Category: Frazer

  • Μοναστήρι

    Παλαιό Όνομα :Μπίτολα

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Είχαμε την τύχη να μπούμε στο Μοναστήρι [Το Μοναστήρι (Βιτώλια) χτισμένο στους πρόποδες του Βαρνούντος (ή Περιστερίου) πρωτοαναφέρεται από τους βυζαντινούς ιστορικούς ως Βουτέλιον (10ος αι.). Τα τέλη του 19ου αι. ήταν η 2η πόλη της Μακεδονίας με 40.000 κατοίκους. Αποτέλεσε μωσαϊκό ανταγωνιζόμενων λαών και κέντρο της ρουμανικής προπαγάνδας. Η ελληνική κοινότητα διατηρούσε 17 σχολέια και νοσοκομείο. Το 1912 περιήλθε στην κατοζή των Σέρβων και έκτοτε άρχισαν οι έλληνες κάτοικοί του να καταφεύγουν στην Ελλάδα.] σε μέρα παζαριού. Πρέπει να μεταφερθούμε νοερά στα γεφύρια της Κωνσταντινούπολης ή, καλύτερα, στα παζάρια του Χαλεπιού και της Δαμασκού, για να ξαναδούμε τέτοιο ανακάτεμα λαών, τέτοια ποικιλοχρωμία φυλών και ενδυμασιών. Αλβανοί με άσπρες βράκες, κόκκινα σαλβάρια και φουστανέλες- οι πλουμιστές τους φέρμελες, τα πιστόλια τους, τα τουφέκια τους και οι ζώνες τους λαμποκοπούν χρυσάφι, όλοι τους από πάνω ως κάτω αστραποβολούν σαν ήλιοι. Σλάβοι κοντόσωμοι, βρώμικοι, χωμένοι σε μαλακές μπότες και τριχωτά σκουτιά και κουλουριασμένοι μέσα στο άχερο των αραμπάδων τους, γέροι Οσμανλήδες με ψηλό τουρμπάνι και μεγάλη γενειάδα, σκαρφαλωμένοι στην άκρη της ράχης των γαϊδαράκων τους. Μια ατελείωτη γραμμή από το Κόσανι ως το Μοναστήρι.
      (Berard, σ. 174)
    • Στους πρόποδες [του Περιστερίου] αλλά ολότελα μέσα στον επίπεδο κάμπο, το Μοναστήρι ξυπνά ανάμεσα στις λεύκες και τα κυπαρίσσια. Το ανθρώπινο ποτάμι που κυλούσε προς την αγορά, μοιάζει να ακινητοποιήθηκε για μια στιγμή. Τα βόδια ζεμένα στους αραμπάδες δίνουν κουτουλιές, οι Αλβανοί βρίζουν και απειλούν με το χέρι στο ρεβόλβερ, οι βουλγάρες γυναίκες φωνασκούν, σκόνη στυφή από χαλίκια και κάρβουνο, ένα κάρο αλβανών καρβουνιαραίων έχει αναποδογυριστεί και εμποδίζει το πέρασμα. Ακούγεται ξάφνου ποδοβολητό αλόγων, βουρδουλιές και καταφθάνουν
      (Berard, σ. 175)
    • Το Μοναστήρι – η Βιτώλια, όπως το λένε οι Έλληνες- κατέχει μια πολύ μεγάλη επιφάνεια στην πεδιάδα και στις δύο όχθες του Ντράγκορ. Το ποτάμι αυτό από λάσπη, ακαθαρσίες και θολά νερά, διασχίζει την πόλη απ’ τα βόρεια στα νότια ανάμεσα σε δύο ευρωπαϊκές αποβάθρες, έργο του προτελευταίου βαλή – όμορφες πέτρινες αποβάθρες, που δύο χρόνια μετά την κατασκευή τους χρειάστηκε να τις ενισχύσουν με παλούκια και ξύλινη φραγή, αποβάθρες ευρωπαϊκές σε τούρκικη μόδα. Μέσα στο μολυσμένο νερόπλατσουρίζουν παρέες μικρά παιδιά, τομάρια ξεραίνονται ανάμεσα σε ψόφια σκυλιά και ψόφιους γαϊδάρους. Όλες οι φυλές της πόλης υπομένουν τη σαπίλα αυτή. Το Μοναστήρι δε διαιρείται από το ποτάμι του σε ξεχωριστές συνοικίες αλλά είναι στα βόρεια οι μουσουλμάνοι, στα νότια οι χριστιανοί και στις δυο όχθες οι Εβραίοι.(Berard, σ. 183-184)
    • Το πρωί του ερχομού μας διασχίσαμε όλη τη μουσουλμανική συνοικία. Ψηλά ξύλινα παλάτια μέσα στα δέντρα, μουχαραμπιέδες, ανοιχτές στοές, κιγκλιδωτά παράθυρα, ξύλινα μπαλκόνια, στέγες που προεξέχουν – τα μουσουλμανικά σπίτια όλης της Τουρκίας.
      Το παλάτι του κυβερνήτη, το κονάκι, είναι από μόνο του μια άλλη πόλη. Πάνω στην αποβάθρα ένα περίπτερο με δύο πτέρυγες και με αναρίθμητα παράθυρα που δίνει μια μεγάλη άσπρη πρόσοψη, ασβεστωμένη με φροντίδα, ευρωπαϊκή. Ένα λούκι του τοίχου έχει γκρεμίσει λίγη απ’ την επίστρωση αυτή και από μέσα μπορούμε να δούμε τους όγκους από ξερολίθι, μοναδικό υλικό της οικοδομής αυτής.
      (Berard, σ. 183-184)
    • Στη χριστιανική συνοικία είναι αδύνατο να μη νιώσεις τον Έλληνα σε κάθε σου βήμα. Τα μεγάλα τετράγωνα σπίτια με τις τσίγκινες στέγες, τα παράθυρα με τα τζαμιά, τα bow-windows, τα πέτρινα μπαλκόνια φανερώνουν με την πρώτη ματιά την αγάπη του Έλληνα για τον ήλιο και το φως. Έτσι είναι χτισμένη και η παραλία της Σμύρνης, έτσι και οι πλατείες της Αθήνας. Το σπίτι του Τούρκου κρυμμένο, αποτραβηγμένο, τις περισσότερες φορές χτισμένο λοξά προς το δρόμο, το μόνο ενδιαφέρον που παρουσιάζει, είναι τα ντιβάνια του, που είναι αραδιασμένα γύρω γύρω στους τοίχους και εκείνη η ιδιαίτερή του άνεση που εμάς συχνά με ξενίζει αλλά που για τον Τούρκο είναι η αληθινή άνεση. Το σπίτι του Έλληνα όλο στην πρόσοψη, όλο πορτοπαράθυρα μπορεί να είναι κάπως άβολο για τον ιδιοκτήτη του, φαίνεται όμως τόσο μεγάλο, τόσο ωραίο, τόσο επιθυμητό στο διαβάτη! Για έναν ελληνικό εγκέφαλο, το αληθινό μέτρο των πραγμάτων είναι ο φθόνος που διεγείρουν στο γείτονα. (Berard, σ. 184-185)
    • Μουσουλμανικό στα βόρεια, στους κήπους, στις λεύκες, στα κυπαρίσσια, στα πλατάνια που απλώνουν τη σκιά τους πάνω σε ναργιλέδες και σε τουρμπάνια. Ελληνικό στα νότια, στα Ξενοδοχεία της Ανατολής, στους Πύργους του Άιφελ, στα μπακάλικα με τις πολύχρωμες προσόψεις, τους ντενεκέδες, τους πωλητές λαδιού, σαρδέλας και πετρέλαιου. Εβραϊκό σε μερικούς δρόμους ενός παλιού γκέτο, δρόμους σκοτεινούς, γεμάτους ασπρόρουχα, παλιοκούρελα και γυναίκες με μάτια που φανερώνουν το βίτσιο, αυτό είναι το Μοναστήρι που βλέπουμε μπρος στα μάτια μας.(Berard, σ. 184-185)
    • Όντας το Μοναστήρι πρωτεύουσα της Μακεδονίας είναι εντελώς φυσικό το ότι οι λαοί που διαφιλονικούν την περιοχή αυτή, και οι άλλοι το έχουν κάνει επίκεντρο των δολοπλοκιών τους. Η Ρωσία, η Αυστρία, η Ελλάδα και η Σερβία διατηρούν εδώ πρόξενους και η Βουλγαρία πράκτορες. Το ίδιο φυσικό είναι, που η Γαλλία δεν έχει εδώ αντιπρόσωπο. Τη φροντίδα για τα συμφέροντά μας [της Γαλλίας] την έχουμε αναθέσει στον Έλληνα πρόξενο. Μόλαταύτα, είναι βέβαιο ότι η απουσία γάλλου πρόξενου δεν εμποδίζει ούτε τους Τούρκους ούτε τους Έλληνες ούτε τους Αλβανούς ούτε τους Σέρβους ούτε τους Βούλγαρους ούτε τους Βλάχους να ελπίζουν στην υποστήριξή μας σε κάθε περίσταση και κυρίως την ημέρα του μεγάλου ξεκαθαρίσματος.
      (Berard, σ. 184-185)
    • Ανάμεσα στα μουσουλμανικά αυτά τείχη που ορθώνονται στα όρια της Μακεδονίας, το παράδειγμα του Ελβασάν χρησιμεύει, για να μας εξηγήσει γιατί, σε κάθε πόλη και χωριού του εσωτερικού, έχουμε μια συνοικία μουσουλμάνων μπέηδων και αγάδων. Ολόκληρη η ιδιοκτησία στη Μακεδονία είναι σε μουσουλμανικά χέρια. Στο βιλαέτι του Μοναστηρίου ο χάρτης πρέπει να είναι διάτρητος από μικρές ισλαμικές τρύπες στο χριστιανικό φόντο του τόπου. Το Μοναστήρι καταρχήν, ο Περλεπές, το Κίτσεβο και η Φλώρινα είναι οι κυριότεροι πόλοι έλξης…
      Το συμφέρον που ώθησε αυτούς τους πρώην χριστιανούς προς το τζαμί, τους κρατά ακόμη στο πλευρό του Τούρκου και ο δεσμός αυτός είναι ισχυρότερος από τις μεγάλες και ωραίες θεωρίες περί φυλών και εθνοτήτων.
      (Berard, σ. 210)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]

    • Εκθέσεις για τον πληθυσμό του βιλαετίου του Μοναστηρίου:

      Α)Ελληνική έκθεση

      Ελληνικές οικίες: 2156

      Βουλγαρικές οικίες: 529

      Μουσουλμανικές οικίες: (περίπου)2700

      Εβραϊκές οικίες: (περίπου)800

      Σύνολο 6185

      Β)Βουλγαρική έκθεση (κατά προσέγγιση)

      Ελληνικές οικίες: 1200

      Βουλγαρικές οικίες: 2100

      Μουσουλμανικές οικίες: 2400

      Εβραϊκές οικίες: 700

      Σύνολο 6400

      Γ)Τουρκική έκθεση
      Χριστιανικές οικίες (Έλληνες και Βούλγαροι) : 2224

      Τουρκικές οικίες: 2327

      Εβραϊκές οικίες: 625

      Σύνολο 5176

      (Chirol, σ. 73)

    • Οι τουρκικές εκθέσεις είναι ένα αμάλγαμα των ελληνικών και των βουλγαρικών εκθέσεων. Η κυβέρνηση κάνει τη διάκριση μεταξύ των Χριστιανών που πληρώνουν το φόρο απαλλαγής από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις και των Μουσουλμάνων που υποχρεούνται σε ενεργή στρατιωτική θητεία. Οι στατιστικές αυτές, ωστόσο, είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως σωστές, καθώς δίνουν τα ελάχιστα δυνατά πληθυσμιακά δεδομένα, εφόσον και οι δυο κοινότητες ενδιαφέρονται η μια να αποφύγει τη στρατολογία και η άλλη να απαλλαγεί από την καταβολή του φόρου εξαίρεσης από τη στράτευση. Τα θρησκευτικά πιστεύω αποτελούν τη βάση των Ελληνικών εκθέσεων, η ομιλημένη γλώσσα τη βάση των Βουλγαρικών εκθέσεων-το κάθετι επιλεγμένο από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία με σκοπό κάθε πλευρά να θεμελιώσει αίτημα πολιτικής υπεροχής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ανάμεσα στους δυο περισσότερο απατηλό είναι το αίτημα των Βουλγάρων. Υπάρχουν ορισμένοι Βουλγαρόφωνοι που δε συμμερίζονται τις Βουλγαρικές εθνικές επιδιώξεις ενώ ανάμεσα σε αυτούς που ομολογούν την Ελληνική πίστη πολλοί από τους Βούλγαρους, τους Βλάχους και τους Αλβανούς έχουν ήδη αποκηρύξει τα πολιτικά πιστεύω των πνευματικών ταγών τους .(Chirol, σ. 73-74)
    • Ο πληθυσμός του Μοναστηρίου-με εξαίρεση τους Εβραίους-μπορεί να χωριστεί σε τρεις σχεδόν ισάριθμες ομάδες. Το ένα τρίτο αποτελείται από Τούρκους ,το άλλο από Εξελληνισμένους Βλάχους κα Βουλγαρόφωνους και το τελευταίο από Βουλγάρους. Αλλά αν δούμε συνολικά τον πληθυσμό του βιλαετίου του Μοναστηρίου και γενικότερα της επαρχίας της Μακεδονίας-δηλαδή τα τέσσερα σαντζάκια Μοναστηρίου, Θεσσαλονίκης, Δράμας και Σερρών-τα ποσοστά της κάθε ομάδας θα είναι πολύ διαφορετικά. Το Μοναστήρι είναι ένα αποκομμένο φρούριο του Πανελληνισμού.(Chirol, σ. 74-75)
    • Αφού αφήσαμε πίσω μας την Κοζάνη και το Ελληνο-Βλαχικό στοιχείο όλα τα χωριά που συναντούμε τώρα στο δρόμο μας είναι είτε Τουρκικά είτε Βουλγαρικά. Όσο περισσότερο βόρεια και ανατολικά προχωρά κανείς, τόσο πιο έντονο γίνεται το Βουλγαρικό στοιχείο. Στα δυτικά τα σύνορα της Μακεδονίας είναι πολύ κοντά. Ωστόσο, ακόμα και στα βουνά που περικλείουν την περιοχή και αποτελούν προπύργια των Αλβανών το Βουλγαρικό στοιχείο απαντάται σε μεγάλο αριθμό μέχρι σχεδόν και τη λίμνη Οχρίδα.(Chirol, σ. 75)
    • Ο Ελληνικός κλήρος του Μοναστηρίου φέρει βαρύτατη ευθύνη για την καταστροφική αντιπαλότητα ανάμεσα στις εθνοτικές ομάδες, η οποία σε μεγάλο βαθμό είναι αποτέλεσμα των μηχανορραφιών που ο ίδιος εξυφαίνει. Χρησιμοποιώντας- όχι πάντα με σωστό τρόπο- την εξουσία που του έχει εκχωρηθεί από την Τουρκική διοίκηση ως η αναγνωρισμένη κεφαλή των Χριστιανικών κοινοτήτων της αυτοκρατορίας, ο Έλληνας επίσκοπος έχει εργαστεί όχι τόσο για τη θεμελίωση πνεύματος ενότητας όλων των φυλών που αποτελούν το ποίμνιό του στα πλαίσια της κοινής πίστης αλλά για να προβάλλει αν όχι τις προσωπικές του φιλοδοξίες, τουλάχιστον το στενό συμφέρον της πολιτικο-εκκλησιαστικής προπαγάνδας. Η ξαφνική αφύπνιση του Βουλγαρικού έθνους και ο σχηματισμός της Βουλγαρικής Εκκλησίας υπήρξαν σκληρά μαθήματα, που κυοφορούσαν διδακτικές προειδοποιήσεις. Αλλά ο επίσκοπος δεν κατάλαβε το νόημά τους. (Chirol, σ. 77-78)
    • Μια μικρή όμορφη πόλη που βρίσκεται στους πρόποδες του στενού περάσματος που οδηγεί από τη Μακεδονία στην κεντρική Αλβανία είναι το Μοναστήρι.Στην περιοχή υπάρχουν μεγαλοπρεπή βουνά με απότομες πλαγιές ήδη καλυμμένα με χιόνια ενώ η πόλη μισοκρύβεται μέσα σε μια σμαραγδοπράσινη κοιλάδα. Αρχοντικά γεμάτα χάρη και μιναρέδες,επιβλητικοί στρατώνες και συνοικίες ολόλευκων σπιτιών περιτριγυρίζονται από βαθυπράσινες καρυδιές και ασημίζουσες λεύκες και πλούσια περιβόλια με όλους τους καρπούς του φθινοπώρου ενώ μικρά δροσερά ποταμάκια που κατεβαίνουν από τα βουνά κυλούν χαρούμενα δίπλα στα ηλιόλουστα δρομάκια της πόλης και τη γραφική αγορά.Στους πολυσύχναστους δρόμους της πόλης μπορεί κανείς να συναντήσει όλες τις ετερόκλητες φορεσιές της Ευρωπαϊκής Τουρκίας.Ο Βούλγαρος με την ωραία κόμη και την άκομψη γκρι κάπα του με την κουκούλα, ο αδύνατος Βλάχος βοσκός που κάθεται τεμπέλικα με τη λερωμένη φουστανέλλα του,ο ορεσίβιος Αλβανός οπλισμένος με πιστόλια και μαχαίρια,ο άθλιος Ισπανο-Εβραίος,ο έξυπνος Έλληνας έμπορος με το φθαρμένο ευρωπαϊκό κοστούμι και ο Τούρκος επίσημα ντυμένος με το τουρμπάνι στο κεφάλι και το χυτό καφτάνι του.Διότι το Μοναστήρι ή τα Βιτόλια –όπως οι Χριστιανοί προτιμούν να το ονομάζουν- είναι το σημείο συνάντησης πολλών εθνοτήτων.Όπως στις περισσότερες πόλεις της Μακεδονίας,η κατάρα των πολλών γλωσσών,των πολλών φυλών και των πολλών θρησκευτικών πιστεύω έχει πέσει βαριά πάνω στο Μοναστήρι.Με πληθυσμό που δεν ξεπερνά τους 35.000 κατοίκους-ορισμένοι θεωρούν ότι έχει πληθυσμό περίπου 25.000 κατοίκους- η πόλη περιλαμβάνει περίπου μια ντουζίνα διαφορετικές κοινότητες με ξεχωριστές προσδοκίες,συμφέροντα και πάθη.Υπάρχουν Βούλγαροι που μιλούν βουλγάρικα και έχουν ασπαστεί το βουλγαρικό σχίσμα.Υπάρχουν Βούλγαροι που μιλούν βουλγάρικα και συμμερίζονται τις πολιτικές φιλοδοξίες των σχισματικών αλλά δεν έχουν απομακρυνθεί από την επιρροή του Ελληνικού Πατριαρχείου ενώ υπάρχουν και Βούλγαροι που έχουν εξελληνισθεί σε τέτοιο βαθμό,ώστε προτιμούν να μιλούν την ελληνική γλώσσα αντί για τη δική τους και ομολογούν το Ελληνικό δόγμα –θρησκευτικό και πολιτικό-αλλά ο αριθμός τους είναι μικρός και μέρα με τη μέρα μειώνεται.Έπειτα υπάρχουν Έλληνες που είναι Έλληνες μόνο κατ’όνομα.Με εξαίρεση τον αρχιεπίσκοπο και τον Έλληνα πρόξενο,είναι ζήτημα αν υπάρχει έστω μία οικογένεια που να μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει καθαρό ελληνικό αίμα.Είναι Βλάχοι.Ανάμεσά τους υπάρχει μια μεγάλη και αυξανόμενη ομάδα που μιλά τη δική της γλώσσα και όχι ελληνικά και έχει διαφορετικές εθνικές φιλοδοξίες ξέχωρα από τον Ελληνισμό.Η Μουσουλμανική κοινότητα είναι ελάχιστα πιο ομοιογενής.Υπάρχουν Αλβανοί που ακόμα προσβλέπουν στην Πύλη αλλά οι περισσότεροι θεωρούν την υποστήριξη του Σουλτάνου ως ένα μέσο που θα τους οδηγήσει στην ανεξαρτησία. (Chirol, σσ. 69-71)
    • Το Μοναστήρι σώζει τις μνήμες από την τουρκική προδοσία,γεγονός που ελάχιστα ενίσχυσε το πνεύμα αφοσίωσης των Αλβανών στην αυτοκρατορία.Το 1830-μετά τον Αγώνα Ανεξαρτησίας των Ελλήνων –ο Ρεσίντ Πασά κάλεσε στο Μοναστήρι σε επίσημο γεύμα περίπου 500 Αλβανούς μπέηδες από το βορρά και το νότο της Αλβανίας,ώστε να γιορτάσουν την αμνηστία που διεκήρυξε ο Σουλτάνος.Όταν οι επίσημοι σηκώθηκαν για να φύγουν,δυο τάγματα του τουρκικού στρατού παρατάχθηκαν, ώστε να τους αποδώσουν τιμές.Αλλά αντί για την εντολή να παρουσιάσουν τα όπλα ,ο Μεγάλος Βεζύρης τους διέταξε να αρχίσουν να πυροβολούν.Μέσα σε λίγα λεπτά το λιβάδι,το οποίο οι Αλβανοί ακόμη αποκαλούν «Το Πεδίο της Προδοσίας» είχε κοκκινίσει από το καλύτερο και ευγενέστερο αίμα της Αλβανίας. (Chirol, σσ. 71-72)
    • Οι Τούρκοι του Μοναστηρίου χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: τους «αποδημητικούς και αρπακτικούς» αξιωματούχους και τις εγκατεστημένες εργαζόμενες τάξεις: χειροτέχνες,εμπόρους, οικογενειάρχες και άλλους που αγαπούν την ειρήνη αλλά ωστόσο προορίζονται να είναι τα πρώτα θύματα κάθε πολέμου. (Chirol, σ. 72)
    • Κατόπιν παρακλήσεως του Έλληνα Αρχιεπισκόπου του Μοναστηρίου, ο Τούρκος Γενικός Διοικητής κατέσχεσε όλα τα βουλγαρικά σχολικά βιβλία του βιλαετίου ενώ οι σχισματικοί ιερείς εκδιώχθηκαν από τη χώρα και μέχρι σήμερα ο βουλγαρικός εξαρχικός κλήρος ζει σχεδόν σε καθεστώς εξορίας στη Βουλγαρία και η Βουλγαρική Εκκλησία στην επαρχία αυτή είναι ακόμη ανοργάνωτη χωρίς κεφαλή και χωρίς οργανωτικούς κανονισμούς.(Chirol, σ. 78-79)
    • Μετά το Συνέδριο του Βερολίνου Έλληνες ιερείς επιβλήθηκαν σε Βουλγαρικά χωριά, τα Ελληνικά σχολεία πολλαπλασιάστηκαν σε όλη την περιφέρεια και οι ζαπτιέδες επιστρατεύθηκαν, ώστε να αποσπάσουν τη συγκατάθεση των Βουλγαρόπαιδων με στόχο να «φουσκώσουν» οι Πανελλήνιες στατιστικές. Ακόμη και τα ένοπλα σώματα των ληστών τέθηκαν στην υπηρεσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αλλά μάταια. Παρά τις απειλές και τις πράξεις με τις οποίες αυτές οι απειλές γίνονταν πραγματικότητα, κάθε μέρα καινούριοι Βούλγαροι και καινούρια χωριά αποσκιρτούσαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία και ενώνονταν με την εθνική σχισματική εκκλησία. (Chirol, σ. 79)
    • Βορειοδυτικά υπάρχουν οι ένοπλες ομάδες των Αλβανών της Δίβρας-τα μαύρα πρόβατα της φυλής τους-που διαπράττουν δολοφονίες και ληστείες αδιακρίτως εναντίον όλων των ομάδων και των τάξεων και κυριαρχούν στα βουνά σε όλη τη δυτική πλαγιά της πεδιάδας του Μοναστηρίου μέχρι το Κρίτσεβο και την άνω κοιλάδα του Μαύρου Δρίνου. Πρόκειται για δαίμονες με φανατισμό στο έγκλημα που αψηφούν ακόμη και την εξουσία της Λίγκας. Στα ανατολικά οι Βούλγαροι ληστές έχουν καταστήσει τα περάσματα της περιοχής μη ασφαλή και διαπράττουν κατά καιρούς εγκλήματα. Ωστόσο, καμία από τις ομάδες που δραστηριοποιούνται δυτικά του Βαρδάρη δεν έχει το υψηλό επίπεδο οργάνωσης και πειθαρχίας που διέπει τις ελληνικές ένοπλες ομάδες. (Chirol, σ. 86-87)
    • Στις ανώτερες όχθες του Βαρδάρη η Βουλγαρική Επανάσταση είχε ήδη αρχίσει να οργανώνεται. Είχε σε όλες τις βουλγαρικές επαρχίες επιτροπές που ασχολούνταν με την προπαγάνδα και τις ένοπλες ομάδες που έφεραν εις πέρας τις διαταγές των επιτροπών. Οι επιτροπές είχαν σχηματιστεί με σκοπό να αντιμάχονται την ελληνικότητα ενθαρρύνοντας την εθνική παιδεία και προωθώντας τα συμφέροντα του εθνικού κλήρου ενώ στρεφόταν και κατά των Μουσουλμάνων γαιοκτημόνων και είχε πάρει εναντίον τους τη μορφή τοπικής Λίγκας. Ο σκοπός των επιτροπών ήταν, θεωρητικά, να επιβάλλουν την τιμωρία όποτε κάποια πράξη καταπίεσης ή αδικίας αποδίδονταν σε κάποιο μουσουλμάνο. Ωστόσο,η πρακτική τους απείχε πολύ από τη θεωρία ενώ τελικά στόχος τους ήταν να υποδαυλίσουν αναταραχές και να προκαλέσουν αντίποινα ,ώστε να πετύχουν το ξέσπασμα του φανατισμού όπως ήταν το αντίστοιχο του 1876 που οδήγησε στην πτώση της Τουρκικής εξουσίας στη Ρωμυλία. Τα ένοπλα σώματα διοχέτευαν συνήθως τη βιαιότητα και την εκδικητικότητα τους εναντίον των αμάχων και έτσι γυναίκες, παιδιά και γέροι υπέφεραν στο όνομα παλαιών λαθών.(Chirol, σ. 88-89)

    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]

    • Το Μοναστήρι, πρωτεύουσα του βιλαετίου του Μοναστηρίου βρίσκεται στη μακεδονική γη, σχεδόν στο μέσον της περιοχής μεταξύ ελληνικών και βουλγαρικών εδαφών. Βόρεια η πλειονότητα του πληθυσμού είναι Βούλγαροι, νότια είναι Έλληνες.Τα χωριά συναντώνται, διασταυρώνονται και αναμειγνύονται στο βιλαέτι του Μοναστηρίου. Ο λόγος , ωστόσο, που στο Μοναστήρι σημειώνονται πολλές συγκρούσεις δεν είναι επειδή οι Τούρκοι της περιοχής είναι περισσότερο κακοήθεις από ό,τι αλλού,αλλά εξαιτίας του γεγονότος πως υπάρχει μια μόνιμη διαμάχη ανάμεσα σε Έλληνες και Βουλγάρους που πολιτεύονται σύμφωνα με τη θρησκεία τους.(Frazer,σ. 205)
    • Μια ελικοειδής σιδηροδρομική γραμμή οδηγεί από τη Θεσσαλονίκη στο Μοναστήρι. Υπάρχει ένα τρένο την ημέρα που κυλά νωχελικά σε μια γραφική διαδρομή. Όλοι οι μικροί σταθμοί είναι όμορφοι. Σε όλους τους σταθμούς υπάρχει κήπος ενώ σε κάθε σταθμαρχείο υπάρχουν αναρριχητικά φυτά. Υπάρχουν πολλά φρούτα που μπορεί κανείς να αγοράσει. Νεαροί πωλούν μπουκάλια με παγωμένο νερό. Τούρκοι ,Βούλγαροι και Έλληνες όλοι χαρούμενοι χαιρετούν φίλους ,βλέπουν άλλους να φεύγουν –μια ευτυχισμένη σκηνή της εξοχής. Κι όμως πρόκειται για μια αιματοβαμμένη γωνιά της Ευρώπης! (Frazer,σ. 205)
    • Το Μοναστήρι είναι μια ετερογενής πόλη 60.000 κατοίκων από τους οποίους οι 14.000 είναι Έλληνες,οι 10.000 Βούλγαροι,τέσσερις ή πέντε χιλιάδες Αλβανοί ,διακόσιοι ή τριακόσιοι Εβραίοι και οι υπόλοιποι Τούρκοι. (Frazer,σ. 206)
    • Στο Μοναστήρι υπάρχει μεγάλη ποικιλία στις ενδυμασίες των κατοίκων.Είναι μια συνηθισμένη τουρκική ευρωπαϊκή πόλη ακόμη και παρά την ύπαρξη ενός κήπου όπου οι πιο πλούσιοι Τούρκοι, Έλληνες και Βούλγαροι κάθονται σε μικρά τραπέζια και πίνουν μπύρα υπό τους ήχους μια ορχήστρας εγχόρδων αποτελούμενης από κορίτσια από τη Βιέννη. (Frazer,σ. 206)
    • Στο Μοναστήρι όλοι είναι χαρούμενοι.Οι δολοφονίες είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο ,ώστε πλέον κανείς δε δίνει σημασία.Ωστόσο, παρά τη γενικότερη ευφορία ορισμένα πράγματα σε κάνουν να σκεφτείς.Ο μισός πληθυσμός αποτελείται από Τούρκους στρατιώτες οι οποίοι περιπολούν μέρα-νύχτα.Στους γειτονικούς λόφους υπάρχουν στρατόπεδα ενώ τα καραβάνια με μουλάρια φορτωμένα με καλαμπόκι που έρχονται από τους αγρούς συνοδεύονται ανά τέσσερα από έναν ένοπλο στρατιώτη. (Frazer,σ. 206)
    • Τα νέα στο Μοναστήρι διαδίδονται αλλά όλοι μένουν στις λεπτομέρειες μιας φοβερής σφαγής.Οι Βούλγαροι είναι μειονότητα και οι Έλληνες και οι Εβραίοι τους αποφεύγουν.Στα καφενεία εξυφαίνονται συνομωσίες.Ο μέσος όρος είναι ένας φόνος την ημέρα.Συχνά τα πράγματα είναι ήσυχα για μια εβδομάδα αλλά τότε σκοτώνονται μισή ντουζίνα άνδρες και διατηρείται ο μέσος όρος.Οι Έλληνες του Μοναστηρίου προειδοποίησαν τους Βουλγάρους πως για κάθε πατριαρχικό που θα δολοφονούσαν οι κομιτατζήδες στην επαρχία,αυτοί θα δολοφονούσαν δυο στην πόλη. (Frazer,σ. 206-207)

    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]

    • Σε απόσταση μίας ώρας από τον Περλεπέ φτάνει κάποιος σε μία μεγαλοπρεπή πεδιάδα μήκους 15 λευγών και πλάτους 3, που διατέμνεται από παχείς νομούς και είναι πολύ καλλιεργημένη. Η πεδιάδα αυτή είναι η ίδια πεδιάδα των Βιτωλίων (Μοναστηρίου), που κατοικείται από τους καλύτερους κατοίκους της Μακεδονίας. Τέσσερις ώρες μετά το Πρίλεπ διαβαίνει τον ποταμό Εριγώνα (Καρασού) μέσω μίας ξύλινης γέφυρας πλάτους 2 μέτρων και μήκους 30. Υπάρχουν δε και από τις δύο πλευρές της οδού πολλά τσιφλίκια. 28 ώρες μετά τα Σκόπια φτάνεις κανείς στο Μοναστήρι ή Βιτώλια, που βρίσκονται στο άκρο της πεδιάδας σε μία ορεινή κοιλότητα, που έχει στον κύκλο της συνεχή βουνά με χλόη, πάνω στις οποίες υψώνονται χιονοσκεπείς κορυφές της Σόα Γκόρας. Το ρυάκι Δραόρι ρέει από τα ανατολικά προς τα δυτικά προς ανατολικά και χύνεται προς τον ποταμό Καρασού. Χωρίζει δε την πόλη σε δύο μέρη, που συνδέονται με ξύλινες γέφυρες, γύρω από τις οποίες υπάρχουν εργαστήρια και εμπορικά καταστήματα. Τα Βιτώλια πριν από 40 χρόνια ήταν μια γνωστή πολίχνη, σήμερα δε είναι μία πόλη που έχει 45 χιλιάδες κατοίκους, για τις ανάγκες των οποίων αρκούν 40 χάνια, τα ευρωπαϊκά ξενοδοχεία, τα μαγειρεία, τα ζυθοπωλεία και τα δημόσια λουτρά. Η ίδια αυτή πόλη είναι ο γενικός σταθμός ενός εκ των 5 στρατιωτικών σωμάτων (ορδές) της Τουρκίας και η έδρα μουσίρη (στρατάρχη). Έχει στρατιωτικό σχολείο, τηλεγραφικό σταθμό και ορθόδοξο αρχιεπίσκοπο.
      Τα Βιτώλια αντιστοιχούν προς την αρχαία Ηράκλεια των Λυγκηστών, της οποίας η θέση ορίστηκε ακριβώς από τον Heuzey από τα ερείπια, που βρίσκονται 2 χιλιόμετρα νοτίως της σημερινής πόλης, στην αρχή των υπωρειών του βουνού, προς την διεύθυνση της κώμης Μπούκοβας.
      Από τα Βιτώλια ώς το Ελβασάν και το Δυρράχιο υπάρχει οδός διά της Αχρίδας.
      Από τα Βιτώλια στο Μέτσοβο και τα Ιωάννινα υπάρχει ταχυδρομική οδός.
      Τα Βιτώλια απέχουν 7 ώρες από τη Φλώρινα.
      Τα Βιτώλια απέχουν από την Καστοριά 8 ώρες. (Ιsambert,τόμ.Ι, σ.34-35-36)
    • Η οδός από τα Βιτώλια διέρχεται τις υπώρειες του όρους Σόα Γκόρα και μετά από 6 ώρες φτάνει στη Φλώρινα. ( Isambert,τόμ.Ι, σ.38)
    • [/tab]
      [tab name=’Leake’]

      • Οι σύγχρονες πορείες μέσα από βουνά που διαχώριζαν τον Λύγκο από την Εορδαία, ήταν από το Τιλμπελί στην Όσλοβα, προς τα ανατολικά και από την Μπάνιτσα στο Όστροβο προς τα δυτικά. Η πρώτη είναι στην συνήθη πορεία από τα Μπιτόλια στα Βοδενά και η τελευταία από την Φλώρινα προς το ίδιο μέρος. Παρόλο που η Φλώρινα είναι πιο κοντά από ότι τα Μπιτόλια στην πλευρά της Ηράκλειας, θεωρούμε ότι η Εγνατία Οδός διασχίζεται από την πρώτη πορεία, καθώς κατεβαίνει στις εορδαϊκές κοιλάδες πιο κοντά στην τοποθεσία της Έδεσσας.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 317 – 318)
      • Το όνομα Πελαγονία υπάρχει ακόμα ως ονομασία της ελληνικής επισκοπής, της οποίας η έδρα είναι τα Μπιτόλια ή Μοναστήρι. Την ελληνική ονομασία της περιοχής υιοθέτησαν και οι Τούρκοι. Τα Μπιτόλια είναι τώρα το κέντρο της περιοχής καθώς και έδρα του στρατηγού και κυβερνήτη της Ρούμελης. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 319)
      • Τα Μπιτόλια, μια λέξη ελληνικής προέλευσης, ίσως είναι παραφθορά ενός τρίτου ονόματος του ίδιου μέρους ή εκείνο που έφερε η πόλη όταν οι τρεις πόλεις της Πελαγονίας ακόμη υπήρχαν. Το Ελληνικό όνομα που προσιδιάζει περισσότερο είναι Επιτάλια.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 320)
      • Τα περάσματα της Πελαγονίας, στα οποία ο Περσέας τοποθετήθηκε από τον πατέρα του Φίλιππο, πιστεύω ότι είναι η ορεινή διάβαση στη σύγχρονη διαδρομή από την Αχρίδα προς τα Μπιτόλια, που τώρα αποτελεί την κύρια αρτηρία στη θέση της παλιάς γραμμής ή γραμμών της Εγνατίας Οδού. Αυτή η αλλαγή ίσως προκλήθηκε από το γεγονός ότι η Αχρίδα και τα Μπιτόλια αποτελούν τώρα τις κύριες πόλεις αντί των αρχαίων της Λυχνιδούς και της Ηράκλειας που δέσποζαν στην περιοχή την αρχαία εποχή.Οι πόλεις αυτές, η Αχρίδα και τα Μπιτόλια, βρίσκονται αντίστοιχα στα βόρεια των δύο αρχαίων τοποθεσιών, καθώς στην αρχαιότητα η Εγνατία είχε εδώ παρεκκλίνει από την ευθεία της πορεία επειδή υπήρχε η ανάγκη να διασχίσει περιμετρικά είτε τη βόρεια είτε τη νότια άκρη της λίμνης Λυχνιδός. Το πέρασμα της Πελαγονίας ήταν εξαίρετης σημασίας ως μια από τις άμεσες εισόδους από την Ιλλυρία στην Μακεδονία με την πορεία του ποταμού Δρίλωνα, που τώρα λέγεται Δρίνος. Ήταν απαραίτητο για τους βασιλείς της Μακεδονίας να διατηρήσουν δυνατές φρουρές στην Λυχνιδό και σε κάποιες άλλες τοποθεσίες στην λίμνη, όπως και στα Στύβερρα και στην Ηράκλεια.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 321)
      • Στα δεξιά του Σινιάτσικου φαίνεται το Περιστέρι, το οποίο συνορεύει με τις πεδιάδες του Εριγώνα και των Μπιτολίων. Στα βορειοανατολικά υψώνεται το σπουδαίο βουνό Δοξά ή Βέρμιο και στα δεξιά του φαίνεται ο Βελβεντός ή Βελβεδός, μια πόλη 300 σπιτιών, η οποία, παρόλο που είναι γνωστή για τον μιναρέ της, κατοικείται κυρίως από Έλληνες. Ο Βελβεντός είναι 3 ώρες απόσταση από τα Σέρβια και ομοίως βρίσκεται στο ίδιο βουνό. Τοποθετείται στην ίδια γραμμή με τη μεγάλη χαράδρα του Αλιάκμονα, κοντά στο βουνό της Πέλλας. Όντας το πιο ευθύ και εύκολο πέρασμα ανάμεσα στα Καμβούνια Όρη, είναι το φυσικό πέρασμα ανάμεσα στη Μακεδονία και στην Περραιβία. Είναι τώρα ο πιο σημαντικός σταθμός του ουλαμού του Δερβέν Αγά στο Μπεϊλίκι και ο δρόμος από τη Λάρισα και τα Τρίκαλα στα Μπιτόλια, από όπου η πρώτη αφετηρία είναι το Καλιάρι και η δεύτερη η Φλώρινα.Ο δρόμος από το κάστρο στις Πόρτες είναι ευρύς και επίπεδος και αποτελεί το φυσικό άνοιγμα στο βουνό.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 332)
      • Η Ηράκλεια δεν απέχει πολύ από την νέα πόλη της Φλώρινας, περίπου 10 μίλια νότια του Μοναστηρίου.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 282)
      • O μουσουλμάνος Αλβανός, με το όνομα Σουλεϊμάν Προσόβα, είχε υπό τις διαταγές του 700 άντρες για τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους του Χριστιανικού χώρου. Προσπαθεί να εκκαθαρίσει εκείνα τα βουνά, τα οποία όσον αφορά το Μοναστήρι,τον Πρίλεπο και Βυλάζωρα , εφοδιάζουν διαρκώς με ανθρώπινο δυναμικό πολλά αδιαπέραστα κρησφύγετα από τα οποία είναι σχεδόν αδύνατο να ξεριζωθούν οι κλέφτες.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 286)

      [/tab]
      [tab name=’Mantegazza’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Pouqueville’]

      • Το Μοναστήρι ή Βιτώλια υπήρξε πρωτεύουσα της Ρούμελης ή της εδώθε του Αξιού Μακεδονίας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 16)
      • Η μητρόπολη Πελαγονίας ή Βιτώλιας ανήκε στη δικαιοδοσία του φρουρίου της Αχρίδας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.50)

      [/tab]
      [tab name=’Tozer’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Urquhart’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Walker’]

      • Η μεγάλη πεδιάδα αυτή λέγεται επίσης και πεδιάδα του Βαρδάρη. Απλώνεται από την είσοδο της Θεσσαλονίκης μέχρι τους πρόποδες του λόφου των Βοδενών όπου η μεγάλη δημοσιά χωρίζεται στα δύο και η μία διακλάδωση πηγαίνει προς τη νότια Αλβανία και προς τα περάσματα για τη Θεσσαλία ενώ η άλλη οδηγεί στο Μοναστήρι ή Μπιτόλια, αρχηγείο του τουρκικού στρατού της Ρωμυλίας και έδρα του αρχιστράτηγου. (Walker,σ. 48)
      • Πεδιάδα του Μοναστηρίου: Η μεγάλη πεδιάδα του Μοναστηρίου έχει κάπου 65 χιλιόμετρα μήκος και 15 πλάτος. Από τις τρεις πλευρές είναι κλεισμένη από βουνά και μένει ανοιχτή από βορρά, όπου ενώνεται με την πεδιάδα των Σκοπίων φτάνοντας στα σύνορα της Σερβίας. Όντας αρκετά πάνω από το επίπεδο της θάλασσας, έχει κλίμα πιο κρύο από την περιοχή της Θεσσαλονίκης.
        (Walker,σ. 72)
      • Φτάνοντας κανείς για πρώτη φορά στο Μοναστήρι μένει κατάπληκτος με το επίπεδο του πολιτισμού. Δύο απέραντοι στρατώνες με ιππικό και πεζικό, επιθεωρήσεις, παρελάσεις, γραφικοί καβαλάρηδες και μία θαυμάσια μπάντα θυμίζουν τη μεγάλη σημασία που έχει ο τόπος αυτός από στρατιωτική άποψη, ελέγχοντας άμεσα το πέρασμα από τη Μακεδονία προς τη βόρεια Αλβανία. Το Μοναστήρι φαίνεται πολύ όμορφα από το μουσουλμανικό νεκροταφείο πάνω από την τουρκική συνοικία. Η πόλη είναι χωμένη μέσα στο πράσινο ενώ μεριές-μεριές το σκηνικό ζωηρεύει από τις άσπρες πινελιές των μυτερών μιναρέδων. (Walker,σ. 73-75)
      • Στο κέντρο περίπου ξεχωρίζει ένας ψηλός πύργος με ρολόι. Από πίσω ακριβώς υψώνονται τα βουνά του Περιστεριού με τη μεγαλοπρεπή γραμμή τους για να καταλήξουν τελικά στην πιο ψηλή κορυφή, κάπου 2.500 μέτρα ύψος πάνω από το επίπεδο της θάλασσας. Η κορυφή αυτή υποτίθεται ότι είναι σβησμένο ηφαίστειο, με τον κρατήρα τώρα γεμάτο νερό μέχρι πάνω που, όπως υποστηρίζουν οι κάτοικοι, θα ξεχειλίσει και θα πλημμυρίσει την πεδιάδα. Το Mοναστήρι έχει μεγάλη ανάπτυξη. Τώρα διαθέτει κεντρικό τηλεγραφείο και η σπουδαιότητά του μεγαλώνει καθημερινά. Οι στρατώνες χτίστηκαν τα τελευταία 25 χρόνια. (Walker,σ. 73-75)
      • Από τον χριστιανικό πληθυσμό του Μοναστηρίου οι Βλάχοι (ή οι Βλάχοι της Πίνδου όπως τους λένε για να τους ξεχωρίζουν από τους ντόπιους της ηγεμονίας της Βλαχίας) κατέχουν την ανώτερη θέση στο εμπόριο, στη βιομηχανία και στην εξυπνάδα. Ισχυρίζονται ότι κατάγονται από τους Ρωμαίους που παλιότερα είχαν καταλάβει αυτά τα μέρη και ότι η γλώσσα τους έχει ένα μεγάλο ποσοστό από τα λατινικά. (Walker,σ. 76-77)
      • Στο Μοναστήρι χρησιμοποιούν μία ιδιότυπη μέθοδο για το πλέξιμο της ψάθας των πατωμάτων των σπιτιών, πλέκοντάς τες επί τόπου δύο-τρεις άνδρες κάθονται κάτω στο πάτωμα δουλεύοντας σειρές-σειρές μέχρι να το σκεπάσουν ολόκληρο.
        Το Μοναστήρι επίσης, όπως και πολλές άλλες πόλεις της Αλβανίας φημίζεται για τα φιλιγκράμ του με ασήμι και χρυσό. Εδώ κατασκευάζονται τα ζαρφ για τα φλυτζάνια του καφέ, το πίσω μέρος στους στρογγυλούς καθρέφτες του χεριού, λαβές για στιλέτα και για άλλα μαχαίρια, τσιγαροθήκες κ.λ.Οι τεράστιες αγκράφες και τα άλλα στολίδια από φθηνό ασήμι που φοράνε οι Βουλγάρες είναι και αυτά από τα σπουδαία προϊόντα της τοπικής βιοτεχνίας.Πωλούνται σε ειδικό μέρος των παζαριών ή σε μερικά καταστήματα σε μια από τις γέφυρες του Ντραγκόρ.(Walker,σ. 78)

      [/tab]
      [tab name=’Σχινάς’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [end_tabset]

  • Κρούσοβο

    Παλαιό Όνομα :Κρούσοβο
    Δήμος :

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]

  • Το φοβερό φθινόπωρο του 1903 όταν η βουλγαρική εξέγερση ξέσπασε στη Μακεδονία οι δυνάμεις των στασιαστών υπολογίζονταν σε 32.000 εκπαιδευμένους και ένοπλους άνδρες,οι οποίοι έριχναν βόμβες και ανατίναζαν γέφυρες.
    Το Κρούσοβο κατελήφθη από τους επαναστάτες εναντίον των οποίων κινήθηκαν οι Τούρκοι με τους μπασι-μποζούκους ,οι οποίοι αφού τους νίκησαν μπήκαν στην πόλη,σκότωσαν 77 ανθρώπους ,έκαψαν και λεηλάτησαν 570 μαγαζιά και σπίτια.Χτύπησαν και βασάνισαν εκατοντάδες ανθρώπους ενώ βίασαν τις γυναίκες.Οι Τούρκοι δεν έπιασαν κανέναν από τους επαναστάτες , οι οποίοι έφυγαν από τη μια άκρη της πόλης ενώ οι ίδιοι έμπαιναν από την άλλη.Η λεηλασία του χωριού διήρκεσε τέσσερις μέρες.Η βουλγαρική συνοικία έμεινε ανέπαφη χάριν –όπως λέγεται –στη δωροδοκία των Τούρκων στρατιωτών.Οι υπόλοιποι κάτοικοι –κυρίως Βλάχοι-υπέστησαν ολοκληρωτική καταστροφή και εξαγριώθηκαν με τους Βούλγαρους που γλίτωσαν.Θεωρήθηκε ότι ο Τούρκος διοικητής είχε έρθει σε συνεννόηση με τους επαναστάτες ,ώστε σκόπιμα να επιτεθεί στους Έλληνες.Οι έρευνες δεν είχαν αποτέλεσμα.Τα πράγματα στη Μακεδονία ήταν πολύ περίπλοκα. (Frazer,σ. 209)
  • [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Σμίλεβο

    Παλαιό Όνομα :Σμίλεβο
    Δήμος :

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]

  • Ο Τζέιμς ΜακΓκρέγκορ, πρώην πρόξενος της Βρετανίας στο Μοναστήρι αναφέρει ότι το 1903 τα τουρκικά στρατεύματα αποτελούμενα από έντεκα τάγματα και ακολουθούμενα από μπασι-μποζούκους πολέμησαν με 400 επαναστάτες στο χωριό Σμίλεβο,το οποίο λεηλάτησαν και έκαψαν,αφήνοντας όρθια μόνο 4 σπίτια από τα 500.Περισσότεροι από 2000 κάτοικοι έφυγαν στα βουνά και όσοι έμειναν στο χωριό 21 ηλικιωμένοι άνδρες και εξήντα –εβδομήντα γυναίκες και παιδιά δολοφονήθηκαν ενώ 40 νέες γυναίκες μεταφέρθηκαν σε μουσουλμανικά χωριά όπου κρατήθηκαν για μια εβδομάδα.(Frazer,σ. 209)
  • [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Μότσιλα

    Παλαιό Όνομα :Μότσιλα
    Δήμος :

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]

  • Στη Μότσιλα ,κοντά στο Μοναστήρι, μετά την εξόντωση ενός σώματος κομιτατζήδων οι μπασι-μποζούκοι και οι στρατιώτες αφαίρεσαν από τους νεκρούς τα ρούχα τους, τα υποδήματα και τα όπλα τους και έσκισαν τα σώματα τους με μαχαίρια και ξιφολόγχες.Σχεδόν κάθε σπίτι της περιοχής λεηλατήθηκε. Οι Τούρκοι άρπαξαν ότι τους άρεσε και έκοψαν σε κομμάτια τα καινούρια πανωφόρια από δέρμα προβάτου και άλλα ρούχα που δεν μπορούσαν να πάρουν μαζί τους. Το καλαμπόκι και άλλα τρόφιμα τα σκόρπισαν στο έδαφος και τα έκαψαν. Στο τέλος έκαψαν και περίπου δώδεκα καλύβες. (Frazer,σ. 207-208)
  • [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Καστανόφυτο

    Παλαιό Όνομα :Οσνίτσανι
    Δήμος :Ορεστίδος

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]

  • Στην Οσνίτσανη ένας άνδρας εξήντα ετών ξεγελάστηκε από μια ομάδα κομιτατζήδων που φορούσε στρατιωτικές στολές και βγήκε από το σπίτι του. Αυτοί είπαν πως ζητούσαν κατάλυμα για στρατιώτες που μόλις είχαν φτάσει στο χωριό. Ο άνδρας μαχαιρώθηκε κοντά στην εκκλησία. Στο σώμα του υπήρχαν εξήντα πέντε τραύματα. Πριν τον δολοφονήσουν ,τον βασάνισαν απάνθρωπα. Έσπασαν το κρανίο του, πέρασαν το μαχαίρι από τα μάτια και τα αυτιά του και τελειώνοντας του έριξαν μια βαριά πέτρα στο κεφάλι του που ήδη ήταν μια άμορφη μάζα. Ο άτυχος άνδρας-που υπήρξε ο πιο πολυμαθής και ο πιο σημαντικός άνθρωπος της περιοχής του- δεκαπέντε μέρες πριν το θάνατό του πήγε στον επίσκοπο με τα μάτια του γεμάτα δάκρυα και του είπε πως οι κομιτατζήδες του είχαν ζητήσει απειλώντας τον με θάνατο τη σφραγίδα του χωριού, ώστε να σφραγίσουν το έγγραφο που θα έστελναν στον Έξαρχο πως το χωριό θα αποσχισθεί από το Πατριαρχείο. (Frazer,σ. 202-203)
  • [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Συμβολή

    Παλαιό Όνομα :Μπάνιστα
    Δήμος :Νέας Ζίχνης

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]

  • Στο χωριό Μπάνιτσα-κοντά στις Σέρρες-δυο ομάδες κομιτατζήδων περικυκλώθηκαν από στρατεύματα και μετά από σκληρή μάχη σκοτώθηκαν οι περισσότεροι κομιτατζήδες ,καθώς και οι περισσότεροι άρρενες κάτοικοι που βρίσκονταν στο χωριό τότε.Περίπου τριάντα με σαράντα γυναίκες βιάστηκαν και τα περισσότερα σπίτια κάηκαν.Από τα 170 σπίτια έμειναν όρθια μόνο 22.Στο σαντζάκι των Σερρών κάηκαν 1600 σπίτια.Από αυτά μόνο 109 ήταν σπίτια Τούρκων,όλα τα άλλα ήταν βουλγαρικά.(Frazer,σ. 201-202)
  • [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Το άρωμα τριαντάφυλλο του Κασανλίκ

    • Το Κασανλίκ είναι μια μικρή πόλη στην πεδιάδα της Θράκης στη σκιά των Βαλκανίων. Η πεδιάδα είναι απόλυτα επίπεδη και τα βουνά που την περιστοιχίζουν υψώνονται κατακόρυφα. Δεν υπάρχει κυματισμός. Όλες οι πεδιάδες συνιστούν το βυθό στραγγισμένων λιμνών που τις αγκαλιάζουν λόφοι. Ένα μεγάλο μέρος της πεδιάδας της Θράκης έχει αφιερωθεί στα τριαντάφυλλα. Στην περιοχή όπου το Κασανλίκ είναι το κέντρο υπάρχουν 173 χωριά που ασχολούνται με την καλλιέργεια τριαντάφυλλου. Ενώ σε άλλες περιοχές οι χωρικοί καλλιεργούν σιτάρι και σίκαλη και τροφή για τα κοπάδια εδώ όλα τα χωράφια είναι γεμάτα τριαντάφυλλα. Είναι ο μεγαλύτερος κήπος ρόδων σε όλο τον κόσμο-80 μίλια μακρύς. Ο κόσμος είναι ξετρελαμένος με τα τριαντάφυλλα. Ο αέρας είναι βαρύς από το άρωμα τους. Δεν είναι ο πλούτος του εδάφους που παράγει αυτή την αφθονία αλλά υπάρχει ένα ιδιαίτερο στοιχείο –όπως με το έδαφος της Καμπανίας που ευνοεί το σταφύλι-που βοηθά το τριαντάφυλλο να βγάζει ένα τόσο ιδιαίτερο άρωμα.Η καλλιέργεια τριαντάφυλλου είναι κληρονομιά από τους Οθωμανούς. Καλλιεργούσαν τα τριαντάφυλλα, απέσταζαν το άρωμα και τροφοδοτούσαν τα χαρέμια των πασάδων στην Κων/πολη. Τώρα έχει χαθεί ο ερασιτέχνης Οθωμανός και υπάρχουν μεγάλες φίρμες που ενδιαφέρονται για τα τριαντάφυλλα, όπως ο Αμερικάνος ενδιαφέρεται για το αλεύρι, που πλειοδοτούν για το ποια θα αγοράσει το προϊόν ολόκληρων χωριών πριν ακόμη τα φυτά δώσουν ανθό. Οι εταιρίες αυτές ενδιαφέρονταν για τον εμπορικό ανταγωνισμό και είχαν αντιπροσώπους σε Παρίσι, Λονδίνο και Νέα Υόρκη.(Frazer,σ. 93-94)
    • Η απόσταξη τριαντάφυλλου άρχισε στην Περσία. Η λέξη «atâr» είναι περσική και σημαίνει άρωμα. Μέχρι πριν τριακόσια χρόνια το μόνο που μπορούσαν να πάρουν ήταν ροδόνερο. Στην αρχή του δεκάτου εβδόμου αιώνα ανακαλύφθηκε η μέθοδος με την οποία μπορούσαν να πάρουν την πραγματική ουσία του αρώματος. Από την Περσία αυτή η τεχνική πέρασε στην Αραβία, μετά στις Βαρβαρικές χώρες και από εκεί ένας περιπλανώμενος Τούρκος έφερε μια τριανταφυλλιά στο Κασανλίκ.Η Rosa damascena που καλλιεργείται σε μεγάλο βαθμό είναι ίδια με το αντίστοιχο φυτό που υπάρχει στην Τύνιδα –αν και πλέον παράγεται σε μικρότερες ποσότητες.Η Rosa alba ακολουθεί αντίστροφη πορεία από την Οθωμανική αυτοκρατορία προς την Περσία όπου αφθονεί. Πενήντα χρόνια πριν, περίπου τετρακόσια με πεντακόσια κιλά αρώματος ρόδου παράγονταν στο Κασανλίκ. Το 1904 ήταν ακριβώς 8.147 κιλά.Μια τόσο ανθηρή βιομηχανία σε τόσο γιγάντια κλίμακα άκμασε σε μια απόμακρη περιοχή της Ρωμυλίας τυχαία. Αλλά όλα τα δεδομένα ήταν υπέρ αυτής.Η μέση θερμοκρασία ήταν αυτή της Γαλλίας. Το έδαφος ήταν αμμώδες και πορώδες ενώ τα αναρίθμητα ποταμάκια που έρχονταν από τα βουνά παρείχαν συνεχή άρδευση. Και άλλες περιοχές ενδείκνυνται για την καλλιέργεια τριαντάφυλλου αλλά καμιά δεν είναι κατάλληλη για τα ρόδα που χρησιμεύουν στην παραγωγή αρώματος. Η ποικιλία αυτή είναι πολύ ευαίσθητη στις κλιματικές συνθήκες. Πανομοιότυπες μέθοδοι υιοθετήθηκαν και στην Προύσα στη Μικρά Ασία αλλά χωρίς επιτυχία.Οι φυτείες ρόδων του Κασανλίκ δεν είναι διευθετημένες σε απομονωμένα κομμάτια γης ή σε στενούς μικρούς φράχτες-όπως στην περιοχή Grasse της Γαλλίας-αλλά σε ψηλούς παράλληλους φράχτες που εκτείνονται σε μήκος 100 γυαρδών , ψηλότεροι από ό,τι ένας άνδρας ενώ ανάμεσα τους υπάρχει απόσταση έξι ποδών.Ο τρόπος καλλιέργειας προσιδιάζει κάθε φορά στις ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες.Ολόκληρα κλαδιά,φύλλα και άλλα μέρη από μια παλιά τριανταφυλλιά τοποθετούνται οριζόντια σε χαντάκια 14 ιντσών πλάτους και ιδίου βάθους.Αυτά τα κλαδιά –το καθένα μήκους 1 περίπου γυάρδας –τα τοποθετούν το ένα δίπλα στο άλλο ,τέσσερα ή πέντε κοντά –κοντά και σχηματίζουν μια μακρυά συνεχόμενη γραμμή μέσα στο χαντάκι.Λίγο χώμα παρμένο από το χαντάκι σωρεύεται ελαφρά πάνω στα κλαδιά ενώ πάνω στην αυλακιά τοποθετείται ένα λεπτό στρώμα από κοπριά. (Frazer,σ. 94-95)
    • Η συγκομιδή τριαντάφυλλου ξεκινά την περίοδο της ανθοφορίας στα μέσα Μαΐου και τελειώνει στα μέσα Ιουνίου.Ιδανικές συνθήκες είναι η μέτρια θερμοκρασία και οι συχνές βροχοπτώσεις ,ώστε να παραταθεί η συγκομιδή της σοδειάς για έναν ολόκληρο μήνα.Δημιουργούνται προβλήματα όταν η σοδειά τελειώσει γρήγορα.Το μάζεμα τριαντάφυλλου γίνεται κάθε μέρα την περίοδο της ανθοφορίας.Κάθε ανθός και μισάνοιχτο μπουμπούκι μαδιέται.Ένα εκτάριο (2 και 2/5 άκρ) παράγει περίπου 6.600 λίβρες ρόδου ,δηλαδή 3 εκατομμύρια τριαντάφυλλα.Αυτή η ποσότητα δίνει περίπου 2 και 1/5 λίβρες αρώματος.Όσον αφορά την απόσταξη το θέμα του νερού είναι σημαντικό ,διότι χωρίς νερό δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί η διαδικασία.Η συσκευή απόσταξης είναι απλή.Το πιο σημαντικό κομμάτι της συσκευής είναι μια μεγάλη χάλκινη αντλία ύψους 4 ποδών και 10 ιντσών που ακουμπά σε μια κεραμική κάμινο.Η συσκευή αποτελείται από μια λεκάνη με ένα ιδιαίτερο κεφάλι σε σχήμα μανιταριού και ένα σωλήνα δροσισμού.Το κόστος της συσκευής είναι ανάλογο με το βάρος της.Έτσι μια συσκευή με βάρος 163 λίβρες κοστίζει περίπου 4 λίρες και 6 σεντ.Η δεξαμενή μέσα στην οποία μπαίνει ο σωλήνας δροσισμού κοστίζει από 2s.6d. μέχρι 10s.Ο σωλήνας δροσισμού εισέρχεται από το πάνω μέρος της μιας πλευράς και περνά μέσα από μια φιάλη στο κατώτερο μέρος της άλλης πλευράς.Η διαδικασία απόσταξης ροδόνερου διαρκεί μία εως μιάμιση ώρα και επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά εως ότου όλα τα ροδοπέταλα που μαζεύτηκαν την ίδια μέρα να χρησιμοποιηθούν, διότι τα ροδοπέταλα αν περάσουν τη διαδικασία απόσταξης 24 ώρες μετά τη συλλογή τους δεν έχουν την απαιτούμενη απόδοση σε επίπεδο αρώματος. Προκειμένου να βγει το άρωμα από το ροδόνερο απαιτείται και δεύτερη διαδικασία απόσταξης. Από 40 λίτρα ροδόνερο βγαίνουν 5 λίτρα άρωμα.(Frazer,σ. 95-97)
    • Το απόσταγμα συγκεντρώνεται μέσα στη φιάλη με τη μορφή ενός κίτρινου λιπαρού στρώματος πάχους 2-4 χιλιοστών. Το ροδέλαιο εξάγεται με τη βοήθεια ενός μικρού δοχείου σε σχήμα ανεστραμμένου κώνου με μια μικρή τρύπα στο κάτω μέρος ,ώστε να περνά το νερό το οποίο είναι βαρύτερο από το άρωμα.Η πιο συνηθισμένη μορφή νόθευσης του αρώματος είναι η ανάμιξή του με άρωμα γερανιού-το οποίο παράγεται από το ινδικό γεράνι ή palma rosa.Η νόθευση δεν περιορίζεται στην Κων/πολη από όπου ούτε ένα γραμμάριο καθαρού προϊόντος δεν εξάγεται αλλά συμβαίνει και στη Βουλγαρία –συχνά και από τον ίδιο τον παραγωγό. Από το 1888 έγινε προσπάθεια να μετριαστεί κάπως το φαινόμενο της νόθευσης του αρώματος με την απαγόρευση από την κυβέρνηση εισαγωγής αρώματος γερανιού ,το οποίο πλέον μπορούσε κανείς να το προμηθευτεί μόνο κρυφά.Πολύ συχνά το άρωμα αποστέλλεται στην Κων/πολη όπου η νόθευση γίνεται ανενόχλητα. Μια άλλη -πιο απλή- μέθοδος νόθευσης είναι το να προστίθενται μερικά λευκά τριαντάφυλλα στα κόκκινα που περνούν από τη διαδικασία απόσταξης. Το προϊόν που παράγεται από τα άσπρα τριαντάφυλλα δεν είναι ιδιαίτερα αρωματικό αλλά παράγει περισσότερη στεαροπτίνη. Το άρωμα του γερανιού νοθεύεται συχνά με τουρπεντίνη. Έτσι είναι πιθανόν το μικρό φιαλίδιο με άρωμα ρόδου που αγοράζει ο πελάτης από κάποιο πολυτελές κατάστημα να περιέχει ,τελικά , λιγοστή ποσότητα από το αυθεντικό άρωμα.(Frazer,σ. 97)
    • Οι χωρικοί που ασχολούνται με την καλλιέργεια ρόδου είναι απλοί και ευγενικοί. Αλλά η ζωή τους δεν είναι τόσο ειδυλλιακή –όπως πολλοί πιστεύουν.Δεν υπάρχουν μεγάλες φάρμες που καλλιεργούν ρόδα. Οι έμποροι θεωρούν καλύτερο να αγοράζουν από τους χωρικούς το προϊόν, το οποίο καλλιεργούν σε μικρά κομμάτια γης και συλλέγουν το ροδέλαιο με πρωτόγονο τρόπο .Ο έμπορος προφυλάσσει τον εαυτό του από τη ζημιά. Αν καταστραφεί μια συγκεκριμένη σοδειά, η χασούρα βαραίνει το γεωργό. Εξάλλου ,οι δυο-τρεις έμποροι του Κασανλίκ έχουν το μονοπώλιο στην περιοχή. Αυτοί έχουν τους δικούς τους πελάτες και διαμορφώνουν οι ίδιοι την τιμή του αρώματος. Ο χωρικός ,τελικά ,θα αποφασίσει αν θα πουλήσει το προϊόν του ή όχι.Αλλά αν το κρατήσει πού αλλού θα βρει να το πουλήσει; Κάποιοι έχουν κάνει περιουσία από το άρωμα του ρόδου αλλά όχι οι χωρικοί. (Frazer,σ. 97-98)
    • Κανένα άρωμα δεν είναι τόσο δυνατό όσο αυτό του ρόδου. Η απόδοση του είναι λιγότερη από το 1/25 του 1%(0.04) των ρόδων που χρησιμοποιούνται. Για μια λίβρα αρώματος περισσότερες από 4.000 λίβρες ρόδων απαιτούνται. Ο χωρικός λαμβάνει 18 σεντ την ουγγιά. Στο Παρίσι και το Λονδίνο το άρωμα πωλείται στις 8 λίρες η ουγγιά. (Frazer,σ. 98)
  • Στρούγκα

    Παλαιό Όνομα :Στρούγκα
    Δήμος :

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Διασταυρωνόμαστε [ στη Στρούγκα] με κοντόσωμους και βαρείς Σλάβους με φαρδιά και γεμάτα πρόσωπα, χωμένους μέσα στα ολόμαλλα ρούχα τους και τη γούνινη κάπα τους. Με τα πόδια τους βυθισμένα μέσα σε μπότες από μαλακό πετσί, πάνε για το όργωμα ή για την αγγαρεία, ζώα καματερά, αργοβάδιστα και λασπωμένα. Η βρωμιά του Αλβανού ήταν πιο αρχοντική. Οι άντρες βαδίζουν μπροστά από τα βόδια τους ή καπνίζουν καθισμένοι σταυροπόδι μέσα στο καρότσι τους- ένα ξύλινο κασόνι ανεβασμένο πάνω σ΄έναν ξύλινο άξονα και σε ξύλινες μονοκόμματες ρόδες, που το λένε αραμπά και το σέρνει ένα ζευγάρι μικρά μαύρα βόδια. Η γυναίκα ακολουθεί κεντρίζοντας τα βόδια. Από πίσω οι γυναίκες αυτές μοιάζουν με μαύρους μπόγους, χωμένες όπως είναι απ’ το λαιμό ως τα πόδια μέσα στο σαγιά τους, μια κάπα από σκληρό μαλλί. Από μπροστά η ανοιχτή αυτή κάπα αφήνει να φαίνεται ένα εσώρουχο από χοντρό σκληρό πανί, η κοτσούλα, πουκαμίσα ή φούστα που φτάνει ως τους αστραγάλους και που στο κάτω μέρος έχει κολλημένη μια χοντρή πολύχρωμη ποδιά, όπου κυριαρχούν το μαύρο, το πράσινο και το πορτοκαλί. Όλες αυτές οι γυναίκες είναι μεγαλόκορμες. Η πρώτη μας κίνηση ήταν μια κίνηση θαυμασμού για την τόσο γόνιμη τούτη ράτσα και η δεύτερη, οργής απέναντι σ΄αυτούς τους νωχελικούς άντρες που άφηναν να περπατούν και να δουλεύουν γυναίκες σ’ αυτή την κατάσταση. Σε λιγάκι όμως αναγνωρίσαμε μια ιδιοτροπία της μόδας. Οι γυναίκες περιζώνουν την κοιλιά τους μ’ ένα φαρδύ πάνινο ζωνάρι, τη λέσκα, που οι δύο κεντητές και κροσσωτές άκρες της κρέμονται μπροστά τους. Πάνω από τη λέσκα τυλίγουν οχτώ ή δέκα βόλτες, ένα σκοινί από μαύρο πανί, το πογιάς. Τα μαλλιά τους χτενισμένα κοτσίδες, κρέμονται γύρω από το πρόσωπο και έχουν τις άκρες τους χωμένες μεσά στις δίπλες του πογιάς, όπως εμείς χώνουμε την αλυσίδα του ρολογιού μας στο τσεπάκι μας. Η ράτσα αυτή είναι από του φυσικού της άσχημη και θλιβερή. Η δουλειά στα χωράφια της έχει τσακίσει τη ραχοκοκαλιά, της έχει καμπουριάσει τους ώμους, της έχει βαρύνει τα μέλη. Η συνήθεια του φόβου και της υποταγής λύγισε τον τράχηλο της και έσβησε το βλέμμα της. Θα έλεγε όμως κανείς ότι οι άντρες αυτοί και οι γυναίκες αυτές πασχίζουν με τη σειρά τους να φαίνονται ακόμα πιο θλιβεροί και πιο άσχημοι. Η φορεσιά τους, χωρίς χάρη και χαρά, έχει θλιβερά σκουροπράσινα και μαύρα κεντήματα. Πόσο ωραίος φαίνεται μπροστά τους ο Αλβανός αυτός με το κόκκινο ντουλαμά!(Berard, σ.138- 146)
    • Το λαγκάδι που κατεβαίνουμε, βγαίνει σε μια μεγάλη επίπεδη έκταση, ανάμεσα στα δασωμένα βουνά που έχουμε αριστερά μας και στους καλαμιώνες της λίμνης δεξιά μας. Μπροστά μας η καταχνιά τυλίγει πέρα θερισμένους καλαμιώνες, καλαμπόκια όρθια ακόμη, φουντωτές καστανιές και αραμπάδες που τρίζουν πάνω στα αλάδωτα αξόνια τους. Στους νοτισμένους κάμπους, μέσα σε βραγιές και σε αγκαθόβατους βόσκουν κοπάδια από βόδια. Μέσα σε λιμνούλες στεκαμένου νερού βουβάλια κοιμούνται μισοβουτηγμένα στο βουρκάρι. Κατά διαστήματα ακούγεται από μακριά η αργή μελωδία ενός λαού που είναι σκυμμένος στη δουλειά. Τόπος ήσυχος και υπνηλός. Τη γαλήνη του ζεστού αυτού πρωινού τη διαταράζει μόνο ένας επόπτης αγγαρείας. Με το κουρμπάτσι (βούρδουλας) στο χέρι κεντρίζει από κάθε πλευρά του δρόμου τα φτυάρια και τα χεράμαξα. Ένα ολάκερο χωριό δουλεύει στο δρόμο, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Ο επόπτης με το ψηλό κόκκινο φέσι τρομοκρατεί το λαό τούτο. Οι βλαστημίες και οι βουρδουλιές πέφτουν βροχή στην πλάτη των αδύναμων. Ούτε ένα παράπονο δεν ακούγεται ούτε μια μουρμούρα. Σλάβικη αγγαρεία.
      Ύστερα από μια ώρα λιθόστρωτου δρόμου με έντονα πάνω του τα ίχνη του των τροχών, φτάνουμε στα πρώτα σπίτια της Στρούγκας. Η Στρούγκα είναι χτισμένη πάνω σε καρβουνιασμένη γη, μέσα σε καλαμιώνες και κλαίουσες ιτιές. Τα τετραώροφα ξύλινα σπίτια της έχουν μια θλιβερή όψη βρωμιάς και ξεχαρβαλώματος, ακόμη και τα νεόχτιστα. Στο ισόγειο είναι μαγαζιά, εξώπορτες, μεγάλοι ανοιχτοί χώροι όπου δουλεύουν χειροτέχνες, βαρελάδες, καραποιοί και χαλκιάδες, καθώς και τζαμόπορτες με βρώμικα τζάμια, πίσω από τα οποία οι αράχνες καλύπτουν τη λίγδα του εσωτερικού. Τα πατώματα προεξέχουν το ένα από τ’ άλλο. Η βαφή των προσόψεων έχει φύγει. Το ξύλο σαπίζει. Τα παράθυρα δεν έχουν πια ούτε τζάμια ούτε κουφώματα και οι τρύπες είναι στουμπωμένες με χαρτιά, πατσαβούρια και σκισμένες εφημερίδες. Αντίθετα σε όλα αυτά κάνει η καθαριότητα των δρόμων, που τους έχουν καταβρέξει οι κουβάδες των περιοίκων δροσίζοντας έτσι τους σουλατσαδόρους και τους φουμαδόρους.
      Τους σωρούς τα καρπούζια, τα πεπόνια και τις τομάτες τους διαδέχονται φούρνοι και ψησταριές, με τεράστια πιάτα με κρεμμύδια. Οι διαβάτες δεν αποκρίνονται τίποτα και δείχνουν να μην καταλαβαίνουν ούτε τα αλβανικά ούτε τα ελληνικά, τις γλώσσες που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι δικοί μας άνθρωποι. Κανείς δεν μας περιτριγύρισε όπως στα χωριά της Ελλάδας και της Αλβανίας. Ρωτούμε στα ελληνικά έναν με φαρδιά νησιώτικη βράκα. – Δεν μιλούμε τα ρωμαίικα εδώ, δεν είμαστε Έλληνες εμείς, είμαστε Βούλγαροι, μας αποκρίνεται στα καθαρότερα ελληνικά του ελληνικού κόσμου. Μας προξενεί έκπληξη που ένας βούλγαρος πατριώτης φορά την ελληνική νησιωτική φορεσιά. – Ναι, γιατί δεν είμαι από εδώ, είμαι απ’ τη Σαλονίκη και πριν γίνω Βούλγαρος, τον καιρό που δεν ήξερα ακόμη, πίστευα πως ήμουν Έλληνας-. Αποτολμούμε να του παρατηρήσουμε ότι η ελληνικότητά του παραμένει ακόμη ολοφάνερη, παρά τη γνώση που απέκτησε, στις ζωηρές του χειρονομίες και στην πολυλογία του. – Μολαταύτα, αφότου πήγα στη Σόφια και έμαθα, είμαι Βούλγαρος, και εδώ στη Στρούγκα όλοι είναι Βούλγαροι-. (Berard, σ.138- 146)
    • Η πόλη της Στρούγκας απλώνεται στις δύο όχθες του Δρίνου, μερικές εκατοντάδες μέτρα από το σημείο όπου ο ποταμός πηγάζει από τη λίμνη της Αχρίδας. Η αριστερή όχθη κατέχεται από τη σλαβική συνοικία, απ’ αυτούς που αυτοονομάζονται Βούλγαροι και που θα τους αποκαλούμε και μεις Βούλγαρους προσωρινά, αφήνοντας γι’ αργότερα να συζητήσουμε τα περί καταγωγής τους. Οι Βούλγαροι έχουν σχεδόν 300 σπίτια (1.200- 1.500 άτομα) ένα βουλγαρικό σχολείο και μια παλιά εκκλησία. Ζουν από τη γεωργία και το ψάρεμα. Ο Δρίνος είναι φραγμένος από τα δίχτυα τους, τα παραγάδια τους και τα ενυδρεία τους και μια ολόκληρη γωνιά της πόλης ζέχνει από ψάρια που ξεραίνονται ή σαπίζουν. Σ’ όλη τη διάρκεια της Σαρακοστής και της νηστείας των Χριστουγέννων οι άνθρωποι της Στρούγκας κάνουν εμπόριο με όλο το βουνό. Στη δεξιά όχθη του ποταμού, στη μουσουλμανική συνοικία- εξήντα περίπου ερειπωμένα σπίτια και ένα τζαμί- ο μουσουλμανικός πληθυσμός που ελαττώνεται σταθερά, αποτελείται από μερικούς Οσμανλήδες, από Σλάβους που είχαν άλλοτε εξωμόσει, αυτοί ή οι πρόγονοί τους, και από Αλβανούς. Μπέηδες και αγάδες που κατέχουν ακόμη ολόκληρο σχεδόν τον τόπο. Δεν αισθάνονται όμως καθόλου άνετα έτσι όπως είναι υπο παρακολούθηση, ανάμεσα σε όλους αυτούς τους χριστιανούς που τους ξεσηκώνουν οι ξένες προπαγάνδες και μεταναστεύουν στην Αχρίδα, στο Μοναστήρι και στη Θεσσαλονίκη. Το υπόλοιπο καντόνι της Στρούγκας έχει 7.000 κατοίκους, απ’ τους οποίους μόλις χίλιοι είναι μωαμεθανοί, αλβανοί αγάδες στο Πισκουπάλ και τη Στάροβα, στη δεξιά όχθη της λίμνης, και σλάβοι αγρότες στην ύπαιθρο των δύο αυτών πόλεων. Οι προσηλυτισμοί αυτοί έγιναν με τη βία τον περασμένο αιώνα.
      Η Στρούγκα οφείλει την ύπαρξή της στο γεφύρι της. Ο Πληθυσμός εγκαταστάθηκε πολύ φυσιολογικά στο υποχρεωτικό αυτό πέρασμα του καραβανιού. Πουθενά δεν μπορείς να διαβείς το ποτάμι μεσ’ από το νερό εξαιτίας των τελμάτων, των καρβουνότοπων ολόγυρα, της λασπουριάς και των βούρλων του βυθού. Πρέπει να υπήρχαν πάντοτε γεφύρι και πόλη στο σημείο αυτό ή στα κοντινά περίχωρα. Το σημερινό γεφύρι είναι από ξύλο, ολοκαίνουργιο, προσωρινό, φτιαγμένο με χωριστά δοκάρια και καρφωμένα σανίδια. Στον κρυστάλλινο βυθό όμως διακρίνονται πέτρινα χαλάσματα, κατάλοιπα χτισμάτων. Ο Δρίνος κυλά λαγαρός, πλατύς και ξέχειλος, χωρίς καθορισμένες όχθες, μέσα σ’ ένα τόσο πράσινο, τόσο χορταριασμένο φόντο, που μετά βίας ξεχωρίζει μακριά το ποτάμι από τα γειτονικά λιβάδια. Πάνω στο γεφύρι, σε μια διπλή σειρά παραπηγμάτων, οι Βούλγαροι πουλούν στα καραβάνια φρεσκα ή παστωμένα ψάρια. Αλβανοί φορτώνουν στα αλογάκια τους σάκους με χέλια και πέστροφες που σπαρταρούν. Θα φτάσουν στην αγορά του Ελβασάν ύστερα από δύο μέρες πορείας κάτω από τον καφτερό ήλιο!
      Τα πιο πολλα από τα παραπήγματα είναι κλειστά γιατί εδώ και δυο μέρες οι μισοί τουλάχιστον Στρουγκιώτες βρίσκονται στην Αχρίδα για να υποδεχτούν τον καινούργιο βούλγαρο μητροπολίτη.
      Λίγος καιρός είναι που άρχισε αυτό. Όταν ο άνθρωπός μας ήρθε εδώ, δεκαπέντε είκοσι χρόνια πριν, κανείς δεν ήξερε και όλοι αυτοθεωρούνταν Έλληνες. Προχώρησε όμως με ταχύ ρυθμό. Το βουλγαρικό σχολείο συντηρήθηκε στην αρχή με επιχορήγηση του εξάρχου. Η γηγενής κοινότητα πλήρωνε τότε ένα σέρβο δάσκαλο. Τώρα άλλο σχολείο δεν υπάρχει από το βουλγαρικό. Το δυστύχημα είναι ότι στην ύπαιθρο οι χωριάτες είναι καθυστερηνένοι, δεν καταλαβαίνουν τον πατριωτισμό και συχνά προτιμούν τους παπάδες του Πατριάρχη απ’ αυτούς της Αυτού Αγιότης του εξάρχου(τον ελληνικό κλήρο από το βουλγαρικό). Σε τούτο το καντόνι μόνο οι 300 οικογένειες της Στρούγκας είναι φωτισμένες, όλοι οι άλλο, ζώα!
      (Berard, σ.138- 146)
    • Η απόσταση ανάμεσα στη Στρούγκα και την Αχρίδα είναι δύο ώρες (12-15 χιλιόμετρα) και ο δρόμος είναι χωματόδρομος ανάμεσα σε καλαμιώνες και λασπόνερα. Και εδώ δουλεύουν στην επίστρωση του δρόμου. Έχουν φέρει όμως εδώ Αλβανούς με τη βία και τους επιβλέπουν χωροφύλακες.
      (Berard, σ.148-149)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]

    • Η Στρούγκα βρίσκεται κατά μήκος της βόρειας πλευράς της Αχρίδας. Ένας καλός, μακρύς καρόδρομος ενώνει τις δυο πλευρές ενώ κοπάδια και μουλάρια φορτωμένα ξυλοκάρβουνο και ιππείς συναντώνται σε αυτό το δρόμο. Στη λίμνη υπάρχουν πολλές βάρκες-που μοιάζουν με γόνδολες- με τεράστια -σαν φτυάρια- κουπιά. Περιέργως, οι βάρκες της Αχρίδας δε χρησιμοποιούν πανιά. Όσο εξαίσια κι αν είναι η αύρα της λίμνης και μακρινή η διαδρομή-πολλές φορές διαρκεί όλη την ημέρα –η απόσταση καλύπτεται μόνο με τα κουπιά. Αυτό δε συμβαίνει επειδή οι ντόπιοι αγνοούν τη χρησιμότητα των ιστίων αλλά λόγω του γεγονότος ότι οι σφοδροί άνεμοι από τα βουνά είναι τόσο ξαφνικοί και θυελλώδεις που σε μια στιγμή μπορούν να αναποδογυρίσουν ένα ιστιοφόρο. Στην περιοχή οι παλαιού τύπου νερόμυλοι χρησιμεύουν στην άρδευση. Στη Στρούγκα υπάρχουν λίγοι Βούλγαροι ή Έλληνες. Το κυρίαρχο στοιχείο είναι οι Τούρκοι ενώ εντύπωση προκαλεί το αλβανικό στοιχείο. Οι άνδρες είναι ψηλοί και μελαχρινοί και είναι εμφανίσιμοι με κανονικά χαρακτηριστικά. Εκεί και σε όλη την περιφέρεια οι Αλβανοί δίνουν την εντύπωση ότι είναι φιλάρεσκοι .Τους αρέσει το πανωφόρι τους να είναι στολισμένο με ασήμι και χρυσό. Η φουστανέλα τους είναι συνήθως πολύ καθαρή. α παπούτσια τους -συχνά από κόκκινο δέρμα- έχουν μια τεράστια φούντα σε κάθε δάχτυλο, κάτι το οποίο δε δείχνει όμορφο αλλά οι ίδιοι καμαρώνουν γι’αυτό. Τα δυο όπλα που φέρουν στη μέση τους είναι πάντοτε σκαλιστά και διακοσμημένα με ψηφίδες, συχνά με πολύτιμους λίθους και με μια χρυσή επιγραφή κατά μήκος της κάννης. (Frazer,σ. 233-234)
    • Πέρα από τη Στρούγκα ,το τοπίο γίνεται άγριο. Δεν υπάρχουν χωριά και λίγοι άνθρωποι κυκλοφορούν.(Frazer,σ. 234)
    • [/tab]
      [tab name=’Holland’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Isambert’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Leake’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Mantegazza’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Pouqueville’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Tozer’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Urquhart’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Walker’]

      • Αλβανικό χωριό που βρίσκεται στο σημείο όπου ο μαύρος Δρίνος ξεχύνεται από τη λίμνη προς βορεινή κατεύθυνση. (Walker,σ. 111)
      • Η ιχθυόσκαλα της Στρούγκας στο Δρίνο είναι πολύ σπουδαία εγκατάσταση. Εδώ οι ψαράδες πιάνουν σολομούς και χέλια σε μεγάλες ποσότητες, ιδίως χέλια. Σε μερικές περιπτώσεις πιάνουν μέχρι 6.000 οκάδες τη φορά. Κατόπιν τα αλατίζουν και τα στέλνουν στη Σερβία, στη Βλαχία και σε όλες τις επαρχίες του Δούναβη. Τα χέλια τα πιάνουν με παγίδες από λυγαριά και τους σολομούς με ένα τεράστιο πιρούνι σαν καμάκι. Η εποχή για ψάρεμα κρατάει δύο μήνες, Μάιο και Ιούνιο. (Walker,σ. 112)
      • Η εκκλησία της Στρούγκας, χτισμένη το 1835, είναι όμορφη και στερεή. Το τέμπλο της είναι πολύ ωραίο, σκαλισμένο και χρυσοποίκιλτο με αρκετές εικόνες σε καλή κατάσταση. Στις εικόνες αυτές τα πρόσωπα έχουν γύρω από το κεφάλι φωτοστέφανο και τα χέρια είναι ντυμένα με ασήμι. (Walker,σ. 113)

      [/tab]
      [tab name=’Σχινάς’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [end_tabset]

  • Θεσσαλονίκη

    Παλαιό Όνομα :Σελανίκ
    Δήμος :Θεσσαλονίκης

     

    [tab name=’Abbot’]

    • Λίγες πόλεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία παρουσιάζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την Θεσσαλονίκη- ενδιαφέρουσα τόσο για τους μαθητές όσο και για τους στρατηγούς, για τους πολυάσχολους εμπόρους αλλά και τους τουρίστες. Το εξαιρετικό της λιμάνι την καθιστούσε πάντοτε ως ένα εμπορικό κέντρο σπουδαίας σημασίας και δραστηριότητας στον Λεβάντη, ενώ η γεωγραφική της θέση έχει πολύ συχνά οδηγήσει σε συζητήσεις ως προς το αν δεν θα μπορούσε να γίνει ένας τόπος προσέλκυσης μεταξύ Αγγλίας και Ινδίας. Αυτά τα φυσικά της πλεονεκτήματα έχουν εκθέσει την Θεσσαλονίκη στην αρπακτικότητα όλων των φυλών οι οποίες κατά καιρούς φιλοδοξούν να την κατακτήσουν. Ιδρύθηκε από κάποιον άμεσο διάδοχο του Αλεξάνδρου, και στη συνέχεια πέρασε στη δικαιοδοσία των Ρωμαίων και των Βυζαντινών: υπέστη μερικές επιτυχημένες πολιορκίες από τους Σλάβους, κατακτήθηκε από τους Φράγκους, ανακαταλήφθηκε από τους Έλληνες και τελικά υπέκυψε στους Τούρκους. (Abbott, σ.12-21)
    • Η ιστορία της πόλης και των περιπετειών της διαφαίνεται ακόμη και από τα μνημεία που κληροδοτήθηκαν σε αυτή από κάθε διαδοχική εποχή. Κάθε κατακτητής στο πέρασμά του άφησε πίσω του χαραγμένη την υπογραφή του σε μάρμαρο ή πέτρα. (Abbott, σ.12-21)
    • Ένα τεράστιο κυκλικό κτίριο, τώρα τζαμί του Μωχάμετ, χρονολογείται από τα προ-Χριστιανικά χρόνια. Αρχικά ανεγέρθηκε για την λατρεία παγανιστικών θεοτήτων, ενώ στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε ως εκκλησία, αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο, και μετά την κατάκτηση από τους Οθωμανούς, μετατράπηκε σε τόπος προσκυνήματος του Αλλάχ. Μέχρι πριν από λίγο καιρό μια πλούσια-λαξευτή πέτρα στο εσωτερικό του ναού επισήμανε στον ταξιδιώτη “Άμβωνας του Αγίου Παύλου”, και η λαϊκή παράδοση υποστήριξε ότι ήταν από αυτή την πέτρα που ο Απόστολος των Εθνών κήρυξε το ευαγγέλιο στους Θεσσαλονικείς. Ο “άμβωνας” κοσμεί από τότε τα δωμάτια του Δυτικού μουσείου. (Abbott, σ.12-21)
    • Μια θριαμβευτική, αν και δυστυχώς ακρωτηριασμένη και λερωμένη αψίδα, στον ανατολικό άκρο του κύριου δρόμου, αποτελεί λείψανο του Ρωμαϊκου πολιτισμού, μολονότι οι αρχαιολόγοι δεν μπορούν να συμφωνήσουν ως προς τον αυτοκράτορα προς την τιμή του οποίου κατασκευάστηκε. Μια λωρίδα του κύριου αυτού δρόμου οδηγεί σε ένα ανοιχτό χώρο, τώρα περικλείεται από τις ασήμαντες κατοικίες των φτωχών, αλλά κάποτε από το λαμπρό θέατρο των αρματοδρομιών. Αυτό το μέρος, εξακολουθεί να ονομάζεται Ιπποδρόμιο, γνώρισε επίσης μια από αυτές τις πράξεις βαρβαρότητας που φάνηκε να προαναγγέλλουν τη μελλοντική τύχη αυτών των εδαφών. Ήταν εδώ όπου πολλές χιλιάδες Θεσσαλονικείς, σε ένα απροσδόκητα εορταστικό κλίμα, σφαγιάστηκαν ανηλεώς από τους λεγεωνάριους του αυτοκράτορα Θεοδοσίου, το ευλογημένο έτος 390. Ίχνη από την Φραγκική κατοχή μπορούν να βρεθούν στα τείχη και τις οχυρώσεις που ακόμη στέφουν την πόλη από τις τρεις πλευρές. (Abbott, σ.12-21)
    • Όσον αφορά τους Τούρκους, δεν έχουν ακόμη κάποιο μνημείο. Οι Τούρκοι αν και έχουν δανειστεί πολλά και καταστρέψει περισσότερα, δεν έχουν κατασκευάσει τίποτα- ούτε καν φυλακή. Σχεδόν όλα τα τζαμιά, όπου υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός, ήταν κάποτε χριστιανικές εκκλησίες και ακόμα και σήμερα φέρουν τα ονόματα των παλαιών πολιούχων τους. Το “Επταπύργιο” και ο “Λευκός ή Ματωμένος Πύργος” , οι δύο κύριες φυλακές της επαρχίας, ήταν επίσης Βυζαντινά φρούρια. Οικοδομήματα κατασκευασμένα με πρωτοβουλία των Τούρκων είναι μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού: το Κονάκι, ή διοικητήριο, ένας στρατώνας, ένα στρατιωτικό νοσοκομείο, και ένα σιντριβάνι συνθέτουν τη λίστα της Οθωμανικής συνεισφοράς στην αρχιτεκτονική της πόλης. Όλα αυτά τα κτίρια είναι αρκετά μοντέρνα και δεν έχουν κανένα τουρκικό χαρακτηριστικό και δείχνουν την παραμέληση και την πρόωρη φθορά.(Abbott, σ.12-21)
    • Για τις Βυζαντινές εκκλησίες της Θεσσαλονίκης, οι οποίες έχουν ιδιοποιηθεί από τους Τούρκους, υπάρχουν λεπτομερείς περιγραφές στα έργα πολλών “σοφών”, Άγγλων και ξένων, που σε διαφορετικές στιγμές επισκέφτηκαν την πόλη. Το τζαμί του Αγίου Δημητρίου, του παλιού πολιούχου της Θεσσαλονίκης είναι κυρίως ενδιαφέρον στους αμαθής καθώς παρουσιάζει ένα περίεργο παράδειγμα συμβιβασμού ανάμεσα στον Σταυρό και το μισοφέγγαρο. Ένας σκοτεινός διάδρομος οδηγεί από το σώμα του ναού σε ένα μπουντρούμι με υγρασία όπου βρίσκεται θαμμένος ο Άγιος. Μια μικρή λάμπα λαδιού που κρεμιέται από το θόλο, ρίχνει ένα μελαγχολικό φως που τρεμοπαίζει πάνω από τον τάφο ο οποίος είναι καλυμμένος με παχύ στρώμα από σταλάγματα των αμέτρητων κεριών που έχουν κολλήσει πάνω του από ευσεβή χέρια στο πέρασμα των αιώνων. Η ίδια λάμπα φωτίζει μία μικρή εικόνα του αγίου η οποία αναπαύεται ενάντια σε ένα άδειο μπουκάλι κρασιού. Ο ιμάμης που οδηγεί τον ξένο σε αυτό το πένθιμο ιερό εξηγεί ότι η λάμπα πάντοτε καίει, και πως, αν κατά τύχη επιτραπεί να σβήσει, η ύπαρξή του ακολουθείται από τρομερές συνέπειες προς τον ίδιο. Ο ευλογημένος άγιος λέει ο ιμάμης με ένα ύφος ακίνητης επίδειξης το οποίο δείχνει πόσο συχνά πρέπει να έχει πει την ιστορία, είναι δυνατό να δυσανασχετήσει με τόσο μεγάλη αδιαφορία. Ω πόσες φορές έχει δείξει την οργή του στους προκατόχους μου και σε εμένα τον ίδιο στον ύπνο μας. Οι χριστιανοί της κατώτερης τάξης σταθερά πιστεύουν στην ειλικρίνεια του ιμάμη, γιατί δεν κολακεύει ο μύθος τη θρησκευτική τους εκτίμηση. Δεν αποδεικνύει την δύναμη του αγαπημένου τους πολιούχου. Πάνω από όλα ο παλιός Άγιος Δημήτριος δεν τιμωρεί μέχρι ενός ορίου τα λάθη των Χριστιανών στο σώμα του Ισλάμ. Ο ευγνώμων Ιμάμης τους αφήνει να πάρουν από το ιερό μια χούφτα χώμα, το οποίο υποτίθεται ότι είναι προικισμένο με θαυματουργές ικανότητες για την θεραπεία ασθενειών. (Abbott, σ.12-21)
    • Μία έξοχη θέα της πόλης και του λιμανιού μπορεί να πάρει κάποιος από την κορυφή του λόφου στον οποίο βρίσκεται η ακρόπολη, περιοχή που τώρα έχει καταληφθεί από τσιγγάνους. Μια ελληνική εκκλησία γνωστή ως Τσαούς Μοναστίρ, ή Το Μοναστήρι του Καπετάνιου, καταλαμβάνει μια εξέχουσα θέση στον λόφο. Μέσω του περιβόλου αυτής της εκκλησίας περνάνε τα κανάλια που προμηθεύουν την πόλη με νερό από το Όρος Χορτιάτης. Στην ίδια αυλή βρίσκεται και ο τάφος όπου αναπαύεται ο Τσαούς, από τον οποίο πήρε το όνομά του το μοναστήρι. Η ιστορία λέει ότι, όταν οι Τούρκοι πολιόρκησαν την Θεσσαλονίκη βίωσαν μεγάλη δυσκολία στο να πλησιάσουν τη πόλη και πως τελικά κατάφεραν να το πετύχουν λόγω της προδοσίας των τροφίμων του μοναστηριού, οι οποίοι βοήθησαν τον εχθρό να κόψει την τροφοδοσία του νερού. Δεν ξέρω αν υπάρχει βάση για αυτή την παλιά παράδοση. Ίσως πρόκειται μόνο για ένα παράδειγμα άρρωστου αισθήματος που τρέφουν οι άνθρωποι ενάντια στους μοναχούς και τα μοναστικά ιδρύματα γενικότερα. Μια φορά κατά τη διάρκεια μίας συζήτησης σχετικά με τους μοναχούς του Όρους Άθως, ένας χωρικός με εξέπληξε περιγράφοντάς τους σε μια φράση, νευρώδης περισσότερο παρά ευγενική, ως άνδρες, περισσότερο ταιριαστοί για το σκοινί και το παλούκι– μια έντονη καταγγελία της αγιότητας. Στην ίδια αυλή στέκεται η επιτύμβια στήλη στην οποία αναπαύεται ο Τσαούς (Tchaoush), από τον οποίο παίρνει το όνομά του το μοναστήρι. Ποιος ήταν αυτός ο ήρωας, ή τι έκανε για να κερδίσει την κακιά του φήμη, είναι ερωτήσεις στις οποίες, ο Έλληνας παπάς με τη μακριά γενειάδα, τώρα ο μοναδικός ένοικος του μοναστηριού, δεν θα μπορούσε να δώσει καμία απάντηση. Ούτε ήμουν εγώ αρκετά περίεργος να μάθω. Αφήνοντας τον οικοδεσπότη μου να πάει στον εσπερινό του, εγώ περπάτησα προς το στενό πέτρινο περβάζι έξω από την πύλη και κοίταξα γύρω με αδράνεια. Η πόλη απλώνεται κάτω από τα πόδια μου. Κόκκινες και καφέ σκεπές, μπρούντζινοι τρούλοι, κάτασπροι μιναρέδες απλώνονται σε μια ευχάριστη σύγχυση πάνω στην πλαγιά.(Abbott, σ.12-21)
    • Το λιμάνι λάμπει πέρα σαν ένας τεράστιος καθρέφτης που αντανακλά τις ακτίνες του απογευματινού ήλιου. Το Καραμπουρνού, ένα μεγάλο βραχώδες ακρωτήρι, με πλευρές σημαδεμένες και χτυπημένες από τα ρεύματα αμνημόνευτων χειμώνων, βρίσκεται στα αριστερά, ενώ το Όρος Όλυμπος στα δεξιά. Υπάρχουν αρκετές αρτηρίες που οδηγούν από την προβλήτα στην καρδιά της πόλης. Η πιο ενδιαφέρουσα από όλες είναι εκείνη που περνά μέσα από το παζάρι, διασχίζει τον κύριο δρόμο σε ορθή γωνία και συνεχίζει με μια ελαφρά ανύψωση μέχρι το Κονάκι. Το πρώτο κομμάτι αυτού του δρόμου στεγάζει του Εβραίους εμπόρους. Καθώς προσχωρούσα κατά μήκος των επιδεικτικά στολισμένων μαγαζιών τους, δεχόμουν δελεαστικές προσκλήσεις να σταματήσω και να δω την πραμάτεια τους. Αλλά γενναία αντιστάθηκα στον πειρασμό, και τελικά βυθίστηκα στο ηλιοβασίλεμα του κύριου δρόμου.(Abbott, σ.12-21)
    • Στην Θεσσαλονίκη υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός Ισραηλιτών. Σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές ο αριθμός τους εκτιμάται σε εβδομήντα χιλιάδες. Αλλά οι επίσημες στατιστικές στην Τουρκία, εξαιρετικές ως έργα της φαντασίας, δεν κάνουν καμία προσπάθεια για ρεαλιστική απόδοση της πραγματικότητας. Κάποτε ένας κυβερνητικός υπάλληλος αφελώς μου εξήγησε ότι από αυτή την απογραφή, η οποία πραγματοποιείται με σκοπό την συλλογή των φόρων, όπως είναι λογικό δεν μπορεί να αναμένεται από τους ανθρώπους να νοιάζονται ιδιαίτερα να δώσουν τα ονόματά τους! Και συνέχισε λέγοντας ότι είναι η συνήθεια των ανθρώπων, όταν ο απογραφέας τριγυρνάει, να ενημερώνουν για την άφιξή του ο ένας τον άλλο κάνοντας σινιάλα, χρησιμοποιώντας σκουπόξυλα, σεντόνια έτσι ώστε οι ραγιάδες έχουν αρκετό χρόνο στη διάθεσή τους για να διώξουν τα παιδιά τους, ειδικά τα αγόρια, έξω από το σπίτι. (Abbott, σ.12-21)
    • Πρόσθεσε, επίσης, ότι όσον αφορά τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης ο αριθμός ενενήντα χιλιάδες πρέπει να είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα, ενώ με ένα ειρωνικό χαμόγελο με ρώτησε για ποιο λόγο εμμένω τόσο πολύ στους αριθμούς, αν είναι λίγοι περισσότεροι ή λιγότεροι, αφού σε μερικά χρόνια θα είμαστε όλοι ένα και ότι ο Αλλάχ είναι μοναδικός αθάνατος. Γνωρίζουμε από την Καινή Διαθήκη ότι μια σημαντική Εβραϊκή αποικία υπήρχε στην Θεσσαλονίκη στο ξεκίνημα της Χριστιανικής εποχής. Ο Μπέντζαμιν από την Τουντέλα, ο παλιός περιηγητής του 12ου αιώνα, αναφέρει, επίσης, εκεί την ύπαρξη Εβραϊκής κοινότητας. Στην πλειονότητα τους είναι απόγονοι των Εβραίων που είχαν απελαθεί από την Ισπανία από τον Φερδινάνδο και την Ισαβέλλα, και εξακολουθούν να μιλούν μια ισπανική διάλεκτο, αρκετά κατεστραμμένη από προσθήκες τουρκικών και άλλων ξένων στοιχείων. Αυτοί οι Εβραίοι ανήκουν στην Σεφαρδίτικη σέχτα. Το ρεύμα των μεταναστών τη σύγχρονη εποχή ήταν περαιτέρω διογκωμένο από την εισροή προσφύγων, από τους Ασκενάζι[Εβραίους], από τη Ρωσία, τη Ρουμανία, και από αλλού, για την Τουρκία η οποία είναι ένα ανοιχτό καταφύγιο για τους πρόσφυγες κάθε χρώματος που διώκονται. Εφόσον αυτοί ανέχονται και δέχονται να ισχύει και γι’ αυτούς η τακτική της φοροείσπραξης, τότε έχουν την άδεια να ζήσουν εκεί. Πόσο καλά αυτό το καθεστώς συμφωνεί με το Εβραϊκό σύνταγμα αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης έχουν αναπτυχθεί, και συνεχίζουν να αναπτύσσονται, σε αριθμό και πλούτη, παρά την απογοήτευση των προαιώνιων αντιπάλων τους, των Ελλήνων. Αν θεωρήσουμε τους Εβραίους ως τους διαμεσολαβητές του εμπορίου της Θεσσαλονίκης, τότε οι Έλληνες αποτελούν τους κύριους εκπροσώπους της πνευματικής κουλτούρας της. Σε πλήθος και σε πλούτο αυτοί ήταν ανυπολόγιστα κατώτεροι από τους Εβραίους, αλλά οποιαδήποτε υστέρησή τους αντισταθμίζονταν από τις λογοτεχνικές τους προτιμήσεις και από την επιθυμία τους για πρόοδο.(Abbott, σ.12-21)
    • Διατηρούσαν μερικά εξαιρετικά ιδρύματα για την εκπαίδευση των νέων, η ετήσια συμμετοχή έφτανε του 2000 μαθητές και των δύο φύλων, εκτός από έναν αριθμό αγοριών και των κοριτσιών που συχνά φοιτούσαν σε Γαλλικά και Ιταλικά σχολεία για την εκμάθηση ξένων γλωσσών. Υπάρχουν ακόμα πολλά φιλανθρωπικά ιδρύματα, τα οποία, όπως και τα σχολεία οφείλουν την ύπαρξή τους στην γενναιοδωρία των γηγενών Ελλήνων, οι οποίοι έκαναν τις περιουσίες τους στο εξωτερικό, και, πεθαίνοντας τα κληροδότησαν στην γενέτειρά τους. (Abbott, σ.12-21)
    • Εκτός από τους Εβραίους και τους Έλληνες, στη Θεσσαλονίκη υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός Τούρκων, και ένας μικρός αριθμός Σέρβων, Ρουμάνων, Βουλγάρων όπως και μια αποικία Φράγκων, στην οποία η πανταχού παρόντες Τεύτονες έχουν πρόσφατα κάνει την παρουσία τους ιδιαίτερα αισθητή. Εκτός από τους Έλληνες και οι Βούλγαροι έχουν κάποια σχολεία, αλλά, παρόλο που εκτός από τη διδασκαλία, προσφέρουν και τα ισχυρά θέλγητρα της δωρεάν σίτισης και στέγαση, δεν μπορούν να επαίρονται για επιτυχία στο τομέα αυτό. Τα ιδρύματά τους, καλά διαφημισμένα καθώς είναι, επιζητούν το κύρος της αρχαιότητας και τα υψηλά πρότυπα απόδοσης τα οποία οι Έλληνες ανταγωνιστές τους έχουν επιτύχει, τα κίνητρά τους, όμως, φαίνεται να είναι περισσότερο πολιτικά παρά εκπαιδευτικά. Οι Ρουμάνοι και οι Σέρβοι, επίσης, προσπαθούν να προωθήσουν τα πολιτικά τους συμφέροντα μέσω της εκπαίδευσης, αλλά τα αποτελέσματα μέχρι σήμερα είναι λιγότερο ενθαρρυντικά ακόμη και από αυτά που έχουν αποκτήσει η Βούλγαροι. Συνολικά, θα μπορούσε ίσως να ειπωθεί ότι η Θεσσαλονίκη εξακολουθεί να είναι αυτό που ήταν για περισσότερο από είκοσι αιώνες- κέντρο Ελληνικής επίδρασης και πολιτισμού.(Abbott, σ.12-21)

    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Οι Τούρκοι που συναντούμε σήμερα στα δυτικά του Βαρδάρη, έχουν έρθει οι περισσότεροι από την Ανατολή. Οι πρώτοι ήρθαν από τη θάλασσα. Στα 1331, εβδομήντα πλοία του μπέη του Καράσι αποβίβασαν στην ακτή της Θεσσαλονίκης συμμορίες, που λεηλατούν τη Βέροια. Στα 1343 και 1352 καινούριες εφορμήσεις. Ακολουθεί η μεγάλη κατάκτηση με τις εισβολές του Μουράτ και του Βαγιαζήτ. Ύστερα από είκοσι χρόνια ολόκληρη η Μακεδονία ήταν υποταγμένη (1370).(Berard, σ. 198)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]

    • Τα σπίτια γενικά είναι κτισμένα με άψητες πλίνθους και στην πλειοψηφία τους είναι λίγο καλύτερα από τις καλύβες. Η ακρόπολη βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο μιας ημικυκλικής ακτίνας που ξεκινά από την ακτή. Στην ακρόπολη βρίσκεται ένας πύργος με μια συστοιχία κανονιών. Τα άκρα της βλέπουν προς την θάλασσα και δεν υπάρχει τάφρος έξω από τα τείχη της. (Clarke, σ. 350)
    • Ο Κάσσανδρος άλλαξε το όνομα της πόλης από Θερμά σε Θεσσαλονίκη, προς τιμήν της γυναίκας του, κόρης του Φιλίππου Αμύντα και αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Για του λόγου το αληθές, έχουμε την μαρτυρία του Στράβωνα. Ωστόσο, σύμφωνα με άλλη άποψη, η ονομασία της πόλης προέρχεται από μια νίκη του Φιλίππου Β΄, λίγοι όμως θα υιοθετήσουν αυτήν την ερμηνεία.
      (Clarke, σ. 350)
    • Ως αποτέλεσμα της μοιραίας μάχης της Πύδνας, η Μακεδονία χωρίστηκε σε τέσσερις περιφέρειες και η Θεσσαλονίκη έγινε η πρωτεύουσα της δεύτερης κατά σειρά. Η πόλη ήταν και η κατοικία του Κικέρωνα κατά τη διάρκεια της εξορίας του. Η πόλη λάτρευε πολλούς αυτοκράτορες αποδίδοντας τους θεϊκές τιμές αλλά η κύρια θεότητά της ήταν ο Δίας, πατέρας του Ηρακλέους. Στην ακμή της, η πόλη διέθετε ένα αμφιθέατρο για τους μονομάχους και έναν ιππόδρομο για τη διεξαγωγή των αγώνων. Οι αυτοκράτορες Βαλεριανός και Γαλλιηνός αναβάθμισαν την πόλη στο επίπεδο της «αποικιακής πόλης». Σύμφωνα με τον Μπωζούρ, στην ακρόπολη μπορεί ακόμα να βρίσκονται μερικοί κίονες από Verde antico ή Ατράκιο μάρμαρο, που προέρχεται από τα λατομεία στην άλλη πλευρά του Θερμαϊκού κόλπου. Μάλιστα, υποστηρίζεται πως οι κίονες αυτοί είναι τα απομεινάρια του ναού του Ηρακλή. Επίσης, υπάρχει και ένα θριαμβικό τόξο που ανεγέρθηκε από τον Μάρκο Αυρήλιο. Φέρει δε και μια επιγραφή προς τιμήν του Αντωνίνου και της Φαυστίνας : «ΦΑΥΣΤΕΙΝΗΣΕΒΑΣΤΗΚΑΙΛΟΥΚΙΩΚΟΜΟΔΩΗΠΟΛΙΣ»,χαμηλότερα εμφανίζονταν με μικρότερα γράμματα η εξής επιγραφή: «ΤΙΤΩΑΝΤΩΝΕΙΝΩΣΕΒΑΣΤΩΕΥΣΕΒΕΙ». (Clarke, σ. 351)
    • Οι ισπανόφωνοι Εβραίοι που κατοικούν εδώ ονομάζουν το κτίριο Incantadas, «χαραγμένες φιγούρες». Η περιοχή σημαδεύτηκε από τον λοιμό, εξαιτίας του οποίου, το τετράγωνο αυτό έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί. Ως εκ τούτου είχαμε την άνεση να περιηγηθούμε στο κτίριο ανενόχλητοι και με ασφάλεια. Βρήκαμε μια υπέροχη κιονοστοιχία κορινθιακού ρυθμού, η οποία σχηματιζόταν από πέντε κίονες, που στήριζαν έναν θρίγκο. Η κιονοστοιχία είχε τέσσερα κενά μεταξύ των κιόνων, που χρησιμοποιούνταν ως είσοδος στον ιππόδρομο ή στην Αγορά. Η τεχνοτροπία όλου του κτιρίου υποδηλώνει μια παρακμή των Τεχνών. Ωστόσο, υπάρχουν τμήματα της γλυπτικής, τα οποία είναι πολύ κομψά, όπως παρουσιάζονται και στην πολύτιμη έκδοση του Stuart. Όλο το τμήμα της Ζωφόρου είναι κατασκευασμένο από πεντελικό μάρμαρο, το οποίο πιθανότατα αγοράστηκε από την Αθήνα. Οι κίονες είναι κατασκευασμένοι από μάρμαρο τύπου Cipolino. Αυτά τα διπλά υψηλά ανάγλυφα κατασκευαστήκαν για να υποστηρίζουν την ανωδομή των αττικού τύπου Καρυάτιδων. Ο Μπωζούρ πιστεύει ότι το κτίριο αυτό κατασκευάστηκε στην εποχή του Νέρωνα. Επίσης, θεωρεί πως τα υψηλά ανάγλυφα είναι τα κομψότερα δείγματα της ελληνικής γλυπτικής, που διασώθηκαν από την φθορά και τους βαρβάρους. Μάλιστα, τόσο οι Άγγλοι όσο και οι Γάλλοι έχουν πολλές φορές προσπαθήσει να τα μεταφέρουν αλλά όλες τους οι αιτήσεις έχουν απορριφθεί από τον πασά της πόλης. (Clarke, σσ. 352 – 355)
    • Στο νεκροταφείο έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης, παρατηρούμε τους άξονες των αρχαίων κιόνων. Στη συνέχεια συναντούμε ένα ανάχωμα, στο οποίο πιθανότατα υπάρχουν ίχνη ενός οχυρού. Στο εσωτερικό του υπάρχουν τα υπολείμματα των τειχών και ενός συντριβανιού, στο οποίο το νερό χυνόταν από το βλέφαρο μιας αρχαίας σωρού.
      (Clarke, σ. 376)

    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]

    • Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται μέσα στον κατάλογο των ρωμαϊκών αποικιών. Εν τούτοις άργησε να λάβει τον τίτλο της αποικίας. Αυτό έγινε επί αυτοκράτορος Τραϊανού-Δεκίου.(Cousinery, τομ.Ι, σ.16)
    • Η Θεσσαλονίκη ονομαζόταν «Θέρμαι», τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής της, λόγω των ιαματικών πηγών που βρίσκονται στα ανατολικά και νότια της πόλης. Από εκεί προέρχεται και το όνομα του Θερμαϊκού κόλπου.(Cousinery, τομ.Ι, σ.23)
    • Θεσσαλονίκη, Cousinery M.E.M., Voyage dans la Macedoine, Παρίσι 1831.
      Θεσσαλονίκη, Cousinery M.E.M., Voyage dans la Macedoine, Παρίσι 1831.
      Αρχαία κατάλοιπα, Cousinery M. E. M., Voyage dans la Macedoine, Παρίσι 1831.
      Αρχαία κατάλοιπα, Cousinery M. E. M., Voyage dans la Macedoine, Παρίσι 1831.

    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]

  • Στη Θεσσαλονίκη υπάρχουν τρεις «Κυριακές» μέσα σε μια εβδομάδα. Η Παρασκευή για τους μουσουλμάνους, το Σάββατο για τους Εβραίους και η Κυριακή για τους χριστιανούς.Ή μάλλον δεν υπάρχει τελικά καμιά Κυριακή ,καθώς δεν υπάρχει καμία μέρα που να σταματά συνολικά η επιχειρηματική δραστηριότητα. Οι περισσότερες δουλειές κλείνονται στα καφενεία.Αν χρειάζεσαι κάποιον για μια δουλειά ,τότε καλύτερα να τον συναντήσεις στο καφενείο που συχνάζει και όχι στο χώρο εργασίας του. Μερικά καφενεία σφύζουν από κόσμο το πρωί ,μερικά το απόγευμα και όλα το βράδυ. Οι Θεσσαλονικείς αγαπούν τη σκιά. Στη μία η ώρα το καφενείο είναι γεμάτο. Ο ήλιος γλιστρά στο πεζοδρόμιο πάνω από τα μικρά τραπέζια. Βαθμιαία, όλοι οι πελάτες μετακινούνται στα τραπέζια στην απέναντι πλευρά του δρόμου και ερημώνει εκείνη η πλευρά που την ψήνει ο ήλιος. Το να δειπνούν στο σπίτι δεν είναι συνηθισμένο. Στους Έλληνες αρέσει να κάθονται κάτω από τα δέντρα και να γευματίζουν με φαγητά από το διπλανό εστιατόριο. Είναι γοητευτικοί, χαρούμενοι και ευγενικοί. Θα μπορούσε να τους συμπαθήσει κανείς αν δεν τους είχε δει να τρώνε. Οι τρόποι τους στο τραπέζι είναι άσχημοι. Κάνουν θορύβους όταν τρώνε τη σούπα τους. Ανακατεύουν το φαγητό τους. Τρώνε με τα χέρια χωρίς να χρησιμοποιούν πιρούνι και τρυπούν τα λαχανικά με το μαχαίρι. (Frazer,σ. 189-190)
  • Οι Τούρκοι-αν και μειονότητα στη Θεσσαλονίκη- ήταν η κυρίαρχη τάξη. (Frazer,σ. 190)
  • Η προκυμαία της Θεσσαλονίκης εκτείνεται σε μάκρος και είναι άψογη.Προφανώς,έχει κατασκευαστεί από ξένους.Αποφασίστηκε πριν λίγο καιρό να επεκταθεί το μέτωπο της προκυμαίας.Το μόνο που έγινε ήταν να στείλουν κάποιον στα περίχωρα της πόλης να φορτώσει μια καρότσα με μπάζα, να τη φέρει ως την προκυμαία και να την αναποδογυρίσει μέσα στη θάλασσα.Σύμφωνα με υπολογισμούς,αν οι εργασίες συνεχίζονταν με αυτό το ρυθμό τότε θα χρειάζονταν 400 χρόνια ,ώστε να τελειώσουν.Όταν πρόκειται να επισκευαστεί ένας δρόμος,πραγματοποιείται μέρος της δουλειάς,μετά όλοι κουράζονται και για δυο περίπου χρόνια δεν σημειώνεται καμία πρόοδος.Ο Τούρκος θα διαφωνήσει αν του πει κανείς ότι είναι άσχημο το γεγονός να τραβά σε μάκρος η επισκευή ενός δρόμου.Η επισκευή ενός δρόμου απασχολεί λίγους άνδρες.Όταν ,όμως, ένας δρόμος καταστραφεί τελείως, τότε θα χρειαστούν πολλοί εργάτες.Επιπλέον ,οι ανώτεροι αξιωματούχοι προτιμούν να φτάσει ο δρόμος σε μια κατάσταση που πλέον δεν μπορεί να διορθωθεί,διότι τότε θα χρειαστούν μεγαλύτερα ποσά και έτσι οι υπεύθυνοι θα πάρουν το «δώρο» τους. (Frazer,σ. 190-191)
  • Η Θεσσαλονίκη αν και σημαντικό λιμάνι-που το εποφθαλμιούσαν και οι Αυστριακοί και οι Γερμανοί- είχε αφήσει την εμπορική δραστηριότητα της σχεδόν στην τύχη.Η ελληνική σημαία κυμάτιζε πολύ συχνά στα ατμόπλοια που έμπαιναν στο λιμάνι.Τα βρετανικά πλοία έφταναν τα τριάντα το χρόνο.Το βαμβάκι ,ο καπνός και το όπιο είναι πιο προσοδοφόρα από τα σιτηρά.Φέσια και τσιγαρόχαρτα-κατώτερης, ωστόσο, ποιότητας -αξίας 20.000 λιρών έρχονταν από την Αυστρία. (Frazer,σ. 191)
  • Ένα από τα σημαντικά προβλήματα της Μακεδονίας είναι ότι η στρατιωτική αστυνομία, η χωροφυλακή είναι αδαής, αναλφάβητη και τόσο κακοπληρωμένη ,ώστε οι χωροφύλακες να πρέπει να ζουν από τους εκβιασμούς. Επίσης, δεν πρόκειται ποτέ να βρουν ποιος διέπραξε ένα έγκλημα εάν δεν τους «συμφέρει» να ασχοληθούν με αυτό. Προκειμένου να διορθωθεί αυτή η κατάσταση ιδρύθηκε –υπό ξένη πίεση –μια Σχολή Χωροφυλακής στη Θεσσαλονίκη. Διοικητής της σχολής είναι ο ταγματάρχης Bonham,ένας πολύ ικανός αξιωματικός ο οποίος κατόρθωσε να πείσει τους Τούρκους να κάνουν όσα δε θα έκαναν ποτέ ακόμα κι αν τους διέτασσε κάποιος. Οι επίστρατοι χαρακτηρίζονταν με εύθυμο τρόπο ως τα «Μωρά του Bonham».Ο ταγματάρχης ήταν ένας υπέροχος «πατέρας» γι’αυτούς τους αγροίκους χωρικούς που έμοιαζαν με πρόβατα και τους έφεραν από τα βουνά, ώστε να υποστούν κάποια εκπαίδευση και τον περιέβαλλαν με συμπάθεια. Το γεγονός αυτό είχε και την αστεία του πλευρά. Ωστόσο,ο ταγματάρχης Bonham δεν ήταν πάντοτε τυχερός. Σπάνια είχε υπό τις διαταγές του άνδρα για περισσότερο από τέσσερις μήνες. Είναι άξιο απορίας πώς μέσα σε τέσσερις μήνες αυτοί οι άξεστοι νεαροί θα μπορέσουν να ορθώσουν το σώμα τους ,να μάθουν να περπατούν με το γερμανικό στυλ και να αποκτήσουν μια στοιχειωδώς ανθρώπινη συμπεριφορά Αλλά υπάρχει ο φόβος και η πιθανότητα πως όταν αυτοί οι άνθρωποι γυρίσουν στα χωριά τους και κυρίως όταν βρεθούν κάτω από την επιρροή των συναδέλφων τους –οι οποίοι περιφρονούν τα νεοφερμένα ευρωπαϊκά ήθη-θα κυλήσουν γρήγορα στον παλιό μαλθακό τρόπο ζωής τους. (Frazer,σ. 198-199)
  • Μια ομάδα Βουλγάρων περνώντας μπροστά από την Οθωμανική Τράπεζα της Θεσσαλονίκης έριξε βόμβες στους στρατιώτες και χωροφύλακες που είχαν προσληφθεί για να την προστατεύουν. Τρεις στρατιώτες σκοτώθηκαν. Τρεις συνομώτες σκοτώθηκαν ενώ άλλοι τρεις τραυματίστηκαν.Οι Βούλγαροι έκαψαν την τράπεζα με δυναμίτη, προσπάθησαν να καταστρέψουν το τουρκικό ταχυδρομείο, έριξαν βόμβες σε διάφορα σημεία της πόλης και διέκοψαν την παροχή αερίου.Βρέθηκε ένα υπόγειο πέρασμα που είχε σκαφτεί από ένα μαγαζί στην αντίθετη πλευρά του δρόμου ως την τράπεζα και ένα λαγούμι γεμάτο δυναμίτη συνδεδεμένο με ηλεκτρισμό μέσα από το μαγαζί.Πρέπει να χρειάστηκαν πολλοί μήνες για να κατασκευαστεί αυτό το πέρασμα.Το χώμα μεταφερόταν με μαντήλια και μικρά χαρτοκιβώτια και το πέταζαν στη θάλασσα ή κάπου αλλού αλλά οπωσδήποτε μακρυά από το σημείο.Ένα πλήρως εξοπλισμένο εργαστήριο κατασκευής βομβών ανακαλύφθηκε όπου βρέθηκαν τριάντα έξι βάζα του ενός τετάρτου της λίβρας νιτρογλυκερίνη. (Frazer,σ. 200-201)
  • [/tab]
    [tab name=’Holland’]

    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]

    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Δράμα

    Παλαιό Όνομα : Διράμα
    Δήμος : Δράμας
    [tab name=’Abbot’]

    • Η Δράμα είναι ένα μέρος όπου οι ταξιδιώτες προς την Καβάλα πρέπει να περάσουν τη νύχτα.(Abbot,σ.278)
    • Η Δράμα είναι το κέντρο μίας από τις μεγάλες περιοχές καλλιέργειας καπνού στη Τουρκία και οφείλει την σημασία της στις φυτείες καπνού που την περιβάλλουν. Η πόλη βρίσκεται στον πρόποδα της υψηλής βουνίσιας κορυφογραμμής (Boz Dag), και βρέχεται από ένα ταχύ ρεύμα, ένα παραπόταμο του Αγκνίστα (αρχαίος Αγνίτας) ο οποίος αναβλύζει από αυτά τα βουνά, κυλά προς τα δυτικά και σταδιακά αναπτύσσεται σε ένα σεβαστό, μεσαίας τάξης ποτάμι, που καταλήγει στη λίμνη Ταχίνο. Με εξαίρεση του λίγους Ευρωπαίους και μία παροικία μερικών εκατόν τριάντα Ελληνικών οικογενειών, ο υπόλοιπος πληθυσμός είναι κυρίως Μωαμεθανικός.(Abbot,σ.278)
    • Ο φανατισμός και η αγριότητα των Τούρκων της Δράμας και η γειτνίαση είναι παροιμιώδης και έρχεται σε αντίθεση με τη συμπεριφορά των Μωαμεθανών κοντά στη Νίγκριτα, οι οποίοι πάντα περιμένοντας τον Μοαντζίρη (Mooadjirs), ζούνε σε ειρήνη με τους Χριστιανούς. Σε άλλες περιοχές πάλι, όπως εκείνη της Γκρεμίας (Gremia), κοντά στη Γαλάτιστα στην Χερσόνησο της Χαλκιδικής, οι Μωαμεθανοί μεταφέρουν την ερασμιότητά τους σε ένα υψηλότερο επίπεδο. Όλοι οι ξένοι στα μάτια αυτών των ευγενών είναι δίκαιοι και πρόθυμα θεμιτοί. Αν και απολαμβάνουν μια δύσκολα αποκτημένη φήμη για αγριότητα, αυτοί ποτέ δεν παρενοχλούν τους Χριστιανούς γείτονές τους. Από την άλλη, αν άλλοι Μωαμεθανοί τους επιτεθούν γίνεται και δική τους υπόθεση. Αυτή η συμμαχία είναι βασισμένη στην αρχή «πουλιά ενός φτερού», για τους Χριστιανούς επίσης φείδονται κανενός εκτός από τους κοντινούς γείτονές τους.
      Οι δύο κοινότητες ανταλλάσουν φιλικές επισκέψεις στις σεβαστές γιορτές, όπως το Πάσχα και το Μπαϊράμι, κάνουν τα έργα τους τις ιερές μέρες, και γενικά ζουν μαζί όπως αρμόζει στα μέλη μιας ανίερης αδελφότητας.(Abbot,σ.281)

    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]

    • Στα αριστερά του Νευροκοπίου, προς τα βορειοδυτικά, βρίσκεται ένα άλλο βουνό που ονομάζεται Δράμα.
      Η Δράμα αναφέρεται, όχι ως βουνό, αλλά ως το όνομα της πόλης, στην παράξενη «Ιστορία της Κωνσταντινούπολης», που γράφτηκε στα τέλη του 12ου και στις αρχές του 13ου αιώνα, από τον Geoffroy de Ville-Hardouin, ο οποίος την τοποθετεί στην κοιλάδα των Φιλίππων, που αποκαλείται έτσι από την πόλη, και η οποία σύμφωνα με το «Οδοιπορικό της Ιερουσαλήμ» απείχε 10 μίλια από τη Νεάπολη (Καβάλα). (Clarke,σ. 409)

    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]

  • Η πόλη είναι χτισμένη στους πρόποδες ενός λόφου σε ένα μεγάλο πλάτωμα. Κάτω από την πόλη τρέχουν νερά που τα εκμεταλλεύονται οι κάτοικοι για τη βαφή υφασμάτων και τα βυρσοδεψεία. Τα νερά αυτά καταλήγουν σε ορυζώνες που ανήκουν στην ιδιοκτησία του Μωχάμεντ μπέη. (Cousinery, τομ. ΙΙ, σ. 6)
  • [/tab]
    [tab name=’Frazer’]