Category: Χώρες

  • Ποταμός Γενούσος, Σκούμπιν

    Παλαιό Όνομα : Ποταμός Γενούσος, Σκούμπιν
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    • Ο Γενουσός ήταν το ποτάμι που τώρα ονομάζουμε Σκούμπι ή Τζιέρμα.Συνεπώς το βουνό που βρίσκεται ανάμεσα στις πηγές αυτού του ποταμού και του βόρειου άκρου της λίμνης Λυχνίτιδας είναι το Κανδάβιον. Το παρακλάδι του ποταμού ονομάστηκε Σκούμπι, όπως και η πόλη και πιθανότατα αντικατέστησε το όνομα Γενουσός. (Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 280)
    • Παρόλο που η Λυχνιδός, η Ηράκλεια και η Έδεσσα στην Κανδαβία οδό, όπως περιγράφει και ο Πολύβιος, εξακολουθούσαν να είναι τα τρία κύρια σημεία μεταξύ Δυρραχίου και Θεσσαλονίκης( η φύση στην πραγματικότητα είχε τραβήξει τη γραμμή στην κοιλάδα του Γενουσού ποταμού, ξεκινώντας από την παραθαλάσσια χώρα της Ιλλυρίας και διεισδύοντας στο όρος Κανδαβία στην ίδια ανατολική κατεύθυνση προς την οποία η κοιλάδα στον ποταμό της Έδεσσας απολήγει στις πεδιάδες της Κάτω Μακεδονίας) φαίνεται να ήταν επιλογή των διαδρομών πάνω από τις βουνοκορφές οι οποίες περιέκλειαν τα σύνορα της Ιλλυρίας και της Μακεδονίας και οι οποίες διαχώριζαν την λίμνη της Λυχνίτιδας από τις κοιλάδες που βρέχονταν από τον Εριγώνα και τις διακλαδώσεις του.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 312)
    • Η λέξη Σκούμπι πιθανώς είναι παραφθορά της λέξεως “Σκάμπις”.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.280)

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Ο ποταμός Γενούσος πηγάζει από το όρος Σβώκη, μια πανύψηλη οροσειρά την οποία οι ιστορικοί της Ανατολικής Αυτοκρατορίας αποκαλούν Deabolis montes και η οποία ξετυλίγεται από τα ανατολικά, παράλληλα προς το όρος Άγιος Σπυρίδων. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 40)
  • [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Ιλλυρία

    Παλαιό Όνομα : Ιλλυρία
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    • Το πέρασμα της Πελαγονίας ήταν εξαίρετης σημασίας ως μια από τις άμεσες εισόδους από την Ιλλυρία στην Μακεδονία με την πορεία του ποταμού Drilon, που τώρα λέγεται Drin. Ήταν απαραίτητο για τους βασιλιάδες της Μακεδονίας να διατηρήσουν δυνατές φρουρές στην Λύχνιδο και σε κάποιες άλλες τοποθεσίες στην λίμνη, όπως και στα Στύβερρα και στην Ηράκλεια.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.321)
    • Η προέλαση του Αλεξάνδρου στην προσέγγιση του Πηλίου και η συνακόλουθη πορεία προς το Πελίναιο στην Θεσσαλία, ίσως δώσει περαιτέρω δείγματα της σχετικής χρονογραφίας.Επέστρεφε από μια εκστρατεία ενάντια στους Γέτες, οι οποίοι κατοικούσαν πάνω από τον Δούναβη, και είχε φτάσει στην χώρα των Αγριάνων και των Παιόνων, όταν έλαβε πληροφορίες ότι ο Κλείτος και ο Γλαυκίας, οι οποίοι μοιράστηκαν όλη την παραθαλάσσια Ιλλυρία, είχε εκδηλωθεί εναντίον του και είχε επικρατήσει επί των Αυταριατών.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.323)
    • Στα βόρεια συνορεύαν με τους Εορδέτους και τους Πενέστες και μερικώς με τους Ταυλάντιους, ενώ στα ανατολικά η κορυφή του κεντρικού υψώματος με φυσικό τρόπο διαμόρφωνε την οροθετική γραμμή μεταξύ τους και μεταξύ των Πελαγόνων, των Βρυγών και των Ορεστών ή με άλλες λέξεις, μεταξύ της Ιλλυρίας και της Μακεδονίας.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σελ.325-6)
    • Ο Ύπατος έχοντας προελάσει από την Απολλωνία της Ιλλυρίας μέσω της Δασσαρέτιας στη Λυγκιστίδα στρατοπέδευσε στις όχθες του Βίβου και από εκεί έστειλε ομάδες λεηλασίας στην Δασσαρέτια.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 307)
    • Παρόλο που η Λυχνιδός, η Ηράκλεια και η Έδεσσα βρισκόταν επί της Κανδαβίας οδού , όπως αναφέρει και ο Πολύβιος, εξακολουθούσαν να είναι τα τρία κύρια σημεία μεταξύ Δυρραχίου και Θεσσαλονίκης( η φύση στην πραγματικότητα είχε τραβήξει τη γραμμή στην κοιλάδα του Γενουσού ποταμού, ξεκινώντας από την παραθαλάσσια χώρα της Ιλλυρίας και διεισδύοντας στο όρος Κανδαβία στην ίδια ανατολική κατεύθυνση προς την οποία η κοιλάδα στον ποταμό της Έδεσσας απολήγει στις πεδιάδες της Κάτω Μακεδονίας) φαίνεται να ήταν επιλογή των διαδρομών πάνω από τις βουνοκορφές οι οποίες περιέκλειαν τα σύνορα της Ιλλυρίας και της Μακεδονίας και οι οποίες διαχώριζαν τη λίμνη της Λυχνιδούς από τις κοιλάδες που βρέχονταν από τον Εριγώνα και τις διακλαδώσεις του. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 312)
    • Η ταύτιση μεταξύ του ονόματος Βελεσά ή Βελεσσός με τη Βυλάζωρα, πέρα από την ομοιότητα κατά την εκφορά τους στην νεοελληνική γλώσσα, στηρίζεται και από ενδείξεις της ιστορίας. Τοποθετημένη στην πλεονεκτική θέση στο ανώτερο τμήμα του Αξιού, ανάμεσα στην εύφορη περιοχή που βρέχεται από αυτόν τον ποταμό και τους παραποτάμους του και τις παρυφές των βουνών τα οποία εδώ διαχωρίζουν την Παιονία από την Ιλλυρία, η Βυλάζωρα , εξαιτίας της τοποθεσίας της έχει τα απαιτούμενα προσόντα για να γίνει “η σπουδαιότερη πόλη της Παιονίας”, ενώ η θέση των Βελεσών επιβεβαιώνει επακριβώς το περαιτέρω σχόλιο του Πολύβιου, ότι η Βυλάζωρα ήταν κοντά στα περάσματα που οδηγούν από την Δαρδανία στη Μακεδονία. Αυτό αποδεικνύει , μέσω της Παιονίας ,για ποιον λόγο είχε καταληφθεί και οχυρωθεί από τον Φίλιππο, τον γιό του Δημητρίου, ως ωχύρωμα έναντι των Δαρδάνων , ακριβώς πριν την κάθοδό του στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια του Συμμαχικού Πολέμου.Καθώς η Παιονική δύναμη στη συνέχεια εξαλείφθηκε, ο Φίλιππος πήρε την πόλη πιθανότατα από τους Δάρδανους. Τέλος , οι Δάρδανοι μετά το διαμελισμό της Μακεδονίας σε τέσσερα τμήματα κατά τη Ρωμαϊκή κατάκτηση, απαίτησαν την Παιονία από τη Ρωμαϊκή Σύγκλητο, σαν να τους ανήκε από παλιά.(Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 470)
    • Στην τέταρτη περιφέρεια παρέμεναν όλες οι περιοχές πάνω από την περιοχή των Στόβων στα δυτικά και νότια, καθώς και όλη η χώρα πέρα από την κορυφή της οροσειράς του Ολύμπου μέχρι την Ιλλυρία και την Ήπειρο. Ο ιστορικός απαριθμεί τις παρακάτω περιφέρειες καθώς τις ανασυνθέτει: δηλαδή, την Πελαγονία, τη Λυγκιστίδα, την Εορδαία, την Ελίμεια και την Ατιντάνια αλλά εμφανώς παρέλειψε την Ορέστιδα, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στην Ατιντάνια και την Άνω Μακεδονία. Έτσι εμφανίζεται η Τέταρτη Μακεδονία να εκτείνεται μέχρι το Μπεράτι και το Τεπελένι και περιλαμβάνει την Κόνιτσα. Στα νότια, τα όριά της ήταν σχεδόν εκείνα των σύγχρονων ορίων των Γρεβενών και Τρικάλων όπου η Άνω Μακεδονία περιορίζεται από την Άνω Θεσσαλία. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 485)
    • Το πολεμοχαρές έθνος των Βεττών που αναφέρεται μαζί με την Πέλλα, την Έδεσσα και τη Βέρροια καθώς αποτελεί τμήμα της τρίτης περιφέρειας, είναι προφανώς οι Βοττιαίοι και αυτή η αναφορά σε αυτούς, δείχνει ότι ήταν ακόμη κάποιας σημασίας, και συμφωνεί με την εμφανή ημερομηνία των νομισμάτων τους. Η χαλκιδικιώτικη Βοττιαία είχε εξαφανιστεί από καιρό. Μαρτυρίες από νομίσματα που συμπίπτουν με τον Πολύβιο και τον Στράβωνα δείχνουν ότι οι μεγάλες παραθαλάσσιες πεδιάδες μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση χωρίστηκαν ανάμεσα στους Βοττιαίους και τους Αμφαξίους. Το κυρίως μέρος των τελευταίων όπως μαθαίνουμε από τον Πτολεμαίο ήταν η Θεσσαλονίκη, ενώ των πρώτων ήταν η Άλωρος. Η δύναμη του φιλοπόλεμου γένους των Βοττιαίων πήγαζε από τη διασταύρωση των ποταμών και ελών, ενώ ως φυσικές άμυνες είχαν διατηρηθεί στην ίδια θέση κάποιοι αμιγείς Έλληνες μέχρι σήμερα εν μέσω Βούλγαρων και Τούρκων.
      Εκεί βρέθηκε ένα ασημένιο τετράδραχμο με την επιγραφή “Μακεδόνων δευτέρας”, κομμένο πιθανώς στη Θεσσαλονίκη, της οποίας κανένα νόμισμα με το όνομά της δεν βρέθηκε παλιότερα από την ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Το ασήμι των ορυχείων του Νίσβορου ίσως να προμήθευσε τη νομισματοκοπεία της Δεύτερης Μακεδονίας. Δεν ανακαλύφθηκαν καθόλου ασημένια νομίσματα στην Τρίτη και Τέταρτη Μακεδονία ούτε είναι γνωστό αν κάποια από αυτές τις περιοχές κατείχε ορυχεία. Το μόνο νόμισμα που έκανε αναφορά στην τετραρχία πέρα από αυτά που ήδη αναφέρθηκαν, είναι ένα μικρό μπρούντζινο νόμισμα τόσο σπάνιο που συνάντησα μόνο ένα. Φέρει την επιγραφή “Μ. τετάρτης” και έχει στη μια πλευρά τους Διόσκουρους έφιππους και από την άλλη το κεφάλι της Αθηνάς. Υπάρχει ένα ακόμη νόμισμα της Τέταρτης Μακεδονίας στο Μουσείο του Καίσαρα, με το κεφάλι του Δία στη μια όψη και στην άλλη το συνήθη μακεδονικό τύπο ενός ροπάλου με στεφάνι βελανιδιάς, με την επιγραφή “Μακεδόνων τετάρτης”. Τα νομίσματα αυτά κόπηκαν στην Πελαγονία.
      Η σπανιότητα αυτών των νομισμάτων της μακεδονικής τετραρχίας εκτός από αυτά που κόπηκαν στην Αμφίπολη, αποδίδεται στην μικρή τους διάρκεια. Μόνο μετά 18 χρόνια από το διάταγμα της Αμφίπολης, ο Ανδρίσκος, που αυτοαποκαλούνταν Φίλιππος, γιος του Περσέα, ανακατέλαβε όλη τη Μακεδονία αλλά νικήθηκε και παραδόθηκε το επόμενο έτος στον Καικίλιο Μέτελλο και οι Μακεδόνες έγιναν υποτελείς ενώ η χώρα πιθανώς κυβερνιόταν από έναν πραίτωρα όπως και η Αχαΐα μετά την καταστροφή της Κορίνθου,που συνέβη δυο χρόνια μετά, το 146 π.Χ. Από τότε μέχρι τη βασιλεία του Αυγούστου οι Ρωμαίοι είχαν το δύσκολο καθήκον της υπεράσπισης της Μακεδονίας απέναντι σε λαούς της Ιλλυρίας και της Θράκης ενώ σε αυτήν την περίοδο έστηναν αποικίες στους Φιλίππους, στην Πέλλα, στους Στόβους και στο Δίον.(Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 486-487)
    • Τα Σκόπια σπάνια ετίθεντο υπό τον πλήρη έλεγχο της Κωνσταντινούπολης. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μιχαήλ Παλαιολόγου , οι Σέρβοι τα απέσπασαν από την αυτοκρατορία και έτσι τα Σκόπια έγιναν η έδρα του Κράλη. Εδώ ο Νικηφόρος Γρηγοράς συνάντησε στο παλάτι του τον άρχοντα των Τριβαλλών,του οποίου ο διάδοχος το 1342 πρόσφερε προστασία και φιλοξενία στον Ιωάννη Καντακουζηνό όταν αποσύρθηκε πριν τον Απόκαυκο. Με τη συνθήκη που συνάφθηκε ανάμεσα στον Καντακουζηνό και στο βασιλιά της Σερβίας, ο τελευταίος απέκτησε μια προσωρινή εξουσία σε ένα μεγάλο τμήμα της Μακεδονίας, ενώ οι Ρωμαίοι, όπως αυτοαποκαλούνταν, του έδωσαν τη Ζίχνη, τις Φερρές, το Μελένικο, τη Στρούμιτσα και την Καστοριά και κράτησαν τα Σέρβια , τη Βέροια, την Έδεσσα, το Γυναικόκαστρο, τη Μυγδονία και τις πόλεις στο Στρυμόνα, καθώς και την περιφέρεια των Σερρών και τα όρη του Ταντεσσάνου,το Όστροβο και τα Σέρβια. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 478-479)

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Το όρος Βόρας, ο γιγάντιος αυτός ανταγωνιστής του Ορβήλου, είναι ο χώρος απ’ όπου ξεκινά το δίκτυο των ποταμών που διαβρέχουν τη Μακεδονική Ιλλυρία. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 14-15)

  • Οι κάτοικοι της Βοσνίας έστελναν τις προσφορές τους στον Απόλλωνα μέσω της Ιλλυρίας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 20)

  • Στην Ιλλυρία ανήκε παλαιότερα η Εορδαία, μια επαρχία με μεικτό πληθυσμό. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 24)

  • Σύμφωνα με τον Τίτο Λίβιο η λίμνη Λυχνιδός βρίσκεται στην Ιλλυρία (πόλη της Μακεδονίας στη χώρα των Δασσαριτών, Πτολεμαίος, βιβλ. ΙΙΙ, κεφ. 13). (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.49)
  • [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Πελαγονία

    Παλαιό Όνομα : Πελαγονία
    Δήμος :
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    • Ο Φίλιππος σκεφτόταν ότι θα έπρεπε να στερήσει από τους Ρωμαίους τη βοήθεια των Αιτωλών και των Δαρδάνων και για να εμποδίσει την είσοδο των τελευταίων στη Μακεδονία εγκατέστησε τον γιο του, Περσέα, στα περάσματα της Πελαγονίας.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 307)
    • Οι κυριότερες φυλές στα ανατολικά ήταν οι Οδόμαντες, οι Αστραίοι, οι Αγριάνες των οποίων τμήματα της χώρας ήταν γνωστά ως Παραστρυμονία και Παρορεία. Η Παραστρυμονία περιέκλειε τις κοιλάδες του Άνω Στρυμόνα και τον ποταμό Στρούμιτσα ενώ η Παρορεία τα γειτονικά βουνά.Στο δυτικό σύνορο της Παιονίας, οι περιοχές που συνόρευαν με τμήμα της Ιλλυρίας και κατοικούνταν από τους Πενέστες και Δασσαρέτες, ήταν η Δευρίοπος και η Πελαγονία, οι οποίες μαζί με την Λυγκιστίδα αποτελούσαν ολόκληρη τη χώρα που βρεχόταν από τον Εριγώνα και τους παραποτάμους του.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 306)

    • Ο Στράβων θεωρούσε την Πελαγονία και τη Λυγκιστίδα υποδιαιρέσεις της Άνω Μακεδονίας αλλά καθώς η πόλη των Στόβων περιγράφεται άλλοτε ως πόλη της Παιονίας και άλλοτε της Πελαγονίας και τα Στύβερρα άλλοτε ως πόλη της Δευριόπου και άλλοτε της Πελαγονίας και το Βρυάνιο ως πόλη της Δευριόπου κοντά στην Εορδαία και στην Λυγκιστίδα είναι προφανές ότι δεν υπήρχε ακριβής διαχωρισμός των περιφερειών αυτών.(Leake, τομ.ΙΙΙ σ. 306-307)

    • To Μοναστήρι ,το οποίο είναι τώρα η κυριότερη πόλη σε αυτό το τμήμα της χώρας καταλαμβάνει το τμήμα της αρχαίας Πελαγονίας.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 282)

    • Στην προσπάθεια του να μάθει τη δύναμη και τη θέση του εχθρού, ο Φίλιππος θεώρησε συνετό να ανακαλέσει τον Περσέα από τα περάσματα της Πελαγονίας και έχοντας φέρει μαζί του 20.000 άνδρες, κατέλαβε ένα ύψωμα σε απόσταση μόλις 200 βημάτων από το ρωμαϊκό στρατόπεδο,το οποίο ενίσχυσε με χαρακώματα και προμαχώνες.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 308)
    • Ο Ύπατος παρέμεινε στην ίδια θέση αγνοώντας τις κινήσεις του εχθρού, όταν έχοντας εξαντλήσει τις προμήθειες της γειτονικής χώρας, μετακινήθηκε στα Στύβερρα, και από εκεί, αφού συνέλεξε το καλαμπόκι από τα χωράφια της Πελαγονίας ,στην Πλουβίνα αγνοούσε ακόμη τις κινήσεις του Φίλιππου , ο οποίος στο μεταξύ στρατοπέδευσε στο Βρυάνιο, και έχοντας καλύτερες πληροφορίες για τις ενέργειες του εχθρού του ανησύχησε τους Ρωμαίους προσεγγίζοντάς τους ξαφνικά, αλλά δεν τόλμησε να προβεί σε δράση.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 309)

    • Παρόλο που ο Λίβιος αναφέρει το όνομα της Πελαγονίας στην αφήγηση της εκστρατείας του Σουλπικίου μόνο ως μια μεγάλη περιφέρεια που περιείχε τα Στύβερρα, είναι εμφανές από την περιγραφή της διαίρεσης της Μακεδονίας σε τέσσερις περιφέρειες μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση ότι η Πελαγονία ήταν η ονομασία της κύριας πόλης των Πελαγόνων η οποία αργότερα έγινε η πρωτεύουσα της τέταρτης μερίδας της Μακεδονίας.Δεν αναφερόταν ίσως συγκεκριμένα σαν το όνομα μιας πόλης μέχρις ότου καταστράφηκαν οι άλλες δυο πόλεις της Πελαγονίας.Για αυτό η Πελαγονία ή τμήμα της κάποτε αποτελούνταν από τρεις πόλεις και αυτό το συμπεράνουμε από την προσθήκη της Τριπολίτιδος που αποδόθηκε σε αυτή από τον Στράβωνα, ο οποίος αναφέρει ότι μια από τις τρεις πόλεις είχε το ίδιο όνομα όπως η Άζωρος της περραιβικής Τρίπολης.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 318)

    • Το όνομα Πελαγονία υπάρχει ακόμα ως ονομασία της ελληνικής επισκοπής, της οποίας η έδρα είναι τα Μπιτόλια ή Μοναστήρι.Το ελληνικό όνομα της περιοχής το υιοθέτησαν και οι Τούρκοι.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 319)

    • Πολλά ίχνη αρχαίων κτιρίων της ρωμαϊκής εποχής υπάρχουν, για τα οποία υποθέτουν οι ντόπιοι ότι ανήκαν σε μια πόλη που λεγόταν Τρίπολις, μια παράδοση που ταιριάζει με την ύπαρξη της Τριπολίτιδας της Πελαγονίας όπως μαρτυρείται από τον Στράβωνα και που δεν έρχεται σε αντίθεση με την ταυτότητα της Τρίπολης με την πόλη Πελαγονία του Λίβιου, καθώς είναι πολύ εύκολο να κατανοηθεί ότι, μετά την παρακμή των δύο πόλεων της Τριπολίτιδας-και ο Στράβων επιβεβαιώνει ότι όλες οι πόλεις στον Εριγώνα, συμπεριλαμβανομένων και των Στύβερρων, ήταν ερείπια στην εποχή του- η πόλη που επέζησε ίσως έγινε γνωστή με το όνομα Τρίπολις, επειδή σχηματίστηκε από τις τρεις προηγούμενες πόλεις ενώ ήταν γνωστή με το όνομα της περιοχής:Πελαγονία.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 320)

    • Τα Μπιτόλια, μια λέξη ελληνικής προέλευσης, ίσως είναι παραφθορά ενός τρίτου ονόματος του ίδιου μέρους ή εκείνο που έφερε η πόλη όταν οι τρεις πόλεις της Πελαγονίας ακόμη υπήρχαν. Το ελληνικό όνομα που προσιδιάζει περισσότερο είναι Επιτάλια.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 320)

    • Τα περάσματα της Πελαγονίας, στα οποία ο Περσέας τοποθετήθηκε από τον πατέρα του Φίλιππο, πιστεύω ότι είναι η ορεινή διάβαση στη σύγχρονη διαδρομή από την Αχρίδα προς τα Μπιτόλια, που τώρα αποτελεί την κύρια αρτηρία στη θέση της παλιάς γραμμής ή γραμμών της Εγνατίας Οδού. Αυτή η αλλαγή ίσως προκλήθηκε από τη συγκυρία ότι η Αχρίδα και τα Μπιτόλια αποτελούν τώρα τα κύρια μέρη αντί της Λυχνιδούς και της Ηράκλειας και βρίσκονται αντίστοιχα στα βόρεια των δύο αρχαίων τοποθεσιών, καθώς στην αρχαιότητα η Εγνατία είχε εδώ παρεκκλίνει από την ευθεία της πορεία επειδή υπήρχε ανάγκη να διασχίσει περιμετρικά είτε τη βόρεια είτε τη νότια άκρη της λίμνης Λυχνιδούς.
      Το πέρασμα της Πελαγονίας ήταν εξαίρετης σημασίας ως μια από τις άμεσες εισόδους από την Ιλλυρία στη Μακεδονία με την πορεία του ποταμού Δριλώνα, που τώρα λέγεται Δρίνος. Ήταν απαραίτητο για τους βασιλιάδες της Μακεδονίας να διατηρήσουν δυνατές φρουρές στην Λυχνίτιδα και σε κάποιες άλλες τοποθεσίες στην λίμνη, όπως και στα Στύβερρα και στην Ηράκλεια.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 321)

    • Τα Στύβερρα φαίνεται ότι ήταν κοντά στον Πρίλεπο, τον οποίο οι Τούρκοι αποκαλούσαν Πίρλεπο και την Πλουβίνα, ανάμεσα στα Στύβερρα και το Βρυάνιο το οποίο δεν ήταν μακριά από τα περάσματα που οδηγούσαν στην Εορδαία.Εάν ο Στράβων έχει δίκιο να θεωρεί τις Αλκομενές ως μια πόλη στον Εριγώνα, η τοποθεσία της φαίνεται να ήταν πάνω από το Βρυάνιο, επειδή κάτω από αυτήν την πόλη ή ανάμεσα σε αυτήν και στην συμβολή του Εριγώνα με τον Αξιό , το Συνοπτικό Οδοιπορικό δείχνει ότι πρέπει να τοποθετήσουμε τον Ευριστό και την πόλη των Στόβων. Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος συγκαταριθμεί και τις δύο αυτές πόλεις στην Πελαγονία ενώ άλλες πηγές θεωρούν τους Στόβους ως πόλη της Παιονίας.Αλλά αυτές και κάποιες άλλες αντιφατικές μαρτυρίες συμπίπτουν, εάν δεχτούμε ότι η Δευρίοπος θεωρήθηκε μερικές φορές ως υποδιαίρεση της Πελαγονίας και η τελευταία τμήμα της Παιονίας.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 322)
    • Έχω ήδη επισημάνει πως ακριβώς η περιγραφή του Λιβίου για το Κέλετρο ταυτίζεται με την Καστοριά. Με βάση αυτό το στοιχείο έχουμε την ακριβή πορεία της προέλασης του Σουλπικίου στην επιστροφή του από την Πελαγονία στην Δασσαρέτια.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 322)

    • Ο Στράβων, ο οποίος αναφέρει τα ονόματα τριών πόλεων του Δευρίοπου και προσθέτει οτι όλες βρίσκονταν στον Εριγώνα, δεν πρόσεξε τους Στόβους. Πιθανόν θεώρησε ότι το κατώτερο τμήμα του ποταμού ως κομμάτι της Πελαγονίας καθώς και τα ακριβή όρια αυτών των περιοχών ήταν πολύ αβέβαια, ιδίως μετά την ρωμαϊκή κατάκτηση. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 441)
    • Εάν το νότιο σύνορο των Μαίδων ήταν κοντά στο Κουμάνοβο τότε οι άνθρωποι κατείχαν τις πηγές του ανατολικού παραπόταμου του Μοράβα ή Μάργου ποταμού και τις άνω κοιλάδες, μία εκ των οποίων ονόματι Βρανιά ή Ιβορίνα, ηχεί όμοια με την Ιαμφορίνα, την πρωτεύουσα των Μαίδων την οποία κατέλαβε ο Φίλιππος, γιος του Δημητρίου το έτος 211 π.Χ..Σε αυτήν την περίπτωση ο βασιλιάς του οποίου το σχέδιο ήταν να διατηρήσει,λόγω προηγούμενου εκφοβισμού, τους γείτονές του σε ησυχία, ενώ θα έπρεπε να βρίσκεται στην Ελλάδα ενάντια στους Αιτωλούς, πρώτα επιτέθηκε εναντίον του Ωρικού και της Απολλωνίας από όπου εξεστράτευσε στην Πελαγονία, κατέλαβε μια πόλη των Δαρδάνων και διευκόλυνε την είσοδο αυτών των κατοίκων στη Μακεδονία από την πλευρά της Πελαγονίας και μετά πέρασε μέσω της Πελαγονίας, του Λύγκου και της Βοττιαίας στη Θεσσαλία. Η τοποθεσία των Μαίδων διευκρινίζεται παραπέρα από την αποτυχημένη επιδρομή του ίδιου βασιλιά της Μακεδονίας στην κορυφή του όρους του Αίμου με την ελπίδα της παρακολούθησης από εκείνο το μέρος της Αδριατικής, της Μαύρης Θάλασσας, του Δούναβη και των Άλπεων. Έφτασε στους πρόποδες του όρους σε επτά ημέρες από τους Στόβους, περνώντας μέσα από τη χώρα των Μαίδων. Μετά από επίπονο ανέβασμα τριών ημερών και κατάβαση δύο ημερών κατά την επιστροφή ενώθηκε πάλι με το στρατό του στη Μαιδική. Από εκεί πραγματοποίησε εισβολή στη χώρα των Δενθηλητών για χάρη του εφοδιασμού, εισέβαλε ξανά στη χώρα των Μαίδων, όπου έλαβε την εφήμερη παράδοση ενός μέρους που λεγόταν Πέτρα και από εκεί επέστρεψε στη Μακεδονία. Φαίνεται από τον αριθμό των ημερών της πορείας ότι το όρος που επισκέφθηκε ο Φίλιππος και ονομάζεται Αίμος από τον ιστορικό, δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από αυτό που ονομάζουν Σκώμιο όρος ή Σκόμβρος, που ήταν σύμπλεγμα μεγάλων κορυφών ανάμεσα στο Κιουστεντίλ και τη Σόφια, που είχαν παραποτάμους σε όλους τους μεγάλους ποταμούς του βόρειου τμήματος της ευρωπαϊκής Τουρκίας. Για αυτό το λόγο, είναι το πιο κεντρικό σημείο της ηπείρου και απέχει το ίδιο από τον Εύξεινο Πόντο, το Αιγαίο, την Αδριατική και τον Δούναβη. Οι Δενθηλήτες φαίνεται πως συνόρευαν με τους Μαίδες στα νοτιοανατολικά. Ο Αίμος κυρίως κατοικούνταν από τους Βεσσούς οι οποίοι αψηφώντας τη δύναμη της Ρώμης έως τη βασιλεία του Αυγούστου,εκτείνονταν νότια και ανατολικά μέχρι τον Νέστο.(Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 473-474)
    • Στην τέταρτη περιφέρεια παρέμεναν όλες οι περιοχές πάνω από την περιφέρεια των Στόβων στα δυτικά και νότια, καθώς και όλη η χώρα πέρα από την κορυφή της οροσειράς του Ολύμπου μέχρι την Ιλλυρία και την Ήπειρο. Ο ιστορικός απαριθμεί τις παρακάτω περιφέρειες καθώς τις ανασυνθέτει: δηλαδή, την Πελαγονία, τη Λυγκιστίδα, την Εορδαία, την Ελίμεια και Ατιντάνια αλλά εμφανώς παρέλειψε την Ορέστιδα, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στην Ατιντάνια και την Άνω Μακεδονία. Έτσι εμφανίζεται η Τέταρτη Μακεδονία να εκτείνεται μέχρι το Μπεράτι και το Τεπελένι και περιλαμβάνει την Κόνιτσα. Στα νότια, τα όριά της ήταν σχεδόν εκείνα των σύγχρονων ορίων των Γρεβενών και Τρικάλων όπου η Άνω Μακεδονία περιορίζεται από την Άνω Θεσσαλία. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 485)

    • Το πολεμοχαρές έθνος των Βεττών που αναφέρεται μαζί με την Πέλλα, την Έδεσσα και τη Βέρροια καθώς αποτελεί τμήμα της τρίτης περιφέρειας, είναι προφανώς οι Βοττιαίοι και αυτή η αναφορά σε αυτούς, δείχνει ότι ήταν ακόμη κάποιας σημασίας και συμφωνεί με την εμφανή ημερομηνία των νομισμάτων τους. Η χαλκιδικιώτικη Βοττιαία είχε εξαφανιστεί από καιρό. Μαρτυρίες από νομίσματα που συμπίπτουν με τον Πολύβιο και τον Στράβωνα δείχνουν ότι οι μεγάλες παραθαλάσιες πεδιάδες μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση χωρίστηκαν ανάμεσα στους Βοττιαίους και τους Αμφαξίους. H έδρα των τελευταίων όπως μαθαίνουμε από τον Πτολεμαίο ήταν η Θεσσαλονίκη ενώ των πρώτων ήταν η Άλωρος. Η δύναμη του φιλοπόλεμου γένους των Βοττιαίων πήγαζε από τη διασταύρωση των ποταμών και ελών ενώ ως φυσικές άμυνες είχαν διατηρηθεί στην ίδια θέση κάποιοι αμιγείς Έλληνες μέχρι σήμερα εν μέσω Βούλγαρων και Τούρκων.
      Εκεί υπάρχει ένα ασημένιο τετράδραχμο με την επιφραφή ‘Μακεδόνων δευτέρας”, κομμένο πιθανώς στη Θεσσαλονίκη, της οποίας πόλης κανένα νόμισμα με το όνομά της δεν βρέθηκε παλιότερα από την ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Το ασήμι των ορυχείων του Νίσβορου ίσως να προμήθευσε τη νομισματοκοπεία της Δεύτερης Μακεδονίας. Δεν ανακαλύφθηκαν καθόλου ασημένια νομίσματα στην Τρίτη και Τέταρτη Μακεδονία ούτε είναι γνωστό ότι κάποια από αυτές τις περιοχές κατείχε ορυχεία. Το μόνο νόμισμα που έκανε νύξη στην τετραρχία πέρα από αυτά που ήδη αναφέρθηκαν, είναι ένα μικρό μπρούντζινο νόμισμα τόσο σπάνιο που συνάντησα μόνο ένα. Έχει την επιγραφή “Μ. τετάρτης” και έχει στη μια πλευρά τους Διόσκουρους έφιππους και στην άλλη το κεφάλι της Αθηνάς. Υπάρχει ένα ακόμη νόμισμα της Τέταρτης Μακεδονίας στο Μουσείο του Καίσαρα, με το κεφάλι του Δία στη μια όψη και στην άλλη όψη το συνήθη μακεδονικό τύπο ενός ροπάλου με στεφάνι βελανιδιάς, με την επιγραφή ‘Μακεδόνων τετάρτης”.Τα νομίσματα αυτά κόπηκαν στην Πελαγονία.
      Η σπανιότητα αυτών των νομισμάτων της μακεδονικής τετραρχίας εκτός από αυτά που κόπηκαν στην Αμφίπολη, αποδίδεται στην μικρή τους διάρκεια. Μόνο μετά 18 χρόνια από το διάταγμα της Αμφίπολης, ο Ανδρίσκος, που αυτοαποκαλούνταν Φίλιππος, γιος του Περσέα, ανακατέλαβε όλη τη Μακεδονία αλλά νικήθηκε και παραδόθηκε το επόμενο έτος στον Καικίλιο Μέτελλο και οι Μακεδόνες έγιναν υποτελείς ενώ η χώρα πιθανώς κυβερνιόταν από έναν πραίτωρα, όπως και η Αχαΐα μετά την καταστροφή της Κορίνθου, που συνέβη δυο χρόνια μετά, το 146 π.Χ. Από τότε μέχρι τη βασιλεία του Αυγούστου οι Ρωμαίοι είχαν το δύσκολο καθήκον της υπεράσπισης της Μακεδονίας απέναντι σε λαούς της Ιλλυρίας και της Θράκης και σε αυτήν την περίοδο έστηναν αποικίες στους Φιλίππους, στην Πέλλα, στους Στόβους και στο Δίον.(Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 486-487)

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Σύμφωνα με τον Λίβιο ο Βοημούνδος μετέβη από την Καστοριά στην Πελαγονία, όπου υπήρχε ένα κάστρο κατοικημένο από τους αιρετικούς, και αφού το κατέλαβε, το κατέστρεψε και έκαψε τους κατοίκους. Από κει προχώρησε έως τον Βαρδάρη και πολέμησε εναντίον των τουρκικών και βοσνιακών στρατιωτικών ταγμάτων που βρίσκονταν στην υπηρεσία των Ελλήνων αυτοκρατόρων. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 6)

  • Το δίκτυο των ποταμών που ξεκινά από το όρος Βόρας διαβρέχει την Πελαγονία. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 15)

  • Διαμέσου των πεδιάδων της Πελαγονίας μπορεί να φτάσει κανείς στη Φλώρινα, αφού διανύσει τέσσερα μίλια. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 18)

  • Στις πεδιάδες της Πελαγονίας ή Παιονίας, όπως τις αποκαλεί ο d’ Anville, άλλοτε κατοικούσαν οι Βρύγοι. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 24)

  • Η Πελαγονία ορίστηκε από τον Παύλο Αιμίλιο η πρωτεύουσα της Ιλλυρίας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.47)

  • Η Πελαγονία ανήκε στις περιοχές που σχημάτιζαν τη ζώνη που περιήλθε στην κατοχή των Νορμανδών. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.70-71)
    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Λίμνη Λυχνίτιδα

    Παλαιό Όνομα :Λίμνη Λυχνίτιδα
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Ένα στρώμα όμιχλης κατακάθεται πάνω στην πεδιάδα της Αχρίδας, θεόκλειστη γύρω γύρω από ψηλά βουνά, που ξεπροβάλλουν τα κεφάλια τους πάνω από την καταχνιά. Τα νερά της λίμνης της Αχρίδας ξυπνούν μέσα στον καταπράσινο κρατήρα τους και αναδεύονται απ’ τις πνοές του αγέρα, ενώ τα σκιάζουν από πάνω τα σύννεφα του ουρανού, που το γαλανό του χρώμα θυμίζει ελληνικό κόλπο. Η Μακεδονία! Όταν ανεβείς στις τελευταίες πλαγιές του γαλλικού Ζυρά, βλέπεις το ίδιο μπροστά σου όλη την ελβετική πεδιάδα. Η πεδιάδα της Αχρίδας είναι άδεια. Η λίμνη είναι έρημη. Ούτε ένα καραβάκι στα γαλήνια νερά. Ούτε μια μια φωνή στους βουβούς κάμπους. Ψηλά καλάμια και έλη που λιμνάζουν στις όχθες της λίμνης, την κάνουν απρόσιτη. Δύο ποτάμια τυλιγμένα στην καταχνιά αργοκυλούν μέσα στα χόρτα. Κατεβαίνουμε επί μια ώρα από ένα μεγάλο κατηφορικό δρόμο, ανάμεσα σε δύο σειρές δέντρα. Το δάσος που απλώνεται δεξιά και αριστερά μας, μας κρύβει τη θέα της λίμνης και της πεδιάδας. Μέσα στις φτελιές, στις κληματσίδες και στα πρίνα το βλέμμα καρφώνεται σε απόσταση μερικών μέτρων στην επόμενη σρτοφή του δρόμου, πάνω στη σκεπασμένη με μούσκλα και κυκλάμινα υγρή πέτρα, στο ξεραμένο δέντρο που το έχει πνίξει ο κισσός, στην ψηλή βαλανιδιά που στέκει απομόναχη μέσα στο γυμνό ξέφωτο.
      (Berard, σ. 136-8)
    • Η λίμνη που κατά μήκος της προχωρούμε έχει κρυστάλινη διαφάνεια. Σε δέκα δεκαπέντε μέτρα απόσταση από την όχθη βλέπουμε πλήθος τις πέρκες και τις γιγάντιες πέστροφες. Κάτω από την ενιαία επιφάνεια μυρμηγκιάζει η ζωή και μέσα στους καλαμώνες της όχθης ελλίσονται σε στολίσκους οι αγριόχηνες και οι γαλάζιες πάπιες. Τέτοια αφθονία δεν έχω δει παρά στις όχθες του Νείλου και στις τοιχογραφίες εκείνες της αρχαίας Αιγύπτου, όπου τα μονόξυλα των κυνηγών σηκώνουν ανάμεσα στους λωτούς νέφη από ίβιδες και ερωδιούς. Τα ανατολικά βουνά, στα οποία πλησιάζουμε, μας προσφέρουν μόνο ξεγυμνωμένες πλαγιές. Κοπάδια από γίδια κουρεύουν από πάνω τους και το τελευταίο χαμόκλαρο, και το τελευταίο χορταράκι. Άλλοτε η λίμνη εισχωρούσε στα βουνά αυτά μέσω ενός επιμηκυμένου κόλπου ανάμεσα στην κυρίως οροσειρά και σ’ ένα αντέρεισμα. Μια διπλή νησίδα βράχων υψωνόταν στη μέση του κόλπου αυτού, που οι προσχώσεις κατόπιν τον γέμισαν. Η νησίδα αυτή υψώνεται σήμερα στεφανωμένη με τα σπίτια της Αχρίδας μέσα σε μια ζώνη από περιβόλια, καρποφόρα δέντρα και ζωηρή πρασινάδα.
      (Berard, σ. 149-150)
    • Η λίμνη κοιμάται καθώς βασιλεύει ο ήλιος. Τη ρυτιδώνουν μονάχα οι βάρκες που φεύγουν από την Αχρίδα. Γλιστρούν πάνω στο νερό κουβαλώντας στα κυπαρίσσια της αντίπερα όχθης μια συντροφιά από γέρους Τούρκους, ρασοφόρους παπάδες ή ευρωπαϊκές φορεσιές με βαριά χρώματα- την υψηλή κοινωνία της Αχρίδας. Από τις βάρκες αυτές βγαίνει ο οξύς θρήνος της γκάιντας ή οι μεταλλικοί ρόγχοι μιας κιθάρας. (Berard, σ. 154)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    • Στο ίδιο κεφάλαιο του Πολυβίου ο ιστορικός συνεχίζει να αφηγείται ότι ο Φίλιππος, αφού ξαναπήρε τις τρεις πόλεις της Φοιβατίδας που αναφέρθηκαν ήδη, προχώρησε για να καταλάβει άλλα μέρη της Δεσσαρέτιας, δηλαδή το Κρεόνιο και τη Γηρυώνη και τέσσερις πόλεις στη λίμνη Λυχνίτιδα, την Εγχελαρία,τον Κέρακα, το Σάτιο και το Βόϊο και μετά την Μπαντία των Καλίκαινων και την Οργεσσό των Πισσαντίνων.Οι τέσσερις πόλεις στη λίμνη βρίσκονταν στη δυτική ακτή, και αυτό μπορεί να συναχθεί από τα Οδοιπορικά, και κυρίως από το Συνοπτικό Οδοιπορικό, το οποίο προφανώς ακολουθούσε την ανατολική πλευρά της λίμνης από τη γέφυρα του Δριλώνα στη Λυχνιδό, και το οποίο δεν κάνει αναφορά σε κανένα από τα μέρη που αναφέρει ο Πολύβιος.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.328)

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Η Λυχνιδός, η οποία βρισκόταν κάποτε κοντά στο ποτάμι του Αγίου Ναούμ, εντοπίζεται από τον Τίτο Λίβιο στην Ιλλυρία, ενώ από τον Πτολεμαίο στη Δασσαρητία. Η λίμνη της Λυχνιδού βρίσκεται κοντά στην Αχρίδα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.49)
  • Η λίμνη Λυχνιδός, είναι σαν μια δεξαμενή απ’ όπου αντλούν συνήθως τα νερά τους οι ποταμοί που ρέουν συνεχώς. Περιβάλλεται από μια προστατευτική ορεινή λωρίδα, διαμορφωμένη από κάποιο αντέρεισμα του όρους Βόρας, ενώ περιορίζεται παράλληλα από τις δευτερεύουσες οροσειρές των Κανδαβιανών Πυρηναίων. Έχει συνολική περίμετρο γύρω στις εικοσιτεσσεράμιση λεύγες. Μέσα στα όρια αυτής της επιφάνειας, η μεγάλη της διάμετρος, αν την υπολογίσουμε από το βορρά προς τη μεσημβρία, είναι επτά λεύγες, ενώ το πλάτος της, από τα ανατολικά προς τα δυτικά είναι τεσσεράμισι λεύγες. Πήρε το όνομά της από τα διάφανα νερά της (Λυχνίς, δηλαδή διαυγής). Ο βυθός της έχει βάθος δέκα έως και δεκατέσσερις οργιές. Όπως και στην εποχή του Στράβωνα, έτσι και τώρα έχει τόση άφθονη αλιεία, ώστε μεγάλες ποσότητες πέστροφας παστώνονται και αποστέλλονται στις αγορές της Ρούμελης και της Ηπείρου. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.61-62)
  • Μετά το θάνατο του Ιουστινιανού, την εποχή της βασιλείας του Μόχρου οι Βούλγαροι, λόγω του μίσους που έτρεφαν κατά των Ρωμαίων, μετονόμασαν τη Λυχνιδό σε Αχρίδα ( Άννα Κομνηνή, βιβλ. ΧΙΙ, σ. 371, edit du Louvre) (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.53)
  • Ο Μάλχος, που μοιάζει να έχει αντιγράψει τον Κεδρινό, αναφέρει σχετικά με τη Λυχνιδό ότι πρόκειται για μια πόλη κτισμένη πάνω σ’ ένα ύψωμα, σε οχυρωματική θέση, με άφθονες πηγές, καταμεσής σ’ ένα σιτοβολώνα. Οι σύγχρονοι συγγραφείς αποκαλούν Ιουστινιανούπολη τα ερείπια της πόλης Λυχνιδούς. Απ’ όλα αυτά τα μνημεία δεν απομένει πια παρά μια οχυρωματική περίμετρος με προμαχώνες και επάλξεις και με μερικά ερείπια εκκλησιών. Όσο για τα νομίσματα που βρέθηκαν μέσα στα χαλάσματα, είναι μακεδονικά, ρωμαϊκά, καθώς και μερικά από τα χρόνια της Ανατολικής Αυτοκρατορίας. Το σημαντικότερο από τα μακεδονικά νομίσματα φέρει στο περιθώριο την επιγραφή: ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΠΡΩΤΗΣ. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.53)
  • Η διοικητική περιφέρεια της Λυχνιδούς ή Ιουστινιανούπολης περιλαμβάνει δέκα οκτώ χωριά σκορπισμένα πάνω στην κοιλάδα του Γενούσου, ο πληθυσμός των οποίων, προστιθέμενος σ’ εκείνον της πόλης του Πόγραδετς, εκτιμάται ότι είναι οκτακόσιες σαράντα οικογένειες ή τέσσερις χιλιάδες διακόσια άτομα, τα οποία στην πλειονότητά τους είναι Μωαμεθανοί. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.60-61)
  • [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Λίμνη Πρέσπα

    Παλαιό Όνομα : Πρέσπα
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    • Στην Πρέσπα υπήρχε έδρα επισκοπής. (Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 273)
    • Αυτά τα βουνά τα οποία έχουν βόρεια και νότια κατεύθυνση, χωρίζονται σε δύο παράλληλες οροσειρές από μία επιμηκή πεδιάδα, όπου βρίσκονται οι Παίοπλοι και η Πρέσπα και τρεις λίμνες από τις οποίες η νότια είναι η Μικρή Πρέσπα. (Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 281)
    • [/tab]
      [tab name=’Mantegazza’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Pouqueville’]

    • Ο Ακροπολίτης αναφέρει ότι πέρασε από το Κέλετρον (Καστοριά) σε μία από τις πορείες του με προορισμό την Αλβανία, μέσω Αχρίδας, Πρέσπας και Σιδηροκάστρου. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 5-6)

    • Η λίμνη της Πρέσπας βρίσκεται κοντά στην Αχρίδα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.49)
    • Η επισκοπή της Πρέσπας ανήκε στην δικαιοδοσία της Αχρίδας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.50)

    • Έχοντας σαν αφετηρία μιαν ενδιάμεση γραμμή μεταξύ Ιουστινιανούπολης και Οχρίδας, συναντάμε τέσσερις λεύγες ανατολικά, πάνω από τα βουνά, την Πρέσπα, μια πόλη με εξακόσιες μωαμεθανικές και χριστιανικές οικογένειες, βουλγαρικής καταγωγής. Η Πρέσπα μνημονεύεται συχνά σε όλο το διάστημα της τελευταίας περιόδου της Ανατολικής Αυτοκρατορίας. Οι ιστοριογράφοι της εποχής εκείνης την εμφανίζουν σαν πρωτεύουσα του Σαμουήλ, του βασιλιά των Βουλγάρων. Αναφέρουν και με ποιόν τρόπο ο Σαμουήλ, έχοντας καταλάβει την Πελοπόννησο, την Ελλάδα και τη Θεσσαλία, μετέφερε στην Πρέσπα το λείψανο του Αγίου Αχίλλειου, του Επισκόπου της Λάρισας. Αργότερα οι Γερμανοί και οι Γάλλοι την λεηλάτησαν, καταστρέφοντας την εκκλησία του Αγίου Αχίλλειου, την οποία είχαν κτίσει εκεί οι Σκυθοσλάβοι. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.70)

    • Η Πρέσπα ανήκε στις περιοχές που σχημάτιζαν τη ζώνη που περιήλθε στην κατοχή των Νορμανδών. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.70-71)

    • Οκτώ μίλια νοτιότερα του Ρεσάν, αν προεκτείνουμε το ρεύμα του ποταμού που κατεβαίνει από το όρος Βόρας, φτάνουμε στην Πρέσπα. Η πόλη, κτισμένη σε μικρή απόσταση από μια λίμνη μήκους δύο λευγών και διαμέτρου τεσσάρων μιλίων, περικλείει τριακόσιες χριστιανικές οικογένειες, κι άλλες εκατό περίπου μωαμεθανικές. Στη μέση της λίμνης, παρατηρούμε ότι υπάρχουν τέσσερα νησάκια καθώς κι ένα μεγαλύτερο που υψώνεται σε σχήμα κώνου και έχει στην κορυφή του μιαν εκκλησία κι ένα μοναστήρι αφιερωμένα στους Αρχαγγέλους. Το μοναστήρι ανηγέρθηκε στη θέση ενός φρουρίου, κτισμένου στο σημείο αυτό από τον ηγεμόνα της Σερβίας Ράντομιρ. Ο ιεράρχης της Πρέσπας φέρει τους τίτλους του Μητροπολίτη Αχρίδων και Πρεσπών. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.71)

    • Υπολογίζεται ότι στην κοιλάδα της Πρέσπας υπάρχουν σαράντα έξι βουλγαρικά χωριά, τα οποία κατοικούνται από δύο χιλιάδες τριακόσιες οικογένειες ή έντεκα χιλιάδες πεντακόσια άτομα. Οι κάτοικοι της παραλίμνιας περιοχής της Πρέσπας, εκτός από τα γεωργικά και κτηνοτροφικά τους προϊόντα, αποκομίζουν σημαντικά κέρδη και από την αλιεία, και προπάντων από το πάστωμα μεγάλων ποσοτήτων κυπρίνων και χελιών, τα οποία εξάγουν στις αγορές της Ρούμελης και της Αλβανίας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.72-73)

    • [/tab]
      [tab name=’Tozer’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Urquhart’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Walker’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Σχινάς’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [end_tabset]

  • Σιάτιστα

    Παλαιό Όνομα :Φλουροχώρι
    Δήμος : Βοΐου

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Τα κεφαλοχώρια, Λάψιστα (Ανασελίτσα) και Σιάτιστα, ήταν σε πλήρη κλίμακα και από πολύ καιρό εξελληνισμένα και μη έχοντας πια μερικούς Τούρκους αγάδες.(Berard,σ. 376)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    • Στη Σιάτιστα υπήρχε έδρα επισκοπής. (Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 273)
    • Λίγα χρόνια νωρίτερα η Νάουσα ήταν ένα από τα πιο σημαντικά εμπορικά κέντρα της βόρειας Ελλάδας, όπως η Βέροια, η Σιάτιστα και η Καστοριά. Υπήρχαν έμποροι που διακινούσαν προϊόντα στο Χριστιανικό χώρο όπως και στην Τουρκία, όμως τώρα κανένας από αυτούς δεν παραμένει εκεί.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 284-285)
    • Προχωρώντας προς τα δυτικά, βρίσκεται η βάση του βουνού Δόξα η οποία αφήνει ένα άνοιγμα δύο μιλίων από εκεί μέχρι την αντίστοιχη προέκταση του βουνού της Σιάτιστας. Όμως πέρα από το άνοιγμα το επίπεδο ξανά φαρδαίνει σε μια πεδιάδα πιο εκτενή από αυτή του Σαριγκιόλ.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 298)
    • Το κατάλυμά μου είχε χτιστεί όπως τα σπίτια στη Σιάτιστα, με λεπτούς τείχους και δωμάτια τα οποία μολονότι είναι μικρότερα είναι πιο ευρύχωρα από αυτά στα κανονικά ελληνικά και τούρκικα σπίτια. (Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 299)
    • Από την επισήμανση του Πολυβίου πληροφορούμαστε ότι η Κανδαβία οδός διέσχιζε την χώρα των Εορδαίων, ξεκινώντας από αυτήν των Λυγκιστών έως την Έδεσσα. Συνεπικουρούμενοι από τις ιστορικές πηγές που αναφέρονται, σε αυτό το γεγονός , όπως και σε άλλο απόσπασμα του Λατίνου ιστορικού στο οποίο περιγράφει την προέλαση του Περσέα από το Κίτιο στην Κάτω Μακεδονία μέσα από την Εορδαία στην Ελίμεια και στον Αλιακμόνα, δυνάμεθα να εξετάσουμε την ακριβή κατάσταση στην Εορδαία . Η περιοχή αυτή μοιάζει να εκτείνεται κατά μήκος της δυτικής πλευράς του όρους Βερμίου, συμπεριλαμβανομένων του Οστρόβου και της Κατράνιτσας στα βόρεια, το Σαριγκιόλ στο κέντρο και στα νότια οι πεδιάδες του Τζουμά, Μπουτζά και του Καραγιάννη, καθώς και τις κορυφογραμμές κοντά στην Κοζάνη , την Κλεισούρα και τη Σιάτιστα, που μοιάζουν να είναι τα φυσικά όρια της περιφέρειας. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 316 )
    • Ο Τσερσεμπάς είναι ορατός από εκεί όπως και το όρος Βούρινος και το Γκιοζτεπέ: ανάμεσά τους βρίσκεται το βουνό της Σιάτιστας πολύ κοντά στην Κοζάνη και το Σινιάτσικο.(Leake, τομ.ΙΙΙ,σ. 331)

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Μετά από μια απότομη ανάβαση μισής ώρας από το όρος Βούρινο βρίσκεται η Σιάτιστα. Η Σιάτιστα, την οποία ο Δον Βαισσέτ στη “Γεωγραφία” του αποκαλεί Σισάνυ και ο πατήρ Λεκιέν, Σισάνιουμ, ενώ ο σημερινός συγγραφέας της ονοματολογίας των ελληνικών επαρχιών, Σισάνιον, ιδρύθηκε από Βλάχους βοσκούς γύρω στον 12ο αιώνα. Τα απέραντα και εύφορα βοσκοτόπια του Βερμίου προσέλκυσαν και στη συνέχεια συγκράτησαν εδώ τους πρώτους έποικους, που ονόμασαν τον καταυλισμό τους Buono, Καλό, χάρη στα καλά νερά μιας πηγής κοντά στην οποία έστησαν αρχικά τα τσαντίρια τους οι πρώτοι κάτοικοι. Οι κάτοικοι που αφηγούνται αυτή την ιστορία λένε ότι, όταν ο πληθυσμός αυξήθηκε, ιδρύθηκε η κάτω πόλη, που την ονόμασαν Γεράνια ή Γαλάζια, και το όνομα Τσαντίρι-Σκηνή διατηρήθηκε μόνον στην επάνω πόλη που βρισκόταν κοντά στην καλή πηγή. Τα ονόματα αυτά όμως δεν επικράτησαν μιας και, λόγω των τυριών της, την ονόμασαν Τυρίτσα, ενώ αργότερα οι λέξεις Τσαντίρι και Τυρίτσα έδωσαν την ονομασία Σιάτιστα, η οποία έχει επικρατήσει σήμερα στη Μακεδονία. Η μητρόπολη της πόλης ανεγέρθηκε μετά την κατάλυση του Εξαρχάτου της Οχρίδας και ο Αρχιεπίσκοπός της είχε επονομαστεί Σπανός, δηλαδή αγένειος, γιατί η φύση τον είχε στερήσει από το σημάδι εκείνο του ανδρισμού.
    Η Σιάτιστα, κτισμένη στη μεσαία περιοχή του Βερμίου, πάνω στην πλαγιά ενός πλατώματος περιτριγυρισμένου από τέσσερα βουναλάκια, όπου ορθώνονται εκκλησίες με δέντρα ολόγυρα τους και χωρισμένη στα δυο, όπως ήταν και αρχικά, περικλείει επτακόσια σπίτια και μερικές εκατοντάδες καλύβες στα όριά της. Η επάνω πόλη απλώνεται πάνω στη μεσημβρινή πλαγιά του βουνού κλιμακωτά, ενώ η κάτω πόλη, που διατήρησε το όνομα Γεράνια, κτίστηκε πάνω στην περιφέρεια ενός ημικυκλικού κώνου, μέσα στον οποίο κυλούν τα νερά της Καλής Πηγής.
    Οι κάτοικοι ισχυρίζονται ότι τον δέκατο έκτο αιώνα η επισκοπή της Σελίτσας, που την αποκαλούν Σισάνιον, μεταφέρθηκε στη Σιάτιστα. Εκείνη την εποχή, μοναδικός ηγέτης τους ήταν ο μητροπολίτης, ενώ σήμερα η εξουσία του έχει περιοριστεί στον θρησκευτικό τομέα αποκλειστικά, οι δε κάτοικοι κατανέμονται σε δεκαπέντε ενορίες με ισάριθμους ιερείς που αγοράζουν το αξίωμά τους ισοβίως. Όσον αφορά τις διοικητικές υποθέσεις, όπως η πληρωμή του χαρατσιού και των οφειλών, διεκπεραιώνονταν στο Σαριγούλ, ενώ οι επίδικες περιπτώσεις παραπέμπονταν στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου της Ελασσόνας, μιας πόλης που απέχει δεκαοχτώ λεύγες από εκεί. Η αραιή επαφή των κατοίκων με τους Τούρκους είχε σαν άμεση συνέπεια οι περισσότερες υποθέσεις τους να διαβιβάζονται στο πατρικό δικαστήριο του Αρχιεπισκόπου τους. Κι αυτός ο ιεράρχης, χάρη στις σπάνιες συμβιβαστικές αρετές του, έκανε την ομόνοια να βασιλεύει ανάμεσα στους χριστιανούς. Μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού της πόλης ήταν έμποροι, ταξιδεμένοι στη Βιέννη, τη Λειψία και τη Γερμανία, όπου φαίνεται ότι επηρεάστηκαν από τη γερμανική ευθύτητα, αποβάλλοντας την κατεργαριά, την τόσο χαρακτηριστική του ελληνικού δαιμονίου. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 78-80)

  • Το ανδρικό ένδυμα είναι για τους φτωχούς η κάπα, ενώ για τους πλούσιους, το μακρύ κοστούμι με το τεράστιο καλπάκι. Οι γυναίκες της Σιάτιστας σκεπάζονταν με ένα βελούδινο κάλυμμα διακοσμημένο με σιρίτια και κεντημένο με κουρελάκια που σχηματίζουν διάφορες παραστάσεις. Συχνά, ολόκληρη η πλάτη ενός τέτοιου φορέματος σκεπάζεται από μια κινέζικη γέφυρα, άλλοτε πάλι από κυπαρίσσια, κιόσκια και πάντοτε από κάποιο μεγάλων διαστάσεων αντικείμενο. Τα μαλλιά τους τα κρύβουν με μια κορδέλα από μουσελίνα, φορώντας από πάνω τη βαρδαριώτικη καλύπτρα, όπου στερεώνουν ένα κόκκινο σκουφί, κάτι σαν δίχτυ για τα μαλλιά, διακοσμημένο με τσεκίνια και μπιχλιμπίδια, που τους φτάνει μέχρι τα λαγόνια.Στα προϊόντα καλλωπισμού τους συμπεριλαμβάνονταν, εκτός από το κόκκινο και άσπρο φτιασίδι, όπου ανακάτευαν συχνά κι ένα γυαλιστερό λούστρο, τα βαζάκια με τα ψιμύθια και τα κοκκινάδια, καθώς και λίγο χρυσό για να τονίζει τα χαρακτηριστικά τους. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 80-82)

  • Σε ολόκληρη την Μακεδονία παινεύουν τα γλυκίσματα της Σιάτιστας, προπάντων τις πίτες της από φύλλο, που τις στέλνουν ακόμη και στην Ήπειρο. Το ίδιο ξακουστά είναι και τα κρασιά της. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 82)

  • Για να φτάσουμε από τη Σιάτιστα στην Ήπειρο ανεβαίνουμε αντίθετα προς το ρεύμα του Ρεδία, μέχρι τις πηγές του πάνω στην Πίνδο. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 97)

    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Σισάνι

    Παλαιό Όνομα : Σεχσάν
    Δήμος : Βοΐου

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Η επισκοπή Σισανίου ανήκε στη δικαιοδοσία της Αχρίδας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.50)
    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Στρώμνιτσα

    Παλαιό Όνομα : Τιβεριούπολη, Στρανίτσα
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Η μητρόπολη Τιβεριοπόλεως ή Στρανίτσας ανήκε στην δικαιοδοσία του φρουρίου της Αχρίδας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.50)
    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Αχρίδα

    Παλαιό Όνομα :Λυχνιδούς
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Το κλειστό λεκανοπέδιο της Αχρίδας μοίαζει στη δομή του με τις κοιλάδες της Ντομούζοβα και του άνω Σκούμπι. Είναι ένα εντελώς οριζόντιο πεδίο, περιτριγυρισμένο από βουνά στα ανατολικά, τα δυτικά και τα βόρεια, ενώ η νότια πλευρά κλείνεται μόνο από φευγαλέες κυματώσεις του εδάφους. Εδώ όμως το πεδίο έχει 30-40 χιλιόμετρα μήκος και 15-20 πλάτος. Τα τρία τέταρτα του πεδίουκατέχονται από τα γαλάζια, διάφανα και πεντακάθαρα νερά της μεγάλης λίμνης. Στο υπόλοιπο τέταρτο απλώνεται ένα τέταρτο τραπεζομάντηλο από ψηλά χορτάρια, καλάμια και καλλιέργειες. Τα βουνά που περισφίγγουν τη λίμνη, κατάφυτα στα δυτικά και εντελώς γυμνά στα ανατολικά και στα βόρεια, διατέμνονται στη βορινή τους πρόσοψη από μια στενή σχισμή, απ’ όπου εκχύνεται στο Δρίνο το υδατινο πλεόνασμα της λίμνης. Το μάτι διακρίνει τη ροή του ποταμού από μια λωρίδα πιο υγρής και πιο λαμπερής πρασινάδας.
      Η απόσταση ανάμεσα στη Στρούγκα και την Αχρίδα είναι δύο ώρες (12-15 χιλιόμετρα) και ο δρόμος είναι χωματόδρομος ανάμεσα σε καλαμιώνες και λασπόνερα. Και εδώ δουλεύουν στην επίστρωση του δρόμου. Έχουν φέρει όμως εδώ Αλβανούς με τη βία και τους επιβλέπουν χωροφύλακες.
      Η λίμνη που κατά μήκος της προχωρούμε έχει κρυστάλινη διαφάνεια. Σε δέκα δεκαπέντε μέτρα απόσταση από την όχθη βλέπουμε πλήθος τις πέρκες και τις γιγάντιες πέστροφες. Κάτω από την ενιαία επιφάνεια μυρμηγκιάζει η ζωή και μέσα στους καλαμώνες της όχθης ελλίσονται σε στολίσκους οι αγριόχηνες και οι γαλάζιες πάπιες. Τέτοια αφθονία δεν έχω δει παρά στις όχθες του Νείλου και στις τοιχογραφίες εκείνες της αρχαίας Αιγύπτου, όπου τα μονόξυλα των κυνηγών σηκώνουν ανάμεσα στους λωτούς νέφη από ίβιδες και ερωδιούς. Τα ανατολικά βουνά, στα οποία πλησιάζουμε, μας προσφέρουν μόνο ξεγυμνωμένες πλαγιές. Κοπάδια από γίδια κουρεύουν από πάνω τους και το τελευταίο χαμόκλαρο, και το τελευταίο χορταράκι. Άλλοτε η λίμνη εισχωρούσε στα βουνά αυτά μέσω ενός επιμηκυμένου κόλπου ανάμεσα στην κυρίως οροσειρά και σ’ ένα αντέρεισμα. Μια διπλή νησίδα βράχων υψωνόταν στη μέση του κόλπου αυτού, που οι προσχώσεις κατόπιν τον γέμισαν. Η νησίδα αυτή υψώνεται σήμερα στεφανωμένη με τα σπίτια της Αχρίδας μέσα σε μια ζώνη από περιβόλια, καρποφόρα δέντρα και ζωηρή πρασινάδα.
      Από μακριά βλέπουμε τα ερείπια του κάστρου, μια τετράγωνη περιτείχιση με τετραγωνικούς πυργίσκους, πολεμίστρες και προχώματα. Η πόλη απλώνεται στις κλιτύες του νότου, στρέφοντας την πλάτη στο δρόμο της Στρούγκας και του Μοναστηρίου. Στο μεγάλο δρόμο βρίσκουμε μόνο το παζάρι, μέσα σε αρδευμένα περιβόλια και λιβάδια. Το παζάρι φαίνεται εντελώς καινούριο με τα λιθόχτιστα μαγαζιά του, τα θολωτά του παράθυρα και τα παντζούρια του από λαμαρίνα. Τις παλιές παράγκες τις εξαφάνισε η πυρκαγιά του 1881 και η πυρκαγιά του 1883. Το παζάρι της Αχρίδας που έχει καεί δύο φορές, είναι χριστιανικό. Μπορείς βέβαια να βρεις ακόμη αρκετές ισλαμικές γωνιές. Κάτω από ένα θεόρατο πλατάνι χοτζάδες με άσπρο τουρμπάνι φουμάρουν το ναργιλέ. Δύο μαγαζιά είναι γεμάτα παλιά όπλα, τουφέκια ασημοπλούμιστα και πιστόλια με πυριτόλιθο. Μπαρμπέρηδες κουρεύουν στην ύπαιθρο με τη συνηθισμένη τους πολυτέλεια της λεκάνης από επασημωμένο χαλκό και της κόκκινης πετσέτας. Και ρολογάδες, λαός ολόκληρος από ρολογάδες! Οι γέροι Τούρκοι περνούν τον καιρό τους ρυθμίζοντας και σπάζοντας το ρολόι τους. Τόσο μεγάλος είναι ο φόβος τους μήπως χάσουν την ώρα της προσευχής, της μοναδικής τους ενασχόλησης! Τα περισσότερα μαγαζιά όμως αναγγέλουν τον πολιτισμό. Πετρέλαια και ντενεκέδες, σιδερένια σκεύη της Ευρώπης, υφάσματα με εγγλέζικη μάρκα. Στην άκρη του παζαριού, στρίβοντας σ’ ένα σοκάκι κάθετο στο δρόμο, μπαίνεις στην ψαραγορά, ένα οχετό από μυρωδιες και τρίμματα που φέρνουν ναυτία και στον οποίο αναρίθμητοι σκύλοι προσπαθούν να επιβάλουν κάποια καθαριότητα. Η πείνα τους δεν επαρκεί, για να καλύψει τις απαιτήσεις της οδονομίας……
      (V. Berard, σ.148-150)
    • Η Αχρίδα είναι στο έλεος των Βουλγάρων. Ο πληθυσμός, 15.000 άτομα περίπου, περιλαμβάνει 8.000 Σλάβους, μερικές εκατοντάδες Βλάχους και 7.000 μουσουλμάνους που, όπως και στη Στρούγκα, είναι ποκίλης φυλετικής προέλευσης. Δύο πέμπτα σχεδόν Αλβανοί, άλλοι τόσοι προσηλυτισμένοι Σλάβοι και χίλιοι περίπου Οσμανλήδες ανατολίτες. Εδώ όμως και μερικά χρόνια μόνο οι Βούλγαροι έχουν θέση στον ήλιο.
      Η βουλγαρική συνοικία κατέχει με τα ξύλινα σπίτια της όλη τη νότια πρόσοψη της βραχώδικης νησίδας, από τα νερά της λίμνης που λούζει τους πρόποδές της, μέχρι τη διπλή κορυφή που διαγράφει ανάγλυφες στον ουρανό τις επάλξεις του κάστρου και τα κωδωνοστάσια του αγίου Κλήμεντος. Πράγματι, η νησίδα αυτή σχηματίζεται από δύο στρογγυλές μάζες, που τις ενώνει μια πιο χαμηλή ράχη. Τα δύο τρίτα σαρακοφαγωμένα πατώματα, οι προεξέχουσες στέγες, οι ασκέπαστες γαλαρίες και η μόνιμη εκείνη πνοή κατάπτωσης και κατάρρευσης δίνουν σε όλα αυτά τα βουλγάρικα σπίτια μια μονότονη ομοιότητα. Η βρωμιά των δρόμων φέρνει αναγούλα. Ψόφια ζώα και ανθρώπινα περιττώματα, απομεινάρια από ψάρια και χόρτα…
      Η εκκλησία του Αγίου Κλήμεντος ψηλά, σε μια από τις κορφές, είναι η βουλγαρική μητρόπολη. Στην άλλη κορυφή υψώνεται ένας οχυρωμένος περίβολος έρημος. Απ’ τη χάσκουσα πόρτας δε διακρίνουμε παρά τοίχους σε κατάρρευση, θόλους συντριμμένους, στέρνες μισοαδειανές. Στην πούντα που δεσπόζει στη λίμνη καθόμαστε πλάι σ’ ένα μικρό τζαμί. Χτίστηκε άλλοτε με το γνήσιο σελτζούκικο γούστο, εναλλασσόμενα άσπρο, μαύρα και κόκκινα μάρμαρα. Η θέα απλώνεται από κεί σε όλη τη λίμνη, την πεδιάδα του βορρά, τα αλβανικά βουνά απ’ όπου ερχόμαστε και που από εδώ φαίνονται τείχος αδιάβατο. Αρκεί μια νύχτα αφέγγαρη στους λεβέντες της Τζούρας και του Μπρίνιαιτζ για να ορμήσουν σ’ αυτή την εύφορη πεδιάδα και ν’ αρπάξουν το μερτικό τους από τις σοδειές, τις γυναίκες και τα κοπάδια. Ο τούρκος έπαρχος στέλνει τότε όλη του τη χωροφυλακή να προειδοποιήσει τον κυβερνήτη του Μοναστηρίου ότι η ληστεία είναι πια ανύπαρκτη, ότι η ασφάλεια των δρόμων είναι πλήρης και ότι οι λαοί λιώνουν από χαρά κάτω από την πατρική βασιλεία του πιο ένδοξο απ’ όλους τους Σουλτάνους. Αν οι χωρικοί υψώσουν κάπως φωνή διαμαρτυρίας, η Αυτού Εξοχότης τους στεγάζει και τους τρέφει μερικές εβδομάδες στις φυλακές της Αυτού Μεγαλειότητος.
      Από καιρό τώρα το μικρό τζαμί δε χρησιμεύει πια για τη λατρεία. Τους τάφους των αγίων δερβισάδων τους έχει σκεπάσει το χορτάρι. Οι μουσουλμάνοι δεν ανεβαίνουν πια ως εκεί πάνω. Φαίνεται πως δεν αφήνουν πια τα περιβόλια τους εκεί κάτω, πίσω μας, στους πρόποδες των βουνών της Μακεδονίας. Στην καινούργια τους συνοικία στο δρόμο του Μοναστηρίου κατέχουν δεκαοχτώ καινούργια τζαμιά. Εδώ το μέρος είναι έρημο. Πάνω στις παλιές πέτρινες μπάλες τρέχουν τεράστιες σαύρες και χελώνες. Θα μέναμε και μια ολόκληρη μέρα μπροστά στο χαμόγελο της λίμνης. Έπρεπε όμως να ξανακατέβουμε μεσ’ από τα μολυσμένα σοκάκια, κάτω απ΄τα μπαλκόνια που στάζουν βρωμόνερα και ακαθαρσίες. (V. Berard, σ.152-157)
    • Κάτω στην άκρη της λίμνης και στην καρδιά της βουλγαρικής συνοικίας μια παλιά βασιλική της Αγίας Σοφίας είχε γίνει τζαμί κι έπειτα εγκαταλείφθηκε, όπως και το τζαμί της κορφής. Άλλοτε τη βασιλική αυτή την περικύκλωνε η ελληνική συνοικία. Πριν τριάντα χρόνια ακόμη η Αχρίδα είχε 200-300 ελληνικά σπίτια (1.000-1.500 άτομα). Οι Έλληνες όμως εκτοπίστηκαν σιγά σιγά από τους Βουλγάρους. Έχουν απομείνει μόνο είκοσι τριάντα φτωχές οικογένειες, που δεν μπορούν να μετοικήσουν. Την παρακμή του ελληνισμού πρέπει να την αποδώσουμε σε δύο κατηγορίες αιτιών, σ’ αυτά που είναι παλιά και προσιδιάζουν στην Αχρίδα και στα εντελώς πρόσφατα, που είναι κοινά σε όλες τις μακεδονικές πόλεις.
      Στα 1850 οι Έλληνες της Αχρίδας ήσαν πάμπλουτοι. Είχαν στα χέρια τους το μεγαλεμπόριο των γουναρικών. Ηπειρώτες, Θεσσαλονικιοί, Αιγαιοπελαγίτες, Βλάχοι απ’ το Μοναστήρι και την Κοριτσά, Αρβανίτες, συναποτελούσαν ένα ενιαίο χριστιανικό λαό που τον ένωναν οι ίδιες ανατάσεις προς την Αθήνα και τη Μεγάλη Ιδέα και που εκμεταλλευόταν το Σλάβο με τη βιομηχανία και το Μουσουλμάνο με τη τοκογλυφία. Στα 30-40 εργαστήρια τους έκοβαν και έραβαν τη γούνα της ντόπιας βύδρας, τα δέρματα που έρχονταν από τις γειτονικές λίμνες ή τα γουναρικά της Κωνσταντινούπολης και της Ρωσίας. Οι γούνινες κάπες που τόσο αγαπούν οι γέροι Τούρκοι, τα καφτάνια που φορούν οι χριστιανές και εβραίες γυναίκες, έβγαιναν όλα σχεδόν από την Αχρίδα. Η σλαβική συνοικία προμήθευε τους εργάτες και η ελληνική σόδιαζε τα κέρδη. Οι Έλληνες άρχισαν να αγοράζουν γη. Το σχολείο ήταν ελληνικό και οι γιατροί Αθηναίοι ή Έλληνες του “εσωτερικού”. Οι νέοι πήγαιναν για σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ποιος μιλούσε τότε για Βουλγαρία;
      Ο ευρωπαϊκός, αυστριακός προπάντων και ρωσικός, ανταγωνισμός σκότωσε απότομα το εμπόριο αυτό. Η γούνα του σαμαριού και της γκρίζας αλεπούς σταματούσε τώρα στην Οδησσό κι έφτανε στην Τουρκία κατεργασμένη. Παράλληλα το λαγοτόμαρο και οι φτηνές γούνες της Τεργέστης κατέβαζαν τις τιμές των καφτανιών και των γούνινων πανωφοριών. Οι Έλληνες υποχρεώθηκαν ένας ένας να κλείσουν τα εργαστήριά τους. Πήγαν και εγκαταστάθηκαν, με την άνετη κινητικότητά τους, στα κέντρα παραγωγής και αγοράς, στην Τεργέστη, στην Οδησσό και το Βουκουρέστι.
      Πίσω τους όμως η ελληνική σπορά που είχαν αφημένη στο έδαφος, εξακολοθούσε να καρποφορεί, όταν κάποτε, γύρω στα 1864-1866, εμφανίσθηκαν ξένοι, Ρώσοι που μιλούσαν για θρησκεία βουλγαρική, για μεγάλη Βουλγαρία, για καταπίεση των Σλάβων και πως ως ενίσχυση των λόγων τους έδιναν και κουδουνιστά επιχειρήματα, ένα πιάστρο (δύο δεκάρες) στο ζητιάνο και εκατό λίρες (2.300 φράγκα) στον τίμιο άνθρωπο. Κι έτσι δημιουργήθηκε βουλγαρικό κόμμα. Πίσω τους όμως η ελληνική σπορά που είχαν αφημένη στο έδαφος, εξακολοθούσε να καρποφορεί, όταν κάποτε, γύρω στα 1864-1866, εμφανίσθηκαν ξένοι, Ρώσοι που μιλούσαν για θρησκεία βουλγαρική, για μεγάλη Βουλγαρία, για καταπίεση των Σλάβων και πως ως ενίσχυση των λόγων τους έδιναν και κουδουνιστά επιχειρήματα, ένα πιάστρο (δύο δεκάρες) στο ζητιάνο και εκατό λίρες (2.300 φράγκα) στον τίμιο άνθρωπο. Κι έτσι δημιουργήθηκε βουλγαρικό κόμμα. Το κόμμα αυτό γνώρισε συνεχή ανάπτυξη σ’ ολόκληρη τη Μακεδονία. Η εγκαθίδρυση βουλγαρικής εκκλησίας κι έπειτα βουλγαρικής ηγεμονίας ήταν ένα πλήγμα για τον ελληνισμό αλλά οι συνέπειές του δεν έφτασαν μέχρι έδω. Το αληθινό τραύμα χρονολογείται από την επανάσταση της Ρωμυλίας… Από τότε, πέντε χρόνια τώρα, τα πάντα ανήκουν στους Βούλγαρους. Η πύλη τους υποστηρίζει. Μεγαλαυχούν ότι και ολόκληρη η Ευρώπη τους υποστηρίζει. Την προστριβή με τη Ρωσία δεν την πληροφορήθηκαν ούτε την παραδέχτηκαν ποτέ εκείνοι που εκβουλγαρίσθηκαν από τους Ρώσους. “Για να ζήσεις ήσυχος, γίνε Βούλγαρος,! Για να κερδίζεις τις δίκες σου, γίνε Βούλγαρος! Για να αποφεύγεις την αγγαρεία, γίνε Βούλγαρος! Η Κωνσταντινούπολη υπακούει στις εντολές της Σόφιας! Οι Τούρκοι έπαρχοι θέλουν να τα έχουν καλά με αυτούς τους ισχυρούς της ημέρας και οι σχολάρχες που έρχονται απ΄ τηΣόφια και τη Φιλιππούπολη ανατρέπουν με μια τους καταγγελία και τους πιο γηραλέους καδήδες, και τους πιο γαλοναρισμένους πασάδες….. Αν όμως θέλεις το βαγιόκλαδο του μάρτυρα, τότε μείνε Έλληνας! Προπάντων έπειτα από την εξέγερση και την ήττα των Κρητικών, η ζωή ενός Έλληνα δεν είναι παρά σταυρικό μαρτύριο”.
      (V. Berard, σ.152-157)
    • Η γωνιά των πλατανιών, των πεζουλιών, των καφενείων και των κουρείων είναι έρημη. Βρισκόμαστε ξανά στο μεγάλο δρόμο, ανάμεσα στις δυο σειρές των λασπότοιχων, τα ξύλινα σπίτια, τα τρυπητά μπαλκόνια, τα καγκελόφραχτα παράθυρα, τα περιβόλια, τις λεύκες και τα κυπαρίσσια της μουσουλμανικής συνοικίας. Τα δεκαοχτώ τζαμιά παρελαύνουν, δεκαοχτώ λασποκαλύβες ασβεστωμένες και σοβαντισμένες με τοιχογραφίες, όπως ο οίκος των ντερβισάδων στην Καβάγια και το κάστρο του Ντεμίρ μπέη. Τα πιο παλιά από τα τζαμιά αυτά είναι μόλις τριάντα χρόνων. Οι μουσουλμάνοι τα κλιμάκωσαν καθώς υποχωρούσαν, στο βαθμό που εγκατέλειπαν την άνω πόλη στους Βουλγάρους και απομακρύνονταν προς το Μοναστήρι σαν να ήθελαν να είναι όσο το δυνατό νωρίτερα έτοιμοι για την τελευταία έξοδο. Που είναι τα ωραία πέτρινα τζαμιά, οι θόλοι, οι μιναρέδες και τα καφασωτά του Πεκίνι και του Ελβασάν; Το Ισλάμ στην Αχρίδα δε μοιάζει εγκατεστημένο, μοιάζει κατασκηνωμένο.
      (V. Berard, σ.162-163)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]

    • Από κοντά η Οχρίδα μοιάζει με μεσαιωνική πόλη, όπως αυτές που εικονίζονται στα παλιά πιάτα. Είναι πολύ καλά οχυρωμένη, τα σπίτια είναι στριμωγμένα ανάμεσα στα τείχη αλλά τριγύρω υπάρχει ερημιά. Μόνο που στη μια πλευρά το τείχος μοιάζει να έχει γκρεμιστεί και μαζί τμήμα της πόλης. Είναι ένας διαμελισμένος ,ανακατεμένος τόπος, απειλητικός και σκοτεινός τη νύχτα, το πλέον κατάλληλο σημείο όπου μια ρομαντική ιστορία θα μπορούσε να διαδραματιστεί και όπου το σκοτάδι δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα για την πραγματοποίηση δολοφονιών. Η Αχρίδα αποτελεί εστία δολοπλοκιών. Τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά ούτε για τους Έλληνες ούτε για τους Βουλγάρους που διαρκώς συνωμοτούν έκαστος εναντίον του άλλου λέγοντας συνεχώς ψέματα σχετικά με ό,τι συμβαίνει ενώ ο σαστισμένος Τούρκος που κυβερνά δεν μπορεί να ευχαριστήσει καμία από τις δυο πλευρές. Σκαρφαλωμένα πάνω σε βράχια είναι τα απομεινάρια ενός παλιού κάστρου με τείχη στο πάχος δεκαπέντε ποδών αλλά πλέον γκρεμισμένα και ερειπωμένα. Οι Ρωμαίοι σίγουρα πέρασαν από την περιοχή, καθώς υπάρχουν κατάλοιπα της ρωμαϊκής κατάκτησης αλλά οπωσδήποτε το κάστρο άκμασε όταν η Σερβική Αυτοκρατορία κατέβηκε νότια.(Frazer,σ. 230-231)
    • Ένα σώμα αθλίων και βρώμικων Τούρκων στρατιωτών είχε στρατοπεδεύσει μέσα στο κάστρο. Οι σκηνές τους ήταν χειρότερες ακόμη και από αυτές του τσιγγάνικου καταυλισμού. Οι ίδιοι έμοιαζαν σα να μην έχουν πλυθεί ποτέ. Τα ρούχα τους ήταν λερωμένα και σκισμένα και από τις μπότες τους είχε μείνει μόνο η σόλα. Μίλησα μαζί τους και είπαν πως ο μισθός τους ήταν ένας μετζεντέ το μήνα ,πως για έξι μήνες παρέμεναν απλήρωτοι και πως στα τέσσερα χρόνια της θητείας τους ο μισθός τους είχε καθυστερήσει για είκοσι μήνες.(Frazer,σ. 231)
    • Μια παλιά και γραφική εκκλησία ,αυτή του Αγίου Κλήμεντος βρίσκεται σε μια κοντινή αλλά χαμηλότερη πλαγιά. Είναι ένα χαμηλό κτίσμα κατασκευασμένο εξ΄ ολοκλήρου από λεπτά κόκκινα τούβλα τοποθετημένα κάθετα ενώ ο πύργος είναι χαμηλός και οκταγωνικός. Η αυθεντική εκκλησία του Αγίου Κλήμεντος βρίσκεται πιο πέρα αλλά έχει μετατραπεί από τους Τούρκους σε τζαμί και έτσι οι χριστιανοί αναγκάστηκαν να χτίσουν άλλο ναό. Το εσωτερικό είναι σκοτεινό και υγρό και έχει άρωμα μυστηρίου. Λιγοστό φως μπαίνει από τα αραχνιασμένα και ψηλά παράθυρα. Οι εικόνες και οι ασημένιες διακοσμήσεις είναι παλιές αλλά φανταχτερές και ο ιερέας που ξεναγεί τον επισκέπτη αφήνει να εννοηθεί πως θα μπορούσε να του δώσει κάποιο από τα κειμήλια αν πληρωνόταν αντιστοίχως. Πιθανώς στο ίδιο σημείο να υπήρχε ένας ρωμαϊκός ναός.Πράγματι, δυο από τους κίονες είναι σίγουρα ρωμαϊκοί ενώ έξω από το ναό ανάμεσα σε σκουπίδια παρατηρείται μια μαρμάρινη πλάκα όπου υπάρχει μια ρωμαϊκή επιγραφή. (Frazer,σ. 231-232)
    • Η μεγάλη λίμνη της Αχρίδας-με το πιο μακρινό της όριο μόλις να διακρίνεται τις μέρες με καθαρή ατμόσφαιρα- έχει μέρη με όμορφα δάση. Σε μικρά ακρωτήρια υπάρχουν ελληνικά και βουλγαρικά μοναστήρια όπου καθημερινά προσεύχονται στο Θεό και μισούν τους αδελφούς τους χριστιανούς. (Frazer,σ. 232)
    • [/tab]
      [tab name=’Holland’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Isambert’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Leake’]

      • Η Αχρίδα έγινε αρχιεπισκοπή από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, όταν αποφάσισε πως την πόλη αυτή θα την ονόμαζε Ιουστινιανή Πρώτη. (Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 273)
      • Τα περάσματα της Πελαγονίας, στα οποία ο Περσέας τοποθετήθηκε από τον πατέρα του Φίλιππο, πιστεύω ότι είναι η ορεινή διάβαση στη σύγχρονη διαδρομή από την Αχρίδα προς τα Μπιτόλια, που τώρα αποτελεί την κύρια αρτηρία στη θέση της παλιάς γραμμής ή γραμμών της Εγνατίας Οδού. Αυτή η αλλαγή ίσως προκλήθηκε από την συγκυρία ότι η Αχρίδα και τα Μπιτόλια αποτελούν τώρα τα κύρια μέρη αντί της Λυχνιδού και της Ηράκλειας και βρίσκονται αντίστοιχα στα βόρεια των δύο αρχαίων τοποθεσιών, καθώς στην αρχαιότητα η Εγνατία είχε εδώ παρεκκλίνει από την ευθεία της πορεία επειδή υπήρχε ανάγκη να διασχίσει περιμετρικά είτε τη βόρεια είτε τη νότια άκρη της λίμνης Λυχνιδού. (Leake, τoμ.ΙΙΙ, σ. 321)
      • Η Λυχνιδούς απέχει από την γέφυρα του Σερβιλίου περίπου δεκαεπτά μίλια.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 281)
      • Η Λυχνιδούς και η Ηράκλεια οι οποίες βρίσκονται κοντά στην γραμμή μεταξύ Δυρραχίου ή Απολλωνίας και Θεσσαλονίκης, ήταν οι κύριες πόλεις στο κέντρο της Κανδαβίας ή Εγνατίας Οδού-η πλέον σημαντική γραμμή επικοινωνίας από ξηράς μεταξύ Ιταλίας και Ανατολής, μεταξύ Ρώμης, Κωνσταντινούπολης και Ιερουσαλήμ.(Leake, τομ.ΙΙΙ,σ. 311)
      • Παρόλο που η Λυχνιδούς, η Ηράκλεια και η Έδεσσα στην Κανδαβία οδό, όπως περιγράφει και ο Πολύβιος, εξακολουθούσαν να είναι τα τρία κύρια σημεία μεταξύ Δυρραχίου και Θεσσαλονίκης (η φύση στην πραγματικότητα είχε τραβήξει την γραμμή στην κοιλάδα του Γενουσού ποταμού, ξεκινώντας από την παραθαλάσσια χώρα της Ιλλυρίας και διεισδύοντας στο όρος Κανδαβία στην ίδια ανατολική κατεύθυνση προς την οποία η κοιλάδα στον ποταμό της Έδεσσας απολήγει στις πεδιάδες της Κάτω Μακεδονίας) φαίνεται να ήταν επιλογή των διαδρομών πάνω από τις βουνοκορφές οι οποίες περίκλειαν τα σύνορα της Ιλλυρίας και της Μακεδονίας και οι οποίες διαχώριζαν την λίμνη της Λυχνιδούς από τις κοιλάδες που βρέχονταν από τον Εριγώνα και τις διακλαδώσεις του.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 312)
      • Στην κεντρική οδό , όπως περιγράφει ο Πολύβιος, το τμήμα μεταξύ Λυχνιδούς και Ηράκλειας έβγαζε στον Πυλώνα, που πήρε το όνομά του επειδή ήταν το όριο των δύο επαρχιών.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 313)
      • Η Άρνισσα φαίνεται να ήταν στην κοιλάδα του Οστρόβου και πιθανόν να ήταν το ίδιο μέρος με τον Βάρνο του Πολύβιου, καθώς το Β ήταν ένα κοινό μακεδονικό πρόθεμα. Για τον Στράβωνα δεν είναι αναγκαίο να θεωρείται ότι ο Βάρνος βρίσκεται μεταξύ Λυχνιδούς και Ηράκλειας παρόλο που έδωσε αναμφίβολα αυτήν την ερμηνεία.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 316)
      • Αφού από την γέφυρα του Σερβίλιου μέχρι την Οχρίδα υπήρχε μία απόσταση δεκαεπτά μιλίων, η πόλη των Δασσαρετών ήταν κοντά στο νότιο άκρο της λίμνης, στην ανατολική ακτή, όπου ο δρόμος έκανε την απόκλιση του από την λίμνη στο βόρειο άκρο της κύριας πορείας του. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.281).

      [/tab]
      [tab name=’Mantegazza’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Pouqueville’]

  • Ο Ακροπολίτης σε μία από τις πορείες του με προορισμό την Αλβανία πέρασε μέσω Αχρίδας, Πρέσπας και Σιδηροκάστρου. Ο Ακροπολίτης αναφέρει επίσης ότι για να μεταβεί στο Ελβασάν άφησε πίσω του τα Σέρβια, την Καστοριά και την Αχρίδα κατευθυνόμενος από ανατολικά προς δυτικά. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 6)

  • Η εμποροπανήγυρη της Στρούγγας γινόταν κοντά στην Αχρίδα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 13)

  • Το πασαλίκι της Αχρίδας περιλαμβάνει τη Δασσαρητία, η οποία εντοπίζεται στην Πρεβαλιτιανή των Βυζαντινών, καθώς και την Δαρδανία μέχρι τους βράχους του Καλκαδερέν. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.47)

  • Σύμφωνα με τους συγγραφείς η Αχρίδα υπήρχε ήδη από την εποχή των βασιλέων της Μακεδονίας. Η αρχαία της ονομασία ήταν Λύχνιδις και την συναντάμε στον Ιεροκλή τον Γραμματικό μαζί με την προσωνυμία Μητρόπολις. Παρουσιάζεται σαν ένα σπουδαίο φρούριο στο σταυροδρόμι των οδών αυτού του βασιλείου και της Ιλλυρίας. Ο Στράβων αφήνει να εννοηθεί ότι γειτόνευε με πολλές λίμνες. Η άποψη αυτή συμπίπτει με την ύπαρξη εκεί των λιμνών της Μαλίκης, της Λύχνιδου, της Πρέσπας και του Δρένοβου. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.49)

  • Την παλαιά ονομασία της Αχρίδος, την Λύχνιδις τη συναντάμε στον Βέσελινγκ και τον Πωλμιέ ντε Γκρεντεμενίλ. Οι συγγραφείς που ασχολήθηκαν με την περιοχή αυτή, μεταξύ αυτών ο Σχολιαστής του Πτολεμαίου, προσθέτουν σε αυτήν και την επωνυμία Αχρίδα. Αναμφίβολα θα τη δανείστηκαν από τους Βούλγαρους, οι οποίοι ίσως να την σχημάτισαν από τη λέξη Άκρη, μια λέξη των ελληνικών που μιλούσαν την εποχή του Ιουστινιανού, και σημαίνει ύψωμα και συμπίπτει απόλυτα με την τοποθεσία της πόλης.
    Το φρούριο της Αχρίδας εκχριστιανίστηκε κατά προσέγγιση τον 4ό αιώνα μετά Χριστόν και η ιεραρχία των επισκόπων του ξεκίνησε με τον Διονύσιο, ο οποίος ήταν παρών στη Σύνοδο των Σάρδεων. Η Αχρίδα ανήκε τον 5ο αιώνα στο Εξαρχάτο της Λυχνιδού, τον 6ο στο Εξαρχάτο της Δακίας και τον 9ο σε αυτό της Βουλγαρίας. Σύμφωνα με τον κατάλογο που παραθέτει ο P. Lequin, οι επίσκοποι της Αχρίδας ανέρχονταν σε πενήντα, από τον Διονύσιο μέχρι τον Ιωσάφεθ, που το έτος 1721 ζούσε ακόμη. Σε θρησκευτικό επίπεδο, η δικαιοδοσία του εκτεινόταν στις μητροπόλεις Καστοριάς, Πελαγονίας ή Βιτώλιας, Περλεπέ, Βοδενών, Γκόριτσας, και Σελασφόρου, της σημερινής Κορυτσάς, Βελιγραδίου, Κανίνας (Βερατίου), Τιβεριοπόλεως ή Στρανίτσας, Γρεβενών, στις επισκοπές Σισανίου (Σιάτιστας), Μογλενών, Πρέσπας, Δίβρων, Κίτσοβου και Χώρας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.50)

  • Σύμφωνα με τον Προκόπιο, το φρούριο της Αχρίδας εντάσσεται στο Θέμα της Νέας Ηπείρου και η έκτασή του περιλαμβάνει τη Μακεδονική Ιλλυρία μέχρι τη Λίσσα. Σύμφωνα με τον ίδιο, αφού η πόλη καταστράφηκε από κάποιο σεισμό την ίδια εποχή με την Κόρινθο στο διάστημα της βασιλείας του Ιουστίνου, και αφού οι σεισμικές δονήσεις επαναλήφθηκαν το δέκατο τρίτο και το δέκατο έβδομο έτος του πολέμου των Γότθων και σκέπασαν με ερείπια όλη την Ελλάδα, η πόλη ανοικοδομήθηκε έπειτα από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Ο Προκόπιος εντοπίζει την πρώτη Ιουστινιανή στη Δαρδανία, λέγοντας ότι διαδέχτηκε το Ταυρέσιον και όχι τη Λύχνιδο. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.51)

  • Στους ιερατικούς τίτλους των Μητροπολιτών της Αχρίδας, προστέθηκε και ο τίτλος του Έξαρχου πάσης Βουλγαρίας, τον οποίο έφεραν μέχρι την κατάλυση εκείνου του αυτοκέφαλου εκκλησιαστικού θρόνου. Σύμφωνα με τον Κωδινό ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας είχε το προνόμιο να χειροτονεί τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Ο Γεώργιος Ακροπολίτης στο χρονικό του αναφέρει ότι ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας απολάμβανε το δικαίωμα να ενδύει με την πορφύρα τους Καίσαρες του Βυζαντίου και να τους στεφανώνει με το αυτοκρατορικό διάδημα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.52)

  • Σύμφωνα με την Άννα Κομνηνή, μετά τον θάνατο του Ιουστινιανού, την εποχή της βασιλείας του Μόχρου, οι Βούλγαροι, λόγω του μίσους που έτρεφαν κατά των Ρωμαίων, μετονόμασαν τη Λυχνιδό και την Ιουστινιανούπολη σε Αχρίδα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.53)

  • Πιο πέρα από το παλάτι του Τζελαντίν Μπέη, περνώντας κάποιο από τα ποτάμια που χύνονται στη λίμνη και στρίβοντας νοτιοδυτικά, μετά από δυόμιση μίλια φτάνουμε στην είσοδο της σύγχρονης Αχρίδας, η οποία κατέχει μια επιφάνεια τριών τετάρτων της λεύγας. Κατά παράδοση, η θεμελίωση της νέας Αχρίδας τοποθετείται στους χρόνους των δεσποτών της Σερβίας, όταν κυβερνούσε ο βασιλιάς Σαμουήλ. Θα πρέπει να έφτασε στην ακμή της τον δέκατο τέταρτο αιώνα, όταν ο Σκεντέρμπεης υπερασπιζόταν την Αλβανία καθώς και μερικές γειτονικές περιοχές της, και έστειλε εκεί τον Σμέρκτιο, έναν από τους στρατηγούς του για να αναλάβει την άμυνα. (Barletius, fil. 204). Είναι γνωστό με ποιόν τρόπο την υποδούλωσε ο Αμουράτ, κι ότι στο διάστημα της βασιλείας του Βαγιαζήτ Α΄η ακρόπολη ξανακτίστηκε πάνω στα Πιέρια όρη. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.54)

  • Λίγα χρόνια μετά την τουρκική κατάκτηση των Δίβρων ή Δαρδανίας, η Αχρη, όπως την προφέρουν οι ντόπιοι, αποτέλεσε την έδρα ενός σαντζακιού ή πασαλικιού με δύο ουρές, υπαγόμενου στο Σερασκέρι της Ρούμελης, το οποίο διαιρείται σε έντεκα καντόνια και περιλαμβάνει τη Δασσαρητία, τη Δαρδανία κι ένα μέρος της Πρεβαλιτιανής. Επομένως, η Αχρίδα των Βουλγάρων, που είναι σήμερα γνωστή με τα ονόματα Αχρίδα και Αχρη, είναι μια πόλη την οποία πρέπει να διακρίνουμε από την Ιουστινιανούπολη, γιατί αυτή εγκαταλείφθηκε ολότελα την εποχή της επιδρομής των Σκυθοσλάβων στη Μακεδονία.
    Η σύγχρονη Αχρίδα είναι μια πόλη με πέντε χιλιάδες κατοίκους, κτισμένη ανατολικά της λίμνης Λυχνιδού, στους πρόποδες ενός ακρωτηρίου που βρέχεται από τα νερά κι από τις τρεις πλευρές του. Το κάστρο που την προστατεύει είναι κτισμένο πάνω σε μια απόκρημνη πλαγιά των Πιερίων, όπου φτάνει κάποιος ακολουθώντας μιαν απότομη ανηφόρα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.55)

  • Στην είσοδο της πόλης η πύλη προστατεύεται από ένα διπλό τείχος με επάλξεις, πάνω στο οποίο βρίσκονται εγκαταλειμμένα μερικά αχρηστευμένα κανόνια. Προχωρώντας μέχρι το ψηλότερο σημείο της, πάνω από τη λίμνη στην οποία και καταλήγει κατακόρυφα, εισχωρούμε σε μια δεύτερη οχυρωματική περίμετρο. Η απόστασή της από την πρώτη είναι εξακόσιες δρασκελιές, ενώ η περιφέρεια των τειχών της είναι τετρακόσιες ή πεντακόσιες οργιές. Ένα παλάτι ή σεράγι, ένα τζαμί, αποθήκες, στάβλοι συνωστίζονται όλα μαζί μέσα σε αυτή την περίμετρο όπου, νερό υπάρχει μόνον από τις στέρνες, και που, αν ήταν καλύτερα οχυρωμένη και εφοδιασμένη με τρόφιμα, θα ήταν εύκολο να την υπερασπιστούν οι κάτοικοί της, αλλά και δύσκολο να της επιτεθεί ο εχθρός, γιατί η τοποθεσία της δεν είναι από πουθενά προσπελάσιμη. Ο Τζελαντίν Μπέης, ανιψιός του Αλή Τεπελενλή, που διοικούσε τότε το σαντζάκι της Αχρίδας, δεν είχε συνειδητοποιήσει τη σημασία της πόλης. Έβαζε τους υπηκόους του να κτίζουν κιόσκια, αντί να ενισχύει τους προμαχώνες του. Πάραυτα, είχε διατάξει να κατασκευάσουν μερικά γεφύρια. Υπολογίζεται ότι κατασκευάστηκαν εκατό πέτρινα γεφύρια πάνω στον δρόμο που οδηγεί από το Σιγν στην Κωνσταντινούπολη και είκοσι οκτώ στον δρόμο από τα Γιάννενα στη Στρόγγα, τα οποία όμως καταρρέουν εξαιτίας της κακής συντήρησης. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.56)

  • Το σαντζάκι της Αχρίδας συνορεύει προς τα ανατολικά-βορειοανατολικά και προς τη μεσημβρία με το Βαληλίκι της Ρούμελης, προς το βορρά με το Δρίνο, που το χωρίζει από το πασαλίκι της Σκόδρας ή Σκούταρη, προς τα νοτιοανατολικά συνορεύει με το Καλκανδερέν, και τέλος μέσω της Στάροβας και της Μικρής Γκρούτσας γειτονεύει με τα εδάφη του Βερατίου, ενώ το καντόνι του Μάτι το χωρίζει από το Ελβασάν. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.57)

  • Η πρωτεύουσα του σαντζακιού της Αχρίδας περιλαμβάνει έξι τζαμιά, τρεις εκκλησίες, αρκετά λουτρά, κι έναν πληθυσμό από χίλιες τριακόσιες οικογένειες, από τις οποίες μόνον οι εξακόσιες είναι μωαμεθανικές. Στα γύρω χωριά ζουν Λατίνοι Χριστιανοί και Τούρκοι και συνθέτουν πληθυσμό από χίλιες πεντακόσιες οικογένειες οι οποίες, μαζί με εκείνες της έδρας της περιοχής, συνθέτουν ένα σύνολο από δεκατέσσερις χιλιάδες εξακόσια άτομα, στα οποία θα μπορούσαν να προστεθούν και περισσότεροι από τρεις χιλιάδες Αρναούτηδες νομάδες. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.57-58)

  • Σε απόσταση δύο ωρών από την Αχρίδα φτάνουμε στην εκροή της λίμνης Λυχνιδού, από την οποία σχηματίζεται ο ποταμός Δρίνος. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.58)

  • Το σαντζάκι της Αχρίδας συνορεύει με την Κάτω Δίβρα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.69)

    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Νάουσα

    Παλαιό Όνομα : Αγοστός
    Δήμος : Νάουσας
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]

  • Η πόλη κατοικούνταν από τα αρχαία χρόνια λόγω των πολλών νερών και των πλουσίων αμπελώνων που υπάρχουν στο νότο της περιοχής. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι κατοικούταν αρχικά από τους Βρύγες ή Φρύγες, τους οποίους έδιωξε ο Κάρανος πολύ πριν γίνει ο κυρίαρχος των Αιγών ή Βοδενών. (Cousinery, Τομ.Ι, σ. 71)
  • [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Η Νάουσα βρίσκεται τρεις λεύγες βορειοδυτικά της Βέροιας, στην Επισκοπή της οποίας υπάγεται εκκλησιαστικά. Η Νάουσα έχει δυο χιλιάδες σπίτια και οι κάτοικοί της είναι Έλληνες και Βούλγαροι. Ήδη εδώ κι εβδομήντα χρόνια είχε οχυρωθεί με αλλεπάλληλες σειρές από τείχη και το 1804 επιστρατεύθηκαν τέσσερις χιλιάδες άντρες για να υπερασπιστούν την πόλη εναντίον του Αλή Πασά, ο οποίος εν τέλει την κατέβαλε μετά από δεκάμηνη πολιορκία και κυρίως εξαιτίας του λιμού. Όταν η πόλη έπαψε να βρίσκεται στην άμεση κυριότητα του Αλή Πασά, περιήλθε στην προστασία του Κισλάρ Αγά ή αρχηγού των μαύρων ευνούχων του σεραγιού, ενώ ταυτόχρονα ένας Έλληνας ιεράρχης, ονομαζόμενος Ζάφυρος, ήταν επικεφαλής μιας ομάδας αποτελούμενης από τριακόσιους Χριστιανούς.
    Από τα υψώματα της Νάουσας, αλλά και μέσα από την ίδια την πόλη είναι ορατή μια λίμνη, ανάμεσα στην Πέλλα και τα Γιαννιτσά, στη μέση της οποίας αναδύεται ένα νησί, από όπου εκθάφτηκε το 1805 μια ανάγλυφη στήλη με μήκος δέκα παλάμες και πλάτος οκτώ παλάμες. Το κρασί της Νάουσας είναι από τα καλύτερα της Μακεδονίας. Καθώς δεν διέθεταν κελάρια, τα βαρέλια τοποθετούνταν πάνω στα ρυάκια που κυλούν κάτω από τα σπίτια. Στα περίχωρα της πόλης κατασκευάζονταν σπαθιά και όπλα, ενώ σε κάποια από αυτά υπήρχαν αλευρόμυλοι και ελαιοτριβεία για ελαιόλαδο και σουσαμόλαδο. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.94-95)
  • Νάουσα ή Νιαγόστα είναι μια πόλη που απέχει απόσταση δύο ωρών από τη Θεσσαλονίκη και έχει σημαντικό εμπόριο κρασιών. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.110)
  • [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]