βιτώλια απέχουν από την Καστοριά 8 ώρες. (Ιsambert,τόμ.Ι, σ.34-35-36)
    • Η οδός από τα Βιτώλια διέρχεται τις υπώρειες του όρους Σόα Γκόρα και μετά από 6 ώρες φτάνει στη Φλώρινα. ( Isambert,τόμ.Ι, σ.38)
    • [/tab]
      [tab name=’Leake’]

      • Οι σύγχρονες πορείες μέσα από βουνά που διαχώριζαν τον Λύγκο από την Εορδαία, ήταν από το Τιλμπελί στην Όσλοβα, προς τα ανατολικά και από την Μπάνιτσα στο Όστροβο προς τα δυτικά. Η πρώτη είναι στην συνήθη πορεία από τα Μπιτόλια στα Βοδενά και η τελευταία από την Φλώρινα προς το ίδιο μέρος. Παρόλο που η Φλώρινα είναι πιο κοντά από ότι τα Μπιτόλια στην πλευρά της Ηράκλειας, θεωρούμε ότι η Εγνατία Οδός διασχίζεται από την πρώτη πορεία, καθώς κατεβαίνει στις εορδαϊκές κοιλάδες πιο κοντά στην τοποθεσία της Έδεσσας.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 317 – 318)
      • Το όνομα Πελαγονία υπάρχει ακόμα ως ονομασία της ελληνικής επισκοπής, της οποίας η έδρα είναι τα Μπιτόλια ή Μοναστήρι. Την ελληνική ονομασία της περιοχής υιοθέτησαν και οι Τούρκοι. Τα Μπιτόλια είναι τώρα το κέντρο της περιοχής καθώς και έδρα του στρατηγού και κυβερνήτη της Ρούμελης. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 319)
      • Τα Μπιτόλια, μια λέξη ελληνικής προέλευσης, ίσως είναι παραφθορά ενός τρίτου ονόματος του ίδιου μέρους ή εκείνο που έφερε η πόλη όταν οι τρεις πόλεις της Πελαγονίας ακόμη υπήρχαν. Το Ελληνικό όνομα που προσιδιάζει περισσότερο είναι Επιτάλια.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 320)
      • Τα περάσματα της Πελαγονίας, στα οποία ο Περσέας τοποθετήθηκε από τον πατέρα του Φίλιππο, πιστεύω ότι είναι η ορεινή διάβαση στη σύγχρονη διαδρομή από την Αχρίδα προς τα Μπιτόλια, που τώρα αποτελεί την κύρια αρτηρία στη θέση της παλιάς γραμμής ή γραμμών της Εγνατίας Οδού. Αυτή η αλλαγή ίσως προκλήθηκε από το γεγονός ότι η Αχρίδα και τα Μπιτόλια αποτελούν τώρα τις κύριες πόλεις αντί των αρχαίων της Λυχνιδούς και της Ηράκλειας που δέσποζαν στην περιοχή την αρχαία εποχή.Οι πόλεις αυτές, η Αχρίδα και τα Μπιτόλια, βρίσκονται αντίστοιχα στα βόρεια των δύο αρχαίων τοποθεσιών, καθώς στην αρχαιότητα η Εγνατία είχε εδώ παρεκκλίνει από την ευθεία της πορεία επειδή υπήρχε η ανάγκη να διασχίσει περιμετρικά είτε τη βόρεια είτε τη νότια άκρη της λίμνης Λυχνιδός. Το πέρασμα της Πελαγονίας ήταν εξαίρετης σημασίας ως μια από τις άμεσες εισόδους από την Ιλλυρία στην Μακεδονία με την πορεία του ποταμού Δρίλωνα, που τώρα λέγεται Δρίνος. Ήταν απαραίτητο για τους βασιλείς της Μακεδονίας να διατηρήσουν δυνατές φρουρές στην Λυχνιδό και σε κάποιες άλλες τοποθεσίες στην λίμνη, όπως και στα Στύβερρα και στην Ηράκλεια.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 321)
      • Στα δεξιά του Σινιάτσικου φαίνεται το Περιστέρι, το οποίο συνορεύει με τις πεδιάδες του Εριγώνα και των Μπιτολίων. Στα βορειοανατολικά υψώνεται το σπουδαίο βουνό Δοξά ή Βέρμιο και στα δεξιά του φαίνεται ο Βελβεντός ή Βελβεδός, μια πόλη 300 σπιτιών, η οποία, παρόλο που είναι γνωστή για τον μιναρέ της, κατοικείται κυρίως από Έλληνες. Ο Βελβεντός είναι 3 ώρες απόσταση από τα Σέρβια και ομοίως βρίσκεται στο ίδιο βουνό. Τοποθετείται στην ίδια γραμμή με τη μεγάλη χαράδρα του Αλιάκμονα, κοντά στο βουνό της Πέλλας. Όντας το πιο ευθύ και εύκολο πέρασμα ανάμεσα στα Καμβούνια Όρη, είναι το φυσικό πέρασμα ανάμεσα στη Μακεδονία και στην Περραιβία. Είναι τώρα ο πιο σημαντικός σταθμός του ουλαμού του Δερβέν Αγά στο Μπεϊλίκι και ο δρόμος από τη Λάρισα και τα Τρίκαλα στα Μπιτόλια, από όπου η πρώτη αφετηρία είναι το Καλιάρι και η δεύτερη η Φλώρινα.Ο δρόμος από το κάστρο στις Πόρτες είναι ευρύς και επίπεδος και αποτελεί το φυσικό άνοιγμα στο βουνό.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 332)
      • Η Ηράκλεια δεν απέχει πολύ από την νέα πόλη της Φλώρινας, περίπου 10 μίλια νότια του Μοναστηρίου.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 282)
      • O μουσουλμάνος Αλβανός, με το όνομα Σουλεϊμάν Προσόβα, είχε υπό τις διαταγές του 700 άντρες για τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους του Χριστιανικού χώρου. Προσπαθεί να εκκαθαρίσει εκείνα τα βουνά, τα οποία όσον αφορά το Μοναστήρι,τον Πρίλεπο και Βυλάζωρα , εφοδιάζουν διαρκώς με ανθρώπινο δυναμικό πολλά αδιαπέραστα κρησφύγετα από τα οποία είναι σχεδόν αδύνατο να ξεριζωθούν οι κλέφτες.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 286)

      [/tab]
      [tab name=’Mantegazza’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Pouqueville’]

      • Το Μοναστήρι ή Βιτώλια υπήρξε πρωτεύουσα της Ρούμελης ή της εδώθε του Αξιού Μακεδονίας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 16)
      • Η μητρόπολη Πελαγονίας ή Βιτώλιας ανήκε στη δικαιοδοσία του φρουρίου της Αχρίδας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.50)

      [/tab]
      [tab name=’Tozer’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Urquhart’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Walker’]

      • Η μεγάλη πεδιάδα αυτή λέγεται επίσης και πεδιάδα του Βαρδάρη. Απλώνεται από την είσοδο της Θεσσαλονίκης μέχρι τους πρόποδες του λόφου των Βοδενών όπου η μεγάλη δημοσιά χωρίζεται στα δύο και η μία διακλάδωση πηγαίνει προς τη νότια Αλβανία και προς τα περάσματα για τη Θεσσαλία ενώ η άλλη οδηγεί στο Μοναστήρι ή Μπιτόλια, αρχηγείο του τουρκικού στρατού της Ρωμυλίας και έδρα του αρχιστράτηγου. (Walker,σ. 48)
      • Πεδιάδα του Μοναστηρίου: Η μεγάλη πεδιάδα του Μοναστηρίου έχει κάπου 65 χιλιόμετρα μήκος και 15 πλάτος. Από τις τρεις πλευρές είναι κλεισμένη από βουνά και μένει ανοιχτή από βορρά, όπου ενώνεται με την πεδιάδα των Σκοπίων φτάνοντας στα σύνορα της Σερβίας. Όντας αρκετά πάνω από το επίπεδο της θάλασσας, έχει κλίμα πιο κρύο από την περιοχή της Θεσσαλονίκης.
        (Walker,σ. 72)
      • Φτάνοντας κανείς για πρώτη φορά στο Μοναστήρι μένει κατάπληκτος με το επίπεδο του πολιτισμού. Δύο απέραντοι στρατώνες με ιππικό και πεζικό, επιθεωρήσεις, παρελάσεις, γραφικοί καβαλάρηδες και μία θαυμάσια μπάντα θυμίζουν τη μεγάλη σημασία που έχει ο τόπος αυτός από στρατιωτική άποψη, ελέγχοντας άμεσα το πέρασμα από τη Μακεδονία προς τη βόρεια Αλβανία. Το Μοναστήρι φαίνεται πολύ όμορφα από το μουσουλμανικό νεκροταφείο πάνω από την τουρκική συνοικία. Η πόλη είναι χωμένη μέσα στο πράσινο ενώ μεριές-μεριές το σκηνικό ζωηρεύει από τις άσπρες πινελιές των μυτερών μιναρέδων. (Walker,σ. 73-75)
      • Στο κέντρο περίπου ξεχωρίζει ένας ψηλός πύργος με ρολόι. Από πίσω ακριβώς υψώνονται τα βουνά του Περιστεριού με τη μεγαλοπρεπή γραμμή τους για να καταλήξουν τελικά στην πιο ψηλή κορυφή, κάπου 2.500 μέτρα ύψος πάνω από το επίπεδο της θάλασσας. Η κορυφή αυτή υποτίθεται ότι είναι σβησμένο ηφαίστειο, με τον κρατήρα τώρα γεμάτο νερό μέχρι πάνω που, όπως υποστηρίζουν οι κάτοικοι, θα ξεχειλίσει και θα πλημμυρίσει την πεδιάδα. Το Mοναστήρι έχει μεγάλη ανάπτυξη. Τώρα διαθέτει κεντρικό τηλεγραφείο και η σπουδαιότητά του μεγαλώνει καθημερινά. Οι στρατώνες χτίστηκαν τα τελευταία 25 χρόνια. (Walker,σ. 73-75)
      • Από τον χριστιανικό πληθυσμό του Μοναστηρίου οι Βλάχοι (ή οι Βλάχοι της Πίνδου όπως τους λένε για να τους ξεχωρίζουν από τους ντόπιους της ηγεμονίας της Βλαχίας) κατέχουν την ανώτερη θέση στο εμπόριο, στη βιομηχανία και στην εξυπνάδα. Ισχυρίζονται ότι κατάγονται από τους Ρωμαίους που παλιότερα είχαν καταλάβει αυτά τα μέρη και ότι η γλώσσα τους έχει ένα μεγάλο ποσοστό από τα λατινικά. (Walker,σ. 76-77)
      • Στο Μοναστήρι χρησιμοποιούν μία ιδιότυπη μέθοδο για το πλέξιμο της ψάθας των πατωμάτων των σπιτιών, πλέκοντάς τες επί τόπου δύο-τρεις άνδρες κάθονται κάτω στο πάτωμα δουλεύοντας σειρές-σειρές μέχρι να το σκεπάσουν ολόκληρο.
        Το Μοναστήρι επίσης, όπως και πολλές άλλες πόλεις της Αλβανίας φημίζεται για τα φιλιγκράμ του με ασήμι και χρυσό. Εδώ κατασκευάζονται τα ζαρφ για τα φλυτζάνια του καφέ, το πίσω μέρος στους στρογγυλούς καθρέφτες του χεριού, λαβές για στιλέτα και για άλλα μαχαίρια, τσιγαροθήκες κ.λ.Οι τεράστιες αγκράφες και τα άλλα στολίδια από φθηνό ασήμι που φοράνε οι Βουλγάρες είναι και αυτά από τα σπουδαία προϊόντα της τοπικής βιοτεχνίας.Πωλούνται σε ειδικό μέρος των παζαριών ή σε μερικά καταστήματα σε μια από τις γέφυρες του Ντραγκόρ.(Walker,σ. 78)

      [/tab]
      [tab name=’Σχινάς’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [end_tabset]

  • Κρούσοβο

    Παλαιό Όνομα :Κρούσοβο
    Δήμος :

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]

  • Το φοβερό φθινόπωρο του 1903 όταν η βουλγαρική εξέγερση ξέσπασε στη Μακεδονία οι δυνάμεις των στασιαστών υπολογίζονταν σε 32.000 εκπαιδευμένους και ένοπλους άνδρες,οι οποίοι έριχναν βόμβες και ανατίναζαν γέφυρες.
    Το Κρούσοβο κατελήφθη από τους επαναστάτες εναντίον των οποίων κινήθηκαν οι Τούρκοι με τους μπασι-μποζούκους ,οι οποίοι αφού τους νίκησαν μπήκαν στην πόλη,σκότωσαν 77 ανθρώπους ,έκαψαν και λεηλάτησαν 570 μαγαζιά και σπίτια.Χτύπησαν και βασάνισαν εκατοντάδες ανθρώπους ενώ βίασαν τις γυναίκες.Οι Τούρκοι δεν έπιασαν κανέναν από τους επαναστάτες , οι οποίοι έφυγαν από τη μια άκρη της πόλης ενώ οι ίδιοι έμπαιναν από την άλλη.Η λεηλασία του χωριού διήρκεσε τέσσερις μέρες.Η βουλγαρική συνοικία έμεινε ανέπαφη χάριν –όπως λέγεται –στη δωροδοκία των Τούρκων στρατιωτών.Οι υπόλοιποι κάτοικοι –κυρίως Βλάχοι-υπέστησαν ολοκληρωτική καταστροφή και εξαγριώθηκαν με τους Βούλγαρους που γλίτωσαν.Θεωρήθηκε ότι ο Τούρκος διοικητής είχε έρθει σε συνεννόηση με τους επαναστάτες ,ώστε σκόπιμα να επιτεθεί στους Έλληνες.Οι έρευνες δεν είχαν αποτέλεσμα.Τα πράγματα στη Μακεδονία ήταν πολύ περίπλοκα. (Frazer,σ. 209)
  • [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Σμίλεβο

    Παλαιό Όνομα :Σμίλεβο
    Δήμος :

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]

  • Ο Τζέιμς ΜακΓκρέγκορ, πρώην πρόξενος της Βρετανίας στο Μοναστήρι αναφέρει ότι το 1903 τα τουρκικά στρατεύματα αποτελούμενα από έντεκα τάγματα και ακολουθούμενα από μπασι-μποζούκους πολέμησαν με 400 επαναστάτες στο χωριό Σμίλεβο,το οποίο λεηλάτησαν και έκαψαν,αφήνοντας όρθια μόνο 4 σπίτια από τα 500.Περισσότεροι από 2000 κάτοικοι έφυγαν στα βουνά και όσοι έμειναν στο χωριό 21 ηλικιωμένοι άνδρες και εξήντα –εβδομήντα γυναίκες και παιδιά δολοφονήθηκαν ενώ 40 νέες γυναίκες μεταφέρθηκαν σε μουσουλμανικά χωριά όπου κρατήθηκαν για μια εβδομάδα.(Frazer,σ. 209)
  • [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Μότσιλα

    Παλαιό Όνομα :Μότσιλα
    Δήμος :

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]

  • Στη Μότσιλα ,κοντά στο Μοναστήρι, μετά την εξόντωση ενός σώματος κομιτατζήδων οι μπασι-μποζούκοι και οι στρατιώτες αφαίρεσαν από τους νεκρούς τα ρούχα τους, τα υποδήματα και τα όπλα τους και έσκισαν τα σώματα τους με μαχαίρια και ξιφολόγχες.Σχεδόν κάθε σπίτι της περιοχής λεηλατήθηκε. Οι Τούρκοι άρπαξαν ότι τους άρεσε και έκοψαν σε κομμάτια τα καινούρια πανωφόρια από δέρμα προβάτου και άλλα ρούχα που δεν μπορούσαν να πάρουν μαζί τους. Το καλαμπόκι και άλλα τρόφιμα τα σκόρπισαν στο έδαφος και τα έκαψαν. Στο τέλος έκαψαν και περίπου δώδεκα καλύβες. (Frazer,σ. 207-208)
  • [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Στρούγκα

    Παλαιό Όνομα :Στρούγκα
    Δήμος :

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Διασταυρωνόμαστε [ στη Στρούγκα] με κοντόσωμους και βαρείς Σλάβους με φαρδιά και γεμάτα πρόσωπα, χωμένους μέσα στα ολόμαλλα ρούχα τους και τη γούνινη κάπα τους. Με τα πόδια τους βυθισμένα μέσα σε μπότες από μαλακό πετσί, πάνε για το όργωμα ή για την αγγαρεία, ζώα καματερά, αργοβάδιστα και λασπωμένα. Η βρωμιά του Αλβανού ήταν πιο αρχοντική. Οι άντρες βαδίζουν μπροστά από τα βόδια τους ή καπνίζουν καθισμένοι σταυροπόδι μέσα στο καρότσι τους- ένα ξύλινο κασόνι ανεβασμένο πάνω σ΄έναν ξύλινο άξονα και σε ξύλινες μονοκόμματες ρόδες, που το λένε αραμπά και το σέρνει ένα ζευγάρι μικρά μαύρα βόδια. Η γυναίκα ακολουθεί κεντρίζοντας τα βόδια. Από πίσω οι γυναίκες αυτές μοιάζουν με μαύρους μπόγους, χωμένες όπως είναι απ’ το λαιμό ως τα πόδια μέσα στο σαγιά τους, μια κάπα από σκληρό μαλλί. Από μπροστά η ανοιχτή αυτή κάπα αφήνει να φαίνεται ένα εσώρουχο από χοντρό σκληρό πανί, η κοτσούλα, πουκαμίσα ή φούστα που φτάνει ως τους αστραγάλους και που στο κάτω μέρος έχει κολλημένη μια χοντρή πολύχρωμη ποδιά, όπου κυριαρχούν το μαύρο, το πράσινο και το πορτοκαλί. Όλες αυτές οι γυναίκες είναι μεγαλόκορμες. Η πρώτη μας κίνηση ήταν μια κίνηση θαυμασμού για την τόσο γόνιμη τούτη ράτσα και η δεύτερη, οργής απέναντι σ΄αυτούς τους νωχελικούς άντρες που άφηναν να περπατούν και να δουλεύουν γυναίκες σ’ αυτή την κατάσταση. Σε λιγάκι όμως αναγνωρίσαμε μια ιδιοτροπία της μόδας. Οι γυναίκες περιζώνουν την κοιλιά τους μ’ ένα φαρδύ πάνινο ζωνάρι, τη λέσκα, που οι δύο κεντητές και κροσσωτές άκρες της κρέμονται μπροστά τους. Πάνω από τη λέσκα τυλίγουν οχτώ ή δέκα βόλτες, ένα σκοινί από μαύρο πανί, το πογιάς. Τα μαλλιά τους χτενισμένα κοτσίδες, κρέμονται γύρω από το πρόσωπο και έχουν τις άκρες τους χωμένες μεσά στις δίπλες του πογιάς, όπως εμείς χώνουμε την αλυσίδα του ρολογιού μας στο τσεπάκι μας. Η ράτσα αυτή είναι από του φυσικού της άσχημη και θλιβερή. Η δουλειά στα χωράφια της έχει τσακίσει τη ραχοκοκαλιά, της έχει καμπουριάσει τους ώμους, της έχει βαρύνει τα μέλη. Η συνήθεια του φόβου και της υποταγής λύγισε τον τράχηλο της και έσβησε το βλέμμα της. Θα έλεγε όμως κανείς ότι οι άντρες αυτοί και οι γυναίκες αυτές πασχίζουν με τη σειρά τους να φαίνονται ακόμα πιο θλιβεροί και πιο άσχημοι. Η φορεσιά τους, χωρίς χάρη και χαρά, έχει θλιβερά σκουροπράσινα και μαύρα κεντήματα. Πόσο ωραίος φαίνεται μπροστά τους ο Αλβανός αυτός με το κόκκινο ντουλαμά!(Berard, σ.138- 146)
    • Το λαγκάδι που κατεβαίνουμε, βγαίνει σε μια μεγάλη επίπεδη έκταση, ανάμεσα στα δασωμένα βουνά που έχουμε αριστερά μας και στους καλαμιώνες της λίμνης δεξιά μας. Μπροστά μας η καταχνιά τυλίγει πέρα θερισμένους καλαμιώνες, καλαμπόκια όρθια ακόμη, φουντωτές καστανιές και αραμπάδες που τρίζουν πάνω στα αλάδωτα αξόνια τους. Στους νοτισμένους κάμπους, μέσα σε βραγιές και σε αγκαθόβατους βόσκουν κοπάδια από βόδια. Μέσα σε λιμνούλες στεκαμένου νερού βουβάλια κοιμούνται μισοβουτηγμένα στο βουρκάρι. Κατά διαστήματα ακούγεται από μακριά η αργή μελωδία ενός λαού που είναι σκυμμένος στη δουλειά. Τόπος ήσυχος και υπνηλός. Τη γαλήνη του ζεστού αυτού πρωινού τη διαταράζει μόνο ένας επόπτης αγγαρείας. Με το κουρμπάτσι (βούρδουλας) στο χέρι κεντρίζει από κάθε πλευρά του δρόμου τα φτυάρια και τα χεράμαξα. Ένα ολάκερο χωριό δουλεύει στο δρόμο, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Ο επόπτης με το ψηλό κόκκινο φέσι τρομοκρατεί το λαό τούτο. Οι βλαστημίες και οι βουρδουλιές πέφτουν βροχή στην πλάτη των αδύναμων. Ούτε ένα παράπονο δεν ακούγεται ούτε μια μουρμούρα. Σλάβικη αγγαρεία.
      Ύστερα από μια ώρα λιθόστρωτου δρόμου με έντονα πάνω του τα ίχνη του των τροχών, φτάνουμε στα πρώτα σπίτια της Στρούγκας. Η Στρούγκα είναι χτισμένη πάνω σε καρβουνιασμένη γη, μέσα σε καλαμιώνες και κλαίουσες ιτιές. Τα τετραώροφα ξύλινα σπίτια της έχουν μια θλιβερή όψη βρωμιάς και ξεχαρβαλώματος, ακόμη και τα νεόχτιστα. Στο ισόγειο είναι μαγαζιά, εξώπορτες, μεγάλοι ανοιχτοί χώροι όπου δουλεύουν χειροτέχνες, βαρελάδες, καραποιοί και χαλκιάδες, καθώς και τζαμόπορτες με βρώμικα τζάμια, πίσω από τα οποία οι αράχνες καλύπτουν τη λίγδα του εσωτερικού. Τα πατώματα προεξέχουν το ένα από τ’ άλλο. Η βαφή των προσόψεων έχει φύγει. Το ξύλο σαπίζει. Τα παράθυρα δεν έχουν πια ούτε τζάμια ούτε κουφώματα και οι τρύπες είναι στουμπωμένες με χαρτιά, πατσαβούρια και σκισμένες εφημερίδες. Αντίθετα σε όλα αυτά κάνει η καθαριότητα των δρόμων, που τους έχουν καταβρέξει οι κουβάδες των περιοίκων δροσίζοντας έτσι τους σουλατσαδόρους και τους φουμαδόρους.
      Τους σωρούς τα καρπούζια, τα πεπόνια και τις τομάτες τους διαδέχονται φούρνοι και ψησταριές, με τεράστια πιάτα με κρεμμύδια. Οι διαβάτες δεν αποκρίνονται τίποτα και δείχνουν να μην καταλαβαίνουν ούτε τα αλβανικά ούτε τα ελληνικά, τις γλώσσες που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι δικοί μας άνθρωποι. Κανείς δεν μας περιτριγύρισε όπως στα χωριά της Ελλάδας και της Αλβανίας. Ρωτούμε στα ελληνικά έναν με φαρδιά νησιώτικη βράκα. – Δεν μιλούμε τα ρωμαίικα εδώ, δεν είμαστε Έλληνες εμείς, είμαστε Βούλγαροι, μας αποκρίνεται στα καθαρότερα ελληνικά του ελληνικού κόσμου. Μας προξενεί έκπληξη που ένας βούλγαρος πατριώτης φορά την ελληνική νησιωτική φορεσιά. – Ναι, γιατί δεν είμαι από εδώ, είμαι απ’ τη Σαλονίκη και πριν γίνω Βούλγαρος, τον καιρό που δεν ήξερα ακόμη, πίστευα πως ήμουν Έλληνας-. Αποτολμούμε να του παρατηρήσουμε ότι η ελληνικότητά του παραμένει ακόμη ολοφάνερη, παρά τη γνώση που απέκτησε, στις ζωηρές του χειρονομίες και στην πολυλογία του. – Μολαταύτα, αφότου πήγα στη Σόφια και έμαθα, είμαι Βούλγαρος, και εδώ στη Στρούγκα όλοι είναι Βούλγαροι-. (Berard, σ.138- 146)
    • Η πόλη της Στρούγκας απλώνεται στις δύο όχθες του Δρίνου, μερικές εκατοντάδες μέτρα από το σημείο όπου ο ποταμός πηγάζει από τη λίμνη της Αχρίδας. Η αριστερή όχθη κατέχεται από τη σλαβική συνοικία, απ’ αυτούς που αυτοονομάζονται Βούλγαροι και που θα τους αποκαλούμε και μεις Βούλγαρους προσωρινά, αφήνοντας γι’ αργότερα να συζητήσουμε τα περί καταγωγής τους. Οι Βούλγαροι έχουν σχεδόν 300 σπίτια (1.200- 1.500 άτομα) ένα βουλγαρικό σχολείο και μια παλιά εκκλησία. Ζουν από τη γεωργία και το ψάρεμα. Ο Δρίνος είναι φραγμένος από τα δίχτυα τους, τα παραγάδια τους και τα ενυδρεία τους και μια ολόκληρη γωνιά της πόλης ζέχνει από ψάρια που ξεραίνονται ή σαπίζουν. Σ’ όλη τη διάρκεια της Σαρακοστής και της νηστείας των Χριστουγέννων οι άνθρωποι της Στρούγκας κάνουν εμπόριο με όλο το βουνό. Στη δεξιά όχθη του ποταμού, στη μουσουλμανική συνοικία- εξήντα περίπου ερειπωμένα σπίτια και ένα τζαμί- ο μουσουλμανικός πληθυσμός που ελαττώνεται σταθερά, αποτελείται από μερικούς Οσμανλήδες, από Σλάβους που είχαν άλλοτε εξωμόσει, αυτοί ή οι πρόγονοί τους, και από Αλβανούς. Μπέηδες και αγάδες που κατέχουν ακόμη ολόκληρο σχεδόν τον τόπο. Δεν αισθάνονται όμως καθόλου άνετα έτσι όπως είναι υπο παρακολούθηση, ανάμεσα σε όλους αυτούς τους χριστιανούς που τους ξεσηκώνουν οι ξένες προπαγάνδες και μεταναστεύουν στην Αχρίδα, στο Μοναστήρι και στη Θεσσαλονίκη. Το υπόλοιπο καντόνι της Στρούγκας έχει 7.000 κατοίκους, απ’ τους οποίους μόλις χίλιοι είναι μωαμεθανοί, αλβανοί αγάδες στο Πισκουπάλ και τη Στάροβα, στη δεξιά όχθη της λίμνης, και σλάβοι αγρότες στην ύπαιθρο των δύο αυτών πόλεων. Οι προσηλυτισμοί αυτοί έγιναν με τη βία τον περασμένο αιώνα.
      Η Στρούγκα οφείλει την ύπαρξή της στο γεφύρι της. Ο Πληθυσμός εγκαταστάθηκε πολύ φυσιολογικά στο υποχρεωτικό αυτό πέρασμα του καραβανιού. Πουθενά δεν μπορείς να διαβείς το ποτάμι μεσ’ από το νερό εξαιτίας των τελμάτων, των καρβουνότοπων ολόγυρα, της λασπουριάς και των βούρλων του βυθού. Πρέπει να υπήρχαν πάντοτε γεφύρι και πόλη στο σημείο αυτό ή στα κοντινά περίχωρα. Το σημερινό γεφύρι είναι από ξύλο, ολοκαίνουργιο, προσωρινό, φτιαγμένο με χωριστά δοκάρια και καρφωμένα σανίδια. Στον κρυστάλλινο βυθό όμως διακρίνονται πέτρινα χαλάσματα, κατάλοιπα χτισμάτων. Ο Δρίνος κυλά λαγαρός, πλατύς και ξέχειλος, χωρίς καθορισμένες όχθες, μέσα σ’ ένα τόσο πράσινο, τόσο χορταριασμένο φόντο, που μετά βίας ξεχωρίζει μακριά το ποτάμι από τα γειτονικά λιβάδια. Πάνω στο γεφύρι, σε μια διπλή σειρά παραπηγμάτων, οι Βούλγαροι πουλούν στα καραβάνια φρεσκα ή παστωμένα ψάρια. Αλβανοί φορτώνουν στα αλογάκια τους σάκους με χέλια και πέστροφες που σπαρταρούν. Θα φτάσουν στην αγορά του Ελβασάν ύστερα από δύο μέρες πορείας κάτω από τον καφτερό ήλιο!
      Τα πιο πολλα από τα παραπήγματα είναι κλειστά γιατί εδώ και δυο μέρες οι μισοί τουλάχιστον Στρουγκιώτες βρίσκονται στην Αχρίδα για να υποδεχτούν τον καινούργιο βούλγαρο μητροπολίτη.
      Λίγος καιρός είναι που άρχισε αυτό. Όταν ο άνθρωπός μας ήρθε εδώ, δεκαπέντε είκοσι χρόνια πριν, κανείς δεν ήξερε και όλοι αυτοθεωρούνταν Έλληνες. Προχώρησε όμως με ταχύ ρυθμό. Το βουλγαρικό σχολείο συντηρήθηκε στην αρχή με επιχορήγηση του εξάρχου. Η γηγενής κοινότητα πλήρωνε τότε ένα σέρβο δάσκαλο. Τώρα άλλο σχολείο δεν υπάρχει από το βουλγαρικό. Το δυστύχημα είναι ότι στην ύπαιθρο οι χωριάτες είναι καθυστερηνένοι, δεν καταλαβαίνουν τον πατριωτισμό και συχνά προτιμούν τους παπάδες του Πατριάρχη απ’ αυτούς της Αυτού Αγιότης του εξάρχου(τον ελληνικό κλήρο από το βουλγαρικό). Σε τούτο το καντόνι μόνο οι 300 οικογένειες της Στρούγκας είναι φωτισμένες, όλοι οι άλλο, ζώα!
      (Berard, σ.138- 146)
    • Η απόσταση ανάμεσα στη Στρούγκα και την Αχρίδα είναι δύο ώρες (12-15 χιλιόμετρα) και ο δρόμος είναι χωματόδρομος ανάμεσα σε καλαμιώνες και λασπόνερα. Και εδώ δουλεύουν στην επίστρωση του δρόμου. Έχουν φέρει όμως εδώ Αλβανούς με τη βία και τους επιβλέπουν χωροφύλακες.
      (Berard, σ.148-149)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]

    • Η Στρούγκα βρίσκεται κατά μήκος της βόρειας πλευράς της Αχρίδας. Ένας καλός, μακρύς καρόδρομος ενώνει τις δυο πλευρές ενώ κοπάδια και μουλάρια φορτωμένα ξυλοκάρβουνο και ιππείς συναντώνται σε αυτό το δρόμο. Στη λίμνη υπάρχουν πολλές βάρκες-που μοιάζουν με γόνδολες- με τεράστια -σαν φτυάρια- κουπιά. Περιέργως, οι βάρκες της Αχρίδας δε χρησιμοποιούν πανιά. Όσο εξαίσια κι αν είναι η αύρα της λίμνης και μακρινή η διαδρομή-πολλές φορές διαρκεί όλη την ημέρα –η απόσταση καλύπτεται μόνο με τα κουπιά. Αυτό δε συμβαίνει επειδή οι ντόπιοι αγνοούν τη χρησιμότητα των ιστίων αλλά λόγω του γεγονότος ότι οι σφοδροί άνεμοι από τα βουνά είναι τόσο ξαφνικοί και θυελλώδεις που σε μια στιγμή μπορούν να αναποδογυρίσουν ένα ιστιοφόρο. Στην περιοχή οι παλαιού τύπου νερόμυλοι χρησιμεύουν στην άρδευση. Στη Στρούγκα υπάρχουν λίγοι Βούλγαροι ή Έλληνες. Το κυρίαρχο στοιχείο είναι οι Τούρκοι ενώ εντύπωση προκαλεί το αλβανικό στοιχείο. Οι άνδρες είναι ψηλοί και μελαχρινοί και είναι εμφανίσιμοι με κανονικά χαρακτηριστικά. Εκεί και σε όλη την περιφέρεια οι Αλβανοί δίνουν την εντύπωση ότι είναι φιλάρεσκοι .Τους αρέσει το πανωφόρι τους να είναι στολισμένο με ασήμι και χρυσό. Η φουστανέλα τους είναι συνήθως πολύ καθαρή. α παπούτσια τους -συχνά από κόκκινο δέρμα- έχουν μια τεράστια φούντα σε κάθε δάχτυλο, κάτι το οποίο δε δείχνει όμορφο αλλά οι ίδιοι καμαρώνουν γι’αυτό. Τα δυο όπλα που φέρουν στη μέση τους είναι πάντοτε σκαλιστά και διακοσμημένα με ψηφίδες, συχνά με πολύτιμους λίθους και με μια χρυσή επιγραφή κατά μήκος της κάννης. (Frazer,σ. 233-234)
    • Πέρα από τη Στρούγκα ,το τοπίο γίνεται άγριο. Δεν υπάρχουν χωριά και λίγοι άνθρωποι κυκλοφορούν.(Frazer,σ. 234)
    • [/tab]
      [tab name=’Holland’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Isambert’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Leake’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Mantegazza’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Pouqueville’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Tozer’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Urquhart’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Walker’]

      • Αλβανικό χωριό που βρίσκεται στο σημείο όπου ο μαύρος Δρίνος ξεχύνεται από τη λίμνη προς βορεινή κατεύθυνση. (Walker,σ. 111)
      • Η ιχθυόσκαλα της Στρούγκας στο Δρίνο είναι πολύ σπουδαία εγκατάσταση. Εδώ οι ψαράδες πιάνουν σολομούς και χέλια σε μεγάλες ποσότητες, ιδίως χέλια. Σε μερικές περιπτώσεις πιάνουν μέχρι 6.000 οκάδες τη φορά. Κατόπιν τα αλατίζουν και τα στέλνουν στη Σερβία, στη Βλαχία και σε όλες τις επαρχίες του Δούναβη. Τα χέλια τα πιάνουν με παγίδες από λυγαριά και τους σολομούς με ένα τεράστιο πιρούνι σαν καμάκι. Η εποχή για ψάρεμα κρατάει δύο μήνες, Μάιο και Ιούνιο. (Walker,σ. 112)
      • Η εκκλησία της Στρούγκας, χτισμένη το 1835, είναι όμορφη και στερεή. Το τέμπλο της είναι πολύ ωραίο, σκαλισμένο και χρυσοποίκιλτο με αρκετές εικόνες σε καλή κατάσταση. Στις εικόνες αυτές τα πρόσωπα έχουν γύρω από το κεφάλι φωτοστέφανο και τα χέρια είναι ντυμένα με ασήμι. (Walker,σ. 113)

      [/tab]
      [tab name=’Σχινάς’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [end_tabset]

  • Αχρίδα

    Παλαιό Όνομα :Λυχνιδούς
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Το κλειστό λεκανοπέδιο της Αχρίδας μοίαζει στη δομή του με τις κοιλάδες της Ντομούζοβα και του άνω Σκούμπι. Είναι ένα εντελώς οριζόντιο πεδίο, περιτριγυρισμένο από βουνά στα ανατολικά, τα δυτικά και τα βόρεια, ενώ η νότια πλευρά κλείνεται μόνο από φευγαλέες κυματώσεις του εδάφους. Εδώ όμως το πεδίο έχει 30-40 χιλιόμετρα μήκος και 15-20 πλάτος. Τα τρία τέταρτα του πεδίουκατέχονται από τα γαλάζια, διάφανα και πεντακάθαρα νερά της μεγάλης λίμνης. Στο υπόλοιπο τέταρτο απλώνεται ένα τέταρτο τραπεζομάντηλο από ψηλά χορτάρια, καλάμια και καλλιέργειες. Τα βουνά που περισφίγγουν τη λίμνη, κατάφυτα στα δυτικά και εντελώς γυμνά στα ανατολικά και στα βόρεια, διατέμνονται στη βορινή τους πρόσοψη από μια στενή σχισμή, απ’ όπου εκχύνεται στο Δρίνο το υδατινο πλεόνασμα της λίμνης. Το μάτι διακρίνει τη ροή του ποταμού από μια λωρίδα πιο υγρής και πιο λαμπερής πρασινάδας.
      Η απόσταση ανάμεσα στη Στρούγκα και την Αχρίδα είναι δύο ώρες (12-15 χιλιόμετρα) και ο δρόμος είναι χωματόδρομος ανάμεσα σε καλαμιώνες και λασπόνερα. Και εδώ δουλεύουν στην επίστρωση του δρόμου. Έχουν φέρει όμως εδώ Αλβανούς με τη βία και τους επιβλέπουν χωροφύλακες.
      Η λίμνη που κατά μήκος της προχωρούμε έχει κρυστάλινη διαφάνεια. Σε δέκα δεκαπέντε μέτρα απόσταση από την όχθη βλέπουμε πλήθος τις πέρκες και τις γιγάντιες πέστροφες. Κάτω από την ενιαία επιφάνεια μυρμηγκιάζει η ζωή και μέσα στους καλαμώνες της όχθης ελλίσονται σε στολίσκους οι αγριόχηνες και οι γαλάζιες πάπιες. Τέτοια αφθονία δεν έχω δει παρά στις όχθες του Νείλου και στις τοιχογραφίες εκείνες της αρχαίας Αιγύπτου, όπου τα μονόξυλα των κυνηγών σηκώνουν ανάμεσα στους λωτούς νέφη από ίβιδες και ερωδιούς. Τα ανατολικά βουνά, στα οποία πλησιάζουμε, μας προσφέρουν μόνο ξεγυμνωμένες πλαγιές. Κοπάδια από γίδια κουρεύουν από πάνω τους και το τελευταίο χαμόκλαρο, και το τελευταίο χορταράκι. Άλλοτε η λίμνη εισχωρούσε στα βουνά αυτά μέσω ενός επιμηκυμένου κόλπου ανάμεσα στην κυρίως οροσειρά και σ’ ένα αντέρεισμα. Μια διπλή νησίδα βράχων υψωνόταν στη μέση του κόλπου αυτού, που οι προσχώσεις κατόπιν τον γέμισαν. Η νησίδα αυτή υψώνεται σήμερα στεφανωμένη με τα σπίτια της Αχρίδας μέσα σε μια ζώνη από περιβόλια, καρποφόρα δέντρα και ζωηρή πρασινάδα.
      Από μακριά βλέπουμε τα ερείπια του κάστρου, μια τετράγωνη περιτείχιση με τετραγωνικούς πυργίσκους, πολεμίστρες και προχώματα. Η πόλη απλώνεται στις κλιτύες του νότου, στρέφοντας την πλάτη στο δρόμο της Στρούγκας και του Μοναστηρίου. Στο μεγάλο δρόμο βρίσκουμε μόνο το παζάρι, μέσα σε αρδευμένα περιβόλια και λιβάδια. Το παζάρι φαίνεται εντελώς καινούριο με τα λιθόχτιστα μαγαζιά του, τα θολωτά του παράθυρα και τα παντζούρια του από λαμαρίνα. Τις παλιές παράγκες τις εξαφάνισε η πυρκαγιά του 1881 και η πυρκαγιά του 1883. Το παζάρι της Αχρίδας που έχει καεί δύο φορές, είναι χριστιανικό. Μπορείς βέβαια να βρεις ακόμη αρκετές ισλαμικές γωνιές. Κάτω από ένα θεόρατο πλατάνι χοτζάδες με άσπρο τουρμπάνι φουμάρουν το ναργιλέ. Δύο μαγαζιά είναι γεμάτα παλιά όπλα, τουφέκια ασημοπλούμιστα και πιστόλια με πυριτόλιθο. Μπαρμπέρηδες κουρεύουν στην ύπαιθρο με τη συνηθισμένη τους πολυτέλεια της λεκάνης από επασημωμένο χαλκό και της κόκκινης πετσέτας. Και ρολογάδες, λαός ολόκληρος από ρολογάδες! Οι γέροι Τούρκοι περνούν τον καιρό τους ρυθμίζοντας και σπάζοντας το ρολόι τους. Τόσο μεγάλος είναι ο φόβος τους μήπως χάσουν την ώρα της προσευχής, της μοναδικής τους ενασχόλησης! Τα περισσότερα μαγαζιά όμως αναγγέλουν τον πολιτισμό. Πετρέλαια και ντενεκέδες, σιδερένια σκεύη της Ευρώπης, υφάσματα με εγγλέζικη μάρκα. Στην άκρη του παζαριού, στρίβοντας σ’ ένα σοκάκι κάθετο στο δρόμο, μπαίνεις στην ψαραγορά, ένα οχετό από μυρωδιες και τρίμματα που φέρνουν ναυτία και στον οποίο αναρίθμητοι σκύλοι προσπαθούν να επιβάλουν κάποια καθαριότητα. Η πείνα τους δεν επαρκεί, για να καλύψει τις απαιτήσεις της οδονομίας……
      (V. Berard, σ.148-150)
    • Η Αχρίδα είναι στο έλεος των Βουλγάρων. Ο πληθυσμός, 15.000 άτομα περίπου, περιλαμβάνει 8.000 Σλάβους, μερικές εκατοντάδες Βλάχους και 7.000 μουσουλμάνους που, όπως και στη Στρούγκα, είναι ποκίλης φυλετικής προέλευσης. Δύο πέμπτα σχεδόν Αλβανοί, άλλοι τόσοι προσηλυτισμένοι Σλάβοι και χίλιοι περίπου Οσμανλήδες ανατολίτες. Εδώ όμως και μερικά χρόνια μόνο οι Βούλγαροι έχουν θέση στον ήλιο.
      Η βουλγαρική συνοικία κατέχει με τα ξύλινα σπίτια της όλη τη νότια πρόσοψη της βραχώδικης νησίδας, από τα νερά της λίμνης που λούζει τους πρόποδές της, μέχρι τη διπλή κορυφή που διαγράφει ανάγλυφες στον ουρανό τις επάλξεις του κάστρου και τα κωδωνοστάσια του αγίου Κλήμεντος. Πράγματι, η νησίδα αυτή σχηματίζεται από δύο στρογγυλές μάζες, που τις ενώνει μια πιο χαμηλή ράχη. Τα δύο τρίτα σαρακοφαγωμένα πατώματα, οι προεξέχουσες στέγες, οι ασκέπαστες γαλαρίες και η μόνιμη εκείνη πνοή κατάπτωσης και κατάρρευσης δίνουν σε όλα αυτά τα βουλγάρικα σπίτια μια μονότονη ομοιότητα. Η βρωμιά των δρόμων φέρνει αναγούλα. Ψόφια ζώα και ανθρώπινα περιττώματα, απομεινάρια από ψάρια και χόρτα…
      Η εκκλησία του Αγίου Κλήμεντος ψηλά, σε μια από τις κορφές, είναι η βουλγαρική μητρόπολη. Στην άλλη κορυφή υψώνεται ένας οχυρωμένος περίβολος έρημος. Απ’ τη χάσκουσα πόρτας δε διακρίνουμε παρά τοίχους σε κατάρρευση, θόλους συντριμμένους, στέρνες μισοαδειανές. Στην πούντα που δεσπόζει στη λίμνη καθόμαστε πλάι σ’ ένα μικρό τζαμί. Χτίστηκε άλλοτε με το γνήσιο σελτζούκικο γούστο, εναλλασσόμενα άσπρο, μαύρα και κόκκινα μάρμαρα. Η θέα απλώνεται από κεί σε όλη τη λίμνη, την πεδιάδα του βορρά, τα αλβανικά βουνά απ’ όπου ερχόμαστε και που από εδώ φαίνονται τείχος αδιάβατο. Αρκεί μια νύχτα αφέγγαρη στους λεβέντες της Τζούρας και του Μπρίνιαιτζ για να ορμήσουν σ’ αυτή την εύφορη πεδιάδα και ν’ αρπάξουν το μερτικό τους από τις σοδειές, τις γυναίκες και τα κοπάδια. Ο τούρκος έπαρχος στέλνει τότε όλη του τη χωροφυλακή να προειδοποιήσει τον κυβερνήτη του Μοναστηρίου ότι η ληστεία είναι πια ανύπαρκτη, ότι η ασφάλεια των δρόμων είναι πλήρης και ότι οι λαοί λιώνουν από χαρά κάτω από την πατρική βασιλεία του πιο ένδοξο απ’ όλους τους Σουλτάνους. Αν οι χωρικοί υψώσουν κάπως φωνή διαμαρτυρίας, η Αυτού Εξοχότης τους στεγάζει και τους τρέφει μερικές εβδομάδες στις φυλακές της Αυτού Μεγαλειότητος.
      Από καιρό τώρα το μικρό τζαμί δε χρησιμεύει πια για τη λατρεία. Τους τάφους των αγίων δερβισάδων τους έχει σκεπάσει το χορτάρι. Οι μουσουλμάνοι δεν ανεβαίνουν πια ως εκεί πάνω. Φαίνεται πως δεν αφήνουν πια τα περιβόλια τους εκεί κάτω, πίσω μας, στους πρόποδες των βουνών της Μακεδονίας. Στην καινούργια τους συνοικία στο δρόμο του Μοναστηρίου κατέχουν δεκαοχτώ καινούργια τζαμιά. Εδώ το μέρος είναι έρημο. Πάνω στις παλιές πέτρινες μπάλες τρέχουν τεράστιες σαύρες και χελώνες. Θα μέναμε και μια ολόκληρη μέρα μπροστά στο χαμόγελο της λίμνης. Έπρεπε όμως να ξανακατέβουμε μεσ’ από τα μολυσμένα σοκάκια, κάτω απ΄τα μπαλκόνια που στάζουν βρωμόνερα και ακαθαρσίες. (V. Berard, σ.152-157)
    • Κάτω στην άκρη της λίμνης και στην καρδιά της βουλγαρικής συνοικίας μια παλιά βασιλική της Αγίας Σοφίας είχε γίνει τζαμί κι έπειτα εγκαταλείφθηκε, όπως και το τζαμί της κορφής. Άλλοτε τη βασιλική αυτή την περικύκλωνε η ελληνική συνοικία. Πριν τριάντα χρόνια ακόμη η Αχρίδα είχε 200-300 ελληνικά σπίτια (1.000-1.500 άτομα). Οι Έλληνες όμως εκτοπίστηκαν σιγά σιγά από τους Βουλγάρους. Έχουν απομείνει μόνο είκοσι τριάντα φτωχές οικογένειες, που δεν μπορούν να μετοικήσουν. Την παρακμή του ελληνισμού πρέπει να την αποδώσουμε σε δύο κατηγορίες αιτιών, σ’ αυτά που είναι παλιά και προσιδιάζουν στην Αχρίδα και στα εντελώς πρόσφατα, που είναι κοινά σε όλες τις μακεδονικές πόλεις.
      Στα 1850 οι Έλληνες της Αχρίδας ήσαν πάμπλουτοι. Είχαν στα χέρια τους το μεγαλεμπόριο των γουναρικών. Ηπειρώτες, Θεσσαλονικιοί, Αιγαιοπελαγίτες, Βλάχοι απ’ το Μοναστήρι και την Κοριτσά, Αρβανίτες, συναποτελούσαν ένα ενιαίο χριστιανικό λαό που τον ένωναν οι ίδιες ανατάσεις προς την Αθήνα και τη Μεγάλη Ιδέα και που εκμεταλλευόταν το Σλάβο με τη βιομηχανία και το Μουσουλμάνο με τη τοκογλυφία. Στα 30-40 εργαστήρια τους έκοβαν και έραβαν τη γούνα της ντόπιας βύδρας, τα δέρματα που έρχονταν από τις γειτονικές λίμνες ή τα γουναρικά της Κωνσταντινούπολης και της Ρωσίας. Οι γούνινες κάπες που τόσο αγαπούν οι γέροι Τούρκοι, τα καφτάνια που φορούν οι χριστιανές και εβραίες γυναίκες, έβγαιναν όλα σχεδόν από την Αχρίδα. Η σλαβική συνοικία προμήθευε τους εργάτες και η ελληνική σόδιαζε τα κέρδη. Οι Έλληνες άρχισαν να αγοράζουν γη. Το σχολείο ήταν ελληνικό και οι γιατροί Αθηναίοι ή Έλληνες του “εσωτερικού”. Οι νέοι πήγαιναν για σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ποιος μιλούσε τότε για Βουλγαρία;
      Ο ευρωπαϊκός, αυστριακός προπάντων και ρωσικός, ανταγωνισμός σκότωσε απότομα το εμπόριο αυτό. Η γούνα του σαμαριού και της γκρίζας αλεπούς σταματούσε τώρα στην Οδησσό κι έφτανε στην Τουρκία κατεργασμένη. Παράλληλα το λαγοτόμαρο και οι φτηνές γούνες της Τεργέστης κατέβαζαν τις τιμές των καφτανιών και των γούνινων πανωφοριών. Οι Έλληνες υποχρεώθηκαν ένας ένας να κλείσουν τα εργαστήριά τους. Πήγαν και εγκαταστάθηκαν, με την άνετη κινητικότητά τους, στα κέντρα παραγωγής και αγοράς, στην Τεργέστη, στην Οδησσό και το Βουκουρέστι.
      Πίσω τους όμως η ελληνική σπορά που είχαν αφημένη στο έδαφος, εξακολοθούσε να καρποφορεί, όταν κάποτε, γύρω στα 1864-1866, εμφανίσθηκαν ξένοι, Ρώσοι που μιλούσαν για θρησκεία βουλγαρική, για μεγάλη Βουλγαρία, για καταπίεση των Σλάβων και πως ως ενίσχυση των λόγων τους έδιναν και κουδουνιστά επιχειρήματα, ένα πιάστρο (δύο δεκάρες) στο ζητιάνο και εκατό λίρες (2.300 φράγκα) στον τίμιο άνθρωπο. Κι έτσι δημιουργήθηκε βουλγαρικό κόμμα. Πίσω τους όμως η ελληνική σπορά που είχαν αφημένη στο έδαφος, εξακολοθούσε να καρποφορεί, όταν κάποτε, γύρω στα 1864-1866, εμφανίσθηκαν ξένοι, Ρώσοι που μιλούσαν για θρησκεία βουλγαρική, για μεγάλη Βουλγαρία, για καταπίεση των Σλάβων και πως ως ενίσχυση των λόγων τους έδιναν και κουδουνιστά επιχειρήματα, ένα πιάστρο (δύο δεκάρες) στο ζητιάνο και εκατό λίρες (2.300 φράγκα) στον τίμιο άνθρωπο. Κι έτσι δημιουργήθηκε βουλγαρικό κόμμα. Το κόμμα αυτό γνώρισε συνεχή ανάπτυξη σ’ ολόκληρη τη Μακεδονία. Η εγκαθίδρυση βουλγαρικής εκκλησίας κι έπειτα βουλγαρικής ηγεμονίας ήταν ένα πλήγμα για τον ελληνισμό αλλά οι συνέπειές του δεν έφτασαν μέχρι έδω. Το αληθινό τραύμα χρονολογείται από την επανάσταση της Ρωμυλίας… Από τότε, πέντε χρόνια τώρα, τα πάντα ανήκουν στους Βούλγαρους. Η πύλη τους υποστηρίζει. Μεγαλαυχούν ότι και ολόκληρη η Ευρώπη τους υποστηρίζει. Την προστριβή με τη Ρωσία δεν την πληροφορήθηκαν ούτε την παραδέχτηκαν ποτέ εκείνοι που εκβουλγαρίσθηκαν από τους Ρώσους. “Για να ζήσεις ήσυχος, γίνε Βούλγαρος,! Για να κερδίζεις τις δίκες σου, γίνε Βούλγαρος! Για να αποφεύγεις την αγγαρεία, γίνε Βούλγαρος! Η Κωνσταντινούπολη υπακούει στις εντολές της Σόφιας! Οι Τούρκοι έπαρχοι θέλουν να τα έχουν καλά με αυτούς τους ισχυρούς της ημέρας και οι σχολάρχες που έρχονται απ΄ τηΣόφια και τη Φιλιππούπολη ανατρέπουν με μια τους καταγγελία και τους πιο γηραλέους καδήδες, και τους πιο γαλοναρισμένους πασάδες….. Αν όμως θέλεις το βαγιόκλαδο του μάρτυρα, τότε μείνε Έλληνας! Προπάντων έπειτα από την εξέγερση και την ήττα των Κρητικών, η ζωή ενός Έλληνα δεν είναι παρά σταυρικό μαρτύριο”.
      (V. Berard, σ.152-157)
    • Η γωνιά των πλατανιών, των πεζουλιών, των καφενείων και των κουρείων είναι έρημη. Βρισκόμαστε ξανά στο μεγάλο δρόμο, ανάμεσα στις δυο σειρές των λασπότοιχων, τα ξύλινα σπίτια, τα τρυπητά μπαλκόνια, τα καγκελόφραχτα παράθυρα, τα περιβόλια, τις λεύκες και τα κυπαρίσσια της μουσουλμανικής συνοικίας. Τα δεκαοχτώ τζαμιά παρελαύνουν, δεκαοχτώ λασποκαλύβες ασβεστωμένες και σοβαντισμένες με τοιχογραφίες, όπως ο οίκος των ντερβισάδων στην Καβάγια και το κάστρο του Ντεμίρ μπέη. Τα πιο παλιά από τα τζαμιά αυτά είναι μόλις τριάντα χρόνων. Οι μουσουλμάνοι τα κλιμάκωσαν καθώς υποχωρούσαν, στο βαθμό που εγκατέλειπαν την άνω πόλη στους Βουλγάρους και απομακρύνονταν προς το Μοναστήρι σαν να ήθελαν να είναι όσο το δυνατό νωρίτερα έτοιμοι για την τελευταία έξοδο. Που είναι τα ωραία πέτρινα τζαμιά, οι θόλοι, οι μιναρέδες και τα καφασωτά του Πεκίνι και του Ελβασάν; Το Ισλάμ στην Αχρίδα δε μοιάζει εγκατεστημένο, μοιάζει κατασκηνωμένο.
      (V. Berard, σ.162-163)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]

    • Από κοντά η Οχρίδα μοιάζει με μεσαιωνική πόλη, όπως αυτές που εικονίζονται στα παλιά πιάτα. Είναι πολύ καλά οχυρωμένη, τα σπίτια είναι στριμωγμένα ανάμεσα στα τείχη αλλά τριγύρω υπάρχει ερημιά. Μόνο που στη μια πλευρά το τείχος μοιάζει να έχει γκρεμιστεί και μαζί τμήμα της πόλης. Είναι ένας διαμελισμένος ,ανακατεμένος τόπος, απειλητικός και σκοτεινός τη νύχτα, το πλέον κατάλληλο σημείο όπου μια ρομαντική ιστορία θα μπορούσε να διαδραματιστεί και όπου το σκοτάδι δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα για την πραγματοποίηση δολοφονιών. Η Αχρίδα αποτελεί εστία δολοπλοκιών. Τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά ούτε για τους Έλληνες ούτε για τους Βουλγάρους που διαρκώς συνωμοτούν έκαστος εναντίον του άλλου λέγοντας συνεχώς ψέματα σχετικά με ό,τι συμβαίνει ενώ ο σαστισμένος Τούρκος που κυβερνά δεν μπορεί να ευχαριστήσει καμία από τις δυο πλευρές. Σκαρφαλωμένα πάνω σε βράχια είναι τα απομεινάρια ενός παλιού κάστρου με τείχη στο πάχος δεκαπέντε ποδών αλλά πλέον γκρεμισμένα και ερειπωμένα. Οι Ρωμαίοι σίγουρα πέρασαν από την περιοχή, καθώς υπάρχουν κατάλοιπα της ρωμαϊκής κατάκτησης αλλά οπωσδήποτε το κάστρο άκμασε όταν η Σερβική Αυτοκρατορία κατέβηκε νότια.(Frazer,σ. 230-231)
    • Ένα σώμα αθλίων και βρώμικων Τούρκων στρατιωτών είχε στρατοπεδεύσει μέσα στο κάστρο. Οι σκηνές τους ήταν χειρότερες ακόμη και από αυτές του τσιγγάνικου καταυλισμού. Οι ίδιοι έμοιαζαν σα να μην έχουν πλυθεί ποτέ. Τα ρούχα τους ήταν λερωμένα και σκισμένα και από τις μπότες τους είχε μείνει μόνο η σόλα. Μίλησα μαζί τους και είπαν πως ο μισθός τους ήταν ένας μετζεντέ το μήνα ,πως για έξι μήνες παρέμεναν απλήρωτοι και πως στα τέσσερα χρόνια της θητείας τους ο μισθός τους είχε καθυστερήσει για είκοσι μήνες.(Frazer,σ. 231)
    • Μια παλιά και γραφική εκκλησία ,αυτή του Αγίου Κλήμεντος βρίσκεται σε μια κοντινή αλλά χαμηλότερη πλαγιά. Είναι ένα χαμηλό κτίσμα κατασκευασμένο εξ΄ ολοκλήρου από λεπτά κόκκινα τούβλα τοποθετημένα κάθετα ενώ ο πύργος είναι χαμηλός και οκταγωνικός. Η αυθεντική εκκλησία του Αγίου Κλήμεντος βρίσκεται πιο πέρα αλλά έχει μετατραπεί από τους Τούρκους σε τζαμί και έτσι οι χριστιανοί αναγκάστηκαν να χτίσουν άλλο ναό. Το εσωτερικό είναι σκοτεινό και υγρό και έχει άρωμα μυστηρίου. Λιγοστό φως μπαίνει από τα αραχνιασμένα και ψηλά παράθυρα. Οι εικόνες και οι ασημένιες διακοσμήσεις είναι παλιές αλλά φανταχτερές και ο ιερέας που ξεναγεί τον επισκέπτη αφήνει να εννοηθεί πως θα μπορούσε να του δώσει κάποιο από τα κειμήλια αν πληρωνόταν αντιστοίχως. Πιθανώς στο ίδιο σημείο να υπήρχε ένας ρωμαϊκός ναός.Πράγματι, δυο από τους κίονες είναι σίγουρα ρωμαϊκοί ενώ έξω από το ναό ανάμεσα σε σκουπίδια παρατηρείται μια μαρμάρινη πλάκα όπου υπάρχει μια ρωμαϊκή επιγραφή. (Frazer,σ. 231-232)
    • Η μεγάλη λίμνη της Αχρίδας-με το πιο μακρινό της όριο μόλις να διακρίνεται τις μέρες με καθαρή ατμόσφαιρα- έχει μέρη με όμορφα δάση. Σε μικρά ακρωτήρια υπάρχουν ελληνικά και βουλγαρικά μοναστήρια όπου καθημερινά προσεύχονται στο Θεό και μισούν τους αδελφούς τους χριστιανούς. (Frazer,σ. 232)
    • [/tab]
      [tab name=’Holland’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Isambert’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Leake’]

      • Η Αχρίδα έγινε αρχιεπισκοπή από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, όταν αποφάσισε πως την πόλη αυτή θα την ονόμαζε Ιουστινιανή Πρώτη. (Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 273)
      • Τα περάσματα της Πελαγονίας, στα οποία ο Περσέας τοποθετήθηκε από τον πατέρα του Φίλιππο, πιστεύω ότι είναι η ορεινή διάβαση στη σύγχρονη διαδρομή από την Αχρίδα προς τα Μπιτόλια, που τώρα αποτελεί την κύρια αρτηρία στη θέση της παλιάς γραμμής ή γραμμών της Εγνατίας Οδού. Αυτή η αλλαγή ίσως προκλήθηκε από την συγκυρία ότι η Αχρίδα και τα Μπιτόλια αποτελούν τώρα τα κύρια μέρη αντί της Λυχνιδού και της Ηράκλειας και βρίσκονται αντίστοιχα στα βόρεια των δύο αρχαίων τοποθεσιών, καθώς στην αρχαιότητα η Εγνατία είχε εδώ παρεκκλίνει από την ευθεία της πορεία επειδή υπήρχε ανάγκη να διασχίσει περιμετρικά είτε τη βόρεια είτε τη νότια άκρη της λίμνης Λυχνιδού. (Leake, τoμ.ΙΙΙ, σ. 321)
      • Η Λυχνιδούς απέχει από την γέφυρα του Σερβιλίου περίπου δεκαεπτά μίλια.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 281)
      • Η Λυχνιδούς και η Ηράκλεια οι οποίες βρίσκονται κοντά στην γραμμή μεταξύ Δυρραχίου ή Απολλωνίας και Θεσσαλονίκης, ήταν οι κύριες πόλεις στο κέντρο της Κανδαβίας ή Εγνατίας Οδού-η πλέον σημαντική γραμμή επικοινωνίας από ξηράς μεταξύ Ιταλίας και Ανατολής, μεταξύ Ρώμης, Κωνσταντινούπολης και Ιερουσαλήμ.(Leake, τομ.ΙΙΙ,σ. 311)
      • Παρόλο που η Λυχνιδούς, η Ηράκλεια και η Έδεσσα στην Κανδαβία οδό, όπως περιγράφει και ο Πολύβιος, εξακολουθούσαν να είναι τα τρία κύρια σημεία μεταξύ Δυρραχίου και Θεσσαλονίκης (η φύση στην πραγματικότητα είχε τραβήξει την γραμμή στην κοιλάδα του Γενουσού ποταμού, ξεκινώντας από την παραθαλάσσια χώρα της Ιλλυρίας και διεισδύοντας στο όρος Κανδαβία στην ίδια ανατολική κατεύθυνση προς την οποία η κοιλάδα στον ποταμό της Έδεσσας απολήγει στις πεδιάδες της Κάτω Μακεδονίας) φαίνεται να ήταν επιλογή των διαδρομών πάνω από τις βουνοκορφές οι οποίες περίκλειαν τα σύνορα της Ιλλυρίας και της Μακεδονίας και οι οποίες διαχώριζαν την λίμνη της Λυχνιδούς από τις κοιλάδες που βρέχονταν από τον Εριγώνα και τις διακλαδώσεις του.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 312)
      • Στην κεντρική οδό , όπως περιγράφει ο Πολύβιος, το τμήμα μεταξύ Λυχνιδούς και Ηράκλειας έβγαζε στον Πυλώνα, που πήρε το όνομά του επειδή ήταν το όριο των δύο επαρχιών.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 313)
      • Η Άρνισσα φαίνεται να ήταν στην κοιλάδα του Οστρόβου και πιθανόν να ήταν το ίδιο μέρος με τον Βάρνο του Πολύβιου, καθώς το Β ήταν ένα κοινό μακεδονικό πρόθεμα. Για τον Στράβωνα δεν είναι αναγκαίο να θεωρείται ότι ο Βάρνος βρίσκεται μεταξύ Λυχνιδούς και Ηράκλειας παρόλο που έδωσε αναμφίβολα αυτήν την ερμηνεία.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 316)
      • Αφού από την γέφυρα του Σερβίλιου μέχρι την Οχρίδα υπήρχε μία απόσταση δεκαεπτά μιλίων, η πόλη των Δασσαρετών ήταν κοντά στο νότιο άκρο της λίμνης, στην ανατολική ακτή, όπου ο δρόμος έκανε την απόκλιση του από την λίμνη στο βόρειο άκρο της κύριας πορείας του. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.281).

      [/tab]
      [tab name=’Mantegazza’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Pouqueville’]

  • Ο Ακροπολίτης σε μία από τις πορείες του με προορισμό την Αλβανία πέρασε μέσω Αχρίδας, Πρέσπας και Σιδηροκάστρου. Ο Ακροπολίτης αναφέρει επίσης ότι για να μεταβεί στο Ελβασάν άφησε πίσω του τα Σέρβια, την Καστοριά και την Αχρίδα κατευθυνόμενος από ανατολικά προς δυτικά. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 6)

  • Η εμποροπανήγυρη της Στρούγγας γινόταν κοντά στην Αχρίδα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 13)

  • Το πασαλίκι της Αχρίδας περιλαμβάνει τη Δασσαρητία, η οποία εντοπίζεται στην Πρεβαλιτιανή των Βυζαντινών, καθώς και την Δαρδανία μέχρι τους βράχους του Καλκαδερέν. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.47)

  • Σύμφωνα με τους συγγραφείς η Αχρίδα υπήρχε ήδη από την εποχή των βασιλέων της Μακεδονίας. Η αρχαία της ονομασία ήταν Λύχνιδις και την συναντάμε στον Ιεροκλή τον Γραμματικό μαζί με την προσωνυμία Μητρόπολις. Παρουσιάζεται σαν ένα σπουδαίο φρούριο στο σταυροδρόμι των οδών αυτού του βασιλείου και της Ιλλυρίας. Ο Στράβων αφήνει να εννοηθεί ότι γειτόνευε με πολλές λίμνες. Η άποψη αυτή συμπίπτει με την ύπαρξη εκεί των λιμνών της Μαλίκης, της Λύχνιδου, της Πρέσπας και του Δρένοβου. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.49)

  • Την παλαιά ονομασία της Αχρίδος, την Λύχνιδις τη συναντάμε στον Βέσελινγκ και τον Πωλμιέ ντε Γκρεντεμενίλ. Οι συγγραφείς που ασχολήθηκαν με την περιοχή αυτή, μεταξύ αυτών ο Σχολιαστής του Πτολεμαίου, προσθέτουν σε αυτήν και την επωνυμία Αχρίδα. Αναμφίβολα θα τη δανείστηκαν από τους Βούλγαρους, οι οποίοι ίσως να την σχημάτισαν από τη λέξη Άκρη, μια λέξη των ελληνικών που μιλούσαν την εποχή του Ιουστινιανού, και σημαίνει ύψωμα και συμπίπτει απόλυτα με την τοποθεσία της πόλης.
    Το φρούριο της Αχρίδας εκχριστιανίστηκε κατά προσέγγιση τον 4ό αιώνα μετά Χριστόν και η ιεραρχία των επισκόπων του ξεκίνησε με τον Διονύσιο, ο οποίος ήταν παρών στη Σύνοδο των Σάρδεων. Η Αχρίδα ανήκε τον 5ο αιώνα στο Εξαρχάτο της Λυχνιδού, τον 6ο στο Εξαρχάτο της Δακίας και τον 9ο σε αυτό της Βουλγαρίας. Σύμφωνα με τον κατάλογο που παραθέτει ο P. Lequin, οι επίσκοποι της Αχρίδας ανέρχονταν σε πενήντα, από τον Διονύσιο μέχρι τον Ιωσάφεθ, που το έτος 1721 ζούσε ακόμη. Σε θρησκευτικό επίπεδο, η δικαιοδοσία του εκτεινόταν στις μητροπόλεις Καστοριάς, Πελαγονίας ή Βιτώλιας, Περλεπέ, Βοδενών, Γκόριτσας, και Σελασφόρου, της σημερινής Κορυτσάς, Βελιγραδίου, Κανίνας (Βερατίου), Τιβεριοπόλεως ή Στρανίτσας, Γρεβενών, στις επισκοπές Σισανίου (Σιάτιστας), Μογλενών, Πρέσπας, Δίβρων, Κίτσοβου και Χώρας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.50)

  • Σύμφωνα με τον Προκόπιο, το φρούριο της Αχρίδας εντάσσεται στο Θέμα της Νέας Ηπείρου και η έκτασή του περιλαμβάνει τη Μακεδονική Ιλλυρία μέχρι τη Λίσσα. Σύμφωνα με τον ίδιο, αφού η πόλη καταστράφηκε από κάποιο σεισμό την ίδια εποχή με την Κόρινθο στο διάστημα της βασιλείας του Ιουστίνου, και αφού οι σεισμικές δονήσεις επαναλήφθηκαν το δέκατο τρίτο και το δέκατο έβδομο έτος του πολέμου των Γότθων και σκέπασαν με ερείπια όλη την Ελλάδα, η πόλη ανοικοδομήθηκε έπειτα από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Ο Προκόπιος εντοπίζει την πρώτη Ιουστινιανή στη Δαρδανία, λέγοντας ότι διαδέχτηκε το Ταυρέσιον και όχι τη Λύχνιδο. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.51)

  • Στους ιερατικούς τίτλους των Μητροπολιτών της Αχρίδας, προστέθηκε και ο τίτλος του Έξαρχου πάσης Βουλγαρίας, τον οποίο έφεραν μέχρι την κατάλυση εκείνου του αυτοκέφαλου εκκλησιαστικού θρόνου. Σύμφωνα με τον Κωδινό ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας είχε το προνόμιο να χειροτονεί τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Ο Γεώργιος Ακροπολίτης στο χρονικό του αναφέρει ότι ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας απολάμβανε το δικαίωμα να ενδύει με την πορφύρα τους Καίσαρες του Βυζαντίου και να τους στεφανώνει με το αυτοκρατορικό διάδημα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.52)

  • Σύμφωνα με την Άννα Κομνηνή, μετά τον θάνατο του Ιουστινιανού, την εποχή της βασιλείας του Μόχρου, οι Βούλγαροι, λόγω του μίσους που έτρεφαν κατά των Ρωμαίων, μετονόμασαν τη Λυχνιδό και την Ιουστινιανούπολη σε Αχρίδα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.53)

  • Πιο πέρα από το παλάτι του Τζελαντίν Μπέη, περνώντας κάποιο από τα ποτάμια που χύνονται στη λίμνη και στρίβοντας νοτιοδυτικά, μετά από δυόμιση μίλια φτάνουμε στην είσοδο της σύγχρονης Αχρίδας, η οποία κατέχει μια επιφάνεια τριών τετάρτων της λεύγας. Κατά παράδοση, η θεμελίωση της νέας Αχρίδας τοποθετείται στους χρόνους των δεσποτών της Σερβίας, όταν κυβερνούσε ο βασιλιάς Σαμουήλ. Θα πρέπει να έφτασε στην ακμή της τον δέκατο τέταρτο αιώνα, όταν ο Σκεντέρμπεης υπερασπιζόταν την Αλβανία καθώς και μερικές γειτονικές περιοχές της, και έστειλε εκεί τον Σμέρκτιο, έναν από τους στρατηγούς του για να αναλάβει την άμυνα. (Barletius, fil. 204). Είναι γνωστό με ποιόν τρόπο την υποδούλωσε ο Αμουράτ, κι ότι στο διάστημα της βασιλείας του Βαγιαζήτ Α΄η ακρόπολη ξανακτίστηκε πάνω στα Πιέρια όρη. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.54)

  • Λίγα χρόνια μετά την τουρκική κατάκτηση των Δίβρων ή Δαρδανίας, η Αχρη, όπως την προφέρουν οι ντόπιοι, αποτέλεσε την έδρα ενός σαντζακιού ή πασαλικιού με δύο ουρές, υπαγόμενου στο Σερασκέρι της Ρούμελης, το οποίο διαιρείται σε έντεκα καντόνια και περιλαμβάνει τη Δασσαρητία, τη Δαρδανία κι ένα μέρος της Πρεβαλιτιανής. Επομένως, η Αχρίδα των Βουλγάρων, που είναι σήμερα γνωστή με τα ονόματα Αχρίδα και Αχρη, είναι μια πόλη την οποία πρέπει να διακρίνουμε από την Ιουστινιανούπολη, γιατί αυτή εγκαταλείφθηκε ολότελα την εποχή της επιδρομής των Σκυθοσλάβων στη Μακεδονία.
    Η σύγχρονη Αχρίδα είναι μια πόλη με πέντε χιλιάδες κατοίκους, κτισμένη ανατολικά της λίμνης Λυχνιδού, στους πρόποδες ενός ακρωτηρίου που βρέχεται από τα νερά κι από τις τρεις πλευρές του. Το κάστρο που την προστατεύει είναι κτισμένο πάνω σε μια απόκρημνη πλαγιά των Πιερίων, όπου φτάνει κάποιος ακολουθώντας μιαν απότομη ανηφόρα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.55)

  • Στην είσοδο της πόλης η πύλη προστατεύεται από ένα διπλό τείχος με επάλξεις, πάνω στο οποίο βρίσκονται εγκαταλειμμένα μερικά αχρηστευμένα κανόνια. Προχωρώντας μέχρι το ψηλότερο σημείο της, πάνω από τη λίμνη στην οποία και καταλήγει κατακόρυφα, εισχωρούμε σε μια δεύτερη οχυρωματική περίμετρο. Η απόστασή της από την πρώτη είναι εξακόσιες δρασκελιές, ενώ η περιφέρεια των τειχών της είναι τετρακόσιες ή πεντακόσιες οργιές. Ένα παλάτι ή σεράγι, ένα τζαμί, αποθήκες, στάβλοι συνωστίζονται όλα μαζί μέσα σε αυτή την περίμετρο όπου, νερό υπάρχει μόνον από τις στέρνες, και που, αν ήταν καλύτερα οχυρωμένη και εφοδιασμένη με τρόφιμα, θα ήταν εύκολο να την υπερασπιστούν οι κάτοικοί της, αλλά και δύσκολο να της επιτεθεί ο εχθρός, γιατί η τοποθεσία της δεν είναι από πουθενά προσπελάσιμη. Ο Τζελαντίν Μπέης, ανιψιός του Αλή Τεπελενλή, που διοικούσε τότε το σαντζάκι της Αχρίδας, δεν είχε συνειδητοποιήσει τη σημασία της πόλης. Έβαζε τους υπηκόους του να κτίζουν κιόσκια, αντί να ενισχύει τους προμαχώνες του. Πάραυτα, είχε διατάξει να κατασκευάσουν μερικά γεφύρια. Υπολογίζεται ότι κατασκευάστηκαν εκατό πέτρινα γεφύρια πάνω στον δρόμο που οδηγεί από το Σιγν στην Κωνσταντινούπολη και είκοσι οκτώ στον δρόμο από τα Γιάννενα στη Στρόγγα, τα οποία όμως καταρρέουν εξαιτίας της κακής συντήρησης. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.56)

  • Το σαντζάκι της Αχρίδας συνορεύει προς τα ανατολικά-βορειοανατολικά και προς τη μεσημβρία με το Βαληλίκι της Ρούμελης, προς το βορρά με το Δρίνο, που το χωρίζει από το πασαλίκι της Σκόδρας ή Σκούταρη, προς τα νοτιοανατολικά συνορεύει με το Καλκανδερέν, και τέλος μέσω της Στάροβας και της Μικρής Γκρούτσας γειτονεύει με τα εδάφη του Βερατίου, ενώ το καντόνι του Μάτι το χωρίζει από το Ελβασάν. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.57)

  • Η πρωτεύουσα του σαντζακιού της Αχρίδας περιλαμβάνει έξι τζαμιά, τρεις εκκλησίες, αρκετά λουτρά, κι έναν πληθυσμό από χίλιες τριακόσιες οικογένειες, από τις οποίες μόνον οι εξακόσιες είναι μωαμεθανικές. Στα γύρω χωριά ζουν Λατίνοι Χριστιανοί και Τούρκοι και συνθέτουν πληθυσμό από χίλιες πεντακόσιες οικογένειες οι οποίες, μαζί με εκείνες της έδρας της περιοχής, συνθέτουν ένα σύνολο από δεκατέσσερις χιλιάδες εξακόσια άτομα, στα οποία θα μπορούσαν να προστεθούν και περισσότεροι από τρεις χιλιάδες Αρναούτηδες νομάδες. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.57-58)

  • Σε απόσταση δύο ωρών από την Αχρίδα φτάνουμε στην εκροή της λίμνης Λυχνιδού, από την οποία σχηματίζεται ο ποταμός Δρίνος. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.58)

  • Το σαντζάκι της Αχρίδας συνορεύει με την Κάτω Δίβρα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.69)

    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]