Παλαιό Όνομα :Λυχνιδούς
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Berard’]
- Το κλειστό λεκανοπέδιο της Αχρίδας μοίαζει στη δομή του με τις κοιλάδες της Ντομούζοβα και του άνω Σκούμπι. Είναι ένα εντελώς οριζόντιο πεδίο, περιτριγυρισμένο από βουνά στα ανατολικά, τα δυτικά και τα βόρεια, ενώ η νότια πλευρά κλείνεται μόνο από φευγαλέες κυματώσεις του εδάφους. Εδώ όμως το πεδίο έχει 30-40 χιλιόμετρα μήκος και 15-20 πλάτος. Τα τρία τέταρτα του πεδίουκατέχονται από τα γαλάζια, διάφανα και πεντακάθαρα νερά της μεγάλης λίμνης. Στο υπόλοιπο τέταρτο απλώνεται ένα τέταρτο τραπεζομάντηλο από ψηλά χορτάρια, καλάμια και καλλιέργειες. Τα βουνά που περισφίγγουν τη λίμνη, κατάφυτα στα δυτικά και εντελώς γυμνά στα ανατολικά και στα βόρεια, διατέμνονται στη βορινή τους πρόσοψη από μια στενή σχισμή, απ’ όπου εκχύνεται στο Δρίνο το υδατινο πλεόνασμα της λίμνης. Το μάτι διακρίνει τη ροή του ποταμού από μια λωρίδα πιο υγρής και πιο λαμπερής πρασινάδας.
Η απόσταση ανάμεσα στη Στρούγκα και την Αχρίδα είναι δύο ώρες (12-15 χιλιόμετρα) και ο δρόμος είναι χωματόδρομος ανάμεσα σε καλαμιώνες και λασπόνερα. Και εδώ δουλεύουν στην επίστρωση του δρόμου. Έχουν φέρει όμως εδώ Αλβανούς με τη βία και τους επιβλέπουν χωροφύλακες.
Η λίμνη που κατά μήκος της προχωρούμε έχει κρυστάλινη διαφάνεια. Σε δέκα δεκαπέντε μέτρα απόσταση από την όχθη βλέπουμε πλήθος τις πέρκες και τις γιγάντιες πέστροφες. Κάτω από την ενιαία επιφάνεια μυρμηγκιάζει η ζωή και μέσα στους καλαμώνες της όχθης ελλίσονται σε στολίσκους οι αγριόχηνες και οι γαλάζιες πάπιες. Τέτοια αφθονία δεν έχω δει παρά στις όχθες του Νείλου και στις τοιχογραφίες εκείνες της αρχαίας Αιγύπτου, όπου τα μονόξυλα των κυνηγών σηκώνουν ανάμεσα στους λωτούς νέφη από ίβιδες και ερωδιούς. Τα ανατολικά βουνά, στα οποία πλησιάζουμε, μας προσφέρουν μόνο ξεγυμνωμένες πλαγιές. Κοπάδια από γίδια κουρεύουν από πάνω τους και το τελευταίο χαμόκλαρο, και το τελευταίο χορταράκι. Άλλοτε η λίμνη εισχωρούσε στα βουνά αυτά μέσω ενός επιμηκυμένου κόλπου ανάμεσα στην κυρίως οροσειρά και σ’ ένα αντέρεισμα. Μια διπλή νησίδα βράχων υψωνόταν στη μέση του κόλπου αυτού, που οι προσχώσεις κατόπιν τον γέμισαν. Η νησίδα αυτή υψώνεται σήμερα στεφανωμένη με τα σπίτια της Αχρίδας μέσα σε μια ζώνη από περιβόλια, καρποφόρα δέντρα και ζωηρή πρασινάδα.
Από μακριά βλέπουμε τα ερείπια του κάστρου, μια τετράγωνη περιτείχιση με τετραγωνικούς πυργίσκους, πολεμίστρες και προχώματα. Η πόλη απλώνεται στις κλιτύες του νότου, στρέφοντας την πλάτη στο δρόμο της Στρούγκας και του Μοναστηρίου. Στο μεγάλο δρόμο βρίσκουμε μόνο το παζάρι, μέσα σε αρδευμένα περιβόλια και λιβάδια. Το παζάρι φαίνεται εντελώς καινούριο με τα λιθόχτιστα μαγαζιά του, τα θολωτά του παράθυρα και τα παντζούρια του από λαμαρίνα. Τις παλιές παράγκες τις εξαφάνισε η πυρκαγιά του 1881 και η πυρκαγιά του 1883. Το παζάρι της Αχρίδας που έχει καεί δύο φορές, είναι χριστιανικό. Μπορείς βέβαια να βρεις ακόμη αρκετές ισλαμικές γωνιές. Κάτω από ένα θεόρατο πλατάνι χοτζάδες με άσπρο τουρμπάνι φουμάρουν το ναργιλέ. Δύο μαγαζιά είναι γεμάτα παλιά όπλα, τουφέκια ασημοπλούμιστα και πιστόλια με πυριτόλιθο. Μπαρμπέρηδες κουρεύουν στην ύπαιθρο με τη συνηθισμένη τους πολυτέλεια της λεκάνης από επασημωμένο χαλκό και της κόκκινης πετσέτας. Και ρολογάδες, λαός ολόκληρος από ρολογάδες! Οι γέροι Τούρκοι περνούν τον καιρό τους ρυθμίζοντας και σπάζοντας το ρολόι τους. Τόσο μεγάλος είναι ο φόβος τους μήπως χάσουν την ώρα της προσευχής, της μοναδικής τους ενασχόλησης! Τα περισσότερα μαγαζιά όμως αναγγέλουν τον πολιτισμό. Πετρέλαια και ντενεκέδες, σιδερένια σκεύη της Ευρώπης, υφάσματα με εγγλέζικη μάρκα. Στην άκρη του παζαριού, στρίβοντας σ’ ένα σοκάκι κάθετο στο δρόμο, μπαίνεις στην ψαραγορά, ένα οχετό από μυρωδιες και τρίμματα που φέρνουν ναυτία και στον οποίο αναρίθμητοι σκύλοι προσπαθούν να επιβάλουν κάποια καθαριότητα. Η πείνα τους δεν επαρκεί, για να καλύψει τις απαιτήσεις της οδονομίας……
(V. Berard, σ.148-150) - Η Αχρίδα είναι στο έλεος των Βουλγάρων. Ο πληθυσμός, 15.000 άτομα περίπου, περιλαμβάνει 8.000 Σλάβους, μερικές εκατοντάδες Βλάχους και 7.000 μουσουλμάνους που, όπως και στη Στρούγκα, είναι ποκίλης φυλετικής προέλευσης. Δύο πέμπτα σχεδόν Αλβανοί, άλλοι τόσοι προσηλυτισμένοι Σλάβοι και χίλιοι περίπου Οσμανλήδες ανατολίτες. Εδώ όμως και μερικά χρόνια μόνο οι Βούλγαροι έχουν θέση στον ήλιο.
Η βουλγαρική συνοικία κατέχει με τα ξύλινα σπίτια της όλη τη νότια πρόσοψη της βραχώδικης νησίδας, από τα νερά της λίμνης που λούζει τους πρόποδές της, μέχρι τη διπλή κορυφή που διαγράφει ανάγλυφες στον ουρανό τις επάλξεις του κάστρου και τα κωδωνοστάσια του αγίου Κλήμεντος. Πράγματι, η νησίδα αυτή σχηματίζεται από δύο στρογγυλές μάζες, που τις ενώνει μια πιο χαμηλή ράχη. Τα δύο τρίτα σαρακοφαγωμένα πατώματα, οι προεξέχουσες στέγες, οι ασκέπαστες γαλαρίες και η μόνιμη εκείνη πνοή κατάπτωσης και κατάρρευσης δίνουν σε όλα αυτά τα βουλγάρικα σπίτια μια μονότονη ομοιότητα. Η βρωμιά των δρόμων φέρνει αναγούλα. Ψόφια ζώα και ανθρώπινα περιττώματα, απομεινάρια από ψάρια και χόρτα…
Η εκκλησία του Αγίου Κλήμεντος ψηλά, σε μια από τις κορφές, είναι η βουλγαρική μητρόπολη. Στην άλλη κορυφή υψώνεται ένας οχυρωμένος περίβολος έρημος. Απ’ τη χάσκουσα πόρτας δε διακρίνουμε παρά τοίχους σε κατάρρευση, θόλους συντριμμένους, στέρνες μισοαδειανές. Στην πούντα που δεσπόζει στη λίμνη καθόμαστε πλάι σ’ ένα μικρό τζαμί. Χτίστηκε άλλοτε με το γνήσιο σελτζούκικο γούστο, εναλλασσόμενα άσπρο, μαύρα και κόκκινα μάρμαρα. Η θέα απλώνεται από κεί σε όλη τη λίμνη, την πεδιάδα του βορρά, τα αλβανικά βουνά απ’ όπου ερχόμαστε και που από εδώ φαίνονται τείχος αδιάβατο. Αρκεί μια νύχτα αφέγγαρη στους λεβέντες της Τζούρας και του Μπρίνιαιτζ για να ορμήσουν σ’ αυτή την εύφορη πεδιάδα και ν’ αρπάξουν το μερτικό τους από τις σοδειές, τις γυναίκες και τα κοπάδια. Ο τούρκος έπαρχος στέλνει τότε όλη του τη χωροφυλακή να προειδοποιήσει τον κυβερνήτη του Μοναστηρίου ότι η ληστεία είναι πια ανύπαρκτη, ότι η ασφάλεια των δρόμων είναι πλήρης και ότι οι λαοί λιώνουν από χαρά κάτω από την πατρική βασιλεία του πιο ένδοξο απ’ όλους τους Σουλτάνους. Αν οι χωρικοί υψώσουν κάπως φωνή διαμαρτυρίας, η Αυτού Εξοχότης τους στεγάζει και τους τρέφει μερικές εβδομάδες στις φυλακές της Αυτού Μεγαλειότητος.
Από καιρό τώρα το μικρό τζαμί δε χρησιμεύει πια για τη λατρεία. Τους τάφους των αγίων δερβισάδων τους έχει σκεπάσει το χορτάρι. Οι μουσουλμάνοι δεν ανεβαίνουν πια ως εκεί πάνω. Φαίνεται πως δεν αφήνουν πια τα περιβόλια τους εκεί κάτω, πίσω μας, στους πρόποδες των βουνών της Μακεδονίας. Στην καινούργια τους συνοικία στο δρόμο του Μοναστηρίου κατέχουν δεκαοχτώ καινούργια τζαμιά. Εδώ το μέρος είναι έρημο. Πάνω στις παλιές πέτρινες μπάλες τρέχουν τεράστιες σαύρες και χελώνες. Θα μέναμε και μια ολόκληρη μέρα μπροστά στο χαμόγελο της λίμνης. Έπρεπε όμως να ξανακατέβουμε μεσ’ από τα μολυσμένα σοκάκια, κάτω απ΄τα μπαλκόνια που στάζουν βρωμόνερα και ακαθαρσίες. (V. Berard, σ.152-157) - Κάτω στην άκρη της λίμνης και στην καρδιά της βουλγαρικής συνοικίας μια παλιά βασιλική της Αγίας Σοφίας είχε γίνει τζαμί κι έπειτα εγκαταλείφθηκε, όπως και το τζαμί της κορφής. Άλλοτε τη βασιλική αυτή την περικύκλωνε η ελληνική συνοικία. Πριν τριάντα χρόνια ακόμη η Αχρίδα είχε 200-300 ελληνικά σπίτια (1.000-1.500 άτομα). Οι Έλληνες όμως εκτοπίστηκαν σιγά σιγά από τους Βουλγάρους. Έχουν απομείνει μόνο είκοσι τριάντα φτωχές οικογένειες, που δεν μπορούν να μετοικήσουν. Την παρακμή του ελληνισμού πρέπει να την αποδώσουμε σε δύο κατηγορίες αιτιών, σ’ αυτά που είναι παλιά και προσιδιάζουν στην Αχρίδα και στα εντελώς πρόσφατα, που είναι κοινά σε όλες τις μακεδονικές πόλεις.
Στα 1850 οι Έλληνες της Αχρίδας ήσαν πάμπλουτοι. Είχαν στα χέρια τους το μεγαλεμπόριο των γουναρικών. Ηπειρώτες, Θεσσαλονικιοί, Αιγαιοπελαγίτες, Βλάχοι απ’ το Μοναστήρι και την Κοριτσά, Αρβανίτες, συναποτελούσαν ένα ενιαίο χριστιανικό λαό που τον ένωναν οι ίδιες ανατάσεις προς την Αθήνα και τη Μεγάλη Ιδέα και που εκμεταλλευόταν το Σλάβο με τη βιομηχανία και το Μουσουλμάνο με τη τοκογλυφία. Στα 30-40 εργαστήρια τους έκοβαν και έραβαν τη γούνα της ντόπιας βύδρας, τα δέρματα που έρχονταν από τις γειτονικές λίμνες ή τα γουναρικά της Κωνσταντινούπολης και της Ρωσίας. Οι γούνινες κάπες που τόσο αγαπούν οι γέροι Τούρκοι, τα καφτάνια που φορούν οι χριστιανές και εβραίες γυναίκες, έβγαιναν όλα σχεδόν από την Αχρίδα. Η σλαβική συνοικία προμήθευε τους εργάτες και η ελληνική σόδιαζε τα κέρδη. Οι Έλληνες άρχισαν να αγοράζουν γη. Το σχολείο ήταν ελληνικό και οι γιατροί Αθηναίοι ή Έλληνες του “εσωτερικού”. Οι νέοι πήγαιναν για σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ποιος μιλούσε τότε για Βουλγαρία;
Ο ευρωπαϊκός, αυστριακός προπάντων και ρωσικός, ανταγωνισμός σκότωσε απότομα το εμπόριο αυτό. Η γούνα του σαμαριού και της γκρίζας αλεπούς σταματούσε τώρα στην Οδησσό κι έφτανε στην Τουρκία κατεργασμένη. Παράλληλα το λαγοτόμαρο και οι φτηνές γούνες της Τεργέστης κατέβαζαν τις τιμές των καφτανιών και των γούνινων πανωφοριών. Οι Έλληνες υποχρεώθηκαν ένας ένας να κλείσουν τα εργαστήριά τους. Πήγαν και εγκαταστάθηκαν, με την άνετη κινητικότητά τους, στα κέντρα παραγωγής και αγοράς, στην Τεργέστη, στην Οδησσό και το Βουκουρέστι.
Πίσω τους όμως η ελληνική σπορά που είχαν αφημένη στο έδαφος, εξακολοθούσε να καρποφορεί, όταν κάποτε, γύρω στα 1864-1866, εμφανίσθηκαν ξένοι, Ρώσοι που μιλούσαν για θρησκεία βουλγαρική, για μεγάλη Βουλγαρία, για καταπίεση των Σλάβων και πως ως ενίσχυση των λόγων τους έδιναν και κουδουνιστά επιχειρήματα, ένα πιάστρο (δύο δεκάρες) στο ζητιάνο και εκατό λίρες (2.300 φράγκα) στον τίμιο άνθρωπο. Κι έτσι δημιουργήθηκε βουλγαρικό κόμμα. Πίσω τους όμως η ελληνική σπορά που είχαν αφημένη στο έδαφος, εξακολοθούσε να καρποφορεί, όταν κάποτε, γύρω στα 1864-1866, εμφανίσθηκαν ξένοι, Ρώσοι που μιλούσαν για θρησκεία βουλγαρική, για μεγάλη Βουλγαρία, για καταπίεση των Σλάβων και πως ως ενίσχυση των λόγων τους έδιναν και κουδουνιστά επιχειρήματα, ένα πιάστρο (δύο δεκάρες) στο ζητιάνο και εκατό λίρες (2.300 φράγκα) στον τίμιο άνθρωπο. Κι έτσι δημιουργήθηκε βουλγαρικό κόμμα. Το κόμμα αυτό γνώρισε συνεχή ανάπτυξη σ’ ολόκληρη τη Μακεδονία. Η εγκαθίδρυση βουλγαρικής εκκλησίας κι έπειτα βουλγαρικής ηγεμονίας ήταν ένα πλήγμα για τον ελληνισμό αλλά οι συνέπειές του δεν έφτασαν μέχρι έδω. Το αληθινό τραύμα χρονολογείται από την επανάσταση της Ρωμυλίας… Από τότε, πέντε χρόνια τώρα, τα πάντα ανήκουν στους Βούλγαρους. Η πύλη τους υποστηρίζει. Μεγαλαυχούν ότι και ολόκληρη η Ευρώπη τους υποστηρίζει. Την προστριβή με τη Ρωσία δεν την πληροφορήθηκαν ούτε την παραδέχτηκαν ποτέ εκείνοι που εκβουλγαρίσθηκαν από τους Ρώσους. “Για να ζήσεις ήσυχος, γίνε Βούλγαρος,! Για να κερδίζεις τις δίκες σου, γίνε Βούλγαρος! Για να αποφεύγεις την αγγαρεία, γίνε Βούλγαρος! Η Κωνσταντινούπολη υπακούει στις εντολές της Σόφιας! Οι Τούρκοι έπαρχοι θέλουν να τα έχουν καλά με αυτούς τους ισχυρούς της ημέρας και οι σχολάρχες που έρχονται απ΄ τηΣόφια και τη Φιλιππούπολη ανατρέπουν με μια τους καταγγελία και τους πιο γηραλέους καδήδες, και τους πιο γαλοναρισμένους πασάδες….. Αν όμως θέλεις το βαγιόκλαδο του μάρτυρα, τότε μείνε Έλληνας! Προπάντων έπειτα από την εξέγερση και την ήττα των Κρητικών, η ζωή ενός Έλληνα δεν είναι παρά σταυρικό μαρτύριο”.
(V. Berard, σ.152-157) - Η γωνιά των πλατανιών, των πεζουλιών, των καφενείων και των κουρείων είναι έρημη. Βρισκόμαστε ξανά στο μεγάλο δρόμο, ανάμεσα στις δυο σειρές των λασπότοιχων, τα ξύλινα σπίτια, τα τρυπητά μπαλκόνια, τα καγκελόφραχτα παράθυρα, τα περιβόλια, τις λεύκες και τα κυπαρίσσια της μουσουλμανικής συνοικίας. Τα δεκαοχτώ τζαμιά παρελαύνουν, δεκαοχτώ λασποκαλύβες ασβεστωμένες και σοβαντισμένες με τοιχογραφίες, όπως ο οίκος των ντερβισάδων στην Καβάγια και το κάστρο του Ντεμίρ μπέη. Τα πιο παλιά από τα τζαμιά αυτά είναι μόλις τριάντα χρόνων. Οι μουσουλμάνοι τα κλιμάκωσαν καθώς υποχωρούσαν, στο βαθμό που εγκατέλειπαν την άνω πόλη στους Βουλγάρους και απομακρύνονταν προς το Μοναστήρι σαν να ήθελαν να είναι όσο το δυνατό νωρίτερα έτοιμοι για την τελευταία έξοδο. Που είναι τα ωραία πέτρινα τζαμιά, οι θόλοι, οι μιναρέδες και τα καφασωτά του Πεκίνι και του Ελβασάν; Το Ισλάμ στην Αχρίδα δε μοιάζει εγκατεστημένο, μοιάζει κατασκηνωμένο.
(V. Berard, σ.162-163)
[/tab]
[tab name=’Boissonas’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Chirol’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Clarke’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Cousinery’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Frazer’]
- Από κοντά η Οχρίδα μοιάζει με μεσαιωνική πόλη, όπως αυτές που εικονίζονται στα παλιά πιάτα. Είναι πολύ καλά οχυρωμένη, τα σπίτια είναι στριμωγμένα ανάμεσα στα τείχη αλλά τριγύρω υπάρχει ερημιά. Μόνο που στη μια πλευρά το τείχος μοιάζει να έχει γκρεμιστεί και μαζί τμήμα της πόλης. Είναι ένας διαμελισμένος ,ανακατεμένος τόπος, απειλητικός και σκοτεινός τη νύχτα, το πλέον κατάλληλο σημείο όπου μια ρομαντική ιστορία θα μπορούσε να διαδραματιστεί και όπου το σκοτάδι δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα για την πραγματοποίηση δολοφονιών. Η Αχρίδα αποτελεί εστία δολοπλοκιών. Τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά ούτε για τους Έλληνες ούτε για τους Βουλγάρους που διαρκώς συνωμοτούν έκαστος εναντίον του άλλου λέγοντας συνεχώς ψέματα σχετικά με ό,τι συμβαίνει ενώ ο σαστισμένος Τούρκος που κυβερνά δεν μπορεί να ευχαριστήσει καμία από τις δυο πλευρές. Σκαρφαλωμένα πάνω σε βράχια είναι τα απομεινάρια ενός παλιού κάστρου με τείχη στο πάχος δεκαπέντε ποδών αλλά πλέον γκρεμισμένα και ερειπωμένα. Οι Ρωμαίοι σίγουρα πέρασαν από την περιοχή, καθώς υπάρχουν κατάλοιπα της ρωμαϊκής κατάκτησης αλλά οπωσδήποτε το κάστρο άκμασε όταν η Σερβική Αυτοκρατορία κατέβηκε νότια.(Frazer,σ. 230-231)
- Ένα σώμα αθλίων και βρώμικων Τούρκων στρατιωτών είχε στρατοπεδεύσει μέσα στο κάστρο. Οι σκηνές τους ήταν χειρότερες ακόμη και από αυτές του τσιγγάνικου καταυλισμού. Οι ίδιοι έμοιαζαν σα να μην έχουν πλυθεί ποτέ. Τα ρούχα τους ήταν λερωμένα και σκισμένα και από τις μπότες τους είχε μείνει μόνο η σόλα. Μίλησα μαζί τους και είπαν πως ο μισθός τους ήταν ένας μετζεντέ το μήνα ,πως για έξι μήνες παρέμεναν απλήρωτοι και πως στα τέσσερα χρόνια της θητείας τους ο μισθός τους είχε καθυστερήσει για είκοσι μήνες.(Frazer,σ. 231)
- Μια παλιά και γραφική εκκλησία ,αυτή του Αγίου Κλήμεντος βρίσκεται σε μια κοντινή αλλά χαμηλότερη πλαγιά. Είναι ένα χαμηλό κτίσμα κατασκευασμένο εξ΄ ολοκλήρου από λεπτά κόκκινα τούβλα τοποθετημένα κάθετα ενώ ο πύργος είναι χαμηλός και οκταγωνικός. Η αυθεντική εκκλησία του Αγίου Κλήμεντος βρίσκεται πιο πέρα αλλά έχει μετατραπεί από τους Τούρκους σε τζαμί και έτσι οι χριστιανοί αναγκάστηκαν να χτίσουν άλλο ναό. Το εσωτερικό είναι σκοτεινό και υγρό και έχει άρωμα μυστηρίου. Λιγοστό φως μπαίνει από τα αραχνιασμένα και ψηλά παράθυρα. Οι εικόνες και οι ασημένιες διακοσμήσεις είναι παλιές αλλά φανταχτερές και ο ιερέας που ξεναγεί τον επισκέπτη αφήνει να εννοηθεί πως θα μπορούσε να του δώσει κάποιο από τα κειμήλια αν πληρωνόταν αντιστοίχως. Πιθανώς στο ίδιο σημείο να υπήρχε ένας ρωμαϊκός ναός.Πράγματι, δυο από τους κίονες είναι σίγουρα ρωμαϊκοί ενώ έξω από το ναό ανάμεσα σε σκουπίδια παρατηρείται μια μαρμάρινη πλάκα όπου υπάρχει μια ρωμαϊκή επιγραφή. (Frazer,σ. 231-232)
- Η μεγάλη λίμνη της Αχρίδας-με το πιο μακρινό της όριο μόλις να διακρίνεται τις μέρες με καθαρή ατμόσφαιρα- έχει μέρη με όμορφα δάση. Σε μικρά ακρωτήρια υπάρχουν ελληνικά και βουλγαρικά μοναστήρια όπου καθημερινά προσεύχονται στο Θεό και μισούν τους αδελφούς τους χριστιανούς. (Frazer,σ. 232)
- Η Αχρίδα έγινε αρχιεπισκοπή από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, όταν αποφάσισε πως την πόλη αυτή θα την ονόμαζε Ιουστινιανή Πρώτη. (Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 273)
- Τα περάσματα της Πελαγονίας, στα οποία ο Περσέας τοποθετήθηκε από τον πατέρα του Φίλιππο, πιστεύω ότι είναι η ορεινή διάβαση στη σύγχρονη διαδρομή από την Αχρίδα προς τα Μπιτόλια, που τώρα αποτελεί την κύρια αρτηρία στη θέση της παλιάς γραμμής ή γραμμών της Εγνατίας Οδού. Αυτή η αλλαγή ίσως προκλήθηκε από την συγκυρία ότι η Αχρίδα και τα Μπιτόλια αποτελούν τώρα τα κύρια μέρη αντί της Λυχνιδού και της Ηράκλειας και βρίσκονται αντίστοιχα στα βόρεια των δύο αρχαίων τοποθεσιών, καθώς στην αρχαιότητα η Εγνατία είχε εδώ παρεκκλίνει από την ευθεία της πορεία επειδή υπήρχε ανάγκη να διασχίσει περιμετρικά είτε τη βόρεια είτε τη νότια άκρη της λίμνης Λυχνιδού. (Leake, τoμ.ΙΙΙ, σ. 321)
- Η Λυχνιδούς απέχει από την γέφυρα του Σερβιλίου περίπου δεκαεπτά μίλια.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 281)
- Η Λυχνιδούς και η Ηράκλεια οι οποίες βρίσκονται κοντά στην γραμμή μεταξύ Δυρραχίου ή Απολλωνίας και Θεσσαλονίκης, ήταν οι κύριες πόλεις στο κέντρο της Κανδαβίας ή Εγνατίας Οδού-η πλέον σημαντική γραμμή επικοινωνίας από ξηράς μεταξύ Ιταλίας και Ανατολής, μεταξύ Ρώμης, Κωνσταντινούπολης και Ιερουσαλήμ.(Leake, τομ.ΙΙΙ,σ. 311)
- Παρόλο που η Λυχνιδούς, η Ηράκλεια και η Έδεσσα στην Κανδαβία οδό, όπως περιγράφει και ο Πολύβιος, εξακολουθούσαν να είναι τα τρία κύρια σημεία μεταξύ Δυρραχίου και Θεσσαλονίκης (η φύση στην πραγματικότητα είχε τραβήξει την γραμμή στην κοιλάδα του Γενουσού ποταμού, ξεκινώντας από την παραθαλάσσια χώρα της Ιλλυρίας και διεισδύοντας στο όρος Κανδαβία στην ίδια ανατολική κατεύθυνση προς την οποία η κοιλάδα στον ποταμό της Έδεσσας απολήγει στις πεδιάδες της Κάτω Μακεδονίας) φαίνεται να ήταν επιλογή των διαδρομών πάνω από τις βουνοκορφές οι οποίες περίκλειαν τα σύνορα της Ιλλυρίας και της Μακεδονίας και οι οποίες διαχώριζαν την λίμνη της Λυχνιδούς από τις κοιλάδες που βρέχονταν από τον Εριγώνα και τις διακλαδώσεις του.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 312)
- Στην κεντρική οδό , όπως περιγράφει ο Πολύβιος, το τμήμα μεταξύ Λυχνιδούς και Ηράκλειας έβγαζε στον Πυλώνα, που πήρε το όνομά του επειδή ήταν το όριο των δύο επαρχιών.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 313)
- Η Άρνισσα φαίνεται να ήταν στην κοιλάδα του Οστρόβου και πιθανόν να ήταν το ίδιο μέρος με τον Βάρνο του Πολύβιου, καθώς το Β ήταν ένα κοινό μακεδονικό πρόθεμα. Για τον Στράβωνα δεν είναι αναγκαίο να θεωρείται ότι ο Βάρνος βρίσκεται μεταξύ Λυχνιδούς και Ηράκλειας παρόλο που έδωσε αναμφίβολα αυτήν την ερμηνεία.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 316)
- Αφού από την γέφυρα του Σερβίλιου μέχρι την Οχρίδα υπήρχε μία απόσταση δεκαεπτά μιλίων, η πόλη των Δασσαρετών ήταν κοντά στο νότιο άκρο της λίμνης, στην ανατολική ακτή, όπου ο δρόμος έκανε την απόκλιση του από την λίμνη στο βόρειο άκρο της κύριας πορείας του. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.281).
[/tab]
[tab name=’Holland’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Isambert’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Leake’]
[/tab]
[tab name=’Mantegazza’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Pouqueville’]
Το φρούριο της Αχρίδας εκχριστιανίστηκε κατά προσέγγιση τον 4ό αιώνα μετά Χριστόν και η ιεραρχία των επισκόπων του ξεκίνησε με τον Διονύσιο, ο οποίος ήταν παρών στη Σύνοδο των Σάρδεων. Η Αχρίδα ανήκε τον 5ο αιώνα στο Εξαρχάτο της Λυχνιδού, τον 6ο στο Εξαρχάτο της Δακίας και τον 9ο σε αυτό της Βουλγαρίας. Σύμφωνα με τον κατάλογο που παραθέτει ο P. Lequin, οι επίσκοποι της Αχρίδας ανέρχονταν σε πενήντα, από τον Διονύσιο μέχρι τον Ιωσάφεθ, που το έτος 1721 ζούσε ακόμη. Σε θρησκευτικό επίπεδο, η δικαιοδοσία του εκτεινόταν στις μητροπόλεις Καστοριάς, Πελαγονίας ή Βιτώλιας, Περλεπέ, Βοδενών, Γκόριτσας, και Σελασφόρου, της σημερινής Κορυτσάς, Βελιγραδίου, Κανίνας (Βερατίου), Τιβεριοπόλεως ή Στρανίτσας, Γρεβενών, στις επισκοπές Σισανίου (Σιάτιστας), Μογλενών, Πρέσπας, Δίβρων, Κίτσοβου και Χώρας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.50)
Η σύγχρονη Αχρίδα είναι μια πόλη με πέντε χιλιάδες κατοίκους, κτισμένη ανατολικά της λίμνης Λυχνιδού, στους πρόποδες ενός ακρωτηρίου που βρέχεται από τα νερά κι από τις τρεις πλευρές του. Το κάστρο που την προστατεύει είναι κτισμένο πάνω σε μια απόκρημνη πλαγιά των Πιερίων, όπου φτάνει κάποιος ακολουθώντας μιαν απότομη ανηφόρα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.55)
[/tab]
[tab name=’Tozer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Urquhart’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Walker’]
- Πόλη που στα τουρκικά λέγεται Όχρι, και ήταν αρχαία πρωτεύουσα των βασιλέων της Βουλγαρίας. (Walker,σ. 104)
- Περιοχή στη δυτική όχθη της Οχρίδας. Από τη βουνοπλαγιά τρέχει ένας χείμαρρος νερού και αφού χωρίζεται σε 4-5 μεγάλα ρυάκια χύνεται στη λίμνη. Στα δεξιά η Οχρίδα υψώνεται πάνω από τη λίμνη με το κάστρο της, τα ερειπωμένα ανάκτορά της, τον παλιό καθεδρικό ναό της και τα τείχη με τις πολεμίστρες. Στην αντίπερα όχθη διακρίνεται η μακριά γραμμή των Αλβανικών βουνών. (Walker,σ. 109)
- Το σεράι της Οχρίδας, χτισμένο στην άκρη του λόφου, έχει μία μεγαλόπρεπη θέα προς την πόλη. Το σεράι ήταν ένα από τα παλιά παλάτια του Τζελαλεδδίν μπέη. Τώρα ανήκει στον Μουντίρη. (Walker,σ. 116)
- Στην Οχρίδα υπάρχουν δύο ακόμα παλάτια που ανήκαν προηγουμένως στο φοβερό Τζελαλεντίν Μπέη εκτός από το σεράι όπου μένει ο Μουντίρης. Βρίσκονται στις δύο άκρες της κορυφής του λόφου, στη μέσα μεριά των τειχών. Τα κτίρια αυτά είναι τώρα ερειπωμένα και δεν αξίζουν για τίποτε άλλο εκτός από τη θαυμάσια θέα τους. (Walker,σ. 118)
[/tab]
[tab name=’Σχινάς’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[end_tabset]