[tab name=’Abbot’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Berard’]
Είχαμε την τύχη να μπούμε στο Μοναστήρι [Το Μοναστήρι (Βιτώλια) χτισμένο στους πρόποδες του Βαρνούντος (ή Περιστερίου) πρωτοαναφέρεται από τους βυζαντινούς ιστορικούς ως Βουτέλιον (10ος αι.). Τα τέλη του 19ου αι. ήταν η 2η πόλη της Μακεδονίας με 40.000 κατοίκους. Αποτέλεσε μωσαϊκό ανταγωνιζόμενων λαών και κέντρο της ρουμανικής προπαγάνδας. Η ελληνική κοινότητα διατηρούσε 17 σχολέια και νοσοκομείο. Το 1912 περιήλθε στην κατοζή των Σέρβων και έκτοτε άρχισαν οι έλληνες κάτοικοί του να καταφεύγουν στην Ελλάδα.] σε μέρα παζαριού. Πρέπει να μεταφερθούμε νοερά στα γεφύρια της Κωνσταντινούπολης ή, καλύτερα, στα παζάρια του Χαλεπιού και της Δαμασκού, για να ξαναδούμε τέτοιο ανακάτεμα λαών, τέτοια ποικιλοχρωμία φυλών και ενδυμασιών. Αλβανοί με άσπρες βράκες, κόκκινα σαλβάρια και φουστανέλες- οι πλουμιστές τους φέρμελες, τα πιστόλια τους, τα τουφέκια τους και οι ζώνες τους λαμποκοπούν χρυσάφι, όλοι τους από πάνω ως κάτω αστραποβολούν σαν ήλιοι. Σλάβοι κοντόσωμοι, βρώμικοι, χωμένοι σε μαλακές μπότες και τριχωτά σκουτιά και κουλουριασμένοι μέσα στο άχερο των αραμπάδων τους, γέροι Οσμανλήδες με ψηλό τουρμπάνι και μεγάλη γενειάδα, σκαρφαλωμένοι στην άκρη της ράχης των γαϊδαράκων τους. Μια ατελείωτη γραμμή από το Κόσανι ως το Μοναστήρι. (Berard, σ. 174)
Στους πρόποδες [του Περιστερίου] αλλά ολότελα μέσα στον επίπεδο κάμπο, το Μοναστήρι ξυπνά ανάμεσα στις λεύκες και τα κυπαρίσσια. Το ανθρώπινο ποτάμι που κυλούσε προς την αγορά, μοιάζει να ακινητοποιήθηκε για μια στιγμή. Τα βόδια ζεμένα στους αραμπάδες δίνουν κουτουλιές, οι Αλβανοί βρίζουν και απειλούν με το χέρι στο ρεβόλβερ, οι βουλγάρες γυναίκες φωνασκούν, σκόνη στυφή από χαλίκια και κάρβουνο, ένα κάρο αλβανών καρβουνιαραίων έχει αναποδογυριστεί και εμποδίζει το πέρασμα. Ακούγεται ξάφνου ποδοβολητό αλόγων, βουρδουλιές και καταφθάνουν (Berard, σ. 175)
Το Μοναστήρι – η Βιτώλια, όπως το λένε οι Έλληνες- κατέχει μια πολύ μεγάλη επιφάνεια στην πεδιάδα και στις δύο όχθες του Ντράγκορ. Το ποτάμι αυτό από λάσπη, ακαθαρσίες και θολά νερά, διασχίζει την πόλη απ’ τα βόρεια στα νότια ανάμεσα σε δύο ευρωπαϊκές αποβάθρες, έργο του προτελευταίου βαλή – όμορφες πέτρινες αποβάθρες, που δύο χρόνια μετά την κατασκευή τους χρειάστηκε να τις ενισχύσουν με παλούκια και ξύλινη φραγή, αποβάθρες ευρωπαϊκές σε τούρκικη μόδα. Μέσα στο μολυσμένο νερόπλατσουρίζουν παρέες μικρά παιδιά, τομάρια ξεραίνονται ανάμεσα σε ψόφια σκυλιά και ψόφιους γαϊδάρους. Όλες οι φυλές της πόλης υπομένουν τη σαπίλα αυτή. Το Μοναστήρι δε διαιρείται από το ποτάμι του σε ξεχωριστές συνοικίες αλλά είναι στα βόρεια οι μουσουλμάνοι, στα νότια οι χριστιανοί και στις δυο όχθες οι Εβραίοι.(Berard, σ. 183-184)
Το πρωί του ερχομού μας διασχίσαμε όλη τη μουσουλμανική συνοικία. Ψηλά ξύλινα παλάτια μέσα στα δέντρα, μουχαραμπιέδες, ανοιχτές στοές, κιγκλιδωτά παράθυρα, ξύλινα μπαλκόνια, στέγες που προεξέχουν – τα μουσουλμανικά σπίτια όλης της Τουρκίας.
Το παλάτι του κυβερνήτη, το κονάκι, είναι από μόνο του μια άλλη πόλη. Πάνω στην αποβάθρα ένα περίπτερο με δύο πτέρυγες και με αναρίθμητα παράθυρα που δίνει μια μεγάλη άσπρη πρόσοψη, ασβεστωμένη με φροντίδα, ευρωπαϊκή. Ένα λούκι του τοίχου έχει γκρεμίσει λίγη απ’ την επίστρωση αυτή και από μέσα μπορούμε να δούμε τους όγκους από ξερολίθι, μοναδικό υλικό της οικοδομής αυτής. (Berard, σ. 183-184)
Στη χριστιανική συνοικία είναι αδύνατο να μη νιώσεις τον Έλληνα σε κάθε σου βήμα. Τα μεγάλα τετράγωνα σπίτια με τις τσίγκινες στέγες, τα παράθυρα με τα τζαμιά, τα bow-windows, τα πέτρινα μπαλκόνια φανερώνουν με την πρώτη ματιά την αγάπη του Έλληνα για τον ήλιο και το φως. Έτσι είναι χτισμένη και η παραλία της Σμύρνης, έτσι και οι πλατείες της Αθήνας. Το σπίτι του Τούρκου κρυμμένο, αποτραβηγμένο, τις περισσότερες φορές χτισμένο λοξά προς το δρόμο, το μόνο ενδιαφέρον που παρουσιάζει, είναι τα ντιβάνια του, που είναι αραδιασμένα γύρω γύρω στους τοίχους και εκείνη η ιδιαίτερή του άνεση που εμάς συχνά με ξενίζει αλλά που για τον Τούρκο είναι η αληθινή άνεση. Το σπίτι του Έλληνα όλο στην πρόσοψη, όλο πορτοπαράθυρα μπορεί να είναι κάπως άβολο για τον ιδιοκτήτη του, φαίνεται όμως τόσο μεγάλο, τόσο ωραίο, τόσο επιθυμητό στο διαβάτη! Για έναν ελληνικό εγκέφαλο, το αληθινό μέτρο των πραγμάτων είναι ο φθόνος που διεγείρουν στο γείτονα. (Berard, σ. 184-185)
Μουσουλμανικό στα βόρεια, στους κήπους, στις λεύκες, στα κυπαρίσσια, στα πλατάνια που απλώνουν τη σκιά τους πάνω σε ναργιλέδες και σε τουρμπάνια. Ελληνικό στα νότια, στα Ξενοδοχεία της Ανατολής, στους Πύργους του Άιφελ, στα μπακάλικα με τις πολύχρωμες προσόψεις, τους ντενεκέδες, τους πωλητές λαδιού, σαρδέλας και πετρέλαιου. Εβραϊκό σε μερικούς δρόμους ενός παλιού γκέτο, δρόμους σκοτεινούς, γεμάτους ασπρόρουχα, παλιοκούρελα και γυναίκες με μάτια που φανερώνουν το βίτσιο, αυτό είναι το Μοναστήρι που βλέπουμε μπρος στα μάτια μας.(Berard, σ. 184-185)
Όντας το Μοναστήρι πρωτεύουσα της Μακεδονίας είναι εντελώς φυσικό το ότι οι λαοί που διαφιλονικούν την περιοχή αυτή, και οι άλλοι το έχουν κάνει επίκεντρο των δολοπλοκιών τους. Η Ρωσία, η Αυστρία, η Ελλάδα και η Σερβία διατηρούν εδώ πρόξενους και η Βουλγαρία πράκτορες. Το ίδιο φυσικό είναι, που η Γαλλία δεν έχει εδώ αντιπρόσωπο. Τη φροντίδα για τα συμφέροντά μας [της Γαλλίας] την έχουμε αναθέσει στον Έλληνα πρόξενο. Μόλαταύτα, είναι βέβαιο ότι η απουσία γάλλου πρόξενου δεν εμποδίζει ούτε τους Τούρκους ούτε τους Έλληνες ούτε τους Αλβανούς ούτε τους Σέρβους ούτε τους Βούλγαρους ούτε τους Βλάχους να ελπίζουν στην υποστήριξή μας σε κάθε περίσταση και κυρίως την ημέρα του μεγάλου ξεκαθαρίσματος. (Berard, σ. 184-185)
Ανάμεσα στα μουσουλμανικά αυτά τείχη που ορθώνονται στα όρια της Μακεδονίας, το παράδειγμα του Ελβασάν χρησιμεύει, για να μας εξηγήσει γιατί, σε κάθε πόλη και χωριού του εσωτερικού, έχουμε μια συνοικία μουσουλμάνων μπέηδων και αγάδων. Ολόκληρη η ιδιοκτησία στη Μακεδονία είναι σε μουσουλμανικά χέρια. Στο βιλαέτι του Μοναστηρίου ο χάρτης πρέπει να είναι διάτρητος από μικρές ισλαμικές τρύπες στο χριστιανικό φόντο του τόπου. Το Μοναστήρι καταρχήν, ο Περλεπές, το Κίτσεβο και η Φλώρινα είναι οι κυριότεροι πόλοι έλξης…
Το συμφέρον που ώθησε αυτούς τους πρώην χριστιανούς προς το τζαμί, τους κρατά ακόμη στο πλευρό του Τούρκου και ο δεσμός αυτός είναι ισχυρότερος από τις μεγάλες και ωραίες θεωρίες περί φυλών και εθνοτήτων. (Berard, σ. 210)
[/tab]
[tab name=’Boissonas’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Chirol’]
Εκθέσεις για τον πληθυσμό του βιλαετίου του Μοναστηρίου:
Α)Ελληνική έκθεση
Ελληνικές οικίες: 2156
Βουλγαρικές οικίες: 529
Μουσουλμανικές οικίες: (περίπου)2700
Εβραϊκές οικίες: (περίπου)800
Σύνολο 6185
Β)Βουλγαρική έκθεση (κατά προσέγγιση)
Ελληνικές οικίες: 1200
Βουλγαρικές οικίες: 2100
Μουσουλμανικές οικίες: 2400
Εβραϊκές οικίες: 700
Σύνολο 6400
Γ)Τουρκική έκθεση
Χριστιανικές οικίες (Έλληνες και Βούλγαροι) : 2224
Τουρκικές οικίες: 2327
Εβραϊκές οικίες: 625
Σύνολο 5176
(Chirol, σ. 73)
Οι τουρκικές εκθέσεις είναι ένα αμάλγαμα των ελληνικών και των βουλγαρικών εκθέσεων. Η κυβέρνηση κάνει τη διάκριση μεταξύ των Χριστιανών που πληρώνουν το φόρο απαλλαγής από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις και των Μουσουλμάνων που υποχρεούνται σε ενεργή στρατιωτική θητεία. Οι στατιστικές αυτές, ωστόσο, είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως σωστές, καθώς δίνουν τα ελάχιστα δυνατά πληθυσμιακά δεδομένα, εφόσον και οι δυο κοινότητες ενδιαφέρονται η μια να αποφύγει τη στρατολογία και η άλλη να απαλλαγεί από την καταβολή του φόρου εξαίρεσης από τη στράτευση. Τα θρησκευτικά πιστεύω αποτελούν τη βάση των Ελληνικών εκθέσεων, η ομιλημένη γλώσσα τη βάση των Βουλγαρικών εκθέσεων-το κάθετι επιλεγμένο από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία με σκοπό κάθε πλευρά να θεμελιώσει αίτημα πολιτικής υπεροχής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ανάμεσα στους δυο περισσότερο απατηλό είναι το αίτημα των Βουλγάρων. Υπάρχουν ορισμένοι Βουλγαρόφωνοι που δε συμμερίζονται τις Βουλγαρικές εθνικές επιδιώξεις ενώ ανάμεσα σε αυτούς που ομολογούν την Ελληνική πίστη πολλοί από τους Βούλγαρους, τους Βλάχους και τους Αλβανούς έχουν ήδη αποκηρύξει τα πολιτικά πιστεύω των πνευματικών ταγών τους .(Chirol, σ. 73-74)
Ο πληθυσμός του Μοναστηρίου-με εξαίρεση τους Εβραίους-μπορεί να χωριστεί σε τρεις σχεδόν ισάριθμες ομάδες. Το ένα τρίτο αποτελείται από Τούρκους ,το άλλο από Εξελληνισμένους Βλάχους κα Βουλγαρόφωνους και το τελευταίο από Βουλγάρους. Αλλά αν δούμε συνολικά τον πληθυσμό του βιλαετίου του Μοναστηρίου και γενικότερα της επαρχίας της Μακεδονίας-δηλαδή τα τέσσερα σαντζάκια Μοναστηρίου, Θεσσαλονίκης, Δράμας και Σερρών-τα ποσοστά της κάθε ομάδας θα είναι πολύ διαφορετικά. Το Μοναστήρι είναι ένα αποκομμένο φρούριο του Πανελληνισμού.(Chirol, σ. 74-75)
Αφού αφήσαμε πίσω μας την Κοζάνη και το Ελληνο-Βλαχικό στοιχείο όλα τα χωριά που συναντούμε τώρα στο δρόμο μας είναι είτε Τουρκικά είτε Βουλγαρικά. Όσο περισσότερο βόρεια και ανατολικά προχωρά κανείς, τόσο πιο έντονο γίνεται το Βουλγαρικό στοιχείο. Στα δυτικά τα σύνορα της Μακεδονίας είναι πολύ κοντά. Ωστόσο, ακόμα και στα βουνά που περικλείουν την περιοχή και αποτελούν προπύργια των Αλβανών το Βουλγαρικό στοιχείο απαντάται σε μεγάλο αριθμό μέχρι σχεδόν και τη λίμνη Οχρίδα.(Chirol, σ. 75)
Ο Ελληνικός κλήρος του Μοναστηρίου φέρει βαρύτατη ευθύνη για την καταστροφική αντιπαλότητα ανάμεσα στις εθνοτικές ομάδες, η οποία σε μεγάλο βαθμό είναι αποτέλεσμα των μηχανορραφιών που ο ίδιος εξυφαίνει. Χρησιμοποιώντας- όχι πάντα με σωστό τρόπο- την εξουσία που του έχει εκχωρηθεί από την Τουρκική διοίκηση ως η αναγνωρισμένη κεφαλή των Χριστιανικών κοινοτήτων της αυτοκρατορίας, ο Έλληνας επίσκοπος έχει εργαστεί όχι τόσο για τη θεμελίωση πνεύματος ενότητας όλων των φυλών που αποτελούν το ποίμνιό του στα πλαίσια της κοινής πίστης αλλά για να προβάλλει αν όχι τις προσωπικές του φιλοδοξίες, τουλάχιστον το στενό συμφέρον της πολιτικο-εκκλησιαστικής προπαγάνδας. Η ξαφνική αφύπνιση του Βουλγαρικού έθνους και ο σχηματισμός της Βουλγαρικής Εκκλησίας υπήρξαν σκληρά μαθήματα, που κυοφορούσαν διδακτικές προειδοποιήσεις. Αλλά ο επίσκοπος δεν κατάλαβε το νόημά τους. (Chirol, σ. 77-78)
Μια μικρή όμορφη πόλη που βρίσκεται στους πρόποδες του στενού περάσματος που οδηγεί από τη Μακεδονία στην κεντρική Αλβανία είναι το Μοναστήρι.Στην περιοχή υπάρχουν μεγαλοπρεπή βουνά με απότομες πλαγιές ήδη καλυμμένα με χιόνια ενώ η πόλη μισοκρύβεται μέσα σε μια σμαραγδοπράσινη κοιλάδα. Αρχοντικά γεμάτα χάρη και μιναρέδες,επιβλητικοί στρατώνες και συνοικίες ολόλευκων σπιτιών περιτριγυρίζονται από βαθυπράσινες καρυδιές και ασημίζουσες λεύκες και πλούσια περιβόλια με όλους τους καρπούς του φθινοπώρου ενώ μικρά δροσερά ποταμάκια που κατεβαίνουν από τα βουνά κυλούν χαρούμενα δίπλα στα ηλιόλουστα δρομάκια της πόλης και τη γραφική αγορά.Στους πολυσύχναστους δρόμους της πόλης μπορεί κανείς να συναντήσει όλες τις ετερόκλητες φορεσιές της Ευρωπαϊκής Τουρκίας.Ο Βούλγαρος με την ωραία κόμη και την άκομψη γκρι κάπα του με την κουκούλα, ο αδύνατος Βλάχος βοσκός που κάθεται τεμπέλικα με τη λερωμένη φουστανέλλα του,ο ορεσίβιος Αλβανός οπλισμένος με πιστόλια και μαχαίρια,ο άθλιος Ισπανο-Εβραίος,ο έξυπνος Έλληνας έμπορος με το φθαρμένο ευρωπαϊκό κοστούμι και ο Τούρκος επίσημα ντυμένος με το τουρμπάνι στο κεφάλι και το χυτό καφτάνι του.Διότι το Μοναστήρι ή τα Βιτόλια –όπως οι Χριστιανοί προτιμούν να το ονομάζουν- είναι το σημείο συνάντησης πολλών εθνοτήτων.Όπως στις περισσότερες πόλεις της Μακεδονίας,η κατάρα των πολλών γλωσσών,των πολλών φυλών και των πολλών θρησκευτικών πιστεύω έχει πέσει βαριά πάνω στο Μοναστήρι.Με πληθυσμό που δεν ξεπερνά τους 35.000 κατοίκους-ορισμένοι θεωρούν ότι έχει πληθυσμό περίπου 25.000 κατοίκους- η πόλη περιλαμβάνει περίπου μια ντουζίνα διαφορετικές κοινότητες με ξεχωριστές προσδοκίες,συμφέροντα και πάθη.Υπάρχουν Βούλγαροι που μιλούν βουλγάρικα και έχουν ασπαστεί το βουλγαρικό σχίσμα.Υπάρχουν Βούλγαροι που μιλούν βουλγάρικα και συμμερίζονται τις πολιτικές φιλοδοξίες των σχισματικών αλλά δεν έχουν απομακρυνθεί από την επιρροή του Ελληνικού Πατριαρχείου ενώ υπάρχουν και Βούλγαροι που έχουν εξελληνισθεί σε τέτοιο βαθμό,ώστε προτιμούν να μιλούν την ελληνική γλώσσα αντί για τη δική τους και ομολογούν το Ελληνικό δόγμα –θρησκευτικό και πολιτικό-αλλά ο αριθμός τους είναι μικρός και μέρα με τη μέρα μειώνεται.Έπειτα υπάρχουν Έλληνες που είναι Έλληνες μόνο κατ’όνομα.Με εξαίρεση τον αρχιεπίσκοπο και τον Έλληνα πρόξενο,είναι ζήτημα αν υπάρχει έστω μία οικογένεια που να μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει καθαρό ελληνικό αίμα.Είναι Βλάχοι.Ανάμεσά τους υπάρχει μια μεγάλη και αυξανόμενη ομάδα που μιλά τη δική της γλώσσα και όχι ελληνικά και έχει διαφορετικές εθνικές φιλοδοξίες ξέχωρα από τον Ελληνισμό.Η Μουσουλμανική κοινότητα είναι ελάχιστα πιο ομοιογενής.Υπάρχουν Αλβανοί που ακόμα προσβλέπουν στην Πύλη αλλά οι περισσότεροι θεωρούν την υποστήριξη του Σουλτάνου ως ένα μέσο που θα τους οδηγήσει στην ανεξαρτησία. (Chirol, σσ. 69-71)
Το Μοναστήρι σώζει τις μνήμες από την τουρκική προδοσία,γεγονός που ελάχιστα ενίσχυσε το πνεύμα αφοσίωσης των Αλβανών στην αυτοκρατορία.Το 1830-μετά τον Αγώνα Ανεξαρτησίας των Ελλήνων –ο Ρεσίντ Πασά κάλεσε στο Μοναστήρι σε επίσημο γεύμα περίπου 500 Αλβανούς μπέηδες από το βορρά και το νότο της Αλβανίας,ώστε να γιορτάσουν την αμνηστία που διεκήρυξε ο Σουλτάνος.Όταν οι επίσημοι σηκώθηκαν για να φύγουν,δυο τάγματα του τουρκικού στρατού παρατάχθηκαν, ώστε να τους αποδώσουν τιμές.Αλλά αντί για την εντολή να παρουσιάσουν τα όπλα ,ο Μεγάλος Βεζύρης τους διέταξε να αρχίσουν να πυροβολούν.Μέσα σε λίγα λεπτά το λιβάδι,το οποίο οι Αλβανοί ακόμη αποκαλούν «Το Πεδίο της Προδοσίας» είχε κοκκινίσει από το καλύτερο και ευγενέστερο αίμα της Αλβανίας. (Chirol, σσ. 71-72)
Οι Τούρκοι του Μοναστηρίου χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: τους «αποδημητικούς και αρπακτικούς» αξιωματούχους και τις εγκατεστημένες εργαζόμενες τάξεις: χειροτέχνες,εμπόρους, οικογενειάρχες και άλλους που αγαπούν την ειρήνη αλλά ωστόσο προορίζονται να είναι τα πρώτα θύματα κάθε πολέμου. (Chirol, σ. 72)
Κατόπιν παρακλήσεως του Έλληνα Αρχιεπισκόπου του Μοναστηρίου, ο Τούρκος Γενικός Διοικητής κατέσχεσε όλα τα βουλγαρικά σχολικά βιβλία του βιλαετίου ενώ οι σχισματικοί ιερείς εκδιώχθηκαν από τη χώρα και μέχρι σήμερα ο βουλγαρικός εξαρχικός κλήρος ζει σχεδόν σε καθεστώς εξορίας στη Βουλγαρία και η Βουλγαρική Εκκλησία στην επαρχία αυτή είναι ακόμη ανοργάνωτη χωρίς κεφαλή και χωρίς οργανωτικούς κανονισμούς.(Chirol, σ. 78-79)
Μετά το Συνέδριο του Βερολίνου Έλληνες ιερείς επιβλήθηκαν σε Βουλγαρικά χωριά, τα Ελληνικά σχολεία πολλαπλασιάστηκαν σε όλη την περιφέρεια και οι ζαπτιέδες επιστρατεύθηκαν, ώστε να αποσπάσουν τη συγκατάθεση των Βουλγαρόπαιδων με στόχο να «φουσκώσουν» οι Πανελλήνιες στατιστικές. Ακόμη και τα ένοπλα σώματα των ληστών τέθηκαν στην υπηρεσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αλλά μάταια. Παρά τις απειλές και τις πράξεις με τις οποίες αυτές οι απειλές γίνονταν πραγματικότητα, κάθε μέρα καινούριοι Βούλγαροι και καινούρια χωριά αποσκιρτούσαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία και ενώνονταν με την εθνική σχισματική εκκλησία. (Chirol, σ. 79)
Βορειοδυτικά υπάρχουν οι ένοπλες ομάδες των Αλβανών της Δίβρας-τα μαύρα πρόβατα της φυλής τους-που διαπράττουν δολοφονίες και ληστείες αδιακρίτως εναντίον όλων των ομάδων και των τάξεων και κυριαρχούν στα βουνά σε όλη τη δυτική πλαγιά της πεδιάδας του Μοναστηρίου μέχρι το Κρίτσεβο και την άνω κοιλάδα του Μαύρου Δρίνου. Πρόκειται για δαίμονες με φανατισμό στο έγκλημα που αψηφούν ακόμη και την εξουσία της Λίγκας. Στα ανατολικά οι Βούλγαροι ληστές έχουν καταστήσει τα περάσματα της περιοχής μη ασφαλή και διαπράττουν κατά καιρούς εγκλήματα. Ωστόσο, καμία από τις ομάδες που δραστηριοποιούνται δυτικά του Βαρδάρη δεν έχει το υψηλό επίπεδο οργάνωσης και πειθαρχίας που διέπει τις ελληνικές ένοπλες ομάδες. (Chirol, σ. 86-87)
Στις ανώτερες όχθες του Βαρδάρη η Βουλγαρική Επανάσταση είχε ήδη αρχίσει να οργανώνεται. Είχε σε όλες τις βουλγαρικές επαρχίες επιτροπές που ασχολούνταν με την προπαγάνδα και τις ένοπλες ομάδες που έφεραν εις πέρας τις διαταγές των επιτροπών. Οι επιτροπές είχαν σχηματιστεί με σκοπό να αντιμάχονται την ελληνικότητα ενθαρρύνοντας την εθνική παιδεία και προωθώντας τα συμφέροντα του εθνικού κλήρου ενώ στρεφόταν και κατά των Μουσουλμάνων γαιοκτημόνων και είχε πάρει εναντίον τους τη μορφή τοπικής Λίγκας. Ο σκοπός των επιτροπών ήταν, θεωρητικά, να επιβάλλουν την τιμωρία όποτε κάποια πράξη καταπίεσης ή αδικίας αποδίδονταν σε κάποιο μουσουλμάνο. Ωστόσο,η πρακτική τους απείχε πολύ από τη θεωρία ενώ τελικά στόχος τους ήταν να υποδαυλίσουν αναταραχές και να προκαλέσουν αντίποινα ,ώστε να πετύχουν το ξέσπασμα του φανατισμού όπως ήταν το αντίστοιχο του 1876 που οδήγησε στην πτώση της Τουρκικής εξουσίας στη Ρωμυλία. Τα ένοπλα σώματα διοχέτευαν συνήθως τη βιαιότητα και την εκδικητικότητα τους εναντίον των αμάχων και έτσι γυναίκες, παιδιά και γέροι υπέφεραν στο όνομα παλαιών λαθών.(Chirol, σ. 88-89)
[/tab]
[tab name=’Clarke’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Cousinery’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Frazer’]
Το Μοναστήρι, πρωτεύουσα του βιλαετίου του Μοναστηρίου βρίσκεται στη μακεδονική γη, σχεδόν στο μέσον της περιοχής μεταξύ ελληνικών και βουλγαρικών εδαφών. Βόρεια η πλειονότητα του πληθυσμού είναι Βούλγαροι, νότια είναι Έλληνες.Τα χωριά συναντώνται, διασταυρώνονται και αναμειγνύονται στο βιλαέτι του Μοναστηρίου. Ο λόγος , ωστόσο, που στο Μοναστήρι σημειώνονται πολλές συγκρούσεις δεν είναι επειδή οι Τούρκοι της περιοχής είναι περισσότερο κακοήθεις από ό,τι αλλού,αλλά εξαιτίας του γεγονότος πως υπάρχει μια μόνιμη διαμάχη ανάμεσα σε Έλληνες και Βουλγάρους που πολιτεύονται σύμφωνα με τη θρησκεία τους.(Frazer,σ. 205)
Μια ελικοειδής σιδηροδρομική γραμμή οδηγεί από τη Θεσσαλονίκη στο Μοναστήρι. Υπάρχει ένα τρένο την ημέρα που κυλά νωχελικά σε μια γραφική διαδρομή. Όλοι οι μικροί σταθμοί είναι όμορφοι. Σε όλους τους σταθμούς υπάρχει κήπος ενώ σε κάθε σταθμαρχείο υπάρχουν αναρριχητικά φυτά. Υπάρχουν πολλά φρούτα που μπορεί κανείς να αγοράσει. Νεαροί πωλούν μπουκάλια με παγωμένο νερό. Τούρκοι ,Βούλγαροι και Έλληνες όλοι χαρούμενοι χαιρετούν φίλους ,βλέπουν άλλους να φεύγουν –μια ευτυχισμένη σκηνή της εξοχής. Κι όμως πρόκειται για μια αιματοβαμμένη γωνιά της Ευρώπης! (Frazer,σ. 205)
Το Μοναστήρι είναι μια ετερογενής πόλη 60.000 κατοίκων από τους οποίους οι 14.000 είναι Έλληνες,οι 10.000 Βούλγαροι,τέσσερις ή πέντε χιλιάδες Αλβανοί ,διακόσιοι ή τριακόσιοι Εβραίοι και οι υπόλοιποι Τούρκοι. (Frazer,σ. 206)
Στο Μοναστήρι υπάρχει μεγάλη ποικιλία στις ενδυμασίες των κατοίκων.Είναι μια συνηθισμένη τουρκική ευρωπαϊκή πόλη ακόμη και παρά την ύπαρξη ενός κήπου όπου οι πιο πλούσιοι Τούρκοι, Έλληνες και Βούλγαροι κάθονται σε μικρά τραπέζια και πίνουν μπύρα υπό τους ήχους μια ορχήστρας εγχόρδων αποτελούμενης από κορίτσια από τη Βιέννη. (Frazer,σ. 206)
Στο Μοναστήρι όλοι είναι χαρούμενοι.Οι δολοφονίες είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο ,ώστε πλέον κανείς δε δίνει σημασία.Ωστόσο, παρά τη γενικότερη ευφορία ορισμένα πράγματα σε κάνουν να σκεφτείς.Ο μισός πληθυσμός αποτελείται από Τούρκους στρατιώτες οι οποίοι περιπολούν μέρα-νύχτα.Στους γειτονικούς λόφους υπάρχουν στρατόπεδα ενώ τα καραβάνια με μουλάρια φορτωμένα με καλαμπόκι που έρχονται από τους αγρούς συνοδεύονται ανά τέσσερα από έναν ένοπλο στρατιώτη. (Frazer,σ. 206)
Τα νέα στο Μοναστήρι διαδίδονται αλλά όλοι μένουν στις λεπτομέρειες μιας φοβερής σφαγής.Οι Βούλγαροι είναι μειονότητα και οι Έλληνες και οι Εβραίοι τους αποφεύγουν.Στα καφενεία εξυφαίνονται συνομωσίες.Ο μέσος όρος είναι ένας φόνος την ημέρα.Συχνά τα πράγματα είναι ήσυχα για μια εβδομάδα αλλά τότε σκοτώνονται μισή ντουζίνα άνδρες και διατηρείται ο μέσος όρος.Οι Έλληνες του Μοναστηρίου προειδοποίησαν τους Βουλγάρους πως για κάθε πατριαρχικό που θα δολοφονούσαν οι κομιτατζήδες στην επαρχία,αυτοί θα δολοφονούσαν δυο στην πόλη. (Frazer,σ. 206-207)
[/tab]
[tab name=’Holland’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Isambert’]
Σε απόσταση μίας ώρας από τον Περλεπέ φτάνει κάποιος σε μία μεγαλοπρεπή πεδιάδα μήκους 15 λευγών και πλάτους 3, που διατέμνεται από παχείς νομούς και είναι πολύ καλλιεργημένη. Η πεδιάδα αυτή είναι η ίδια πεδιάδα των Βιτωλίων (Μοναστηρίου), που κατοικείται από τους καλύτερους κατοίκους της Μακεδονίας. Τέσσερις ώρες μετά το Πρίλεπ διαβαίνει τον ποταμό Εριγώνα (Καρασού) μέσω μίας ξύλινης γέφυρας πλάτους 2 μέτρων και μήκους 30. Υπάρχουν δε και από τις δύο πλευρές της οδού πολλά τσιφλίκια. 28 ώρες μετά τα Σκόπια φτάνεις κανείς στο Μοναστήρι ή Βιτώλια, που βρίσκονται στο άκρο της πεδιάδας σε μία ορεινή κοιλότητα, που έχει στον κύκλο της συνεχή βουνά με χλόη, πάνω στις οποίες υψώνονται χιονοσκεπείς κορυφές της Σόα Γκόρας. Το ρυάκι Δραόρι ρέει από τα ανατολικά προς τα δυτικά προς ανατολικά και χύνεται προς τον ποταμό Καρασού. Χωρίζει δε την πόλη σε δύο μέρη, που συνδέονται με ξύλινες γέφυρες, γύρω από τις οποίες υπάρχουν εργαστήρια και εμπορικά καταστήματα. Τα Βιτώλια πριν από 40 χρόνια ήταν μια γνωστή πολίχνη, σήμερα δε είναι μία πόλη που έχει 45 χιλιάδες κατοίκους, για τις ανάγκες των οποίων αρκούν 40 χάνια, τα ευρωπαϊκά ξενοδοχεία, τα μαγειρεία, τα ζυθοπωλεία και τα δημόσια λουτρά. Η ίδια αυτή πόλη είναι ο γενικός σταθμός ενός εκ των 5 στρατιωτικών σωμάτων (ορδές) της Τουρκίας και η έδρα μουσίρη (στρατάρχη). Έχει στρατιωτικό σχολείο, τηλεγραφικό σταθμό και ορθόδοξο αρχιεπίσκοπο.
Τα Βιτώλια αντιστοιχούν προς την αρχαία Ηράκλεια των Λυγκηστών, της οποίας η θέση ορίστηκε ακριβώς από τον Heuzey από τα ερείπια, που βρίσκονται 2 χιλιόμετρα νοτίως της σημερινής πόλης, στην αρχή των υπωρειών του βουνού, προς την διεύθυνση της κώμης Μπούκοβας.
Από τα Βιτώλια ώς το Ελβασάν και το Δυρράχιο υπάρχει οδός διά της Αχρίδας.
Από τα Βιτώλια στο Μέτσοβο και τα Ιωάννινα υπάρχει ταχυδρομική οδός.
Τα Βιτώλια απέχουν 7 ώρες από τη Φλώρινα.
Τα Βιτώλια απέχουν από την Καστοριά 8 ώρες. (Ιsambert,τόμ.Ι, σ.34-35-36)
Η οδός από τα Βιτώλια διέρχεται τις υπώρειες του όρους Σόα Γκόρα και μετά από 6 ώρες φτάνει στη Φλώρινα. ( Isambert,τόμ.Ι, σ.38)
[/tab]
[tab name=’Leake’]
Οι σύγχρονες πορείες μέσα από βουνά που διαχώριζαν τον Λύγκο από την Εορδαία, ήταν από το Τιλμπελί στην Όσλοβα, προς τα ανατολικά και από την Μπάνιτσα στο Όστροβο προς τα δυτικά. Η πρώτη είναι στην συνήθη πορεία από τα Μπιτόλια στα Βοδενά και η τελευταία από την Φλώρινα προς το ίδιο μέρος. Παρόλο που η Φλώρινα είναι πιο κοντά από ότι τα Μπιτόλια στην πλευρά της Ηράκλειας, θεωρούμε ότι η Εγνατία Οδός διασχίζεται από την πρώτη πορεία, καθώς κατεβαίνει στις εορδαϊκές κοιλάδες πιο κοντά στην τοποθεσία της Έδεσσας.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 317 – 318)
Το όνομα Πελαγονία υπάρχει ακόμα ως ονομασία της ελληνικής επισκοπής, της οποίας η έδρα είναι τα Μπιτόλια ή Μοναστήρι. Την ελληνική ονομασία της περιοχής υιοθέτησαν και οι Τούρκοι. Τα Μπιτόλια είναι τώρα το κέντρο της περιοχής καθώς και έδρα του στρατηγού και κυβερνήτη της Ρούμελης. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 319)
Τα Μπιτόλια, μια λέξη ελληνικής προέλευσης, ίσως είναι παραφθορά ενός τρίτου ονόματος του ίδιου μέρους ή εκείνο που έφερε η πόλη όταν οι τρεις πόλεις της Πελαγονίας ακόμη υπήρχαν. Το Ελληνικό όνομα που προσιδιάζει περισσότερο είναι Επιτάλια.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 320)
Τα περάσματα της Πελαγονίας, στα οποία ο Περσέας τοποθετήθηκε από τον πατέρα του Φίλιππο, πιστεύω ότι είναι η ορεινή διάβαση στη σύγχρονη διαδρομή από την Αχρίδα προς τα Μπιτόλια, που τώρα αποτελεί την κύρια αρτηρία στη θέση της παλιάς γραμμής ή γραμμών της Εγνατίας Οδού. Αυτή η αλλαγή ίσως προκλήθηκε από το γεγονός ότι η Αχρίδα και τα Μπιτόλια αποτελούν τώρα τις κύριες πόλεις αντί των αρχαίων της Λυχνιδούς και της Ηράκλειας που δέσποζαν στην περιοχή την αρχαία εποχή.Οι πόλεις αυτές, η Αχρίδα και τα Μπιτόλια, βρίσκονται αντίστοιχα στα βόρεια των δύο αρχαίων τοποθεσιών, καθώς στην αρχαιότητα η Εγνατία είχε εδώ παρεκκλίνει από την ευθεία της πορεία επειδή υπήρχε η ανάγκη να διασχίσει περιμετρικά είτε τη βόρεια είτε τη νότια άκρη της λίμνης Λυχνιδός. Το πέρασμα της Πελαγονίας ήταν εξαίρετης σημασίας ως μια από τις άμεσες εισόδους από την Ιλλυρία στην Μακεδονία με την πορεία του ποταμού Δρίλωνα, που τώρα λέγεται Δρίνος. Ήταν απαραίτητο για τους βασιλείς της Μακεδονίας να διατηρήσουν δυνατές φρουρές στην Λυχνιδό και σε κάποιες άλλες τοποθεσίες στην λίμνη, όπως και στα Στύβερρα και στην Ηράκλεια.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 321)
Στα δεξιά του Σινιάτσικου φαίνεται το Περιστέρι, το οποίο συνορεύει με τις πεδιάδες του Εριγώνα και των Μπιτολίων. Στα βορειοανατολικά υψώνεται το σπουδαίο βουνό Δοξά ή Βέρμιο και στα δεξιά του φαίνεται ο Βελβεντός ή Βελβεδός, μια πόλη 300 σπιτιών, η οποία, παρόλο που είναι γνωστή για τον μιναρέ της, κατοικείται κυρίως από Έλληνες. Ο Βελβεντός είναι 3 ώρες απόσταση από τα Σέρβια και ομοίως βρίσκεται στο ίδιο βουνό. Τοποθετείται στην ίδια γραμμή με τη μεγάλη χαράδρα του Αλιάκμονα, κοντά στο βουνό της Πέλλας. Όντας το πιο ευθύ και εύκολο πέρασμα ανάμεσα στα Καμβούνια Όρη, είναι το φυσικό πέρασμα ανάμεσα στη Μακεδονία και στην Περραιβία. Είναι τώρα ο πιο σημαντικός σταθμός του ουλαμού του Δερβέν Αγά στο Μπεϊλίκι και ο δρόμος από τη Λάρισα και τα Τρίκαλα στα Μπιτόλια, από όπου η πρώτη αφετηρία είναι το Καλιάρι και η δεύτερη η Φλώρινα.Ο δρόμος από το κάστρο στις Πόρτες είναι ευρύς και επίπεδος και αποτελεί το φυσικό άνοιγμα στο βουνό.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 332)
Η Ηράκλεια δεν απέχει πολύ από την νέα πόλη της Φλώρινας, περίπου 10 μίλια νότια του Μοναστηρίου.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 282)
O μουσουλμάνος Αλβανός, με το όνομα Σουλεϊμάν Προσόβα, είχε υπό τις διαταγές του 700 άντρες για τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους του Χριστιανικού χώρου. Προσπαθεί να εκκαθαρίσει εκείνα τα βουνά, τα οποία όσον αφορά το Μοναστήρι,τον Πρίλεπο και Βυλάζωρα , εφοδιάζουν διαρκώς με ανθρώπινο δυναμικό πολλά αδιαπέραστα κρησφύγετα από τα οποία είναι σχεδόν αδύνατο να ξεριζωθούν οι κλέφτες.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 286)
[/tab]
[tab name=’Mantegazza’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Pouqueville’]
Το Μοναστήρι ή Βιτώλια υπήρξε πρωτεύουσα της Ρούμελης ή της εδώθε του Αξιού Μακεδονίας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 16)
Η μητρόπολη Πελαγονίας ή Βιτώλιας ανήκε στη δικαιοδοσία του φρουρίου της Αχρίδας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.50)
[/tab]
[tab name=’Tozer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Urquhart’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Walker’]
Η μεγάλη πεδιάδα αυτή λέγεται επίσης και πεδιάδα του Βαρδάρη. Απλώνεται από την είσοδο της Θεσσαλονίκης μέχρι τους πρόποδες του λόφου των Βοδενών όπου η μεγάλη δημοσιά χωρίζεται στα δύο και η μία διακλάδωση πηγαίνει προς τη νότια Αλβανία και προς τα περάσματα για τη Θεσσαλία ενώ η άλλη οδηγεί στο Μοναστήρι ή Μπιτόλια, αρχηγείο του τουρκικού στρατού της Ρωμυλίας και έδρα του αρχιστράτηγου. (Walker,σ. 48)
Πεδιάδα του Μοναστηρίου: Η μεγάλη πεδιάδα του Μοναστηρίου έχει κάπου 65 χιλιόμετρα μήκος και 15 πλάτος. Από τις τρεις πλευρές είναι κλεισμένη από βουνά και μένει ανοιχτή από βορρά, όπου ενώνεται με την πεδιάδα των Σκοπίων φτάνοντας στα σύνορα της Σερβίας. Όντας αρκετά πάνω από το επίπεδο της θάλασσας, έχει κλίμα πιο κρύο από την περιοχή της Θεσσαλονίκης. (Walker,σ. 72)
Φτάνοντας κανείς για πρώτη φορά στο Μοναστήρι μένει κατάπληκτος με το επίπεδο του πολιτισμού. Δύο απέραντοι στρατώνες με ιππικό και πεζικό, επιθεωρήσεις, παρελάσεις, γραφικοί καβαλάρηδες και μία θαυμάσια μπάντα θυμίζουν τη μεγάλη σημασία που έχει ο τόπος αυτός από στρατιωτική άποψη, ελέγχοντας άμεσα το πέρασμα από τη Μακεδονία προς τη βόρεια Αλβανία. Το Μοναστήρι φαίνεται πολύ όμορφα από το μουσουλμανικό νεκροταφείο πάνω από την τουρκική συνοικία. Η πόλη είναι χωμένη μέσα στο πράσινο ενώ μεριές-μεριές το σκηνικό ζωηρεύει από τις άσπρες πινελιές των μυτερών μιναρέδων. (Walker,σ. 73-75)
Στο κέντρο περίπου ξεχωρίζει ένας ψηλός πύργος με ρολόι. Από πίσω ακριβώς υψώνονται τα βουνά του Περιστεριού με τη μεγαλοπρεπή γραμμή τους για να καταλήξουν τελικά στην πιο ψηλή κορυφή, κάπου 2.500 μέτρα ύψος πάνω από το επίπεδο της θάλασσας. Η κορυφή αυτή υποτίθεται ότι είναι σβησμένο ηφαίστειο, με τον κρατήρα τώρα γεμάτο νερό μέχρι πάνω που, όπως υποστηρίζουν οι κάτοικοι, θα ξεχειλίσει και θα πλημμυρίσει την πεδιάδα. Το Mοναστήρι έχει μεγάλη ανάπτυξη. Τώρα διαθέτει κεντρικό τηλεγραφείο και η σπουδαιότητά του μεγαλώνει καθημερινά. Οι στρατώνες χτίστηκαν τα τελευταία 25 χρόνια. (Walker,σ. 73-75)
Από τον χριστιανικό πληθυσμό του Μοναστηρίου οι Βλάχοι (ή οι Βλάχοι της Πίνδου όπως τους λένε για να τους ξεχωρίζουν από τους ντόπιους της ηγεμονίας της Βλαχίας) κατέχουν την ανώτερη θέση στο εμπόριο, στη βιομηχανία και στην εξυπνάδα. Ισχυρίζονται ότι κατάγονται από τους Ρωμαίους που παλιότερα είχαν καταλάβει αυτά τα μέρη και ότι η γλώσσα τους έχει ένα μεγάλο ποσοστό από τα λατινικά. (Walker,σ. 76-77)
Στο Μοναστήρι χρησιμοποιούν μία ιδιότυπη μέθοδο για το πλέξιμο της ψάθας των πατωμάτων των σπιτιών, πλέκοντάς τες επί τόπου δύο-τρεις άνδρες κάθονται κάτω στο πάτωμα δουλεύοντας σειρές-σειρές μέχρι να το σκεπάσουν ολόκληρο.
Το Μοναστήρι επίσης, όπως και πολλές άλλες πόλεις της Αλβανίας φημίζεται για τα φιλιγκράμ του με ασήμι και χρυσό. Εδώ κατασκευάζονται τα ζαρφ για τα φλυτζάνια του καφέ, το πίσω μέρος στους στρογγυλούς καθρέφτες του χεριού, λαβές για στιλέτα και για άλλα μαχαίρια, τσιγαροθήκες κ.λ.Οι τεράστιες αγκράφες και τα άλλα στολίδια από φθηνό ασήμι που φοράνε οι Βουλγάρες είναι και αυτά από τα σπουδαία προϊόντα της τοπικής βιοτεχνίας.Πωλούνται σε ειδικό μέρος των παζαριών ή σε μερικά καταστήματα σε μια από τις γέφυρες του Ντραγκόρ.(Walker,σ. 78)
[/tab]
[tab name=’Σχινάς’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[end_tabset]
[tab name=’Abbot’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Berard’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Boissonas’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Chirol’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Clarke’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Cousinery’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Frazer’]
Το φοβερό φθινόπωρο του 1903 όταν η βουλγαρική εξέγερση ξέσπασε στη Μακεδονία οι δυνάμεις των στασιαστών υπολογίζονταν σε 32.000 εκπαιδευμένους και ένοπλους άνδρες,οι οποίοι έριχναν βόμβες και ανατίναζαν γέφυρες.
Το Κρούσοβο κατελήφθη από τους επαναστάτες εναντίον των οποίων κινήθηκαν οι Τούρκοι με τους μπασι-μποζούκους ,οι οποίοι αφού τους νίκησαν μπήκαν στην πόλη,σκότωσαν 77 ανθρώπους ,έκαψαν και λεηλάτησαν 570 μαγαζιά και σπίτια.Χτύπησαν και βασάνισαν εκατοντάδες ανθρώπους ενώ βίασαν τις γυναίκες.Οι Τούρκοι δεν έπιασαν κανέναν από τους επαναστάτες , οι οποίοι έφυγαν από τη μια άκρη της πόλης ενώ οι ίδιοι έμπαιναν από την άλλη.Η λεηλασία του χωριού διήρκεσε τέσσερις μέρες.Η βουλγαρική συνοικία έμεινε ανέπαφη χάριν –όπως λέγεται –στη δωροδοκία των Τούρκων στρατιωτών.Οι υπόλοιποι κάτοικοι –κυρίως Βλάχοι-υπέστησαν ολοκληρωτική καταστροφή και εξαγριώθηκαν με τους Βούλγαρους που γλίτωσαν.Θεωρήθηκε ότι ο Τούρκος διοικητής είχε έρθει σε συνεννόηση με τους επαναστάτες ,ώστε σκόπιμα να επιτεθεί στους Έλληνες.Οι έρευνες δεν είχαν αποτέλεσμα.Τα πράγματα στη Μακεδονία ήταν πολύ περίπλοκα. (Frazer,σ. 209)
[/tab]
[tab name=’Holland’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Isambert’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Leake’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Mantegazza’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Pouqueville’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Tozer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Urquhart’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Walker’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Σχινάς’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[end_tabset]
[tab name=’Abbot’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Berard’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Boissonas’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Chirol’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Clarke’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Cousinery’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Frazer’]
Ο Τζέιμς ΜακΓκρέγκορ, πρώην πρόξενος της Βρετανίας στο Μοναστήρι αναφέρει ότι το 1903 τα τουρκικά στρατεύματα αποτελούμενα από έντεκα τάγματα και ακολουθούμενα από μπασι-μποζούκους πολέμησαν με 400 επαναστάτες στο χωριό Σμίλεβο,το οποίο λεηλάτησαν και έκαψαν,αφήνοντας όρθια μόνο 4 σπίτια από τα 500.Περισσότεροι από 2000 κάτοικοι έφυγαν στα βουνά και όσοι έμειναν στο χωριό 21 ηλικιωμένοι άνδρες και εξήντα –εβδομήντα γυναίκες και παιδιά δολοφονήθηκαν ενώ 40 νέες γυναίκες μεταφέρθηκαν σε μουσουλμανικά χωριά όπου κρατήθηκαν για μια εβδομάδα.(Frazer,σ. 209)
[/tab]
[tab name=’Holland’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Isambert’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Leake’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Mantegazza’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Pouqueville’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Tozer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Urquhart’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Walker’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Σχινάς’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[end_tabset]
[tab name=’Abbot’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Berard’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Boissonas’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Chirol’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Clarke’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Cousinery’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Frazer’]
Στη Μότσιλα ,κοντά στο Μοναστήρι, μετά την εξόντωση ενός σώματος κομιτατζήδων οι μπασι-μποζούκοι και οι στρατιώτες αφαίρεσαν από τους νεκρούς τα ρούχα τους, τα υποδήματα και τα όπλα τους και έσκισαν τα σώματα τους με μαχαίρια και ξιφολόγχες.Σχεδόν κάθε σπίτι της περιοχής λεηλατήθηκε. Οι Τούρκοι άρπαξαν ότι τους άρεσε και έκοψαν σε κομμάτια τα καινούρια πανωφόρια από δέρμα προβάτου και άλλα ρούχα που δεν μπορούσαν να πάρουν μαζί τους. Το καλαμπόκι και άλλα τρόφιμα τα σκόρπισαν στο έδαφος και τα έκαψαν. Στο τέλος έκαψαν και περίπου δώδεκα καλύβες. (Frazer,σ. 207-208)
[/tab]
[tab name=’Holland’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Isambert’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Leake’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Mantegazza’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Pouqueville’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Tozer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Urquhart’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Walker’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Σχινάς’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[end_tabset]
[tab name=’Abbot’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Berard’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Boissonas’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Chirol’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Clarke’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Cousinery’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Frazer’]
Στην Οσνίτσανη ένας άνδρας εξήντα ετών ξεγελάστηκε από μια ομάδα κομιτατζήδων που φορούσε στρατιωτικές στολές και βγήκε από το σπίτι του. Αυτοί είπαν πως ζητούσαν κατάλυμα για στρατιώτες που μόλις είχαν φτάσει στο χωριό. Ο άνδρας μαχαιρώθηκε κοντά στην εκκλησία. Στο σώμα του υπήρχαν εξήντα πέντε τραύματα. Πριν τον δολοφονήσουν ,τον βασάνισαν απάνθρωπα. Έσπασαν το κρανίο του, πέρασαν το μαχαίρι από τα μάτια και τα αυτιά του και τελειώνοντας του έριξαν μια βαριά πέτρα στο κεφάλι του που ήδη ήταν μια άμορφη μάζα. Ο άτυχος άνδρας-που υπήρξε ο πιο πολυμαθής και ο πιο σημαντικός άνθρωπος της περιοχής του- δεκαπέντε μέρες πριν το θάνατό του πήγε στον επίσκοπο με τα μάτια του γεμάτα δάκρυα και του είπε πως οι κομιτατζήδες του είχαν ζητήσει απειλώντας τον με θάνατο τη σφραγίδα του χωριού, ώστε να σφραγίσουν το έγγραφο που θα έστελναν στον Έξαρχο πως το χωριό θα αποσχισθεί από το Πατριαρχείο. (Frazer,σ. 202-203)
[/tab]
[tab name=’Holland’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Isambert’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Leake’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Mantegazza’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Pouqueville’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Tozer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Urquhart’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Walker’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Σχινάς’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[end_tabset]
[tab name=’Abbot’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Berard’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Boissonas’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Chirol’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Clarke’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Cousinery’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Frazer’]
Στο χωριό Μπάνιτσα-κοντά στις Σέρρες-δυο ομάδες κομιτατζήδων περικυκλώθηκαν από στρατεύματα και μετά από σκληρή μάχη σκοτώθηκαν οι περισσότεροι κομιτατζήδες ,καθώς και οι περισσότεροι άρρενες κάτοικοι που βρίσκονταν στο χωριό τότε.Περίπου τριάντα με σαράντα γυναίκες βιάστηκαν και τα περισσότερα σπίτια κάηκαν.Από τα 170 σπίτια έμειναν όρθια μόνο 22.Στο σαντζάκι των Σερρών κάηκαν 1600 σπίτια.Από αυτά μόνο 109 ήταν σπίτια Τούρκων,όλα τα άλλα ήταν βουλγαρικά.(Frazer,σ. 201-202)
[/tab]
[tab name=’Holland’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Isambert’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Leake’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Mantegazza’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Pouqueville’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Tozer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Urquhart’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Walker’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Σχινάς’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[end_tabset]
Το Κασανλίκ είναι μια μικρή πόλη στην πεδιάδα της Θράκης στη σκιά των Βαλκανίων. Η πεδιάδα είναι απόλυτα επίπεδη και τα βουνά που την περιστοιχίζουν υψώνονται κατακόρυφα. Δεν υπάρχει κυματισμός. Όλες οι πεδιάδες συνιστούν το βυθό στραγγισμένων λιμνών που τις αγκαλιάζουν λόφοι. Ένα μεγάλο μέρος της πεδιάδας της Θράκης έχει αφιερωθεί στα τριαντάφυλλα. Στην περιοχή όπου το Κασανλίκ είναι το κέντρο υπάρχουν 173 χωριά που ασχολούνται με την καλλιέργεια τριαντάφυλλου. Ενώ σε άλλες περιοχές οι χωρικοί καλλιεργούν σιτάρι και σίκαλη και τροφή για τα κοπάδια εδώ όλα τα χωράφια είναι γεμάτα τριαντάφυλλα. Είναι ο μεγαλύτερος κήπος ρόδων σε όλο τον κόσμο-80 μίλια μακρύς. Ο κόσμος είναι ξετρελαμένος με τα τριαντάφυλλα. Ο αέρας είναι βαρύς από το άρωμα τους. Δεν είναι ο πλούτος του εδάφους που παράγει αυτή την αφθονία αλλά υπάρχει ένα ιδιαίτερο στοιχείο –όπως με το έδαφος της Καμπανίας που ευνοεί το σταφύλι-που βοηθά το τριαντάφυλλο να βγάζει ένα τόσο ιδιαίτερο άρωμα.Η καλλιέργεια τριαντάφυλλου είναι κληρονομιά από τους Οθωμανούς. Καλλιεργούσαν τα τριαντάφυλλα, απέσταζαν το άρωμα και τροφοδοτούσαν τα χαρέμια των πασάδων στην Κων/πολη. Τώρα έχει χαθεί ο ερασιτέχνης Οθωμανός και υπάρχουν μεγάλες φίρμες που ενδιαφέρονται για τα τριαντάφυλλα, όπως ο Αμερικάνος ενδιαφέρεται για το αλεύρι, που πλειοδοτούν για το ποια θα αγοράσει το προϊόν ολόκληρων χωριών πριν ακόμη τα φυτά δώσουν ανθό. Οι εταιρίες αυτές ενδιαφέρονταν για τον εμπορικό ανταγωνισμό και είχαν αντιπροσώπους σε Παρίσι, Λονδίνο και Νέα Υόρκη.(Frazer,σ. 93-94)
Η απόσταξη τριαντάφυλλου άρχισε στην Περσία. Η λέξη «atâr» είναι περσική και σημαίνει άρωμα. Μέχρι πριν τριακόσια χρόνια το μόνο που μπορούσαν να πάρουν ήταν ροδόνερο. Στην αρχή του δεκάτου εβδόμου αιώνα ανακαλύφθηκε η μέθοδος με την οποία μπορούσαν να πάρουν την πραγματική ουσία του αρώματος. Από την Περσία αυτή η τεχνική πέρασε στην Αραβία, μετά στις Βαρβαρικές χώρες και από εκεί ένας περιπλανώμενος Τούρκος έφερε μια τριανταφυλλιά στο Κασανλίκ.Η Rosa damascena που καλλιεργείται σε μεγάλο βαθμό είναι ίδια με το αντίστοιχο φυτό που υπάρχει στην Τύνιδα –αν και πλέον παράγεται σε μικρότερες ποσότητες.Η Rosa alba ακολουθεί αντίστροφη πορεία από την Οθωμανική αυτοκρατορία προς την Περσία όπου αφθονεί. Πενήντα χρόνια πριν, περίπου τετρακόσια με πεντακόσια κιλά αρώματος ρόδου παράγονταν στο Κασανλίκ. Το 1904 ήταν ακριβώς 8.147 κιλά.Μια τόσο ανθηρή βιομηχανία σε τόσο γιγάντια κλίμακα άκμασε σε μια απόμακρη περιοχή της Ρωμυλίας τυχαία. Αλλά όλα τα δεδομένα ήταν υπέρ αυτής.Η μέση θερμοκρασία ήταν αυτή της Γαλλίας. Το έδαφος ήταν αμμώδες και πορώδες ενώ τα αναρίθμητα ποταμάκια που έρχονταν από τα βουνά παρείχαν συνεχή άρδευση. Και άλλες περιοχές ενδείκνυνται για την καλλιέργεια τριαντάφυλλου αλλά καμιά δεν είναι κατάλληλη για τα ρόδα που χρησιμεύουν στην παραγωγή αρώματος. Η ποικιλία αυτή είναι πολύ ευαίσθητη στις κλιματικές συνθήκες. Πανομοιότυπες μέθοδοι υιοθετήθηκαν και στην Προύσα στη Μικρά Ασία αλλά χωρίς επιτυχία.Οι φυτείες ρόδων του Κασανλίκ δεν είναι διευθετημένες σε απομονωμένα κομμάτια γης ή σε στενούς μικρούς φράχτες-όπως στην περιοχή Grasse της Γαλλίας-αλλά σε ψηλούς παράλληλους φράχτες που εκτείνονται σε μήκος 100 γυαρδών , ψηλότεροι από ό,τι ένας άνδρας ενώ ανάμεσα τους υπάρχει απόσταση έξι ποδών.Ο τρόπος καλλιέργειας προσιδιάζει κάθε φορά στις ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες.Ολόκληρα κλαδιά,φύλλα και άλλα μέρη από μια παλιά τριανταφυλλιά τοποθετούνται οριζόντια σε χαντάκια 14 ιντσών πλάτους και ιδίου βάθους.Αυτά τα κλαδιά –το καθένα μήκους 1 περίπου γυάρδας –τα τοποθετούν το ένα δίπλα στο άλλο ,τέσσερα ή πέντε κοντά –κοντά και σχηματίζουν μια μακρυά συνεχόμενη γραμμή μέσα στο χαντάκι.Λίγο χώμα παρμένο από το χαντάκι σωρεύεται ελαφρά πάνω στα κλαδιά ενώ πάνω στην αυλακιά τοποθετείται ένα λεπτό στρώμα από κοπριά. (Frazer,σ. 94-95)
Η συγκομιδή τριαντάφυλλου ξεκινά την περίοδο της ανθοφορίας στα μέσα Μαΐου και τελειώνει στα μέσα Ιουνίου.Ιδανικές συνθήκες είναι η μέτρια θερμοκρασία και οι συχνές βροχοπτώσεις ,ώστε να παραταθεί η συγκομιδή της σοδειάς για έναν ολόκληρο μήνα.Δημιουργούνται προβλήματα όταν η σοδειά τελειώσει γρήγορα.Το μάζεμα τριαντάφυλλου γίνεται κάθε μέρα την περίοδο της ανθοφορίας.Κάθε ανθός και μισάνοιχτο μπουμπούκι μαδιέται.Ένα εκτάριο (2 και 2/5 άκρ) παράγει περίπου 6.600 λίβρες ρόδου ,δηλαδή 3 εκατομμύρια τριαντάφυλλα.Αυτή η ποσότητα δίνει περίπου 2 και 1/5 λίβρες αρώματος.Όσον αφορά την απόσταξη το θέμα του νερού είναι σημαντικό ,διότι χωρίς νερό δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί η διαδικασία.Η συσκευή απόσταξης είναι απλή.Το πιο σημαντικό κομμάτι της συσκευής είναι μια μεγάλη χάλκινη αντλία ύψους 4 ποδών και 10 ιντσών που ακουμπά σε μια κεραμική κάμινο.Η συσκευή αποτελείται από μια λεκάνη με ένα ιδιαίτερο κεφάλι σε σχήμα μανιταριού και ένα σωλήνα δροσισμού.Το κόστος της συσκευής είναι ανάλογο με το βάρος της.Έτσι μια συσκευή με βάρος 163 λίβρες κοστίζει περίπου 4 λίρες και 6 σεντ.Η δεξαμενή μέσα στην οποία μπαίνει ο σωλήνας δροσισμού κοστίζει από 2s.6d. μέχρι 10s.Ο σωλήνας δροσισμού εισέρχεται από το πάνω μέρος της μιας πλευράς και περνά μέσα από μια φιάλη στο κατώτερο μέρος της άλλης πλευράς.Η διαδικασία απόσταξης ροδόνερου διαρκεί μία εως μιάμιση ώρα και επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά εως ότου όλα τα ροδοπέταλα που μαζεύτηκαν την ίδια μέρα να χρησιμοποιηθούν, διότι τα ροδοπέταλα αν περάσουν τη διαδικασία απόσταξης 24 ώρες μετά τη συλλογή τους δεν έχουν την απαιτούμενη απόδοση σε επίπεδο αρώματος. Προκειμένου να βγει το άρωμα από το ροδόνερο απαιτείται και δεύτερη διαδικασία απόσταξης. Από 40 λίτρα ροδόνερο βγαίνουν 5 λίτρα άρωμα.(Frazer,σ. 95-97)
Το απόσταγμα συγκεντρώνεται μέσα στη φιάλη με τη μορφή ενός κίτρινου λιπαρού στρώματος πάχους 2-4 χιλιοστών. Το ροδέλαιο εξάγεται με τη βοήθεια ενός μικρού δοχείου σε σχήμα ανεστραμμένου κώνου με μια μικρή τρύπα στο κάτω μέρος ,ώστε να περνά το νερό το οποίο είναι βαρύτερο από το άρωμα.Η πιο συνηθισμένη μορφή νόθευσης του αρώματος είναι η ανάμιξή του με άρωμα γερανιού-το οποίο παράγεται από το ινδικό γεράνι ή palma rosa.Η νόθευση δεν περιορίζεται στην Κων/πολη από όπου ούτε ένα γραμμάριο καθαρού προϊόντος δεν εξάγεται αλλά συμβαίνει και στη Βουλγαρία –συχνά και από τον ίδιο τον παραγωγό. Από το 1888 έγινε προσπάθεια να μετριαστεί κάπως το φαινόμενο της νόθευσης του αρώματος με την απαγόρευση από την κυβέρνηση εισαγωγής αρώματος γερανιού ,το οποίο πλέον μπορούσε κανείς να το προμηθευτεί μόνο κρυφά.Πολύ συχνά το άρωμα αποστέλλεται στην Κων/πολη όπου η νόθευση γίνεται ανενόχλητα. Μια άλλη -πιο απλή- μέθοδος νόθευσης είναι το να προστίθενται μερικά λευκά τριαντάφυλλα στα κόκκινα που περνούν από τη διαδικασία απόσταξης. Το προϊόν που παράγεται από τα άσπρα τριαντάφυλλα δεν είναι ιδιαίτερα αρωματικό αλλά παράγει περισσότερη στεαροπτίνη. Το άρωμα του γερανιού νοθεύεται συχνά με τουρπεντίνη. Έτσι είναι πιθανόν το μικρό φιαλίδιο με άρωμα ρόδου που αγοράζει ο πελάτης από κάποιο πολυτελές κατάστημα να περιέχει ,τελικά , λιγοστή ποσότητα από το αυθεντικό άρωμα.(Frazer,σ. 97)
Οι χωρικοί που ασχολούνται με την καλλιέργεια ρόδου είναι απλοί και ευγενικοί. Αλλά η ζωή τους δεν είναι τόσο ειδυλλιακή –όπως πολλοί πιστεύουν.Δεν υπάρχουν μεγάλες φάρμες που καλλιεργούν ρόδα. Οι έμποροι θεωρούν καλύτερο να αγοράζουν από τους χωρικούς το προϊόν, το οποίο καλλιεργούν σε μικρά κομμάτια γης και συλλέγουν το ροδέλαιο με πρωτόγονο τρόπο .Ο έμπορος προφυλάσσει τον εαυτό του από τη ζημιά. Αν καταστραφεί μια συγκεκριμένη σοδειά, η χασούρα βαραίνει το γεωργό. Εξάλλου ,οι δυο-τρεις έμποροι του Κασανλίκ έχουν το μονοπώλιο στην περιοχή. Αυτοί έχουν τους δικούς τους πελάτες και διαμορφώνουν οι ίδιοι την τιμή του αρώματος. Ο χωρικός ,τελικά ,θα αποφασίσει αν θα πουλήσει το προϊόν του ή όχι.Αλλά αν το κρατήσει πού αλλού θα βρει να το πουλήσει; Κάποιοι έχουν κάνει περιουσία από το άρωμα του ρόδου αλλά όχι οι χωρικοί. (Frazer,σ. 97-98)
Κανένα άρωμα δεν είναι τόσο δυνατό όσο αυτό του ρόδου. Η απόδοση του είναι λιγότερη από το 1/25 του 1%(0.04) των ρόδων που χρησιμοποιούνται. Για μια λίβρα αρώματος περισσότερες από 4.000 λίβρες ρόδων απαιτούνται. Ο χωρικός λαμβάνει 18 σεντ την ουγγιά. Στο Παρίσι και το Λονδίνο το άρωμα πωλείται στις 8 λίρες η ουγγιά. (Frazer,σ. 98)
[tab name=’Abbot’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Berard’]
Διασταυρωνόμαστε [ στη Στρούγκα] με κοντόσωμους και βαρείς Σλάβους με φαρδιά και γεμάτα πρόσωπα, χωμένους μέσα στα ολόμαλλα ρούχα τους και τη γούνινη κάπα τους. Με τα πόδια τους βυθισμένα μέσα σε μπότες από μαλακό πετσί, πάνε για το όργωμα ή για την αγγαρεία, ζώα καματερά, αργοβάδιστα και λασπωμένα. Η βρωμιά του Αλβανού ήταν πιο αρχοντική. Οι άντρες βαδίζουν μπροστά από τα βόδια τους ή καπνίζουν καθισμένοι σταυροπόδι μέσα στο καρότσι τους- ένα ξύλινο κασόνι ανεβασμένο πάνω σ΄έναν ξύλινο άξονα και σε ξύλινες μονοκόμματες ρόδες, που το λένε αραμπά και το σέρνει ένα ζευγάρι μικρά μαύρα βόδια. Η γυναίκα ακολουθεί κεντρίζοντας τα βόδια. Από πίσω οι γυναίκες αυτές μοιάζουν με μαύρους μπόγους, χωμένες όπως είναι απ’ το λαιμό ως τα πόδια μέσα στο σαγιά τους, μια κάπα από σκληρό μαλλί. Από μπροστά η ανοιχτή αυτή κάπα αφήνει να φαίνεται ένα εσώρουχο από χοντρό σκληρό πανί, η κοτσούλα, πουκαμίσα ή φούστα που φτάνει ως τους αστραγάλους και που στο κάτω μέρος έχει κολλημένη μια χοντρή πολύχρωμη ποδιά, όπου κυριαρχούν το μαύρο, το πράσινο και το πορτοκαλί. Όλες αυτές οι γυναίκες είναι μεγαλόκορμες. Η πρώτη μας κίνηση ήταν μια κίνηση θαυμασμού για την τόσο γόνιμη τούτη ράτσα και η δεύτερη, οργής απέναντι σ΄αυτούς τους νωχελικούς άντρες που άφηναν να περπατούν και να δουλεύουν γυναίκες σ’ αυτή την κατάσταση. Σε λιγάκι όμως αναγνωρίσαμε μια ιδιοτροπία της μόδας. Οι γυναίκες περιζώνουν την κοιλιά τους μ’ ένα φαρδύ πάνινο ζωνάρι, τη λέσκα, που οι δύο κεντητές και κροσσωτές άκρες της κρέμονται μπροστά τους. Πάνω από τη λέσκα τυλίγουν οχτώ ή δέκα βόλτες, ένα σκοινί από μαύρο πανί, το πογιάς. Τα μαλλιά τους χτενισμένα κοτσίδες, κρέμονται γύρω από το πρόσωπο και έχουν τις άκρες τους χωμένες μεσά στις δίπλες του πογιάς, όπως εμείς χώνουμε την αλυσίδα του ρολογιού μας στο τσεπάκι μας. Η ράτσα αυτή είναι από του φυσικού της άσχημη και θλιβερή. Η δουλειά στα χωράφια της έχει τσακίσει τη ραχοκοκαλιά, της έχει καμπουριάσει τους ώμους, της έχει βαρύνει τα μέλη. Η συνήθεια του φόβου και της υποταγής λύγισε τον τράχηλο της και έσβησε το βλέμμα της. Θα έλεγε όμως κανείς ότι οι άντρες αυτοί και οι γυναίκες αυτές πασχίζουν με τη σειρά τους να φαίνονται ακόμα πιο θλιβεροί και πιο άσχημοι. Η φορεσιά τους, χωρίς χάρη και χαρά, έχει θλιβερά σκουροπράσινα και μαύρα κεντήματα. Πόσο ωραίος φαίνεται μπροστά τους ο Αλβανός αυτός με το κόκκινο ντουλαμά!(Berard, σ.138- 146)
Το λαγκάδι που κατεβαίνουμε, βγαίνει σε μια μεγάλη επίπεδη έκταση, ανάμεσα στα δασωμένα βουνά που έχουμε αριστερά μας και στους καλαμιώνες της λίμνης δεξιά μας. Μπροστά μας η καταχνιά τυλίγει πέρα θερισμένους καλαμιώνες, καλαμπόκια όρθια ακόμη, φουντωτές καστανιές και αραμπάδες που τρίζουν πάνω στα αλάδωτα αξόνια τους. Στους νοτισμένους κάμπους, μέσα σε βραγιές και σε αγκαθόβατους βόσκουν κοπάδια από βόδια. Μέσα σε λιμνούλες στεκαμένου νερού βουβάλια κοιμούνται μισοβουτηγμένα στο βουρκάρι. Κατά διαστήματα ακούγεται από μακριά η αργή μελωδία ενός λαού που είναι σκυμμένος στη δουλειά. Τόπος ήσυχος και υπνηλός. Τη γαλήνη του ζεστού αυτού πρωινού τη διαταράζει μόνο ένας επόπτης αγγαρείας. Με το κουρμπάτσι (βούρδουλας) στο χέρι κεντρίζει από κάθε πλευρά του δρόμου τα φτυάρια και τα χεράμαξα. Ένα ολάκερο χωριό δουλεύει στο δρόμο, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Ο επόπτης με το ψηλό κόκκινο φέσι τρομοκρατεί το λαό τούτο. Οι βλαστημίες και οι βουρδουλιές πέφτουν βροχή στην πλάτη των αδύναμων. Ούτε ένα παράπονο δεν ακούγεται ούτε μια μουρμούρα. Σλάβικη αγγαρεία.
Ύστερα από μια ώρα λιθόστρωτου δρόμου με έντονα πάνω του τα ίχνη του των τροχών, φτάνουμε στα πρώτα σπίτια της Στρούγκας. Η Στρούγκα είναι χτισμένη πάνω σε καρβουνιασμένη γη, μέσα σε καλαμιώνες και κλαίουσες ιτιές. Τα τετραώροφα ξύλινα σπίτια της έχουν μια θλιβερή όψη βρωμιάς και ξεχαρβαλώματος, ακόμη και τα νεόχτιστα. Στο ισόγειο είναι μαγαζιά, εξώπορτες, μεγάλοι ανοιχτοί χώροι όπου δουλεύουν χειροτέχνες, βαρελάδες, καραποιοί και χαλκιάδες, καθώς και τζαμόπορτες με βρώμικα τζάμια, πίσω από τα οποία οι αράχνες καλύπτουν τη λίγδα του εσωτερικού. Τα πατώματα προεξέχουν το ένα από τ’ άλλο. Η βαφή των προσόψεων έχει φύγει. Το ξύλο σαπίζει. Τα παράθυρα δεν έχουν πια ούτε τζάμια ούτε κουφώματα και οι τρύπες είναι στουμπωμένες με χαρτιά, πατσαβούρια και σκισμένες εφημερίδες. Αντίθετα σε όλα αυτά κάνει η καθαριότητα των δρόμων, που τους έχουν καταβρέξει οι κουβάδες των περιοίκων δροσίζοντας έτσι τους σουλατσαδόρους και τους φουμαδόρους.
Τους σωρούς τα καρπούζια, τα πεπόνια και τις τομάτες τους διαδέχονται φούρνοι και ψησταριές, με τεράστια πιάτα με κρεμμύδια. Οι διαβάτες δεν αποκρίνονται τίποτα και δείχνουν να μην καταλαβαίνουν ούτε τα αλβανικά ούτε τα ελληνικά, τις γλώσσες που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι δικοί μας άνθρωποι. Κανείς δεν μας περιτριγύρισε όπως στα χωριά της Ελλάδας και της Αλβανίας. Ρωτούμε στα ελληνικά έναν με φαρδιά νησιώτικη βράκα. – Δεν μιλούμε τα ρωμαίικα εδώ, δεν είμαστε Έλληνες εμείς, είμαστε Βούλγαροι, μας αποκρίνεται στα καθαρότερα ελληνικά του ελληνικού κόσμου. Μας προξενεί έκπληξη που ένας βούλγαρος πατριώτης φορά την ελληνική νησιωτική φορεσιά. – Ναι, γιατί δεν είμαι από εδώ, είμαι απ’ τη Σαλονίκη και πριν γίνω Βούλγαρος, τον καιρό που δεν ήξερα ακόμη, πίστευα πως ήμουν Έλληνας-. Αποτολμούμε να του παρατηρήσουμε ότι η ελληνικότητά του παραμένει ακόμη ολοφάνερη, παρά τη γνώση που απέκτησε, στις ζωηρές του χειρονομίες και στην πολυλογία του. – Μολαταύτα, αφότου πήγα στη Σόφια και έμαθα, είμαι Βούλγαρος, και εδώ στη Στρούγκα όλοι είναι Βούλγαροι-. (Berard, σ.138- 146)
Η πόλη της Στρούγκας απλώνεται στις δύο όχθες του Δρίνου, μερικές εκατοντάδες μέτρα από το σημείο όπου ο ποταμός πηγάζει από τη λίμνη της Αχρίδας. Η αριστερή όχθη κατέχεται από τη σλαβική συνοικία, απ’ αυτούς που αυτοονομάζονται Βούλγαροι και που θα τους αποκαλούμε και μεις Βούλγαρους προσωρινά, αφήνοντας γι’ αργότερα να συζητήσουμε τα περί καταγωγής τους. Οι Βούλγαροι έχουν σχεδόν 300 σπίτια (1.200- 1.500 άτομα) ένα βουλγαρικό σχολείο και μια παλιά εκκλησία. Ζουν από τη γεωργία και το ψάρεμα. Ο Δρίνος είναι φραγμένος από τα δίχτυα τους, τα παραγάδια τους και τα ενυδρεία τους και μια ολόκληρη γωνιά της πόλης ζέχνει από ψάρια που ξεραίνονται ή σαπίζουν. Σ’ όλη τη διάρκεια της Σαρακοστής και της νηστείας των Χριστουγέννων οι άνθρωποι της Στρούγκας κάνουν εμπόριο με όλο το βουνό. Στη δεξιά όχθη του ποταμού, στη μουσουλμανική συνοικία- εξήντα περίπου ερειπωμένα σπίτια και ένα τζαμί- ο μουσουλμανικός πληθυσμός που ελαττώνεται σταθερά, αποτελείται από μερικούς Οσμανλήδες, από Σλάβους που είχαν άλλοτε εξωμόσει, αυτοί ή οι πρόγονοί τους, και από Αλβανούς. Μπέηδες και αγάδες που κατέχουν ακόμη ολόκληρο σχεδόν τον τόπο. Δεν αισθάνονται όμως καθόλου άνετα έτσι όπως είναι υπο παρακολούθηση, ανάμεσα σε όλους αυτούς τους χριστιανούς που τους ξεσηκώνουν οι ξένες προπαγάνδες και μεταναστεύουν στην Αχρίδα, στο Μοναστήρι και στη Θεσσαλονίκη. Το υπόλοιπο καντόνι της Στρούγκας έχει 7.000 κατοίκους, απ’ τους οποίους μόλις χίλιοι είναι μωαμεθανοί, αλβανοί αγάδες στο Πισκουπάλ και τη Στάροβα, στη δεξιά όχθη της λίμνης, και σλάβοι αγρότες στην ύπαιθρο των δύο αυτών πόλεων. Οι προσηλυτισμοί αυτοί έγιναν με τη βία τον περασμένο αιώνα.
Η Στρούγκα οφείλει την ύπαρξή της στο γεφύρι της. Ο Πληθυσμός εγκαταστάθηκε πολύ φυσιολογικά στο υποχρεωτικό αυτό πέρασμα του καραβανιού. Πουθενά δεν μπορείς να διαβείς το ποτάμι μεσ’ από το νερό εξαιτίας των τελμάτων, των καρβουνότοπων ολόγυρα, της λασπουριάς και των βούρλων του βυθού. Πρέπει να υπήρχαν πάντοτε γεφύρι και πόλη στο σημείο αυτό ή στα κοντινά περίχωρα. Το σημερινό γεφύρι είναι από ξύλο, ολοκαίνουργιο, προσωρινό, φτιαγμένο με χωριστά δοκάρια και καρφωμένα σανίδια. Στον κρυστάλλινο βυθό όμως διακρίνονται πέτρινα χαλάσματα, κατάλοιπα χτισμάτων. Ο Δρίνος κυλά λαγαρός, πλατύς και ξέχειλος, χωρίς καθορισμένες όχθες, μέσα σ’ ένα τόσο πράσινο, τόσο χορταριασμένο φόντο, που μετά βίας ξεχωρίζει μακριά το ποτάμι από τα γειτονικά λιβάδια. Πάνω στο γεφύρι, σε μια διπλή σειρά παραπηγμάτων, οι Βούλγαροι πουλούν στα καραβάνια φρεσκα ή παστωμένα ψάρια. Αλβανοί φορτώνουν στα αλογάκια τους σάκους με χέλια και πέστροφες που σπαρταρούν. Θα φτάσουν στην αγορά του Ελβασάν ύστερα από δύο μέρες πορείας κάτω από τον καφτερό ήλιο!
Τα πιο πολλα από τα παραπήγματα είναι κλειστά γιατί εδώ και δυο μέρες οι μισοί τουλάχιστον Στρουγκιώτες βρίσκονται στην Αχρίδα για να υποδεχτούν τον καινούργιο βούλγαρο μητροπολίτη.
Λίγος καιρός είναι που άρχισε αυτό. Όταν ο άνθρωπός μας ήρθε εδώ, δεκαπέντε είκοσι χρόνια πριν, κανείς δεν ήξερε και όλοι αυτοθεωρούνταν Έλληνες. Προχώρησε όμως με ταχύ ρυθμό. Το βουλγαρικό σχολείο συντηρήθηκε στην αρχή με επιχορήγηση του εξάρχου. Η γηγενής κοινότητα πλήρωνε τότε ένα σέρβο δάσκαλο. Τώρα άλλο σχολείο δεν υπάρχει από το βουλγαρικό. Το δυστύχημα είναι ότι στην ύπαιθρο οι χωριάτες είναι καθυστερηνένοι, δεν καταλαβαίνουν τον πατριωτισμό και συχνά προτιμούν τους παπάδες του Πατριάρχη απ’ αυτούς της Αυτού Αγιότης του εξάρχου(τον ελληνικό κλήρο από το βουλγαρικό). Σε τούτο το καντόνι μόνο οι 300 οικογένειες της Στρούγκας είναι φωτισμένες, όλοι οι άλλο, ζώα! (Berard, σ.138- 146)
Η απόσταση ανάμεσα στη Στρούγκα και την Αχρίδα είναι δύο ώρες (12-15 χιλιόμετρα) και ο δρόμος είναι χωματόδρομος ανάμεσα σε καλαμιώνες και λασπόνερα. Και εδώ δουλεύουν στην επίστρωση του δρόμου. Έχουν φέρει όμως εδώ Αλβανούς με τη βία και τους επιβλέπουν χωροφύλακες. (Berard, σ.148-149)
[/tab]
[tab name=’Boissonas’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Chirol’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Clarke’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Cousinery’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Frazer’]
Η Στρούγκα βρίσκεται κατά μήκος της βόρειας πλευράς της Αχρίδας. Ένας καλός, μακρύς καρόδρομος ενώνει τις δυο πλευρές ενώ κοπάδια και μουλάρια φορτωμένα ξυλοκάρβουνο και ιππείς συναντώνται σε αυτό το δρόμο. Στη λίμνη υπάρχουν πολλές βάρκες-που μοιάζουν με γόνδολες- με τεράστια -σαν φτυάρια- κουπιά. Περιέργως, οι βάρκες της Αχρίδας δε χρησιμοποιούν πανιά. Όσο εξαίσια κι αν είναι η αύρα της λίμνης και μακρινή η διαδρομή-πολλές φορές διαρκεί όλη την ημέρα –η απόσταση καλύπτεται μόνο με τα κουπιά. Αυτό δε συμβαίνει επειδή οι ντόπιοι αγνοούν τη χρησιμότητα των ιστίων αλλά λόγω του γεγονότος ότι οι σφοδροί άνεμοι από τα βουνά είναι τόσο ξαφνικοί και θυελλώδεις που σε μια στιγμή μπορούν να αναποδογυρίσουν ένα ιστιοφόρο. Στην περιοχή οι παλαιού τύπου νερόμυλοι χρησιμεύουν στην άρδευση. Στη Στρούγκα υπάρχουν λίγοι Βούλγαροι ή Έλληνες. Το κυρίαρχο στοιχείο είναι οι Τούρκοι ενώ εντύπωση προκαλεί το αλβανικό στοιχείο. Οι άνδρες είναι ψηλοί και μελαχρινοί και είναι εμφανίσιμοι με κανονικά χαρακτηριστικά. Εκεί και σε όλη την περιφέρεια οι Αλβανοί δίνουν την εντύπωση ότι είναι φιλάρεσκοι .Τους αρέσει το πανωφόρι τους να είναι στολισμένο με ασήμι και χρυσό. Η φουστανέλα τους είναι συνήθως πολύ καθαρή. α παπούτσια τους -συχνά από κόκκινο δέρμα- έχουν μια τεράστια φούντα σε κάθε δάχτυλο, κάτι το οποίο δε δείχνει όμορφο αλλά οι ίδιοι καμαρώνουν γι’αυτό. Τα δυο όπλα που φέρουν στη μέση τους είναι πάντοτε σκαλιστά και διακοσμημένα με ψηφίδες, συχνά με πολύτιμους λίθους και με μια χρυσή επιγραφή κατά μήκος της κάννης. (Frazer,σ. 233-234)
Πέρα από τη Στρούγκα ,το τοπίο γίνεται άγριο. Δεν υπάρχουν χωριά και λίγοι άνθρωποι κυκλοφορούν.(Frazer,σ. 234)
[/tab]
[tab name=’Holland’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Isambert’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Leake’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Mantegazza’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Pouqueville’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Tozer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Urquhart’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Walker’]
Αλβανικό χωριό που βρίσκεται στο σημείο όπου ο μαύρος Δρίνος ξεχύνεται από τη λίμνη προς βορεινή κατεύθυνση. (Walker,σ. 111)
Η ιχθυόσκαλα της Στρούγκας στο Δρίνο είναι πολύ σπουδαία εγκατάσταση. Εδώ οι ψαράδες πιάνουν σολομούς και χέλια σε μεγάλες ποσότητες, ιδίως χέλια. Σε μερικές περιπτώσεις πιάνουν μέχρι 6.000 οκάδες τη φορά. Κατόπιν τα αλατίζουν και τα στέλνουν στη Σερβία, στη Βλαχία και σε όλες τις επαρχίες του Δούναβη. Τα χέλια τα πιάνουν με παγίδες από λυγαριά και τους σολομούς με ένα τεράστιο πιρούνι σαν καμάκι. Η εποχή για ψάρεμα κρατάει δύο μήνες, Μάιο και Ιούνιο. (Walker,σ. 112)
Η εκκλησία της Στρούγκας, χτισμένη το 1835, είναι όμορφη και στερεή. Το τέμπλο της είναι πολύ ωραίο, σκαλισμένο και χρυσοποίκιλτο με αρκετές εικόνες σε καλή κατάσταση. Στις εικόνες αυτές τα πρόσωπα έχουν γύρω από το κεφάλι φωτοστέφανο και τα χέρια είναι ντυμένα με ασήμι. (Walker,σ. 113)
[/tab]
[tab name=’Σχινάς’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[end_tabset]
Λίγες πόλεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία παρουσιάζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την Θεσσαλονίκη- ενδιαφέρουσα τόσο για τους μαθητές όσο και για τους στρατηγούς, για τους πολυάσχολους εμπόρους αλλά και τους τουρίστες. Το εξαιρετικό της λιμάνι την καθιστούσε πάντοτε ως ένα εμπορικό κέντρο σπουδαίας σημασίας και δραστηριότητας στον Λεβάντη, ενώ η γεωγραφική της θέση έχει πολύ συχνά οδηγήσει σε συζητήσεις ως προς το αν δεν θα μπορούσε να γίνει ένας τόπος προσέλκυσης μεταξύ Αγγλίας και Ινδίας. Αυτά τα φυσικά της πλεονεκτήματα έχουν εκθέσει την Θεσσαλονίκη στην αρπακτικότητα όλων των φυλών οι οποίες κατά καιρούς φιλοδοξούν να την κατακτήσουν. Ιδρύθηκε από κάποιον άμεσο διάδοχο του Αλεξάνδρου, και στη συνέχεια πέρασε στη δικαιοδοσία των Ρωμαίων και των Βυζαντινών: υπέστη μερικές επιτυχημένες πολιορκίες από τους Σλάβους, κατακτήθηκε από τους Φράγκους, ανακαταλήφθηκε από τους Έλληνες και τελικά υπέκυψε στους Τούρκους. (Abbott, σ.12-21)
Η ιστορία της πόλης και των περιπετειών της διαφαίνεται ακόμη και από τα μνημεία που κληροδοτήθηκαν σε αυτή από κάθε διαδοχική εποχή. Κάθε κατακτητής στο πέρασμά του άφησε πίσω του χαραγμένη την υπογραφή του σε μάρμαρο ή πέτρα. (Abbott, σ.12-21)
Ένα τεράστιο κυκλικό κτίριο, τώρα τζαμί του Μωχάμετ, χρονολογείται από τα προ-Χριστιανικά χρόνια. Αρχικά ανεγέρθηκε για την λατρεία παγανιστικών θεοτήτων, ενώ στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε ως εκκλησία, αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο, και μετά την κατάκτηση από τους Οθωμανούς, μετατράπηκε σε τόπος προσκυνήματος του Αλλάχ. Μέχρι πριν από λίγο καιρό μια πλούσια-λαξευτή πέτρα στο εσωτερικό του ναού επισήμανε στον ταξιδιώτη “Άμβωνας του Αγίου Παύλου”, και η λαϊκή παράδοση υποστήριξε ότι ήταν από αυτή την πέτρα που ο Απόστολος των Εθνών κήρυξε το ευαγγέλιο στους Θεσσαλονικείς. Ο “άμβωνας” κοσμεί από τότε τα δωμάτια του Δυτικού μουσείου. (Abbott, σ.12-21)
Μια θριαμβευτική, αν και δυστυχώς ακρωτηριασμένη και λερωμένη αψίδα, στον ανατολικό άκρο του κύριου δρόμου, αποτελεί λείψανο του Ρωμαϊκου πολιτισμού, μολονότι οι αρχαιολόγοι δεν μπορούν να συμφωνήσουν ως προς τον αυτοκράτορα προς την τιμή του οποίου κατασκευάστηκε. Μια λωρίδα του κύριου αυτού δρόμου οδηγεί σε ένα ανοιχτό χώρο, τώρα περικλείεται από τις ασήμαντες κατοικίες των φτωχών, αλλά κάποτε από το λαμπρό θέατρο των αρματοδρομιών. Αυτό το μέρος, εξακολουθεί να ονομάζεται Ιπποδρόμιο, γνώρισε επίσης μια από αυτές τις πράξεις βαρβαρότητας που φάνηκε να προαναγγέλλουν τη μελλοντική τύχη αυτών των εδαφών. Ήταν εδώ όπου πολλές χιλιάδες Θεσσαλονικείς, σε ένα απροσδόκητα εορταστικό κλίμα, σφαγιάστηκαν ανηλεώς από τους λεγεωνάριους του αυτοκράτορα Θεοδοσίου, το ευλογημένο έτος 390. Ίχνη από την Φραγκική κατοχή μπορούν να βρεθούν στα τείχη και τις οχυρώσεις που ακόμη στέφουν την πόλη από τις τρεις πλευρές. (Abbott, σ.12-21)
Όσον αφορά τους Τούρκους, δεν έχουν ακόμη κάποιο μνημείο. Οι Τούρκοι αν και έχουν δανειστεί πολλά και καταστρέψει περισσότερα, δεν έχουν κατασκευάσει τίποτα- ούτε καν φυλακή. Σχεδόν όλα τα τζαμιά, όπου υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός, ήταν κάποτε χριστιανικές εκκλησίες και ακόμα και σήμερα φέρουν τα ονόματα των παλαιών πολιούχων τους. Το “Επταπύργιο” και ο “Λευκός ή Ματωμένος Πύργος” , οι δύο κύριες φυλακές της επαρχίας, ήταν επίσης Βυζαντινά φρούρια. Οικοδομήματα κατασκευασμένα με πρωτοβουλία των Τούρκων είναι μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού: το Κονάκι, ή διοικητήριο, ένας στρατώνας, ένα στρατιωτικό νοσοκομείο, και ένα σιντριβάνι συνθέτουν τη λίστα της Οθωμανικής συνεισφοράς στην αρχιτεκτονική της πόλης. Όλα αυτά τα κτίρια είναι αρκετά μοντέρνα και δεν έχουν κανένα τουρκικό χαρακτηριστικό και δείχνουν την παραμέληση και την πρόωρη φθορά.(Abbott, σ.12-21)
Για τις Βυζαντινές εκκλησίες της Θεσσαλονίκης, οι οποίες έχουν ιδιοποιηθεί από τους Τούρκους, υπάρχουν λεπτομερείς περιγραφές στα έργα πολλών “σοφών”, Άγγλων και ξένων, που σε διαφορετικές στιγμές επισκέφτηκαν την πόλη. Το τζαμί του Αγίου Δημητρίου, του παλιού πολιούχου της Θεσσαλονίκης είναι κυρίως ενδιαφέρον στους αμαθής καθώς παρουσιάζει ένα περίεργο παράδειγμα συμβιβασμού ανάμεσα στον Σταυρό και το μισοφέγγαρο. Ένας σκοτεινός διάδρομος οδηγεί από το σώμα του ναού σε ένα μπουντρούμι με υγρασία όπου βρίσκεται θαμμένος ο Άγιος. Μια μικρή λάμπα λαδιού που κρεμιέται από το θόλο, ρίχνει ένα μελαγχολικό φως που τρεμοπαίζει πάνω από τον τάφο ο οποίος είναι καλυμμένος με παχύ στρώμα από σταλάγματα των αμέτρητων κεριών που έχουν κολλήσει πάνω του από ευσεβή χέρια στο πέρασμα των αιώνων. Η ίδια λάμπα φωτίζει μία μικρή εικόνα του αγίου η οποία αναπαύεται ενάντια σε ένα άδειο μπουκάλι κρασιού. Ο ιμάμης που οδηγεί τον ξένο σε αυτό το πένθιμο ιερό εξηγεί ότι η λάμπα πάντοτε καίει, και πως, αν κατά τύχη επιτραπεί να σβήσει, η ύπαρξή του ακολουθείται από τρομερές συνέπειες προς τον ίδιο. Ο ευλογημένος άγιος λέει ο ιμάμης με ένα ύφος ακίνητης επίδειξης το οποίο δείχνει πόσο συχνά πρέπει να έχει πει την ιστορία, είναι δυνατό να δυσανασχετήσει με τόσο μεγάλη αδιαφορία. Ω πόσες φορές έχει δείξει την οργή του στους προκατόχους μου και σε εμένα τον ίδιο στον ύπνο μας. Οι χριστιανοί της κατώτερης τάξης σταθερά πιστεύουν στην ειλικρίνεια του ιμάμη, γιατί δεν κολακεύει ο μύθος τη θρησκευτική τους εκτίμηση. Δεν αποδεικνύει την δύναμη του αγαπημένου τους πολιούχου. Πάνω από όλα ο παλιός Άγιος Δημήτριος δεν τιμωρεί μέχρι ενός ορίου τα λάθη των Χριστιανών στο σώμα του Ισλάμ. Ο ευγνώμων Ιμάμης τους αφήνει να πάρουν από το ιερό μια χούφτα χώμα, το οποίο υποτίθεται ότι είναι προικισμένο με θαυματουργές ικανότητες για την θεραπεία ασθενειών. (Abbott, σ.12-21)
Μία έξοχη θέα της πόλης και του λιμανιού μπορεί να πάρει κάποιος από την κορυφή του λόφου στον οποίο βρίσκεται η ακρόπολη, περιοχή που τώρα έχει καταληφθεί από τσιγγάνους. Μια ελληνική εκκλησία γνωστή ως Τσαούς Μοναστίρ, ή Το Μοναστήρι του Καπετάνιου, καταλαμβάνει μια εξέχουσα θέση στον λόφο. Μέσω του περιβόλου αυτής της εκκλησίας περνάνε τα κανάλια που προμηθεύουν την πόλη με νερό από το Όρος Χορτιάτης. Στην ίδια αυλή βρίσκεται και ο τάφος όπου αναπαύεται ο Τσαούς, από τον οποίο πήρε το όνομά του το μοναστήρι. Η ιστορία λέει ότι, όταν οι Τούρκοι πολιόρκησαν την Θεσσαλονίκη βίωσαν μεγάλη δυσκολία στο να πλησιάσουν τη πόλη και πως τελικά κατάφεραν να το πετύχουν λόγω της προδοσίας των τροφίμων του μοναστηριού, οι οποίοι βοήθησαν τον εχθρό να κόψει την τροφοδοσία του νερού. Δεν ξέρω αν υπάρχει βάση για αυτή την παλιά παράδοση. Ίσως πρόκειται μόνο για ένα παράδειγμα άρρωστου αισθήματος που τρέφουν οι άνθρωποι ενάντια στους μοναχούς και τα μοναστικά ιδρύματα γενικότερα. Μια φορά κατά τη διάρκεια μίας συζήτησης σχετικά με τους μοναχούς του Όρους Άθως, ένας χωρικός με εξέπληξε περιγράφοντάς τους σε μια φράση, νευρώδης περισσότερο παρά ευγενική, ως άνδρες, περισσότερο ταιριαστοί για το σκοινί και το παλούκι– μια έντονη καταγγελία της αγιότητας. Στην ίδια αυλή στέκεται η επιτύμβια στήλη στην οποία αναπαύεται ο Τσαούς (Tchaoush), από τον οποίο παίρνει το όνομά του το μοναστήρι. Ποιος ήταν αυτός ο ήρωας, ή τι έκανε για να κερδίσει την κακιά του φήμη, είναι ερωτήσεις στις οποίες, ο Έλληνας παπάς με τη μακριά γενειάδα, τώρα ο μοναδικός ένοικος του μοναστηριού, δεν θα μπορούσε να δώσει καμία απάντηση. Ούτε ήμουν εγώ αρκετά περίεργος να μάθω. Αφήνοντας τον οικοδεσπότη μου να πάει στον εσπερινό του, εγώ περπάτησα προς το στενό πέτρινο περβάζι έξω από την πύλη και κοίταξα γύρω με αδράνεια. Η πόλη απλώνεται κάτω από τα πόδια μου. Κόκκινες και καφέ σκεπές, μπρούντζινοι τρούλοι, κάτασπροι μιναρέδες απλώνονται σε μια ευχάριστη σύγχυση πάνω στην πλαγιά.(Abbott, σ.12-21)
Το λιμάνι λάμπει πέρα σαν ένας τεράστιος καθρέφτης που αντανακλά τις ακτίνες του απογευματινού ήλιου. Το Καραμπουρνού, ένα μεγάλο βραχώδες ακρωτήρι, με πλευρές σημαδεμένες και χτυπημένες από τα ρεύματα αμνημόνευτων χειμώνων, βρίσκεται στα αριστερά, ενώ το Όρος Όλυμπος στα δεξιά. Υπάρχουν αρκετές αρτηρίες που οδηγούν από την προβλήτα στην καρδιά της πόλης. Η πιο ενδιαφέρουσα από όλες είναι εκείνη που περνά μέσα από το παζάρι, διασχίζει τον κύριο δρόμο σε ορθή γωνία και συνεχίζει με μια ελαφρά ανύψωση μέχρι το Κονάκι. Το πρώτο κομμάτι αυτού του δρόμου στεγάζει του Εβραίους εμπόρους. Καθώς προσχωρούσα κατά μήκος των επιδεικτικά στολισμένων μαγαζιών τους, δεχόμουν δελεαστικές προσκλήσεις να σταματήσω και να δω την πραμάτεια τους. Αλλά γενναία αντιστάθηκα στον πειρασμό, και τελικά βυθίστηκα στο ηλιοβασίλεμα του κύριου δρόμου.(Abbott, σ.12-21)
Στην Θεσσαλονίκη υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός Ισραηλιτών. Σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές ο αριθμός τους εκτιμάται σε εβδομήντα χιλιάδες. Αλλά οι επίσημες στατιστικές στην Τουρκία, εξαιρετικές ως έργα της φαντασίας, δεν κάνουν καμία προσπάθεια για ρεαλιστική απόδοση της πραγματικότητας. Κάποτε ένας κυβερνητικός υπάλληλος αφελώς μου εξήγησε ότι από αυτή την απογραφή, η οποία πραγματοποιείται με σκοπό την συλλογή των φόρων, όπως είναι λογικό δεν μπορεί να αναμένεται από τους ανθρώπους να νοιάζονται ιδιαίτερα να δώσουν τα ονόματά τους! Και συνέχισε λέγοντας ότι είναι η συνήθεια των ανθρώπων, όταν ο απογραφέας τριγυρνάει, να ενημερώνουν για την άφιξή του ο ένας τον άλλο κάνοντας σινιάλα, χρησιμοποιώντας σκουπόξυλα, σεντόνια έτσι ώστε οι ραγιάδες έχουν αρκετό χρόνο στη διάθεσή τους για να διώξουν τα παιδιά τους, ειδικά τα αγόρια, έξω από το σπίτι. (Abbott, σ.12-21)
Πρόσθεσε, επίσης, ότι όσον αφορά τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης ο αριθμός ενενήντα χιλιάδες πρέπει να είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα, ενώ με ένα ειρωνικό χαμόγελο με ρώτησε για ποιο λόγο εμμένω τόσο πολύ στους αριθμούς, αν είναι λίγοι περισσότεροι ή λιγότεροι, αφού σε μερικά χρόνια θα είμαστε όλοι ένα και ότι ο Αλλάχ είναι μοναδικός αθάνατος. Γνωρίζουμε από την Καινή Διαθήκη ότι μια σημαντική Εβραϊκή αποικία υπήρχε στην Θεσσαλονίκη στο ξεκίνημα της Χριστιανικής εποχής. Ο Μπέντζαμιν από την Τουντέλα, ο παλιός περιηγητής του 12ου αιώνα, αναφέρει, επίσης, εκεί την ύπαρξη Εβραϊκής κοινότητας. Στην πλειονότητα τους είναι απόγονοι των Εβραίων που είχαν απελαθεί από την Ισπανία από τον Φερδινάνδο και την Ισαβέλλα, και εξακολουθούν να μιλούν μια ισπανική διάλεκτο, αρκετά κατεστραμμένη από προσθήκες τουρκικών και άλλων ξένων στοιχείων. Αυτοί οι Εβραίοι ανήκουν στην Σεφαρδίτικη σέχτα. Το ρεύμα των μεταναστών τη σύγχρονη εποχή ήταν περαιτέρω διογκωμένο από την εισροή προσφύγων, από τους Ασκενάζι[Εβραίους], από τη Ρωσία, τη Ρουμανία, και από αλλού, για την Τουρκία η οποία είναι ένα ανοιχτό καταφύγιο για τους πρόσφυγες κάθε χρώματος που διώκονται. Εφόσον αυτοί ανέχονται και δέχονται να ισχύει και γι’ αυτούς η τακτική της φοροείσπραξης, τότε έχουν την άδεια να ζήσουν εκεί. Πόσο καλά αυτό το καθεστώς συμφωνεί με το Εβραϊκό σύνταγμα αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης έχουν αναπτυχθεί, και συνεχίζουν να αναπτύσσονται, σε αριθμό και πλούτη, παρά την απογοήτευση των προαιώνιων αντιπάλων τους, των Ελλήνων. Αν θεωρήσουμε τους Εβραίους ως τους διαμεσολαβητές του εμπορίου της Θεσσαλονίκης, τότε οι Έλληνες αποτελούν τους κύριους εκπροσώπους της πνευματικής κουλτούρας της. Σε πλήθος και σε πλούτο αυτοί ήταν ανυπολόγιστα κατώτεροι από τους Εβραίους, αλλά οποιαδήποτε υστέρησή τους αντισταθμίζονταν από τις λογοτεχνικές τους προτιμήσεις και από την επιθυμία τους για πρόοδο.(Abbott, σ.12-21)
Διατηρούσαν μερικά εξαιρετικά ιδρύματα για την εκπαίδευση των νέων, η ετήσια συμμετοχή έφτανε του 2000 μαθητές και των δύο φύλων, εκτός από έναν αριθμό αγοριών και των κοριτσιών που συχνά φοιτούσαν σε Γαλλικά και Ιταλικά σχολεία για την εκμάθηση ξένων γλωσσών. Υπάρχουν ακόμα πολλά φιλανθρωπικά ιδρύματα, τα οποία, όπως και τα σχολεία οφείλουν την ύπαρξή τους στην γενναιοδωρία των γηγενών Ελλήνων, οι οποίοι έκαναν τις περιουσίες τους στο εξωτερικό, και, πεθαίνοντας τα κληροδότησαν στην γενέτειρά τους. (Abbott, σ.12-21)
Εκτός από τους Εβραίους και τους Έλληνες, στη Θεσσαλονίκη υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός Τούρκων, και ένας μικρός αριθμός Σέρβων, Ρουμάνων, Βουλγάρων όπως και μια αποικία Φράγκων, στην οποία η πανταχού παρόντες Τεύτονες έχουν πρόσφατα κάνει την παρουσία τους ιδιαίτερα αισθητή. Εκτός από τους Έλληνες και οι Βούλγαροι έχουν κάποια σχολεία, αλλά, παρόλο που εκτός από τη διδασκαλία, προσφέρουν και τα ισχυρά θέλγητρα της δωρεάν σίτισης και στέγαση, δεν μπορούν να επαίρονται για επιτυχία στο τομέα αυτό. Τα ιδρύματά τους, καλά διαφημισμένα καθώς είναι, επιζητούν το κύρος της αρχαιότητας και τα υψηλά πρότυπα απόδοσης τα οποία οι Έλληνες ανταγωνιστές τους έχουν επιτύχει, τα κίνητρά τους, όμως, φαίνεται να είναι περισσότερο πολιτικά παρά εκπαιδευτικά. Οι Ρουμάνοι και οι Σέρβοι, επίσης, προσπαθούν να προωθήσουν τα πολιτικά τους συμφέροντα μέσω της εκπαίδευσης, αλλά τα αποτελέσματα μέχρι σήμερα είναι λιγότερο ενθαρρυντικά ακόμη και από αυτά που έχουν αποκτήσει η Βούλγαροι. Συνολικά, θα μπορούσε ίσως να ειπωθεί ότι η Θεσσαλονίκη εξακολουθεί να είναι αυτό που ήταν για περισσότερο από είκοσι αιώνες- κέντρο Ελληνικής επίδρασης και πολιτισμού.(Abbott, σ.12-21)
[/tab]
[tab name=’Berard’]
Οι Τούρκοι που συναντούμε σήμερα στα δυτικά του Βαρδάρη, έχουν έρθει οι περισσότεροι από την Ανατολή. Οι πρώτοι ήρθαν από τη θάλασσα. Στα 1331, εβδομήντα πλοία του μπέη του Καράσι αποβίβασαν στην ακτή της Θεσσαλονίκης συμμορίες, που λεηλατούν τη Βέροια. Στα 1343 και 1352 καινούριες εφορμήσεις. Ακολουθεί η μεγάλη κατάκτηση με τις εισβολές του Μουράτ και του Βαγιαζήτ. Ύστερα από είκοσι χρόνια ολόκληρη η Μακεδονία ήταν υποταγμένη (1370).(Berard, σ. 198)
[/tab]
[tab name=’Boissonas’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Chirol’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Clarke’]
Τα σπίτια γενικά είναι κτισμένα με άψητες πλίνθους και στην πλειοψηφία τους είναι λίγο καλύτερα από τις καλύβες. Η ακρόπολη βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο μιας ημικυκλικής ακτίνας που ξεκινά από την ακτή. Στην ακρόπολη βρίσκεται ένας πύργος με μια συστοιχία κανονιών. Τα άκρα της βλέπουν προς την θάλασσα και δεν υπάρχει τάφρος έξω από τα τείχη της. (Clarke, σ. 350)
Ο Κάσσανδρος άλλαξε το όνομα της πόλης από Θερμά σε Θεσσαλονίκη, προς τιμήν της γυναίκας του, κόρης του Φιλίππου Αμύντα και αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Για του λόγου το αληθές, έχουμε την μαρτυρία του Στράβωνα. Ωστόσο, σύμφωνα με άλλη άποψη, η ονομασία της πόλης προέρχεται από μια νίκη του Φιλίππου Β΄, λίγοι όμως θα υιοθετήσουν αυτήν την ερμηνεία. (Clarke, σ. 350)
Ως αποτέλεσμα της μοιραίας μάχης της Πύδνας, η Μακεδονία χωρίστηκε σε τέσσερις περιφέρειες και η Θεσσαλονίκη έγινε η πρωτεύουσα της δεύτερης κατά σειρά. Η πόλη ήταν και η κατοικία του Κικέρωνα κατά τη διάρκεια της εξορίας του. Η πόλη λάτρευε πολλούς αυτοκράτορες αποδίδοντας τους θεϊκές τιμές αλλά η κύρια θεότητά της ήταν ο Δίας, πατέρας του Ηρακλέους. Στην ακμή της, η πόλη διέθετε ένα αμφιθέατρο για τους μονομάχους και έναν ιππόδρομο για τη διεξαγωγή των αγώνων. Οι αυτοκράτορες Βαλεριανός και Γαλλιηνός αναβάθμισαν την πόλη στο επίπεδο της «αποικιακής πόλης». Σύμφωνα με τον Μπωζούρ, στην ακρόπολη μπορεί ακόμα να βρίσκονται μερικοί κίονες από Verde antico ή Ατράκιο μάρμαρο, που προέρχεται από τα λατομεία στην άλλη πλευρά του Θερμαϊκού κόλπου. Μάλιστα, υποστηρίζεται πως οι κίονες αυτοί είναι τα απομεινάρια του ναού του Ηρακλή. Επίσης, υπάρχει και ένα θριαμβικό τόξο που ανεγέρθηκε από τον Μάρκο Αυρήλιο. Φέρει δε και μια επιγραφή προς τιμήν του Αντωνίνου και της Φαυστίνας : «ΦΑΥΣΤΕΙΝΗΣΕΒΑΣΤΗΚΑΙΛΟΥΚΙΩΚΟΜΟΔΩΗΠΟΛΙΣ»,χαμηλότερα εμφανίζονταν με μικρότερα γράμματα η εξής επιγραφή: «ΤΙΤΩΑΝΤΩΝΕΙΝΩΣΕΒΑΣΤΩΕΥΣΕΒΕΙ». (Clarke, σ. 351)
Οι ισπανόφωνοι Εβραίοι που κατοικούν εδώ ονομάζουν το κτίριο Incantadas, «χαραγμένες φιγούρες». Η περιοχή σημαδεύτηκε από τον λοιμό, εξαιτίας του οποίου, το τετράγωνο αυτό έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί. Ως εκ τούτου είχαμε την άνεση να περιηγηθούμε στο κτίριο ανενόχλητοι και με ασφάλεια. Βρήκαμε μια υπέροχη κιονοστοιχία κορινθιακού ρυθμού, η οποία σχηματιζόταν από πέντε κίονες, που στήριζαν έναν θρίγκο. Η κιονοστοιχία είχε τέσσερα κενά μεταξύ των κιόνων, που χρησιμοποιούνταν ως είσοδος στον ιππόδρομο ή στην Αγορά. Η τεχνοτροπία όλου του κτιρίου υποδηλώνει μια παρακμή των Τεχνών. Ωστόσο, υπάρχουν τμήματα της γλυπτικής, τα οποία είναι πολύ κομψά, όπως παρουσιάζονται και στην πολύτιμη έκδοση του Stuart. Όλο το τμήμα της Ζωφόρου είναι κατασκευασμένο από πεντελικό μάρμαρο, το οποίο πιθανότατα αγοράστηκε από την Αθήνα. Οι κίονες είναι κατασκευασμένοι από μάρμαρο τύπου Cipolino. Αυτά τα διπλά υψηλά ανάγλυφα κατασκευαστήκαν για να υποστηρίζουν την ανωδομή των αττικού τύπου Καρυάτιδων. Ο Μπωζούρ πιστεύει ότι το κτίριο αυτό κατασκευάστηκε στην εποχή του Νέρωνα. Επίσης, θεωρεί πως τα υψηλά ανάγλυφα είναι τα κομψότερα δείγματα της ελληνικής γλυπτικής, που διασώθηκαν από την φθορά και τους βαρβάρους. Μάλιστα, τόσο οι Άγγλοι όσο και οι Γάλλοι έχουν πολλές φορές προσπαθήσει να τα μεταφέρουν αλλά όλες τους οι αιτήσεις έχουν απορριφθεί από τον πασά της πόλης. (Clarke, σσ. 352 – 355)
Στο νεκροταφείο έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης, παρατηρούμε τους άξονες των αρχαίων κιόνων. Στη συνέχεια συναντούμε ένα ανάχωμα, στο οποίο πιθανότατα υπάρχουν ίχνη ενός οχυρού. Στο εσωτερικό του υπάρχουν τα υπολείμματα των τειχών και ενός συντριβανιού, στο οποίο το νερό χυνόταν από το βλέφαρο μιας αρχαίας σωρού. (Clarke, σ. 376)
[/tab]
[tab name=’Cousinery’]
Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται μέσα στον κατάλογο των ρωμαϊκών αποικιών. Εν τούτοις άργησε να λάβει τον τίτλο της αποικίας. Αυτό έγινε επί αυτοκράτορος Τραϊανού-Δεκίου.(Cousinery, τομ.Ι, σ.16)
Η Θεσσαλονίκη ονομαζόταν «Θέρμαι», τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής της, λόγω των ιαματικών πηγών που βρίσκονται στα ανατολικά και νότια της πόλης. Από εκεί προέρχεται και το όνομα του Θερμαϊκού κόλπου.(Cousinery, τομ.Ι, σ.23)
Θεσσαλονίκη, Cousinery M.E.M., Voyage dans la Macedoine, Παρίσι 1831.
Αρχαία κατάλοιπα, Cousinery M. E. M., Voyage dans la Macedoine, Παρίσι 1831.
[/tab]
[tab name=’Frazer’]
Στη Θεσσαλονίκη υπάρχουν τρεις «Κυριακές» μέσα σε μια εβδομάδα. Η Παρασκευή για τους μουσουλμάνους, το Σάββατο για τους Εβραίους και η Κυριακή για τους χριστιανούς.Ή μάλλον δεν υπάρχει τελικά καμιά Κυριακή ,καθώς δεν υπάρχει καμία μέρα που να σταματά συνολικά η επιχειρηματική δραστηριότητα. Οι περισσότερες δουλειές κλείνονται στα καφενεία.Αν χρειάζεσαι κάποιον για μια δουλειά ,τότε καλύτερα να τον συναντήσεις στο καφενείο που συχνάζει και όχι στο χώρο εργασίας του. Μερικά καφενεία σφύζουν από κόσμο το πρωί ,μερικά το απόγευμα και όλα το βράδυ. Οι Θεσσαλονικείς αγαπούν τη σκιά. Στη μία η ώρα το καφενείο είναι γεμάτο. Ο ήλιος γλιστρά στο πεζοδρόμιο πάνω από τα μικρά τραπέζια. Βαθμιαία, όλοι οι πελάτες μετακινούνται στα τραπέζια στην απέναντι πλευρά του δρόμου και ερημώνει εκείνη η πλευρά που την ψήνει ο ήλιος. Το να δειπνούν στο σπίτι δεν είναι συνηθισμένο. Στους Έλληνες αρέσει να κάθονται κάτω από τα δέντρα και να γευματίζουν με φαγητά από το διπλανό εστιατόριο. Είναι γοητευτικοί, χαρούμενοι και ευγενικοί. Θα μπορούσε να τους συμπαθήσει κανείς αν δεν τους είχε δει να τρώνε. Οι τρόποι τους στο τραπέζι είναι άσχημοι. Κάνουν θορύβους όταν τρώνε τη σούπα τους. Ανακατεύουν το φαγητό τους. Τρώνε με τα χέρια χωρίς να χρησιμοποιούν πιρούνι και τρυπούν τα λαχανικά με το μαχαίρι. (Frazer,σ. 189-190)
Οι Τούρκοι-αν και μειονότητα στη Θεσσαλονίκη- ήταν η κυρίαρχη τάξη. (Frazer,σ. 190)
Η προκυμαία της Θεσσαλονίκης εκτείνεται σε μάκρος και είναι άψογη.Προφανώς,έχει κατασκευαστεί από ξένους.Αποφασίστηκε πριν λίγο καιρό να επεκταθεί το μέτωπο της προκυμαίας.Το μόνο που έγινε ήταν να στείλουν κάποιον στα περίχωρα της πόλης να φορτώσει μια καρότσα με μπάζα, να τη φέρει ως την προκυμαία και να την αναποδογυρίσει μέσα στη θάλασσα.Σύμφωνα με υπολογισμούς,αν οι εργασίες συνεχίζονταν με αυτό το ρυθμό τότε θα χρειάζονταν 400 χρόνια ,ώστε να τελειώσουν.Όταν πρόκειται να επισκευαστεί ένας δρόμος,πραγματοποιείται μέρος της δουλειάς,μετά όλοι κουράζονται και για δυο περίπου χρόνια δεν σημειώνεται καμία πρόοδος.Ο Τούρκος θα διαφωνήσει αν του πει κανείς ότι είναι άσχημο το γεγονός να τραβά σε μάκρος η επισκευή ενός δρόμου.Η επισκευή ενός δρόμου απασχολεί λίγους άνδρες.Όταν ,όμως, ένας δρόμος καταστραφεί τελείως, τότε θα χρειαστούν πολλοί εργάτες.Επιπλέον ,οι ανώτεροι αξιωματούχοι προτιμούν να φτάσει ο δρόμος σε μια κατάσταση που πλέον δεν μπορεί να διορθωθεί,διότι τότε θα χρειαστούν μεγαλύτερα ποσά και έτσι οι υπεύθυνοι θα πάρουν το «δώρο» τους. (Frazer,σ. 190-191)
Η Θεσσαλονίκη αν και σημαντικό λιμάνι-που το εποφθαλμιούσαν και οι Αυστριακοί και οι Γερμανοί- είχε αφήσει την εμπορική δραστηριότητα της σχεδόν στην τύχη.Η ελληνική σημαία κυμάτιζε πολύ συχνά στα ατμόπλοια που έμπαιναν στο λιμάνι.Τα βρετανικά πλοία έφταναν τα τριάντα το χρόνο.Το βαμβάκι ,ο καπνός και το όπιο είναι πιο προσοδοφόρα από τα σιτηρά.Φέσια και τσιγαρόχαρτα-κατώτερης, ωστόσο, ποιότητας -αξίας 20.000 λιρών έρχονταν από την Αυστρία. (Frazer,σ. 191)
Ένα από τα σημαντικά προβλήματα της Μακεδονίας είναι ότι η στρατιωτική αστυνομία, η χωροφυλακή είναι αδαής, αναλφάβητη και τόσο κακοπληρωμένη ,ώστε οι χωροφύλακες να πρέπει να ζουν από τους εκβιασμούς. Επίσης, δεν πρόκειται ποτέ να βρουν ποιος διέπραξε ένα έγκλημα εάν δεν τους «συμφέρει» να ασχοληθούν με αυτό. Προκειμένου να διορθωθεί αυτή η κατάσταση ιδρύθηκε –υπό ξένη πίεση –μια Σχολή Χωροφυλακής στη Θεσσαλονίκη. Διοικητής της σχολής είναι ο ταγματάρχης Bonham,ένας πολύ ικανός αξιωματικός ο οποίος κατόρθωσε να πείσει τους Τούρκους να κάνουν όσα δε θα έκαναν ποτέ ακόμα κι αν τους διέτασσε κάποιος. Οι επίστρατοι χαρακτηρίζονταν με εύθυμο τρόπο ως τα «Μωρά του Bonham».Ο ταγματάρχης ήταν ένας υπέροχος «πατέρας» γι’αυτούς τους αγροίκους χωρικούς που έμοιαζαν με πρόβατα και τους έφεραν από τα βουνά, ώστε να υποστούν κάποια εκπαίδευση και τον περιέβαλλαν με συμπάθεια. Το γεγονός αυτό είχε και την αστεία του πλευρά. Ωστόσο,ο ταγματάρχης Bonham δεν ήταν πάντοτε τυχερός. Σπάνια είχε υπό τις διαταγές του άνδρα για περισσότερο από τέσσερις μήνες. Είναι άξιο απορίας πώς μέσα σε τέσσερις μήνες αυτοί οι άξεστοι νεαροί θα μπορέσουν να ορθώσουν το σώμα τους ,να μάθουν να περπατούν με το γερμανικό στυλ και να αποκτήσουν μια στοιχειωδώς ανθρώπινη συμπεριφορά Αλλά υπάρχει ο φόβος και η πιθανότητα πως όταν αυτοί οι άνθρωποι γυρίσουν στα χωριά τους και κυρίως όταν βρεθούν κάτω από την επιρροή των συναδέλφων τους –οι οποίοι περιφρονούν τα νεοφερμένα ευρωπαϊκά ήθη-θα κυλήσουν γρήγορα στον παλιό μαλθακό τρόπο ζωής τους. (Frazer,σ. 198-199)
Μια ομάδα Βουλγάρων περνώντας μπροστά από την Οθωμανική Τράπεζα της Θεσσαλονίκης έριξε βόμβες στους στρατιώτες και χωροφύλακες που είχαν προσληφθεί για να την προστατεύουν. Τρεις στρατιώτες σκοτώθηκαν. Τρεις συνομώτες σκοτώθηκαν ενώ άλλοι τρεις τραυματίστηκαν.Οι Βούλγαροι έκαψαν την τράπεζα με δυναμίτη, προσπάθησαν να καταστρέψουν το τουρκικό ταχυδρομείο, έριξαν βόμβες σε διάφορα σημεία της πόλης και διέκοψαν την παροχή αερίου.Βρέθηκε ένα υπόγειο πέρασμα που είχε σκαφτεί από ένα μαγαζί στην αντίθετη πλευρά του δρόμου ως την τράπεζα και ένα λαγούμι γεμάτο δυναμίτη συνδεδεμένο με ηλεκτρισμό μέσα από το μαγαζί.Πρέπει να χρειάστηκαν πολλοί μήνες για να κατασκευαστεί αυτό το πέρασμα.Το χώμα μεταφερόταν με μαντήλια και μικρά χαρτοκιβώτια και το πέταζαν στη θάλασσα ή κάπου αλλού αλλά οπωσδήποτε μακρυά από το σημείο.Ένα πλήρως εξοπλισμένο εργαστήριο κατασκευής βομβών ανακαλύφθηκε όπου βρέθηκαν τριάντα έξι βάζα του ενός τετάρτου της λίβρας νιτρογλυκερίνη. (Frazer,σ. 200-201)
[/tab]
[tab name=’Holland’]
Η πόλη φαίνεται, από μεγάλη απόσταση, ότι είναι τοποθετημένη στην ανωφέρεια ενός απότομου λόφου, ο οποίος ανεβαίνει από τον κόλπο στο νοτιοανατολικό του άκρο• περιτριγυρισμένη από υψηλά πέτρινα τείχη, τα οποία κορυφώνονται σε μία τριγωνική μορφή από τη θάλασσα και υπερβαίνεται από ένα φρούριο με επτά πύργους. Οι θόλοι και οι μιναρέδες των πολυάριθμων τζαμιών υψώνονται μεταξύ των άλλων κτιρίων, περιτριγυρισμένα, όπως πάντα, από κυπαρίσσια, και δίνεται έτσι ένας αέρας μεγαλείου στο μέρος.(Holland, σ. 310)
[/tab]
[tab name=’Isambert’]
Η Θεσσαλονίκη, η οποία στα τούρκικα αποκαλείται Σελανίκ, και η οποία από παλιά αποκαλούταν Θέρμη, λόγω των θερμών νερών που υπήρχαν γύρω από αυτήν. Ονομάστηκε δε Θεσσαλονίκη από τον Κάσσανδρο που έδωσε στην πόλη το όνομα της γυναίκας του, αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τόσο η θέση της όσο και το εμπόριο που διενεργείται μέσα σ’ αυτήν την κατέστησαν μία από τις σημαντικότερες πόλεις που υπάρχουν σε αυτά εδώ τα μέρη. Μετά τη μάχη της Πύδνας υποτάχθηκε στους Ρωμαίους και έγινε από αυτούς η πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Κατά τους τρεις πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, αλλά και μετά τη θεμελίωση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε η πρωτεύουσα των χωρών που βρίσκονται ανάμεσα στην Αδριατική και τον Εύξεινο Πόντο, με τον πληθυσμό της να ανέρχεται στις 220.000. Κατά την τρίτη εκατονταετία μετετράπη σε ρωμαϊκή αποικία για να χρησιμεύσει ως πρόμαχος εναντίον των εισβολών των βαρβάρων. Επίσης είναι γνωστή από τις σφαγές που διέταξε να διαπραχθούν σ΄ αυτήν ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος. Κατά την 6η και την 7η εκατονταετηρίδα υπέστη φοβερές δηώσεις και σφαγές από τους Σλάβους. Το 904 αλώθηκε από τους Σαρακηνούς και το 1185 από τους Νορμανδούς. Στην αρχή της 13ης εκατονταετηρίδας περιήλθε στα χέρια του Μαρκησίου Μονφεράτου. Εν τέλει κυριεύθηκε από τους Τούρκους το 1430, οι οποίοι αφαίρεσαν την εξουσία από τους Ενετούς, στους οποίους είχε περιέλθει αγοράζοντας την. Ο Απόστολος Παύλος δίδαξε εδώ τον ιερό λόγο του Ευαγγελίου. Η πόλη της Θεσσαλονίκης που θεωρείται ως η πρωτεύουσα του Χριστιανισμού στην Ανατολή αποκαλέστηκε κατ’ εξοχήν Ορθόδοξη. Ο περίδοξος Ευστάθιος, ο σχολιαστής του Ομήρου, υπήρξε αρχιεπίσκοπός της κατά το 1185. Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται στον μυχό του ομώνυμου κόλπου μεταξύ των ακρωτηρίων Βαρδάρ και Καραμπουρνού, και υπέρκειται αμφιθεατρικά από τη Θάλασσα έχοντας μία θέα γραφικότατη, η οποία κάθε άλλο παρά αναλογεί με την κατάσταση που παρουσιάζεται στο εσωτερικό της. (Isambert,σ.46-51)
Η γεωγραφική της θέση και το ασφαλές της λιμάνι της καθορίζουν ακόμη και σήμερα σαν να το επίνειο της Μακεδονίας και ως έναν από τους πλέον εμπορικούς σταθμούς της Ανατολής. Ο πληθυσμός της ανέρχεται σε 100.000 κατοίκους και εθνοφυλετικά αποτελείται από Εβραίους, Τούρκους, Βούλγαρους, Εβραίους. Οι Βούλγαροι είναι γεωργοί και ιπποτρόφοι. Οι Εβραίοι είναι ισπανικής καταγωγής και αποτελούν το ήμιση σχεδόν του πληθυσμού. Το κλίμα της πόλης είναι νοσηρό εξαιτίας των νοσηρών της ελών. (Isambert,σ.46-51)
Η πόλη διατέμνεται από μία πλατεία οδό που διέρχεται παράλληλα από τη θάλασσα και αποκαλείται μεγάλη οδός, και η φορά είναι προς τα δυτικά της πύλης του Βαρδαρίου, που αποτελεί προέκταση της Εγnaτίας Οδού. Τα τείχη της Θεσσαλονίκης χρονολογούνται από τον μέσο αιώνα και η περίμετρός τους είναι περίπου 8 χιλιόμετρα. Έχουν κατασκευασθεί δε από συντρίμματα αρχαίων παντός είδους και βρίσκονται σε κυκλώπεια θεμέλια. Από τα νότια και τα ανατολικά η πόλη διασφαλίζεται από δύο βαθιά ρεύματα, τα οποία από την ακρόπολη κατέρχονται ως τη θάλασσα. Από τα οικοδομήματα της πόλης άξια μνείας είναι το Καραβάν Σεράϊ, του οποίου η οικοδόμηση ανάγεται στα χρόνια του σουλτάνου Μουράτ του Β’. Ο Τεξιέ το θεωρεί κτίσμα των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, το οποίο ανακαινίσθηκε από τους Τούρκους. Επίσης η Ακρόπολη (τουρκ. Γεδί- κουλελέρ-Καλεσί, που σημαίνει φρούριο των επτά πύργων, και είναι μετάφραση του ελληνικού ονόματος Επταπύργιο.) Βρίσκεται προς την άνω πλευρά της πόλης και έχει αρχαιότατη καταγωγή. Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες Ιουστινιανός και Ζήνων επέφεραν σε αυτήν πολλές επιδιορθώσεις. Τα τζαμιά της Θεσσαλονίκης δε που πριν γίνουν τζαμιά ήταν εκκλησίες, αναπαριστούν το σύνολο της βυζαντινής αρχιτεκτονικής που είναι πάρα πολύ πλούσια, και σύμφωνα με κάποιες απόψεις υπερτερούν τα της Κωνσταντινούπολης. Αυτά είναι ο Άγιος Γεώργιος ή Ροτόντα (τούρκ. Οσμάν Τζαμί) που λαϊκά αποκαλείται Ορταντζί Εφέντη. Λέγεται πως κτίστηκε επί των ημερών του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ακόμη το Εσκί Τζουμά ήταν η πρώτη εκκλησία της Θεσσαλονίκης που μετατράπηκε σε τζαμί. Ο Άγιος Δημήτριος που στα τούρκικα αποκαλείται Κασμιμιέ, είναι η ίδια εκκλησία που οικοδομήθηκε πάνω στον τάφο του Αγίου Δημητρίου και η οποία μεταβλήθηκε σε τζαμί το 1397 επί των ημερών του σουλτάνου Βαγιαζίτ. Κατόπιν δόθηκε στους Έλληνες για να τους αφαιρεθεί πάλι το 1480. Οι Τούρκοι επιτρέπουν στους Έλληνες να επισκέπτονται τον τάφο του Αγίου Δημητρίου που βρίσκεται μέσα στον ναό και να ανάβουν λαμπάδες. Η Αγία Σοφία λέγεται πως είναι η αρχαία Μητρόπολη της Θεσσαλονίκης και χτίστηκε στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού βάσει κάποιου σχεδίου του αρχιτέκτονα Ανθεμίου από την Κωνσταντινούπολη, βάσει του οποίου όμως είναι κατά το 1/3 μικρότερη. Έγινε τζαμί από τον Ρακτούβ Ιμπαραΐμ Πασά. Άγιοι Απόστολοι (Σούκ ΣουΤζαμισί). Ο Άγιος Ηλίας (Σαριλί Τζαμισί) που χτίσθηκε το 1012 και είναι άλλη μία εκκλησία που μεταβλήθηκε σε τζαμί, το Καζαντζιλάρ Τζαμισί, που χτίσθηκε το 987.Εκτός όλων αυτών η ίδια η πόλη είναι αξιοσημείωτη και για τις αρχαιότητές της, περιγραφές των οποίων έχουν δώσει αρχαιολόγοι και περιηγητές. Εκδρομή στο όρος Κορτιάσι. Από την Θεσσαλονίκη μπορεί κάποιος να πάει στο όρος Κορτιάσι. Βρισκεται στα νοτιοανατολικά, αλλά δεν φαίνεται καλά από την ίδια την πόλη. Δύο ώρες έξω από την πόλη φτάνει κάποιος στην ομώνυμη κωμόπολη. (Isambert,σ.46-51)
Η θέα από αυτό το βουνό είναι μεγαλοπρεπής και εκτείνεται από τη μια της μεριά προς όλη την χερσόνησο της Χαλκιδικής και από την άλλη στη λίμνη και την πεδιάδα του Λαγκαδά. Το πόσιμο νερό της Θεσσαλονίκης έρχεται από αυτό το βουνό μέσω των υδραγωγείων που είναι αρχαίας κατασκευής. Για να πάει κάποιος από τη Θεσσαλονίκη στις Καρυές μέσω της ευθείας οδού κάνει 32 ώρες. Εάν ακολουθήσει το δρόμο Ποτίδαιας Ολύνθου κάνει 40 ώρες (4-5 ημέρες). Αν κάποιος θέλει να κάνει όλη την περιδιάβαση του όρους κάνει 8 με 15 μέρες. Αυτός που θέλει να επισκεφθεί τον Άθω και αποφεύγει την διάβαση ολόκληρης της Χαλκιδικής μπορεί να μεταβεί εκεί μέσω της Καβάλας και των Δαρδανελλίων δια πλοίου. Όταν εξερχόμαστε από την πύλη της Θεσσαλονίκης που αποκαλείται Καλαμαριά εισερχόμαστε στη μεγάλη Χερσόνησο της Χαλκιδικής. Η ευθεία οδός που οδηγεί στον Άθω τέμνει την Χερσόνησο από μια γραμμή που ξεκινά από τα δυτικά και τελειώνει στα ανατολικά και διέρχεται από μία κυματοειδή πεδιάδα που είναι συνάμα άγονη και αμμώδης.(Isambert,σ.46-51)
Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται στον μυχό του ομώνυμου κόλπου μεταξύ των ακρωτηρίων Βαρδάρ και Καραμπουρνού και υπέρκειται αμφιθεατρικά της θάλασσας έχοντας μία θέα γραφικότατη, η οποία κάθε άλλο παρά αναλογεί με την κατάσταση που παρουσιάζει στο εσωτερικό της.(Isambert, σ. 48)
Στο έργο του Isambert περιέχεται η καταγραφή των οδών και η περιγραφή γεωγραφική, ιστορική, αρχαιολογική και αρχιτεκτονική εκκλησιών και τζαμίων (Θεσσαλονίκης, Μονών του Αγίου Όρους, Μετεώρων κ.τ.λ.). Ο εν λόγω περιηγητής αρκείται σε βραχείες περιγραφές όλων αυτών και επιπλέον παραλείπει την εκτενή αναφορά σε περιώνυμες μάχες, όπως των Φαρσάλων και της Πύδνας. Βέβαια οι παραλείψεις αυτές αιτιολογούνται από το γεγονός πως αν ο συγγραφέας θα είχε αναλωθεί στις περιγραφές των τοποθεσιών και των μνημείων θα κατέληγε στη δημιουργία ενός εξογκωμένου βιβλίου. Οι περιγραφές των ιδίων των μαχών χωρίς την παράθεση ειδικών τοπογραφικών πινάκων δεν θα γίνονταν καταληπτές. Για αυτόν το λόγο ο μεταφραστής αναλώθηκε στην ακριβή καταγραφή του οδογραφικού μέρους του έργου. (Isambert, σ. ιε΄- ιζ΄)
Η πρώτη οδός την οποία διήλθε o Isambert ξεκινούσε από την Κωνσταντινούπολη και κατέληγε στη Θεσσαλονίκη μέσω Ραιδεστού, Αίνου και Καβάλας. Το ταξίδι διήρκεσε δέκα ημέρες(εκατόν έντεκα ώρες). Η συγκεκριμένη οδός δεν προτιμάται από τους οδοιπόρους, οι οποίοι προτιμούν τον θαλάσσιο δρόμο, παρόλο που αυτή η οδός διέρχεται από μέρη άξια λόγου, τόσο από ιστορικής όσο και από αρχαιολογικής αξίας, όπως είναι το τμήμα από τον Αίνο ως τη Θεσσαλονίκη. Σ’ αυτήν την οδό μπορεί κανείς να βρεθεί ερχόμενος από την κωμόπολη Κουτσούκ – Τσεκμετζέ μέσω σιδηροδρόμου ή πηγαίνοντας ως τη Ραιδεστό μέσω ατμοκινήτου. (Isambert, σ. 1)
Η οδός που άγει στα βορειοανατολικά από τα ερείπια της Τραϊανουπόλεως φέρει μέσα σε τρεις ώρες στο Φερετζίκ ή Βίρα όπου βρίσκει κανείς την ευθεία οδό που αδηγεί από τη Ραιδεστό στη Θεσσαλονίκη δια των κωμοπόλεων Μάλγαρα και Κεσλάν και μέσω του σιδηροδρόμου της Αδριανούπολης.(Isambert, σ. 13)
Από την Πράβιστα η ταχυδρομική οδός οδηγεί μετά από 13 ώρες στη Θεσσαλονίκη, μετά από 4 ώρες στη Ζίχνη, μετά από 1 ώρα στις Σέρρες, μετά από 3 ώρες στη Σούχα και τέλος μετά από 4,5 ώρες στη Θεσσαλονίκη. (Isambert, σ. 23)
Το Εσκί Τζουμά ήταν η πρώτη εκκλησία της Θεσσαλονίκης που μετατράπηκε σε τζαμί. (Isambert,σ. 50)
[/tab]
[tab name=’Leake’]
Το Ίσβορο αποτελείται από τριακόσια με τετρακόσια σπίτια χωρισμένα σε δύο, σχεδόν ισομερής, μαχαλάδες, σε απόσταση ενός μιλίου ο ένας από τον άλλο. Ο ένας κατοικείται από Έλληνες, επικεφαλής των οποίων είναι ο επίσκοπος της Ιερισσού, ο οποίος είναι ένας από τους τοποτηρητές της μητρόπολης Θεσσαλονίκης, ο οποίος έφερε τον τίτλο και του επισκόπου Αγίου Όρους.(Leake,τόμ.III,σ.160)
Από την Θεσσαλονίκη για την Αλάκλιση κάναμε πέντε ώρες και πενήντα λεπτά, με άλογα, αποσκευές και αρκετές στάσεις.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.258)
Η Κουλακιά, η οποία είναι στο δρόμο από την Θεσσαλονίκη προς την Κατερίνη, όπως και για τη Βέροια, είναι ο τόπος διαμονής του επισκόπου της Καμπανίας, ο οποίος υπάγεται στο δεσπότη της Θεσσαλονίκης.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.259)
Η πεδιάδα ανάμεσα στην Θεσσαλονίκη και την Αλάκλιση είναι χωρίς αμφιβολία πολύ καλά καλλιεργημένη ή κατοικημένη όπως αυτή των Σερρών. Στο δρόμο μόνο συναντήσαμε μόνο κάποια μικρά καραβάνια με καμήλες.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.260)
Οι πεδιάδα του Παλαιοκάστρου είναι πολύ καλύτερα καλλιεργημένη, από οποιοδήποτε άλλο μέρος της Θεσσαλονίκης.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.269)
Πολλοί νερόμυλοι γύρω από την πόλη χρησιμοποιούνται για να γνέθουν μαλλί και να υφαίνουν χαλιά, τα οποία παράγονται στα τριγύρω χωριά ή από τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.291)
Σε αυτήν την επιγραφή έχουμε να κάνουμε μία ακόμα μαρτυρία για τα Μακεδονικά έθιμα, ότι δηλαδή σε κάποιες περιπτώσεις δεν αναφέρεται το όνομα του πατέρα αλλά της μητέρας. Είναι αξιοσημείωτο ότι ένας από τους πολίταρχους της Θεσσαλονίκης ήταν επίσης γιος κάποιας Άμμια.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.292)
Το όνομα Βιστρίτζα χρησιμοποιήθηκε από τους Έλληνες για τον Αλιάκμονα, μολονότι αποκαλύπτει μια σλαβική μετατροπή στην κατάληξη του, μπορεί πιθανότατα να είναι μια παραφθορά του Αστραίου, για τον οποίο μαθαίνουμε από τον Αιλιάν ότι δηλαδή υπήρχε ένα ποτάμι που ονομαζόταν Αστραίος, το οποίο έρεε ανάμεσα στην Θεσσαλονίκη και στην Βέροια. Δεν μας περιγράφει ακριβώς τον ποταμό Βιστρίτσα, λαμβάνοντας υπόψιν ότι αυτός ο ποταμός δεν διασχίζει το δρόμο από την Θεσσαλονίκη για την Βέροια. Θα μπορούσε αν και με λίγες πιθανότητες να περιγράφει τον ποταμό Μογλενίτικο ή πιθανότατα τον ποταμό των Βοδενών, όπως εκτείνεται σε απόσταση στα δεξιά αυτής της γραμμής, ή πράγματι να αποδίδεται το όνομα αυτό σε οποιονδήποτε άλλο ποταμό εκτός από τον Αξιό και τον Λουδία.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.292-293)
Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω την ασυνήθιστη ταχύτητα κάποιων πεζοδρόμων ή μεταφορέων μηνυμάτων στην Ελλάδα. Υπήρχε ένας ασυναγώνιστος μεταφορέας από τη Βέροια, ο οποίος μετέφερε γράμματα με τα πόδια στη Θεσσαλονίκη μέσα σε επτά ώρες, παρέμεινε εκεί μία ώρα και επέστρεψε στην Βέροια ως το τέλος της δέκατης πέμπτης ώρας. Αφού έκανε αυτόν τον άθλο πάνω απο μία φορά, έμεινε γνωστός μέχρι την ημέρα του θανάτου του με το όνομα Άνεμος, ένας τίτλος τόσο τιμητικός για ένα αγγελιοφόρο όσο το Αφρικανός στον Σκιπίωνα.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.295)
Ο καιρός ήταν καλός με ένα βόρειο άνεμο από την ημέρα της άφιξης μου στην Θεσσαλονίκη, όπως και στο δρόμο από εκεί, λέγεται όμως ότι συμβαίνει το αντίθετο στην Βέροια για αρκετές μέρες. Στις 6:30, τούρκικη ώρα, ξεκίνησα το ταξίδι μου για την Κοζάνη, με την συνοδεία ενός Τατάρου του Αλή Πασά, μια φρουρά από έξι Αλβανούς που την παρείχε ο και τάταρο του Μουσά Πασά, που με συνόδευαν από την Θεσσαλονίκη.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.295)
Στην αγορά αυτό το πρωί συχνάζουν και Τούρκοι και Έλληνες από την γειτονική χώρα. Η Κοζάνη και τα Σέρβια ορίζουν μια επισκοπή, η οποία είναι υπό την δικαιοδοσία της Θεσσαλονίκης. Ο Επίσκοπος έχει κατοικία και στις δύο περιοχές, τώρα βρίσκεται στα Σέρβια αλλά συνήθως διαμένει στην Κοζάνη.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.299)
Η Λύχνιδος και η Ηράκλεια οι οποίες βρίσκονται κοντά στην γραμμή μεταξύ Δυρραχίου, ή Απολλωνίας και Θεσσαλονίκης, ήταν οι κύριες πόλεις στο κέντρο της Κανδαβίας ή Εγνατίας Οδού – η σημαντική γραμμή επικοινωνίας από ξηράς μεταξύ Ιταλίας και Ανατολής, μεταξύ Ρώμης, Κωνσταντινούπολης, και Ιερουσαλήμ.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.311)
Παρόλο που η Λύχνιδος, η Ηράκλεια και η Έδεσσα βρισκόταν επί της Κανδαβίας οδού, όπως περιγράφει και ο Πολύβιος, εξακολουθούσαν να είναι τα τρία κύρια σημεία μεταξύ Δυρραχίου και Θεσσαλονίκης.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.312)
Προς τα νότια και δυτικά οι κορυφογραμμές των βουνών, που αποτελούν τα σύνορα της πεδιάδας των Σερρών, διαχωρίζουν την επικράτεια του [Ισμαήλ Μπέη] από την περιοχή της Θεσσαλονίκης.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.202)
[Οι Σέρρες] όντας για πολλά χρόνια το κέντρο ενός υπολογίσιμου εμπορίου δια ξηράς, το οποίο, αν και υπέστη κάποιες διακοπές από τους πολέμους της Πύλης με τον Πασβάνογλου και με τους Σέρβους, ωφελήθηκε από το μεγάλο Ευρωπαϊκό ανταγωνισμό, ως επακόλουθο της ζημιάς που υπέστη εξαιτίας αυτού του λόγου το εμπόριο στη Θεσσαλονίκη και πολλών άλλων παραθαλάσσιων εμπορίων.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.206)
Υπάρχουν δύο δρόμοι προς Θεσσαλονίκη. Ο βασικότερος διασχίζει την οροσειρά των βουνών στα νοτιοδυτικά της πεδιάδας, μέσω ενός χωριού που ονομάζεται Λαχανάς, και από εκεί κατευθύνεται προς την κοιλάδα του Λαγκαδά. Ο άλλος, πιο ανατολικός, συνεχίζει στην ίδια κορυφογραμμή των βουνών και ενώνεται με τη μεγάλη διαδρομή από την Κωνσταντινούπολη στο Κλείσαλι, στα ανατολικά του Λαγκαδά.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.207- 208)
Το ποτάμι του Πλαταμώνα γίνεται κάποτε επικίνδυνο αλλά τώρα είναι ξηρό, διότι ο καιρός, από τότε που αφήσαμε τη Θεσσαλονίκη, με εξαίρεση μια μέρα στη Βέροια και μια άλλη στον Τύρναβο, ήταν ξηρός.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.406)
Από την αντίθετη πλευρά του κόλπου είναι ορατά η Θεσσαλονίκη, το ακρωτήριο Καραμπουρνού, το όρος Χορτιάτη και μια σειρά από βουνά, που φαίνεται να σχηματίζει μία οροσειρά από την δεύτερη κορυφή ως το ακρωτήριο τς Παλλήνης.(Leake, τόμ. ΙΙΙ,σ.407)
Θεωρώ ότι το Ζερβοχώρι είναι η τοποθεσία της Ηράκλειας Σιντικής για τους ακόλουθους λόγους.1) Η Ηράκλεια βρισκόταν κοντά στον Στρυμόνα, ξεχωρίζοντας από άλλες πόλεις της ίδιας ονομασίας, ως Ηράκλεια Στρυμόνος..2) Η Σιντική βρισκόταν στα δεξιά του Στρυμόνα, ενώ ο Λίβιος μας ενημερώνει ότι όταν η Μακεδονία ήταν χωρισμένη σε τέσσερις επαρχίες με την ρωμαϊκή κατάκτηση, η Σινιτική ήταν συνδυασμένη με τη Βισαλτία στην πρώτη Μακεδονία, της οποίας η πρωτεύουσα ήταν η Αμφίπολις καθώς όλα τα υπόλοιπα τμήματα της χώρας ανάμεσα στον Στρυμόνα και στον Αξιό είχαν αποδοθεί στην δεύτερη Μακεδονία, της οποίας η πρωτεύουσα ήταν η Θεσσαλονίκη.3) Η θέση του Ζερβοχωρίου ταιριάζει με αυτή την οποία το Συνοπτικό Οδοιπορικό αποδίδει στην Ηράκλεια αναφορικά με τους Φιλίππους καθώς υποδηλώνεται σε δυο διαφορετικούς ρωμαϊκούς δρόμους από τη μια πόλη στην άλλη. Και οι δύο δρόμοι ήταν σε μικρή σχετικά απόσταση μεταξύ των Φιλίππων και του Ζερβοχωρίου.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.226-227)
Ο επίσκοπος Καμπανίας άλλοτε διέμενε στο Καψοχώρι, άλλο ένα ελληνικό χωριό, το οποίο τοποθετείται ανάμεσα Καρασμάκ ή Μαυρονέρι και στο Ιντζέκαρα ή στην Βιστρίτζα, σε ένα δασώδες τμήμα των πεδιάδων, γύρω από τις οποίες υπάρχουν και κάποια άλλα ελληνικά χωριά.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.259)
Σχετικά με αυτό το μέρος, το οποίο το Οδοιπορικό αναφέρει με το παραφθαρμένο όνομα Τρίουλο, αποτελεί παρατήρηση του M.Cousinery, o οποίος διέμεινε ως Γάλλος πρέσβης στη Σαλονίκη, όπου νομίσματα με την επιγραφή ΤΡΑΙΛΙΟΝ βρέθηκαν συχνά κοντά στην Αμφίπολη, από όπου συνάγεται το συμπέρασμα ότι το Τρίουλο είναι παραφθορά του Τραΐλιο.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.228-229)
Πέρα από τη λίμνη της Πέλλας, το παράκτιο τμήμα της πεδιάδας εμπεριέχει μια μακρά σειρά από λίμνες, ξεκινώντας από το Ελευθεροχώρι και φθάνοντας σχεδόν μέχρι τη Θεσσαλονίκη.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.436)
Οι βράχοι του Καραμπουρνού εκτείνονται για τρία ή τέσσερα μίλια μακρυά. Το ακρωτήρι, ιδωμένο από τη Θεσσαλονίκη, είναι το δυτικότερο σημείο. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, βασιζόμενος σε πρώϊμους Έλληνες συγγραφείς, υποστηρίζει ότι αυτό το σημείο ήταν η βάση ενός ναού της Αφροδίτης, ο οποίος κατασκευάστηκε από τον Αινεία.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.438)
Λέγεται, ωστόσο, ότι υπήρχε ακόμη μία αρχαία τοποθεσία στο Λαχανά, στη βόρεια κατεύθυνση του δρόμου από τις Σέρρες για τη Θεσσαλονίκη, η οποία βρίσκεται ομοίως στο λόφο της ίδιας κορυφογραμμής των βουνών, μπορεί να έχει κάποια αξιώσει να θεωρείται η πλευρά της Όσσας.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.231)
Από μια περίεργη διαστρέβλωση της αρχαίας γεωγραφίας η Θεσσαλονίκη και η Βέροια είναι εκκλησιαστικές επαρχίες, ή διοικητικές περιφέρειες της Θεσσαλίας. Έτσι, ο επίσκοπος της Θεσσαλονίκης επονομαζόταν υπέρτιμος και έξαρχος πάσης Θετταλίας. Αυτός διεκδικούσε τα προνόμια του επιθέτου παναγιώτατος στην δική του περιφέρεια αλλά οπουδήποτε αλλού είχε μόνο το τίτλο, όπως και οι άλλοι μητροπολίτες, του πανιερώτατου. Οι επισκοπές της δικαιοδοσίας του είναι το Κίτρος, η Καμπανία, η Πέτρα, ο Πλαταμώνας μαζί με το Λυκόστομο, τα Σέρβια, το Αρδαμέρι. Ο τόπος διαμονής του είναι η Γαλάτιστα, και η Ιερισσός η οποία συμπεριλαμβάνεται στο Άγιο Όρος.(Leake,τόμ.ΙΙΙ, σ.250-251)
Υπάρχουν μερικοί πλούσιοι έμποροι στη Θεσσαλονίκη, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι ευγνώμωνες για την ανενόχλητη απόκτηση και αύξηση του πλούτου τους από την προστασία που απολάμβαναν ως δραγουμάνοι ή μπερατλήδες στις ευρωπαϊκές αποστολές. Τώρα αυτού του είδους η προστασία πρόκειται να καταργηθεί και η θέση τους θα γίνει πολύ πιο επισφαλής.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.251)
Σε μισή ώρα φτάσαμε στην πεδιάδα της Θεσσαλονίκης και προχωρώντας στα αριστερά κατά μήκος των προπόδων του Χορτιάτη, μπήκαμε σε ένα τουρκικό νεκροταφείο, το οποίο περικυκλώνει την πόλη και το οποίο περιλαμβάνει θραύσματα κιόνων και σωρούς διασκορπισμένους ανάμεσα στις ταφικές πέτρες.Οι τοίχοι της πόλης στη βάση τους κατά ένα μέρος αποτελούνται από αρχαία μάρμαρα και κάθε εμφάνισή τους ακολουθούσε την αρχαία γραμμή.Μετά από μια ώρα και τρία τέταρτα από το Khaivat μπαίνουμε στην Πύλη του Βαρδάρη(Vardar-kapesi).(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.235)
Ο Απόστολος Παύλος επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη 93 χρόνια μετά τον θάνατο του Φιλίππου.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.235)
Συνηθιζόταν να επιτρέπεται στους Χριστιανούς να βλέπουν τα τζαμιά της Θεσσαλονίκης, που υπήρξαν κάποτε εκκλησίες τους, πιθανότατα επειδή ο ιμάμης έπαιρνε αμοιβή απο αυτό.(Leake, τόμ.ΙΙΙ,σ.252)
Όπως έχει ήδη σημειωθεί, ο Γαλλικός ποταμός διασχίζει το δρόμο ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη και το Βαρδάρη. Κατά πάσα πιθανότητα ταυτίζεται με τον Εχέδωρο του Ηρόδοτου. Και στον πίνακα με τα δρομολόγια ο Γαλλικός είναι το όνομα ενός μέρους που απέχει περίπου 16 οδοδείκτες μακρυά από τη Θεσσαλονίκη, στο ρωμαϊκό δρόμο προς τους Στόβους.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.439-440)
Ενώ ο Μουσά Πασάς βρισκόταν στην Αίγυπτο στάλθηκε να αντικαταστήσει τον Μεχμέτ Αλή, ο οποίος ήταν εντεταλμένος από την Πύλη, με την πρόφαση ότι ήταν Μακεδόνας, να ανταλλάξει την κυβέρνηση της Αιγύπτου με αυτήν της Θεσσαλονίκης.Παρόλα αυτά ο Μεχμέτ Αλή δεν ήταν τόσο εύκολο να αντικατασταθεί.Ο Μουσά Πασάς είχε στηρίξει κυρίως τις ελπίδες του για επιτυχία στο στρατιωτικό σώμα της φρουράς του Μεχμέτ, οι αρχηγοί του οποίου ήταν φίλοι του και πριν στην υπηρεσία του και απέδωσε την αποτυχία του στον Καπιτάν Πασά, τον οποίο κατηγόρησε ότι είχε δωροδοκηθεί από τον Μεχμέτ Αλή να καθυστερήσει μια προέλαση στο Κάιρο, η οποία είχε συμφωνηθεί από τον Έλφι και άλλους τέσσερις μαμελούκους μπέηδες, και η οποία εγκαταλείφθηκε ως αδύνατη λόγω της ύπαρξης του Νείλου. Τα στρατεύματα του Μουσά είχαν φιλονικήσει με τον Μεχμέτ Αλή, χωρίς όμως να αναδειχθεί κανένας σε νικητή.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.237)
Οι υπηρέτες των τουρκικών οικογενειών στη Θεσσαλονίκη, όπως οι kahuedji (καφετζήδες) , οι tutunji (καπνοπώλες), οι akhdji (μάγειρες), έπαιρναν περίπου 10 πιάστρες (12 αγγλικά στερλίνια) το μήνα. Ο yazji ή γραφέας έπαιρνε 30 πιάστρες. Οι Ελληνίδες υπηρέτριες στις οικογένειες των Φράγκων έπαιρναν περίπου 50 πιάστρες το χρόνο μαζί με με το ρουχισμό και την διατροφή τους. Η καλύτερη ποιότητα ψωμιού κόστιζε 15 παράδες η οκά για 2 και 3/4 λίβρες, και το πρόβειο κρέας 18 ή 20 παράδες η οκά. Το βοδινό μόνο 8 ή 10 αφού καταναλώνονταν μόνο από τους Εβραίους και τους Φράγκους. Η μέση τιμή του μεταξιού ήταν 50 πιάστρες η οκά και σχεδόν όλες οι οικογένειες εκτρέφαν μεταξοσκώληκες.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.252)
Ο Μπέης της Θεσσαλονίκης υποφέρει περισσότερο και από τους πιο απομακρυσμένους ιδιοκτήτες, επειδή το λαθρεμπόριο του σίτου μπορούσε να διεξαχθεί πολύ πιο εύκολα από οποιοδήποτε άλλο μέρος της ακτής.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.254)
Η Πύλη, αφού πείστηκε για την αποτυχία του σχεδίου, διέταξε τον Μουσά να αναλάβει τη διακυβέρνηση της Θεσσαλονίκης και τον Καπιτάν Πασά να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη με το στόλο του.Ο Μουσά έφτασε με το στόλο του μέχρι την Κω. Επιβεβαιώνει ότι οι δυνάμεις του Μεχμέτ υπολογίζονται σε 4000 Αλβανούς και 5000 άλλους και ότι είναι ανεπιθύμητος λόγω των επιθέσεων του και επειδή κατέστρεψε το εμπόριο και κανένα προϊόν από την Ερυθρά θάλασσα δεν μπορεί να περάσει την έρημο, καθώς οι έμποροι φοβούνται την λεηλασία από τον Πασά του Καΐρου.(Leake,τομ.ΙΙΙ, σ.237)
Από την Ειδομένη οι Θράκες κατέβηκαν την κοιλάδα του Αξιού, ώσπου έφτασαν στη μεγάλη παραθαλάσσια πεδιάδα, ανατολικά της Πέλλας. Σε εκείνο το σημείο στράφηκαν στα αριστερά, προς τη Θεσσαλονίκη.Ο Ιεροκλής συγκαταλέγει τον Ευρωπό και την Αλμωπία ανάμεσα στις πόλεις της υπατικής Μακεδονίας, μια περιφερειακή διαίρεση που περιλάμβανε τη Θεσσαλονίκη και την Πέλλα.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.444)
Οι κοιλάδες στην ανατολική και δυτική πλευρά διαχωρίζονται μόνο με μια οροσειρά που ενώνει το κάστρο με το όρος Χορτιάτη. Το κάστρο, όπως αυτό της Κωνσταντινούπολης, ονομάζεται Επταπύργιον, το οποίο οι Τούρκοι μετέφρασαν σε Γεντί Κουλέ, που σημαίνει οι Επτά Πύργοι. Χωρίς αμφιβολία και στα δύο μέρη το όνομα είναι προγενέστερο της τουρκικής κατάκτησης.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ. 239)
Σαλόνικα ονομάστηκε η πόλη από Ιταλούς και Άγγλους, από τους Τούρκους Σελανίκ, από τους Έλληνες Σαλονίκη και από τους μορφωμένους Θεσσαλονίκη. Ήταν τοποθετημένη στην κατηφοριά ενός λόφου που πρόβαλε από την άκρη του υψηλότερου σημείου του λιμανιού στην κορυφή του Θερμαϊκού κόλπου που συμπεριλαμβάνονται με τον Βαρδάρη και το Καραμπουρνάκι. Περικλείονταν από ψηλούς, λευκούς τοίχους, των οποίων το εξωτερικό περίβλημα όπως και αυτό της πόλεως έχει θέα στη θάλασσα ενώ υπάρχει μια πιο επιβλητική εμφάνιση στην προσέγγιση αυτής της πλευράς. Το σχέδιο της πόλης ομοιάζει με ημικύκλιο, του οποίου η διάμετρος διαγράφεται από ένα ψηλό τοίχο με πλευρικούς πύργους με έκταση ενός μιλίου σε μάκρος, κατά μήκος της παραθαλάσσιας ακτής, και φυλάσσεται από τρεις μεγάλους πύργους , έναν σε κάθε άκρο, και ο τρίτος να έχει θέα προς τη σκάλα ή την αποβάθρα, όπου και υπάρχει ένα μικρό προάστιο ανάμεσα στον πύργο και στην ακτή. Από την εφεύρεση της πυρίτιδος και εξής, πυροβολαρχίες προστέθηκαν στις ναυτιλιακές αμυντικές δυνάμεις στα πιο σπουδαία σημεία και ένα κάστρο κατασκευάστηκε στη δυτική γωνία της πόλης. Οι ανατολικοί και δυτικοί τοίχοι ακολουθούν τις άκρες του υψώματος όπου βρίσκεται σε κάθε πλευρά προς μια μικρή κοιλάδα που βρέχεται από ένα ποταμάκι και τερματίζει πάνω από τους τοίχους του κάστρου, το οποίο έχει διπλό περίβλημα προς την πόλη πλαισιωμένο με τετράγωνους πύργους.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.238-239)
Η Θεσσαλονίκη φέρει τα συνήθη χαρακτηριστικά μιας τουρκικής πόλης : Δεν δίνεται ιδιαίτερη σημασία στην καθαριότητα ή στην άνεση στους δρόμους ενώ το εξωτερικό των σπιτιών είναι σχεδιασμένο, ώστε να υποκρύπτει οποιαδήποτε ένδειξη πλούτου, ούτε μπορεί να διαμορφωθεί ορθή άποψη περί του πληθυσμού του κεντρικού τμήματος της πόλης ακόμα και από μια επίσκεψη στο παζάρι, όπου συγκεντρώνονται πλήθη κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας ενώ η υπόλοιπη πόλη είναι απομονωμένη. Τα σπίτια στο χαμηλότερο τμήμα της πόλης είναι αποκομμένα από την εξωτερική θέα λόγω των στενών δρόμων και των ψηλών τοίχων της πόλης, αλλά από πιο ψηλά μια μεγαλειώδης θέα απλώνεται: οι έξοχες κορυφογραμμές του Ολύμπου, της Όσσας και του Πηλίου που διακρίνονται πάνω από το ακρωτήριο του Καραμπουρνού, μαζί με ένα τμήμα της χερσονήσου της Χαλκιδικής προς τα νότια, ενώ προς τα δυτικά φαίνεται το απέραντο τμήμα που εκτείνεται για πενήντα μίλια προς τη Βέροια και τα Βοδενά.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.239-240)
Ανάμεσα στις εκκλησιαστικές αρχαιότητες, στις οποίες υπερέχει η Θεσσαλονίκη από οποιοδήποτε μέρος στην Ελλάδα, οι εκκλησίες που μόλις αναφέρθηκαν (Αγ.Σοφία, Αγ.Δημήτριος) έχουν από τους παλαιότερους άμβωνες που σώζονται. Είναι απλά τετράγωνα από ποικιλόχρωμα μάρμαρα, με μικρές αναβαθμίδες ανάμεσά τους.Ένα από αυτά τα βήματα, όπως αποκαλούνται ακόμη από τους Έλληνες, είναι στο μουσουλμανικό ναό της Παλαιάς Μητρόπολης ενώ το άλλο βρίσκεται στην αυλή της εκκλησίας του Αγίου Μηνά, η οποία ακόμη είναι κατειλημμένη από την ελληνική εκκλησία.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.243)
Όσον αφορά τις πόλεις της Μυγδονίας, οι οποίες κατείχαν την εύφορη πεδιάδα που συμπεριλαμβάνεται μεταξύ του Όρους Χορτιάτη και του Βαρδάρη, ο πληθυσμός τους ήταν χωρίς αμφιβολία αφομοιωμένος σε μεγάλο βαθμό από τη Θεσσαλονίκη, από την ίδρυσή της από τον Κάσσανδρο, και δεν μπορεί να περιμένει κανείς, συνεπώς, να υπάρχουν σήμερα πολλά κατάλοιπα της. Ούτε οι αρχαίες πηγές είναι επαρκείς για να καθορίσουν τον χώρο.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.450)
Η Θέρμη, μπορούμε να υποθέσουμε με δυσκολία ότι ήταν τόσο μεγάλη όσο η Θεσσαλονίκη και καθώς δε θα μπορούσε να είχε αφήσει το κάστρο ανοχύρωτο, προφανώς δεν εκτεινόταν τόσο μακριά όσο η θάλασσα. Οι κύριες οδοί και οι δυο κεντρικές πύλες και επακολούθως όλο το οικοδόμημα, της ρωμαϊκής Θεσσαλονίκης, αντιστοιχούσαν με εκείνα της σύγχρονης πόλης, και έχουμε μια αλάνθαστη απόδειξη με δυο αρχαίες καμάρες οι οποίες ακόμη διασχίζουν το δρόμο.Η μία αναφέρθηκε ήδη κοντά στην Πύλη του Βαρδάρη και η άλλη όχι μακριά από την αντίστοιχη πύλη στο ανατολικό τέρμα του ίδιου δρόμου. Η τελευταία, η οποία έχει δυο μικρότερες πλευρικές καμάρες προσαρτημένες σε αυτήν, τώρα κατεστραμμένες, αποτελείται από δύο αποβάθρες 14 τετραγωνικών ποδιών, από πέτρα, οι οποίες καλύπτονταν από όλες τις πλευρές με μια διπλή σειρά μορφών σε χαμηλό ανάγλυφο, αναπαριστώντας τις πολιορκίες, τις νίκες και τις μάχες ενός Ρωμαίου αυτοκράτορα.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ. 244-245)
O Ζώσιμος μοιάζει να υποστηρίζει την παράδοση η οποία αποδίδει αυτό το μνημείο στον Κωνσταντίνο, με την αναφορά του, ότι, όταν ο Κωνσταντίνος καθυπόταξε τους Σαρματιανούς, πήγε στη Θεσσαλονίκη, και εκεί κατασκεύασε λιμάνι.(Leake, τομ. ΙΙΙ, σ.245)
Δίπλα στο Γανυμήδη, στην ίδια πλευρά, είναι ένας άντρας με φρυγιανό καπέλο του οποίου τα πόδια είναι ένα κεφάλι βοδιού. Το τρίτο και τέταρτο είναι γυναικείες μορφές σε φωτεινό ύφασμα και το τελευταίο με φτερά. Στην απέναντι πλευρά, ή σε αυτή της Λήδας, οι μορφές είναι τόσο κατεστραμμένες ώστε δε μπορώ να διακρίνω τα θέματα. Το μνημείο αυτό βρίσκεται στο σπίτι ενός Εβραίου, και είναι γνωστό στην ισπανική διάλεκτο των Εβραίων με το όνομα Ινκαντάδα, ”οι Μαγεμένοι”, με την υπόθεση ότι οι μορφές είναι ανθρώπινα πλάσματα, που πέτρωσαν με την επίδραση της μαγείας. Η κεντρική του θέση και η φύση της κατασκευής στηρίζουν την ιδέα ότι συνδέεται με την αρχαία αγορά.Ο χώρος ανάμεσα στην θάλασσα και και σε τμήμα του κυρίως δρόμου, όπου βρίσκονται ”οι Μαγεμένοι” και η αψίδα του Κωνσταντίνου, λέγεται ότι καταλαμβανόταν από τον ιππόδρομο, με την υποσημείωση ότι ήταν το σκηνικό μιας ασύδοτης σφαγής των κατοίκων της Θεσσαλονίκης με διαταγή του Θεοδοσίου.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.246)
Σε πολλά σημεία της πόλης κυρίως στις κρήνες, εντοπίζονται νεκρικές πέτρες και ενεπίγραφοι σωροί. Όπου απαντώνται μορφές σε αυτά τα σημεία, τα κεφάλια τους έχουν καταστραφεί, ως συνήθως, από τους Τούρκους, ούτε είναι εύκολο να βρεθεί μια επιγραφή που είναι τέλεια.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.247)
Ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης υπολογίζεται σε 80.000 αλλά πιθανότατα δεν υπερβαίνει τις 65.000 εκ των οποίων 35.000 είναι Τούρκοι, 15.000 είναι Έλληνες και 13.000 είναι Εβραίοι ενώ οι υπόλοιποι είναι Φράγκοι και Αθίγγανοι.(Leake, τομ. ΙΙΙ, σ.248)
Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης προέρχονται από τις μεγαλύτερες αποικίες που βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη την εποχή της εκδίωξής τους από την Ισπανία στα τέλη του 15ου αιώνα. Όμως ένα σημαντικό τμήμα τους έγιναν Μουσουλμάνοι από εκείνη την εποχή, χωρίς να αγνοηθούν από τους Οσμανλήδες, και διαμόρφωσαν μια ξεχωριστή τάξη υπό την αίρεση των Μαμίνων. Κληρονομώντας το εβραϊκό πνεύμα της φιλαργυρίας και της εργατικότητας, είναι εύποροι και ανάμεσά τους είναι οι πιο πλούσιοι Τούρκοι της Θεσσαλονίκης. Ο Χασάν Ατζίκ, ένας υπουργός στην Κωνσταντινούπολη και ο αδερφός του, φοροσυλλέκτης στη Θεσσαλονίκη είναι Μαμίνοι. Είναι συνήθως άνθρωποι με έντονη απέχθεια στους αδρανείς, φτωχούς και σπάταλους Γενίτσαρους της κατώτερης τάξης. Πηγαίνουν τακτικά στο τζαμί και συμμορφώνονται με την θρησκεία στα εξωτερικά στοιχεία αλλά επικρίνονται από τους άλλους Τούρκους πως έχουν μυστικές συναντήσεις και τελετές με άλλους ιδιόρρυθμους, των οποίων η καλύτερη απόδειξη είναι η γνώση της ισπανικής γλώσσας. Λέγεται ότι διαχωρίζονται σε τρεις κατηγορίες, δύο εκ των οποίων δεν εμπλέκονται με την τρίτη, αλλά ούτε και η τρίτη δίνει τις κόρες της για γάμο με Οσμανλήδες. Η Πολιτεία, ή η ελληνική κοινωνία, κυβερνάται από την μητροπολιτική επισκοπή, που μαζί με τους άρχοντες καθορίζει όλες τις πολιτικές διαμάχες για τις οποίες οι Τούρκοι δεν ενδιαφέρονται, εκτός εάν οι χριστιανοί το θεωρούν σωστό να προσφύγουν στο δικαστήριο.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.249-250)
Μετά από πέντε ώρες από το κάστρο των Σερβίων φτάνουμε στο Λιβάδι, όνομα οξύμωρο καθώς η τοποθεσία είναι από τις πιο απότομες με πολύ λίγη πεδιάδα σε κάποια μίλια από εκεί. Η πόλη περιλαμβάνει 800 σπίτια κάτω από μια βραχώδη κορυφή στα βουνά που εκτείνονται από την παραθαλάσσια πεδιάδα της Κατερίνης στη δεξιά όχθη του Βιστρίτσα, κοντά στη Βέροια. Η πιο ψηλή κορυφή αυτών των Όρεων γίνεται ορατή ακόμα και από την Θεσσαλονίκη και αναφέρεται ως μια από τα κυριότερες κορυφές της αλυσίδας του Ολύμπου.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.334-335)
Το Λιβάδι είναι μια βλάχικη αποικία της αρχαίας εποχής και συχνά από τότε λέγεται βλαχο-Λίβαδο. Τα υπόλοιπα βλαχοχώρια σε αυτήν την γειτονιά είναι το Κοκκινοπλό, στη μεριά του Ολύμπου, τρεις ώρες απόσταση από εκεί προς την Τσαρίτσενα, τα Φτερά στην ίδια απόσταση προς την Κατερίνη και το Νεοχώρι ανάμεσα στα Σέρβια και το Λιβάδι σε μια υψηλή τοποθεσία στο βουνό, μια ώρα στα αριστερά του δρόμου από όπου ήρθαμε.Το Κοκκινοπλό έχει περίπου 200 σπίτια, τα Φτερά 100, και το Νεοχώριο 20 ή 30. Κοντά στα Φτερά λέγεται ότι υπήρχε ένα αρχαίο λατομείο. Αυτά τα χωριά ζουν κυρίως με την παραγωγή χοντρών μάλλινων ρούχων που λέγονται σκουτί, από τα οποία φτιάχνονται τα πανωφόρια που ονομάζονται κάππαις, στα ιταλικά κάπα, χρησιμοποιούνται εκτεταμένως στην Ελλάδα και στην Αδριατική.Το ένδυμα είναι δύο ειδών,μαύρο και άσπρο, και εσωτερικά είναι μαλλιαρό. Αποστέλεται στη Βενετία και στην Τεργέστη σε κομμάτια που λέγονται ξύλα.Οι Καλαρυτιώτες, οι οποίοι κατασκευάζουν το ίδιο είδος ενδύματος στα ίδια τους τα βουνά και των οποίων οι έμποροι κατοικούν στην Αδριατική συνηθίζουν να αγοράζουν αυτά που κατασκευάζουν οι Λιβαδιώτες και το στέλουν σε έναν έμπορο, κυρίως έναν Ενετό, στη Θεσσαλονίκη, που το στέλνει σε Καλαρυτιώτη έμπορο στην Αδριατική που χρεώνει δυόμιση πιάστρες το φόρτωμα 140 ξύλων ως αποστολή. Οι Λιβαδιώτες κάνουν ετησίως από 150 έως 200 φορτώματα. Καλλιεργούν λίγο καλαμπόκι επειδή διαθέτουν αφθονία από πρόβατα, κατσίκια, άλογα και μουλάρια. Όπως οι Καλαρυτιώτες είναι υπερήφανη για τον εξαιρετικό αέρα και το νερό της πόλης τους και είναι τόσο καλοί για το τελευταίο που κάποιες φορές κάνουν μέχρι και τρεις ώρες προκειμένου να προμηθευτούν το πιο εκλεκτό. Η λίμνη της Καστοριάς τους προμηθεύει με ψάρια προς 25 με 30 παράδες την οκά, προτιμότερα από τα ψάρια της θάλασσας που πουλιούνται στη Θεσσαλονίκη προς 45. Από την άλλη, το ψύχος είναι τόσο δριμύ το χειμώνα, ώστε οι κάτοικοι ορισμένες φορές αποκλείονται στα σπίτια τους από το χιόνι για αρκετές ημέρες και εξαναγκάζονται να πίνουν λιωμένο χιόνι καθώς δεν είναι δυνατή η πρόσβαση στα πηγάδια και στις πηγές τους. Υπάρχει τώρα ένας μεγάλος παγετός, και μας φάνηκε πολύ δύσκολο να σύρουμε τα φορτωμένα άλογά μας στους απότομους και ολισθηρούς δρόμους. Η θέα του Ολύμπου από εκεί είναι μαγευτική. Αλλά το πιο ψηλό σημείο, η ευθεία απόσταση είναι δέκα ή δώδεκα μίλια, δεν φαίνεται, και ο ίδιος αριθμός ωρών απαιτείται ακόμα και το καλοκαίρι για να το προσεγγίσεις. Η πορεία περνάει από το Κοκκινοπλό που βρίσκεται σε γκρεμό, λίγο πάνω από την πεδιάδα. Η πόλη πληρώνει 200 βαλάντια σε συνεισφορές. Ο οικοδεσπότης μου, ένας από τους αρχιεπισκόπους, έχει ήδη εκταμιεύσει 800 γρόσια αυτό το χρόνο και περιμένει και περαιτέρω ζήτηση. Έξω από την πόλη βρίσκεται ένα μνημείο ενός Αλβανού οπλαρχηγού, που σκοτώθηκε σε μάχη έναντι των κλεφτών του Ολύμπου πριν τριάντα χρόνια περίπου.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.335-336)
Ο Κισσός ήταν βουνό (υπήρχε και πόλη με την ίδια ονομασία) το οποίο σε μια σύγκριση του Ξενοφώντα και του Λυκόφρων φαίνεται να ταυτίζεται με το Χορτιάτη, που το αναφέρουν να είναι μεταξύ των βουνών τα οποία παρείχαν θηράματα. Ο τελευταίος το περιγράφει σαν μια ψηλή κορυφή όχι μακριά από το Rhaecelus, το οποίο εμφανίζεται από το Λυκόφρων να είναι το όνομα του ακρωτηρίου όπου ο Αινείας ίδρυσε την πόλη του. (Xenoph. de Venat. c. 11.- Lycophr.v. 1236, v.sup.). Δεν μπορώ να κατανοήσω μάλιστα, αν οι Φράγκοι έμποροι ή πρόξενοι, όπου τα εξοχικά σπίτια των περισσότερων εξ αυτών βρίσκονταν στο βουνό Χορτιάτη ή κοντά σε αυτό, ή αν τα χωριά κοντά σε αυτό , ποτέ αναστατώθηκαν από τους φοβερούς κατοίκους του βουνού Κισσός που απαριθμούνται από τον Ξενοφών, όπως λιοντάρι, πάρδαλις, πάνθηρας και αρκούδα. Αλλά ο Χορτιάτης είναι το μοναδικό ψηλό βουνό σε μια μέτρια απόσταση από την πλευρά της Αινείας από την οποία μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ήταν τα λημέρια αυτών των ζώων. Το ότι η πόλη Κισσσός δεν ήταν μακριά από τη Θεσσαλονίκη, γίνεται προφανές από το ότι είχε συνεισφέρει μαζί με την Αινεία και τη Χαλάστρα στο να κατοικηθεί η Θεσσαλονίκη. (Strabo (Epit.1.7) p.330. -Dionys.Hal. 1.1, c.49.)(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.454)
Δεν υπάρχει δυσκολία να αντιληφθούμε ότι, όταν η Χαλκιδική ήταν υπόδουλη στη Ρώμη για τρεις και τέσσερις αιώνες η τοπογραφία της χώρας θα έπρεπε να διαφέρει από αυτήν που διατήρησε την εποχή της ελευθερίας της. Ο Πτολεμαίος έχει διαχωρίσει όλη την χερσόνησο σε δύο μέρη, στη Χαλκιδική και στην Παραλία. Έτσι διαβάζω τη λέξη που σε όλα τα εκτυπωμένα αντίγραφα των έργων του είναι η Παράξια. Η Παραλία περιλάμβανε όλη την παραθαλάσσια περιοχή ανάμεσα στον Κόλπο της Θεσσαλονίκης και την Δέρις, το ακρωτήριο της Σιθωνίας. Για αυτό το λόγο η δυτική ακτή της Σιθωνίας είχε περιληφθεί τότε στην Παραλία και η ανατολική στην Χαλκιδική, μαζί με την Άκανθο, όλη την χερσόνησο της Ακτής, και όλη την παραθαλάσσια περιοχή που περιλαμβάνεται στον Στρυμονικό Κόλπο, τόσο βόρεια μέχρι τον Βρωμίσκο, με εξαίρεση τα Στάγειρα.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.460)
Η Αγία Σοφία είναι μουσουλμανικός ναός, όπως λέγεται από τους Τούρκους και όπως ο φημισμένος ομώνυμος ναός στην Κωνσταντινούπολη ήταν και αυτή αφιερωμένη στη Θεϊκή Σοφία. Οι ‘Ελληνες ισχυρίζονται ότιι χτίστηκε από τον αρχιτέκτονα της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινούπολης.Τουλάχιστον το σχέδιό της είναι παρόμοιο, με ελληνικής τεχνοτροπίας σταυρό και οκτάστηλη στοά πριν από την θύρα και θόλο στο κέντρο, με μωσαϊκό που απεικονίζει διάφορα αντικείμενα -τα περισσότερα κατεστραμμένα.Ενδιάμεσα διακρίνονται διάφοροι άγιοι και φοινικόδεντρα.Οι Τούρκοι αντίθετα με τη συνήθειά τους να καταστρέφουν ή τουλάχιστον να επικαλύπτουν με στρώμα γύψου τις μορφές στις ελληνικές εκκλησίες που έχουν μετατρέψει σε τζαμιά, έχουν επιτρέψει σε όλες τις μορφές της Αγίας Σοφίας να διατηρηθούν , με εξαίρεση ένα κεντρικό τμήμα που αντικατέστησαν με αραβική επιγραφή ενώ έχω εντυπωσιαστεί από ένα τεράστιο ανθρώπινο πρόσωπο που κοιτά προς τα κάτω, όπως συχνά έχω παρατηρήσει σε ελληνικούς ναούς, και το οποίο επιγράφεται “Παντοκράτωρ”. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 241-242)
Ανάμεσα στις εκκλησιαστικές αρχαιότητες, στις οποίες υπερέχει η Θεσσαλονίκη σε σχέση με οποιοδήποτε μέρος στην Ελλάδα, οι εκκλησίες που αναφέρθηκαν έχουν από τους παλαιότερους άμβωνες που σώζονται. Είναι απλά τετράγωνα από ποικιλόχρωμα μάρμαρα, με μικρές αναβαθμίδες ανάμεσά τους.Ένα από αυτά τα “βήματα”, όπως αποκαλούνται ακόμη από τους Έλληνες,βρίσκονται στο μουσουλμανικό ναό της Παλαιάς Μητρόπολης ενώ το άλλο βρίσκεται στην αυλή της εκκλησίας του Αγίου Μηνά, η οποία ακόμη υπάγεται στην Ελληνική εκκλησία. Ανάμεσα στα ερείπια των παγανιστικών χρόνων, μπορούν να μνημονευθούν ίσως κάποια μικρά τμήματα των τειχών, για τα οποία έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, ακολουθώντας τη γραμμή και τους τρόπους θεμελίωσης του οικοδομήματος του Κασσάνδρου και όντας στη γενική κατασκευή πιο ψηλό και πιο συμπαγές από τα οθωμανικά κτίσματα, ότι αποτελείται στο μεγαλύτερο τμήμα του από αλλεπάλληλα στρώματα επιδιόρθωσης με βάση τη μακεδονική τεχνοτροπία πριν τη ρωμαϊκή κατάκτηση. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 243-244)
Το Εσκί Τζουμά ή Παλαιά Παρασκευή, είναι το όνομα ενός άλλου μουσουλμανικού ναού, η τοιχοδομία και το αρχιτεκτονικό στυλ ενός μεγάλου τμήματος του οποίου φανερώνει ότι ήταν κάποτε κτίριο ίδιας παλαιότητας όπως η Μητρόπολη ή ίσως ακόμη παλαιότερο.Όμως οι επιδιορθώσεις και οι αναπαλαιώσεις που δέχτηκε για την μετατροπή του σε εκκλησία και έπειτα σε τζαμί καθιστούν αδύνατη την αποτύπωση του παλαιού σχεδίου.Θεωρείται ότι ήταν ναός της Αφροδίτης.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 241)
Ο Άγιος Δημήτριος είναι μια μεγάλη εκκλησία με τριπλό κλίτος που στηρίζεται σε διπλή σειρά κιόνων διαφορετικών ειδών και ποικιλόχρωμων μαρμάρων που μοιάζει πολύ με παλιό λατινικό ναό όπως αυτοί στην Ιταλία, στη Σικελία και στoυς Αγίους Τόπους.Πιθανότατα έχει κατασκευαστεί από τους Λατίνους με την κατοχή της Θεσσαλονίκης τον 13ο αιώνα.Στο εσωτερικό του ναού μια επιτύμβια στήλη ξεχωρίζει στον τοίχο,η οποία προσομοιάζει με πολλά παρόμοια μνημεία της Χριστιανοσύνης, σε συνήθη μορφή και αναπαριστά ένα παρεμβαλλόμενο αρχιτεκτονικό στοιχείο που στεφανώνεται από ένα αέτωμα.Είναι στολισμένος με λουλούδια και μέσα στον ναό υπάρχει επιγραφή με εικοσιδύο ελληνικούς ιαμβικούς στίχους προς τιμή του Λουκά Σπαντουνή, ο οποίος περιγράφεται ως απόγονος του Βυζαντίου και των Ελλήνων και ο οποίος απεβίωσε το έτος 6989 ή 1481, όπου φαίνεται ότι οι Τούρκοι δεν στέρησαν από τους Έλληνες την εκκλησία του Αγ.Δημητρίου μετά την κατάκτηση της Θεσσαλονίκης.Ο σύγχρονος ποιητής, για να κάνει την ελληνική του προσπάθεια πιο ολοκληρωμένη, μιμήθηκε το αρχαίο χαρακτηριστικό και απέφυγε τη διαίρεση των λέξεων. Η λέξη “οία” δείχνει ότι είναι μια γυναίκα που πενθεί για το χαμό του Σπαντουνή. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σσ. 242-243)
Ο Λίβιος αναφέρεται σε μια Αντιγόνεια του Κρούσιου ανάμεσα στην Αινεία και στην Παλλήνη. Ήταν πιθανώς, μια από τις πόλεις της ακτής αυτής, που αναφέρει ο Ηρόδοτος, που ανακαινίστηκε υπό ενός εκ των Αντιγονιδών. Ο Πτολεμαίος την ονομάζει Ψάφαρα, πιθανώς με σκοπό να την διαχωρίσει με αυτόν τον τρόπο από μια άλλη μακεδονική Αντιγόνεια στο δρόμο από τα Στενά του Αξιού προς τους Στόβους. Καθώς ο Μόρυλλος τοποθετείται από τον Πτολεμαίο μαζί με την Αντιγόνεια-Ψάφαρα στην Παραλία και τα ονόματά τους δεν βρίσκονται στον περίπλου του στόλου του Ξέρξη, ήταν μάλλον τοποθεσίες στον Κόλπο της Θεσσαλονίκης, ανάμεσα στην πόλη και το ακρωτήριο Αίνειο ή Καραμπουρνού. Ο Πτολεμαίος δεν παρατήρησε ούτε αυτό το ακρωτήριο ούτε την πόλη Αινεία. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σσ. 460-461)
Οι πόλεις της Κρουσίδος ήταν η Λίπαξος, η Κώμβρεια, η Λίσσαι, η Γίγωνος, η Κάμσα, η Σμίλα και η Αινεία. Από αυτές, η Γίγωνος και η Αινεία αναφέρονται από τους τελευταίους συγγραφείς: από την Αινεία, σώζονται νομίσματα τα οποία σχετίζονται με την υποτιθέμενη ίδρυση της πόλης από τον Αινεία μετά τον Τρωϊκό πόλεμο. Η θέση και των δύο, της Γίγωνος και της Αινείας, πιθανότατα βρισκόταν κοντά σε δύο ακρωτήρια και από εκεί δεν υπήρχε κανένα άλλο αξιόλογο ακρωτήριο, εκτός από το Μικρό Καραμπουρνού και το Μεγάλο Καραμπουρνού και το ακρωτήριο της Επανομής. Το πρώτο από αυτά βρισκόταν πολύ κοντά στη Θεσσαλονίκη. Από τα δύο άλλα, το Μεγάλο Καραμπουρνού που βρισκόταν σε απόσταση 10 μίλια μακριά σε άμεση απόσταση από τη Θεσσαλονίκη, φαίνεται να ταυτίζεται επαρκώς από αυτή τη συνθήκη με το Ακτρωτήριο Αίνειο, όπως πληροφορούμαστε από το Λίβιο, ότι η πόλη Αινεία βρισκόταν 15 ρωμαϊκά χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη. Προσθέτει επίσης, ότι ήταν απέναντι από την Πύδνα, το οποίο, εάν αληθεύει, θα μπορούσε να αποδειχθεί ένα λάθος στην απόσταση που μόλις δηλώθηκε καθώς οι δύο ορισμοί είναι αντιφατικοί και μας οδηγούν στη τοποθεσία Αινεία και στο Ακρωτήριο Αίνειο της Επανομής, το οποίο είναι σχεδόν απέναντι από την πλευρά της Πύδνας. Είναι προφανές, επίσης, από τη σειρά των ονομάτων στον Ηρόδοτο, ότι η Γίγωνος ήταν το νοτιότερο από τα δύο ακρωτήρια, και από ένα άλλο γεγονός που σημειώνεται στην ιστορία, ότι αυτή η τοποθεσία βρισκόταν κοντά σε εκείνη της Επανομής. Μαθαίνουμε από το Θουκυδίδη ότι τη χρονιά πριν την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου, μια Αθηναϊκή δύναμη η οποία είχε επιστρατευθεί για να κινηθεί εναντίον του Περδίκα βάδισε μέσα σε τρεις μέρες από την Βέροια στη Γίγωνο, από όπου και προχώρησε εναντίον της Ποτίδαιας. Η Γίγωνος, επομένως, δεν ήταν παρά μιας συνηθισμένης ημέρας διαδρομή από την Ποτίδαια, κάτι που δύσκολα θα μπορούσε να λεχθεί για το Καραμπουρνού, ενώ αν τοποθετήσουμε τη Γίγωνο στην Επανομή, έχουμε τέσσερις μέρες πορεία από 20 μίλια την ημέρα, τη δεύτερη για Θεσσαλονίκη και τη τρίτη για Επανομή. Ο Στέφανος επίσης, υποστηρίζει ότι η νοτιότερη τοποθεσία της Γιγώνου εκτιμάται ότι περιορίζεται στο έδαφος της Παλλήνης, πράγμα το οποίο ήταν πιθανότατα πραγματικότητα στα νεότερα χρόνια, όταν οι ενδιάμεσες τοποθεσίες αναφέρονται από τον Ηρόδοτο να έχουν πέσει σε παρακμή, η παραθαλάσσια περιοχή ήταν χωρισμένη μεταξύ της Αινείας, της Γιγώνου και της Κασσάνδρειας. Ωστόσο, θέλοντας να ξεκαθαρίσω τα λόγια του Λίβιου “απέναντι από την Πύδνα”, η Αινεία βρίσκεται στο νοτιότερο παρά στο ανατολικότερο άκρο του Ακρωτηρίου Καραμπουρνού, η αμέσως προηγούμενη καλύτερη απάντηση σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα 15 μίλια από τη Θεσσαλονίκη. (Leake, τομ. III, σσ. 451-452)
Από την αντίθετη πλευρά του κόλπου είναι ορατή η Θεσσαλονίκη, το ακρωτήριο Καραμπουρνού, το όρος Χορτιάτη και μια σειρά από βουνά, που φαίνεται να σχηματίζουν μια οροσειρά από την δεύτερη κορυφή ως το ακρωτήριο της Παλλήνης. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 407)
Το ακρωτήριο Καραμπουρνού είναι ακριβώς απέναντι από το ακρωτήριο Καρασμάκ. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 437)
Οι βράχοι του Καραμπουρνού εκτείνονται για τρία ή τέσσερα μίλια. Το ακρωτήριο, ως προς τη θέση της πόλης της Θεσσαλονίκης, είναι το δυτικότερο σημείο. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, στηριζόμενος σε προγενέστερους Έλληνες συγγραφείς, υποστηρίζει ότι αυτό το σημείο ήταν η βάση ενός ναού της Αφροδίτης, ο οποίος κατασκευάστηκε από τον Αινεία. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 438)
[/tab]
[tab name=’Mantegazza’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Pouqueville’]
Το Μπεχ Τσινάρ είναι περιοχή της Θεσσαλονίκης. Μιάμιση λεύγα από την πόλη βρίσκεται το χωριό Χαρμάν ή Χαρμάνκιοϊ.(Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.107)
Δύο λεύγες πιο κάτω από τη Θεσσαλονίκη εκβάλλει ο ποταμός Εχέδωρος.(Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.108)
Δυόμιση λεύγες από τη Θεσσαλονίκη συναντάμε τον Τεκελή, τον πρώτο Μεντζίλ-χανέ ή σταθμό ανεφοδιασμού, ενώ σε απόσταση τρεισήμισι λεύγων βρίσκεται το χωριό Νταουντπμάλ. Πίσω από την πόλη υπάρχουν πολλοί τύμβοι, όπου θα μπορούσε κάποιος να κάνει ανασκαφές χωρίς να τον αντιληφθούν ή να τον ενοχλήσουν.(Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.109)
Η Νάουσα απέχει δύο ώρες από την Θεσσαλονίκη.(Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.110)
Η Θεσσαλονίκη απέχει επτά λεύγες από την Πέλλα.(Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.113)
[/tab]
[tab name=’Tozer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Urquhart’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Walker’]
Η Θεσσαλονίκη ήταν σπουδαίο μέρος ακόμα και όταν λεγόταν Θέρμη. Στη διάρκεια της πορείας του ο Ξέρξης έκανε εδώ στάση για να ξεκουραστεί, στρατοπεδεύοντας μεταξύ Θέρμης και Αξιού (Βαρδάρη) ενώ τα πλοία του περιπολούσαν στον Θερμαϊκό κόλπο. Η θέα του Ολύμπου και της Όσσας ήταν αυτή που τον δελέασε να εξερευνήσει τον ρου του Πηνειού. Λίγο πριν την έκρηξη του Πελοποννησιακού πολέμου η Θέρμη καταλήφθηκε από τους Αθηναίους, ύστερα όμως από δύο χρόνια παραδόθηκε στον Περδίκκα. Την ξαναέχτισε ο Κάσσανδρος και την ονόμασε Θεσσαλονίκη προς τιμήν της γυναίκας του που ήταν αδερφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Μετά τη μάχη της Πύδνας η πόλη παραδόθηκε στους Ρωμαίους κι έγινε πρωτεύουσα του δεύτερου από τα τέσσερα διαμερίσματα της Μακεδονίας. Όταν όλη η Μακεδονία έγινε μια επαρχία, η Θεσσαλονίκη ήταν η σπουδαιότερη πόλη της και ουσιαστικά έγινε μητρόπολή της παρόλο που έτσι ονομάστηκε αργότερα. Τους τρεις πρώτους αιώνες μετά την εμφάνιση του Χριστού ήταν πρωτεύουσα όλης της περιοχής μεταξύ της Αδριατικής και της Μαύρης Θάλασσας, αλλά και μετά την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης παρέμεινε στην πραγματικότητα μητρόπολη της Ελλάδας, της Μαγνησίας και της Ιλλυρίας. Ήταν ο κυριότερος σταθμός της Εγνατίας οδού.
Όταν ο Κικέρων εξορίστηκε για δεύτερη φορά κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη με το φίλο του Καίστορα και από εκεί έγραψε μερικά από τα σωζόμενα γράμματά του.
Στη διάρκεια του δευτέρου εμφυλίου πολέμου η πόλη πήγε με το μέρος του Οκταβίου και του Αντωνίου και το κέρδος της ήταν ότι έγινε ελεύθερη πόλη. Ο Κωνσταντίνος πέρασε από εκεί λίγο καιρό αφού νίκησε τους Σαρμάτες και είναι πολύ πιθανό η αψίδα στην ανατολική είσοδο της πόλης να έγινε σαν ανάμνηση αυτής της νίκης.
Η πρώτη απ’τις τρομερές εκείνες σφαγές, για τις οποίες η Θεσσαλονίκη έβγαλε όνομα, έλαβε χώρα τον καιρό του Θεοδοσίου, του τελευταίου αυτοκράτορα που ήταν ο μοναδικός κυρίαρχος σε όλη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Παρόλο που ήταν ένθερμος οπαδός του Χριστιανισμού και οι τότε συγγραφείς τον είχαν εξυμνήσει σαν πρίγκιπα προικισμένο με κάθε αρετή, η μετριοπάθεια και η καλοσύνη του έλειψαν τελείως σε αυτή την περίπτωση.
Για να καταπνίξει ένα κίνημα του λαού για χάρη ενός αρματοδρόμου που ήταν πολύ δημοφιλής και που είχε συλληφθεί με διαταγή του αυτοκράτορα συγκέντρωσε τους κατοίκους στον Ιππόδρομο για να παρακολουθήσουν δήθεν τους αγώνες και στη συνέχεια διέταξε να σφαγούν χωρίς έλεος και χωρίς διάκριση ηλικίας ή φύλου επτά χιλιάδες άτομα.Τον Μεσαίωνα η Θεσσαλονίκη καταλήφθηκε τρεις φορές. Τον Ιούλιο του 904 ο στόλος των Σαρακηνών εμφανίστηκε μπροστά στην πόλη και την κυρίευσε ύστερα από μάχες λίγων ημερών. Η σφαγή των κατοίκων ήταν φοβερή και αμέτρητοι πουλήθηκαν σε διάφορα δουλοπάζαρα της Ανατολής. Τα δημόσια κτίρια σώθηκαν από ολοκληρωτική καταστροφή μόνο όταν καταβλήθηκαν υπέρογκα λύτρα. Τα γεγονότα αυτά τα διηγήθηκε ο Ιωάννης Καμενιάτης που ήταν ραβδούχος του αρχιεπισκόπου.Η επόμενη μεγάλη καταστροφή της Θεσσαλονίκης έγινε από τους Νορμανδούς της Σικελίας. Ο στόλος του Ταγκρέδου έκανε το γύρο του Μοριά και έφτασε στον Θερμαϊκό κόλπο ενώ μία στρατιά ξεκίνησε από το Δυρράχιο παίρνοντας την Εγνατία Οδό. Η Θεσσαλονίκη καταλήφθηκε στις 15 Αυγούστου του 1185 και οι Λατίνοι φέρθηκαν απέναντι στους Έλληνες με απάνθρωπο τρόπο, βεβήλωσαν τους βωμούς και τους τάφους και τιμώρησαν τους κατοίκους με τέτοια βαρβαρότητα και αγριότητα που δεν είχε προηγούμενο. Ο διάσημος Ευστάθιος, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης εκείνη την εποχή, εξιστόρησε την κατάληψη της πόλης λένε πως ήταν αναμφίβολα ο πιο μορφωμένος άνθρωπος στα χρόνια του και ανεκτίμητος σχολιαστής της Ιλιάδας και της Οδύσσειας.Αμέσως μετά από αυτή την περίοδο, ακολουθεί η παράξενη ιστορία της δυτικής φεουδαρχίας με τον Βονιφάτιο, μαρκήσιο του Μονφερρά, και τους διαδόχους του στη διάρκεια του πρώτου μισού του 13ου αιώνα. Η πόλη βρέθηκε πάλι κάτω από λατινική κυριαρχία (έχοντας πουληθεί από τον Έλληνα αυτοκράτορα στους Ενετούς), όταν το 1430 καταλήφθηκε τελικά από τους Τούρκους με επικεφαλής τον Μουράτ Β’. (Walker,σ. 21-23)
Εκκλησιαστική ιστορία της Θεσσαλονίκης: Ο Χριστιανισμός μόλις σταθεροποιήθηκε στην πόλη εξαπλώθηκε προς όλες τις κατευθύνσεις εξαιτίας των εμπορικών σχέσεων της πόλης. Τους επόμενους αιώνες αποτέλεσε το προπύργιο όχι μόνο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αλλά και της Χριστιανοσύνης της Ανατολής και έπαιξε μεγάλο ρόλο στον προσηλυτισμό των Σλάβων και των Βουλγάρων. Έτσι την ονόμασαν Ορθόδοξη Πόλη.(Walker,σ. 23)
Η Θεσσαλονίκη, που οι Έλληνες τη λένε Σαλονίκη και οι Τούρκοι Σελανίκ, είναι η σπουδαιότερη πόλη της Ευρωπαϊκής Τουρκίας μετά την Κωνσταντινούπολη. Είναι το ίδιο αξιόλογη και για τις φριχτές τραγωδίες που έλαβαν εκεί χώρα στο παρελθόν αλλά και για την άνεση με την οποία, χάρη στη θέση της που τόσο ευνοεί το εμπόριο και τη ναυτιλία, μπόρεσε και πάλι να ορθοποδήσει ύστερα από τις συμφορές της. (Walker,σ. 23)
Ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης είναι ένα μωσαϊκό από εθνότητες και γλώσσες όπως και στις περισσότερες ανατολίτικες πόλεις, αποτελείται κυρίως από Τούρκους, Εβραίους και Έλληνες καθώς και πολλούς άλλους από τις γειτονικές χώρες: Αλβανούς, Βουλγάρους, Βλάχους, Ιόνιους, βουνίσιους από την Πίνδο και νησιώτες από το διπλανό αρχιπέλαγος, μερικούς Ευρωπαίους (και η ονομασία αυτή αναφέρεται στις αγγλικές, γαλλικές, γερμανικές και τις άλλες «φραγκικές» κοινότητες) και έναν σεβαστό αριθμό από τσιγγάνους ή γύφτους που δεν είναι νομάδες αλλά έχουν εγκατασταθεί στη συνοικία της πόλης που ορίστηκε γι’αυτούς• είναι οι αναγνωρισμένοι σιδεράδες και γανωτήδες. Ένας παράξενος όμως λαός, οι Αρμένιοι, που τους βρίσκουμε σε μεγάλο αριθμό στη Κωνσταντινούπολη, στην Προύσα και γενικά σε όλη την Ανατολή, δεν φαίνεται να έχουν μεταναστεύσει ομαδικά μέχρι εδώ. (Walker,σ. 31)
Τα τείχη της Θεσσαλονίκης έχουν έκταση οκτώ χιλιόμετρα από τα οποία το ενάμισι περίπου είναι δίπλα στην ακτή. Σε πολλά μέρη φαίνονται μαρμάρινες πλάκες και ταφόπλακες. Λέγεται ότι σε μία από τις πολιορκίες οι κάτοικοι της πόλης ανάγκασαν τους Εβραίους να ξηλώσουν τις ταφόπλακες από τα μνήματά τους για να χρησιμοποιηθούν στην επισκευή των τειχών. Ο μεγάλος στρογγυλός πύργος στην νοτιοανατολική άκρη, κοντά στη Καλαμαριά, λέγεται μπαρουταποθήκη. (Walker,σ. 36)
[/tab]
[tab name=’Σχινάς’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[end_tabset]
Η Δράμα είναι ένα μέρος όπου οι ταξιδιώτες προς την Καβάλα πρέπει να περάσουν τη νύχτα.(Abbot,σ.278)
Η Δράμα είναι το κέντρο μίας από τις μεγάλες περιοχές καλλιέργειας καπνού στη Τουρκία και οφείλει την σημασία της στις φυτείες καπνού που την περιβάλλουν. Η πόλη βρίσκεται στον πρόποδα της υψηλής βουνίσιας κορυφογραμμής (Boz Dag), και βρέχεται από ένα ταχύ ρεύμα, ένα παραπόταμο του Αγκνίστα (αρχαίος Αγνίτας) ο οποίος αναβλύζει από αυτά τα βουνά, κυλά προς τα δυτικά και σταδιακά αναπτύσσεται σε ένα σεβαστό, μεσαίας τάξης ποτάμι, που καταλήγει στη λίμνη Ταχίνο. Με εξαίρεση του λίγους Ευρωπαίους και μία παροικία μερικών εκατόν τριάντα Ελληνικών οικογενειών, ο υπόλοιπος πληθυσμός είναι κυρίως Μωαμεθανικός.(Abbot,σ.278)
Ο φανατισμός και η αγριότητα των Τούρκων της Δράμας και η γειτνίαση είναι παροιμιώδης και έρχεται σε αντίθεση με τη συμπεριφορά των Μωαμεθανών κοντά στη Νίγκριτα, οι οποίοι πάντα περιμένοντας τον Μοαντζίρη (Mooadjirs), ζούνε σε ειρήνη με τους Χριστιανούς. Σε άλλες περιοχές πάλι, όπως εκείνη της Γκρεμίας (Gremia), κοντά στη Γαλάτιστα στην Χερσόνησο της Χαλκιδικής, οι Μωαμεθανοί μεταφέρουν την ερασμιότητά τους σε ένα υψηλότερο επίπεδο. Όλοι οι ξένοι στα μάτια αυτών των ευγενών είναι δίκαιοι και πρόθυμα θεμιτοί. Αν και απολαμβάνουν μια δύσκολα αποκτημένη φήμη για αγριότητα, αυτοί ποτέ δεν παρενοχλούν τους Χριστιανούς γείτονές τους. Από την άλλη, αν άλλοι Μωαμεθανοί τους επιτεθούν γίνεται και δική τους υπόθεση. Αυτή η συμμαχία είναι βασισμένη στην αρχή «πουλιά ενός φτερού», για τους Χριστιανούς επίσης φείδονται κανενός εκτός από τους κοντινούς γείτονές τους.
Οι δύο κοινότητες ανταλλάσουν φιλικές επισκέψεις στις σεβαστές γιορτές, όπως το Πάσχα και το Μπαϊράμι, κάνουν τα έργα τους τις ιερές μέρες, και γενικά ζουν μαζί όπως αρμόζει στα μέλη μιας ανίερης αδελφότητας.(Abbot,σ.281)
[/tab]
[tab name=’Berard’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Boissonas’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Chirol’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Clarke’]
Στα αριστερά του Νευροκοπίου, προς τα βορειοδυτικά, βρίσκεται ένα άλλο βουνό που ονομάζεται Δράμα.
Η Δράμα αναφέρεται, όχι ως βουνό, αλλά ως το όνομα της πόλης, στην παράξενη «Ιστορία της Κωνσταντινούπολης», που γράφτηκε στα τέλη του 12ου και στις αρχές του 13ου αιώνα, από τον Geoffroy de Ville-Hardouin, ο οποίος την τοποθετεί στην κοιλάδα των Φιλίππων, που αποκαλείται έτσι από την πόλη, και η οποία σύμφωνα με το «Οδοιπορικό της Ιερουσαλήμ» απείχε 10 μίλια από τη Νεάπολη (Καβάλα). (Clarke,σ. 409)
[/tab]
[tab name=’Cousinery’]
Η πόλη είναι χτισμένη στους πρόποδες ενός λόφου σε ένα μεγάλο πλάτωμα. Κάτω από την πόλη τρέχουν νερά που τα εκμεταλλεύονται οι κάτοικοι για τη βαφή υφασμάτων και τα βυρσοδεψεία. Τα νερά αυτά καταλήγουν σε ορυζώνες που ανήκουν στην ιδιοκτησία του Μωχάμεντ μπέη. (Cousinery, τομ. ΙΙ, σ. 6)
[/tab]
[tab name=’Frazer’]
Στη Δράμα είχαν φτάσει Βρετανοί αξιωματικοί με σκοπό να βοηθήσουν στην αναμόρφωση της τουρκικής χωροφυλακής και να επέμβουν στις διενέξεις μεταξύ Τούρκων και Χριστιανών. Η Δράμα είναι το κέντρο της Βρετανικής σφαίρας επιρροής-είναι η λιγότερο σημαντική διότι είναι το πιο ήσυχο μέρος της ανήσυχης Μακεδονίας.Οι Σέρρες είναι το κέντρο της Γαλλικής σφαίρας επιρροής, η Θεσσαλονίκη της Ρωσικής ,το Μοναστήρι της Ιταλικής και τα Σκόπια της Αυστριακής.Οι Χριστιανοί της περιοχής της Δράμας αντιμετώπιζαν ευνοϊκά τους Βρετανούς λόγω του ότι η Βρετανία υπεράσπιζε τη Χριστιανοσύνη και θεωρούσαν πως είναι μια φιλική χώρα.Οι Τούρκοι εκτιμούσαν τους Βρετανούς ,γιατί τους φέρονταν σαν ίσο προς ίσο. (Frazer,σ. 160)
Οι Βρετανοί αξιωματικοί έκαναν καλή δουλειά στην περιοχή γύρω από τη Δράμα όπου έχοντας υπό τον έλεγχο τους την τουρκική χωροφυλακή κατόρθωσαν να φέρουν ηρεμία σε περιοχές που μαστίζονταν από ληστές και να διευθετήσουν τις διαφορές αντιπάλων εθνοτικών ομάδων και ανέφεραν πάντοτε με προσοχή στον Πρόξενο της Κων/πολης τα όσα συνέβαιναν στην περιοχή. (Frazer,σ. 161-162)
[/tab]
[tab name=’Holland’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Isambert’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Leake’]
Οι κυριότερες εστίες των Γιουρούκων είναι στις περιφέρειες της Γκιουμουρτζίνας, της Δράμας, του Νευροκοπίου, των Σερρών, της Στρούμιτζα, του Ραδοβισίου, του Τίκφες και του Καραντάγ.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 175)
Το Νεοχώρι, όπως υποδεικνύει η λέξη, είναι νεότερος οικισμός. Κατοικείται από σαράντα Ελληνικές οικογένειες και εντάσσεται στην περιοχή της Ζίχνης, μια πόλη τοποθετημένη ανάμεσα στη Δράμα και τις Σέρρες, στους πρόποδες του μεγάλου βουνού που συνορεύει με τη Στρυμωνική πεδιάδα προς τα βόρεια. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 184)
Η Θρακική πύλη πιθανότατα άνοιγε προς την κατεύθυνση της σημερινής διαδρομής για τη Δράμα, στα μέρη της πεδιάδας ανατολικά της Στρυμωνικής λίμνης και βρισκόταν, κατά συνέπεια, στη βορειοανατολική πλευρά της αρχαίας τοποθεσίας, ακριβώς στο ξεκίνημα της κατηφόρας προς τη λίμνη.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 194)
Δεν θα συναντούσα καμία δυσκολία στην Αμφίπολη αν πήγαινα εκεί από τις Σέρρες με ένα γράμμα από τον Ιμπραήμ Μπέη, του οποίου η εξουσία δεν αμφισβητείται ούτε στη Ζίχνη ούτε στη Δράμα και χρησιμεύει ώστε να κρατάει σε κάποια τάξη τους άγριους οπλαρχηγούς γύρω από αυτόν, οι οποίοι δε χάνουν ευκαιρία να ασκήσουν την πιο άγρια καταπίεση στους Χριστιανούς υποτελείς.(Leake, τομ. III, σ. 199)
Οι κυριότεροι δρόμοι οι οποίοι ξεκινούν από τις Σέρρες, πέρα από αυτόν των Ορφανών, από τον οποίο ήρθα, είναι: 1. Προς Καβάλα από τη Ζίχνη και τη Δράμα. 2. Προς Νευροκόπι, κατ’ ευθείαν κατά μήκος της μεγάλης οροσειράς, η οποία εκτείνεται προς τα βόρεια από τις Σέρρες στο Μελένικο και το Νευροκόπι και στα ανατολικά προς τη Δράμα. Ωστόσο, η περιστροφική διαδρομή προς το Νευροκόπι προτιμάται, ιδίως το χειμώνα, περνώντας από τη Ζίχνη και ακολουθώντας τη διαδρομή από τη Δράμα προς το Νευροκόπι.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 207)
Ο Αππιανός, ωστόσο, περιγράφει τους Φιλίππους και τη θέση στην οποία ο Κάσσιος και ο Βρούτος στρατοπέδευσαν. Η πόλη, περιγράφει ο Αππιανός, ονομαζόταν Δάτος πριν την εποχή του Φιλίππου, και πρωιμότερα Κρηνίδες, από τις πολυάριθμες πηγές κοντά στην περιοιχή που σχημάτιζαν ποτάμι και έλος. Βρισκόταν σε μια απότομη πλαγιά, οριοθετημένη στα βόρεια από τα δάση από τα οποία πέρασε ο στρατός του Κάσσιου, στα νότια από ένα έλος, πέρα από το οποίο ήταν η θάλασσα, στα ανατολικά από τα περάσματα των Σαπαίων και των Κορπιλλών και στα δυτικά από τις μεγάλες πεδιάδες του Μύρκινου. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 216)
Τα Σκόπια σπάνια ετίθεντο υπό τον πλήρη έλεγχο της Κωνσταντινούπολης. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μιχαήλ Παλαιολόγου , οι Σέρβοι τα απέσπασαν από την αυτοκρατορία και έτσι τα Σκόπια έγιναν η έδρα του Κράλη. Εδώ ο Νικηφόρος Γρηγοράς συνάντησε στο παλάτι του τον άρχοντα των Τριβαλλών, του οποίου ο διάδοχος το 1342 πρόσφερε προστασία και φιλοξενία στον Ιωάννη Καντακουζηνό όταν αποσύρθηκε πριν τον Απόκαυκο. Με τη συνθήκη που συνάφθηκε ανάμεσα στον Καντακουζηνό και στο βασιλιά της Σερβίας, ο τελευταίος απέκτησε μια προσωρινή εξουσία σε ένα μεγάλο τμήμα της Μακεδονίας, ενώ οι Ρωμαίοι, όπως αυτοαποκαλούνταν, του έδωσαν τη Ζίχνη, τις Φέρρες , το Μελένικο, τη Στρούμιτσα και την Καστοριά και κράτησαν τα Σέρβια, τη Βέροια, την Έδεσσα, το Γυναικόκαστρο, τη Μυγδονία και τις πόλεις στο Στρυμόνα, καθώς και την περιφέρεια των Σερρών και τα όρη του Ταντεσσάνου,του Οστρόβου και τα Σέρβια. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σσ. 478-479)
[/tab]
[tab name=’Mantegazza’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Pouqueville’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Tozer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Urquhart’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Walker’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Σχινάς’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[end_tabset]