[tab name=’Abbot’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Berard’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Boissonas’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Chirol’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Clarke’]
Περιοχή στην οποία υπάρχουν μεταλλεία χρυσού και ασημιού και ονομαζόταν από τους αρχαίους «Χρυσίτες». Ο Belon ήταν εκείνος που δημοσίευσε μελέτες σχετικά με αυτά τα ορυχεία, που ήταν κάποτε οι σημαντικότερες πηγές της Μακεδονικής δύναμης. Απέχουν δύο μέρες ταξίδι από τη Θεσσαλονίκη. Η τουρκική κυβέρνηση έκανε καθαρό κέρδος από τα μεταλλεία 30.000 χρυσών δουκάτων ετησίως. (Clarke,σσ. 411-412)
Ο Leunclavius αναφέρει ότι το αρχικό όνομα των Σιδηροκαυσίων, στην κατάκτηση της Μακεδονίας από τους Μακεδόνες, ήταν «Σίδρους», αποκαλείται δε «Σύρους» από τους Τούρκους. (Clarke,σ. 413)
[/tab]
[tab name=’Cousinery’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Frazer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Holland’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Isambert’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Leake’]
Κατά το ανέβασμα συναντήσαμε, σε αρκετά σημεία, μεγάλους σωρούς με καμμένο ορυκτό από τα ορυχεία ασημιού, τα οποία έχουν δώσει στη γύρω περιοχή το όνομα Σιδηροκαύσια. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 159)
O Belon, ο οποίος είχε επισκεφθεί τα ορυχεία των Σιδηροκαυσίων κατά τα μέσα του 16ου αιώνα βεβαιώνει ότι βρήκε περίπου 500-600 φούρνους, σε διαφορετικά σημεία του βουνού, όπου εξαγόταν εκτός από ασήμι και χρυσός από πυρίτες, ότι εργάζονταν περίπου 6.000 εργάτες εκεί και ότι τα ορυχεία απέφεραν στην Πύλη, ορισμένες φορές, ένα μηνιαίο εισόδημα 30.000 χρυσών δουκάτων. Το όνομα Σιδηροκαύσια αν και αναφέρεται στο λιώσιμο σιδήρου είναι κοινό σε μέρη όπου δεν υπάρχουν υπολείμματα μεταλλουργίας. Δεν είναι πιθανό να υπήρχε οποιαδήποτε επεξεργασία σιδήρου σε αυτό το μέρος. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 161)
Η λίμνη Μπεσίκια – ο Ηρόδοτος περιγράφει τη λίμνη της Πρασιάς να περιβάλλεται από ορισμένα ορυχεία, τα οποία αργότερα παρήγαγαν για τον Αλέξανδρο Α’ ένα τάλαντο την ημέρα- χωρίζονταν από την Μακεδονία μόνο από το βουνό Δύσωρον. Ο D’ Anville, ο οποίος πρέπει να γνώριζε από τα ταξίδια του Μπελόν για την ύπαρξη των μεταλλείων των Σιδηροκαυσίων, πιθανόν να υπέθεσε ότι αυτά ήταν τα εν λόγω ορυχεία και επομένως ότι η γειτονική λίμνη ήταν η Βόλβη. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 211)
Τα νομίσματα των Χαλκιδέων της Θράκης ίσως αποτελούσαν παραγωγή των μεταλλείων των Σιδηροκαυσίων. Η κατοχή των μεταλλείων μπορεί να συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην ευημερία της αποικίας. Από την ίδια πηγή ίσως να προέρχεται και το ασήμι που χρησιμοποίησαν οι Ακάνθιοι για τα εξαιρετικά νομίσματα τους. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 457)
[/tab]
[tab name=’Mantegazza’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Pouqueville’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Tozer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Urquhart’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Walker’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Σχινάς’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[end_tabset]
Λίγες πόλεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία παρουσιάζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την Θεσσαλονίκη- ενδιαφέρουσα τόσο για τους μαθητές όσο και για τους στρατηγούς, για τους πολυάσχολους εμπόρους αλλά και τους τουρίστες. Το εξαιρετικό της λιμάνι την καθιστούσε πάντοτε ως ένα εμπορικό κέντρο σπουδαίας σημασίας και δραστηριότητας στον Λεβάντη, ενώ η γεωγραφική της θέση έχει πολύ συχνά οδηγήσει σε συζητήσεις ως προς το αν δεν θα μπορούσε να γίνει ένας τόπος προσέλκυσης μεταξύ Αγγλίας και Ινδίας. Αυτά τα φυσικά της πλεονεκτήματα έχουν εκθέσει την Θεσσαλονίκη στην αρπακτικότητα όλων των φυλών οι οποίες κατά καιρούς φιλοδοξούν να την κατακτήσουν. Ιδρύθηκε από κάποιον άμεσο διάδοχο του Αλεξάνδρου, και στη συνέχεια πέρασε στη δικαιοδοσία των Ρωμαίων και των Βυζαντινών: υπέστη μερικές επιτυχημένες πολιορκίες από τους Σλάβους, κατακτήθηκε από τους Φράγκους, ανακαταλήφθηκε από τους Έλληνες και τελικά υπέκυψε στους Τούρκους. (Abbott, σ.12-21)
Η ιστορία της πόλης και των περιπετειών της διαφαίνεται ακόμη και από τα μνημεία που κληροδοτήθηκαν σε αυτή από κάθε διαδοχική εποχή. Κάθε κατακτητής στο πέρασμά του άφησε πίσω του χαραγμένη την υπογραφή του σε μάρμαρο ή πέτρα. (Abbott, σ.12-21)
Ένα τεράστιο κυκλικό κτίριο, τώρα τζαμί του Μωχάμετ, χρονολογείται από τα προ-Χριστιανικά χρόνια. Αρχικά ανεγέρθηκε για την λατρεία παγανιστικών θεοτήτων, ενώ στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε ως εκκλησία, αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο, και μετά την κατάκτηση από τους Οθωμανούς, μετατράπηκε σε τόπος προσκυνήματος του Αλλάχ. Μέχρι πριν από λίγο καιρό μια πλούσια-λαξευτή πέτρα στο εσωτερικό του ναού επισήμανε στον ταξιδιώτη “Άμβωνας του Αγίου Παύλου”, και η λαϊκή παράδοση υποστήριξε ότι ήταν από αυτή την πέτρα που ο Απόστολος των Εθνών κήρυξε το ευαγγέλιο στους Θεσσαλονικείς. Ο “άμβωνας” κοσμεί από τότε τα δωμάτια του Δυτικού μουσείου. (Abbott, σ.12-21)
Μια θριαμβευτική, αν και δυστυχώς ακρωτηριασμένη και λερωμένη αψίδα, στον ανατολικό άκρο του κύριου δρόμου, αποτελεί λείψανο του Ρωμαϊκου πολιτισμού, μολονότι οι αρχαιολόγοι δεν μπορούν να συμφωνήσουν ως προς τον αυτοκράτορα προς την τιμή του οποίου κατασκευάστηκε. Μια λωρίδα του κύριου αυτού δρόμου οδηγεί σε ένα ανοιχτό χώρο, τώρα περικλείεται από τις ασήμαντες κατοικίες των φτωχών, αλλά κάποτε από το λαμπρό θέατρο των αρματοδρομιών. Αυτό το μέρος, εξακολουθεί να ονομάζεται Ιπποδρόμιο, γνώρισε επίσης μια από αυτές τις πράξεις βαρβαρότητας που φάνηκε να προαναγγέλλουν τη μελλοντική τύχη αυτών των εδαφών. Ήταν εδώ όπου πολλές χιλιάδες Θεσσαλονικείς, σε ένα απροσδόκητα εορταστικό κλίμα, σφαγιάστηκαν ανηλεώς από τους λεγεωνάριους του αυτοκράτορα Θεοδοσίου, το ευλογημένο έτος 390. Ίχνη από την Φραγκική κατοχή μπορούν να βρεθούν στα τείχη και τις οχυρώσεις που ακόμη στέφουν την πόλη από τις τρεις πλευρές. (Abbott, σ.12-21)
Όσον αφορά τους Τούρκους, δεν έχουν ακόμη κάποιο μνημείο. Οι Τούρκοι αν και έχουν δανειστεί πολλά και καταστρέψει περισσότερα, δεν έχουν κατασκευάσει τίποτα- ούτε καν φυλακή. Σχεδόν όλα τα τζαμιά, όπου υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός, ήταν κάποτε χριστιανικές εκκλησίες και ακόμα και σήμερα φέρουν τα ονόματα των παλαιών πολιούχων τους. Το “Επταπύργιο” και ο “Λευκός ή Ματωμένος Πύργος” , οι δύο κύριες φυλακές της επαρχίας, ήταν επίσης Βυζαντινά φρούρια. Οικοδομήματα κατασκευασμένα με πρωτοβουλία των Τούρκων είναι μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού: το Κονάκι, ή διοικητήριο, ένας στρατώνας, ένα στρατιωτικό νοσοκομείο, και ένα σιντριβάνι συνθέτουν τη λίστα της Οθωμανικής συνεισφοράς στην αρχιτεκτονική της πόλης. Όλα αυτά τα κτίρια είναι αρκετά μοντέρνα και δεν έχουν κανένα τουρκικό χαρακτηριστικό και δείχνουν την παραμέληση και την πρόωρη φθορά.(Abbott, σ.12-21)
Για τις Βυζαντινές εκκλησίες της Θεσσαλονίκης, οι οποίες έχουν ιδιοποιηθεί από τους Τούρκους, υπάρχουν λεπτομερείς περιγραφές στα έργα πολλών “σοφών”, Άγγλων και ξένων, που σε διαφορετικές στιγμές επισκέφτηκαν την πόλη. Το τζαμί του Αγίου Δημητρίου, του παλιού πολιούχου της Θεσσαλονίκης είναι κυρίως ενδιαφέρον στους αμαθής καθώς παρουσιάζει ένα περίεργο παράδειγμα συμβιβασμού ανάμεσα στον Σταυρό και το μισοφέγγαρο. Ένας σκοτεινός διάδρομος οδηγεί από το σώμα του ναού σε ένα μπουντρούμι με υγρασία όπου βρίσκεται θαμμένος ο Άγιος. Μια μικρή λάμπα λαδιού που κρεμιέται από το θόλο, ρίχνει ένα μελαγχολικό φως που τρεμοπαίζει πάνω από τον τάφο ο οποίος είναι καλυμμένος με παχύ στρώμα από σταλάγματα των αμέτρητων κεριών που έχουν κολλήσει πάνω του από ευσεβή χέρια στο πέρασμα των αιώνων. Η ίδια λάμπα φωτίζει μία μικρή εικόνα του αγίου η οποία αναπαύεται ενάντια σε ένα άδειο μπουκάλι κρασιού. Ο ιμάμης που οδηγεί τον ξένο σε αυτό το πένθιμο ιερό εξηγεί ότι η λάμπα πάντοτε καίει, και πως, αν κατά τύχη επιτραπεί να σβήσει, η ύπαρξή του ακολουθείται από τρομερές συνέπειες προς τον ίδιο. Ο ευλογημένος άγιος λέει ο ιμάμης με ένα ύφος ακίνητης επίδειξης το οποίο δείχνει πόσο συχνά πρέπει να έχει πει την ιστορία, είναι δυνατό να δυσανασχετήσει με τόσο μεγάλη αδιαφορία. Ω πόσες φορές έχει δείξει την οργή του στους προκατόχους μου και σε εμένα τον ίδιο στον ύπνο μας. Οι χριστιανοί της κατώτερης τάξης σταθερά πιστεύουν στην ειλικρίνεια του ιμάμη, γιατί δεν κολακεύει ο μύθος τη θρησκευτική τους εκτίμηση. Δεν αποδεικνύει την δύναμη του αγαπημένου τους πολιούχου. Πάνω από όλα ο παλιός Άγιος Δημήτριος δεν τιμωρεί μέχρι ενός ορίου τα λάθη των Χριστιανών στο σώμα του Ισλάμ. Ο ευγνώμων Ιμάμης τους αφήνει να πάρουν από το ιερό μια χούφτα χώμα, το οποίο υποτίθεται ότι είναι προικισμένο με θαυματουργές ικανότητες για την θεραπεία ασθενειών. (Abbott, σ.12-21)
Μία έξοχη θέα της πόλης και του λιμανιού μπορεί να πάρει κάποιος από την κορυφή του λόφου στον οποίο βρίσκεται η ακρόπολη, περιοχή που τώρα έχει καταληφθεί από τσιγγάνους. Μια ελληνική εκκλησία γνωστή ως Τσαούς Μοναστίρ, ή Το Μοναστήρι του Καπετάνιου, καταλαμβάνει μια εξέχουσα θέση στον λόφο. Μέσω του περιβόλου αυτής της εκκλησίας περνάνε τα κανάλια που προμηθεύουν την πόλη με νερό από το Όρος Χορτιάτης. Στην ίδια αυλή βρίσκεται και ο τάφος όπου αναπαύεται ο Τσαούς, από τον οποίο πήρε το όνομά του το μοναστήρι. Η ιστορία λέει ότι, όταν οι Τούρκοι πολιόρκησαν την Θεσσαλονίκη βίωσαν μεγάλη δυσκολία στο να πλησιάσουν τη πόλη και πως τελικά κατάφεραν να το πετύχουν λόγω της προδοσίας των τροφίμων του μοναστηριού, οι οποίοι βοήθησαν τον εχθρό να κόψει την τροφοδοσία του νερού. Δεν ξέρω αν υπάρχει βάση για αυτή την παλιά παράδοση. Ίσως πρόκειται μόνο για ένα παράδειγμα άρρωστου αισθήματος που τρέφουν οι άνθρωποι ενάντια στους μοναχούς και τα μοναστικά ιδρύματα γενικότερα. Μια φορά κατά τη διάρκεια μίας συζήτησης σχετικά με τους μοναχούς του Όρους Άθως, ένας χωρικός με εξέπληξε περιγράφοντάς τους σε μια φράση, νευρώδης περισσότερο παρά ευγενική, ως άνδρες, περισσότερο ταιριαστοί για το σκοινί και το παλούκι– μια έντονη καταγγελία της αγιότητας. Στην ίδια αυλή στέκεται η επιτύμβια στήλη στην οποία αναπαύεται ο Τσαούς (Tchaoush), από τον οποίο παίρνει το όνομά του το μοναστήρι. Ποιος ήταν αυτός ο ήρωας, ή τι έκανε για να κερδίσει την κακιά του φήμη, είναι ερωτήσεις στις οποίες, ο Έλληνας παπάς με τη μακριά γενειάδα, τώρα ο μοναδικός ένοικος του μοναστηριού, δεν θα μπορούσε να δώσει καμία απάντηση. Ούτε ήμουν εγώ αρκετά περίεργος να μάθω. Αφήνοντας τον οικοδεσπότη μου να πάει στον εσπερινό του, εγώ περπάτησα προς το στενό πέτρινο περβάζι έξω από την πύλη και κοίταξα γύρω με αδράνεια. Η πόλη απλώνεται κάτω από τα πόδια μου. Κόκκινες και καφέ σκεπές, μπρούντζινοι τρούλοι, κάτασπροι μιναρέδες απλώνονται σε μια ευχάριστη σύγχυση πάνω στην πλαγιά.(Abbott, σ.12-21)
Το λιμάνι λάμπει πέρα σαν ένας τεράστιος καθρέφτης που αντανακλά τις ακτίνες του απογευματινού ήλιου. Το Καραμπουρνού, ένα μεγάλο βραχώδες ακρωτήρι, με πλευρές σημαδεμένες και χτυπημένες από τα ρεύματα αμνημόνευτων χειμώνων, βρίσκεται στα αριστερά, ενώ το Όρος Όλυμπος στα δεξιά. Υπάρχουν αρκετές αρτηρίες που οδηγούν από την προβλήτα στην καρδιά της πόλης. Η πιο ενδιαφέρουσα από όλες είναι εκείνη που περνά μέσα από το παζάρι, διασχίζει τον κύριο δρόμο σε ορθή γωνία και συνεχίζει με μια ελαφρά ανύψωση μέχρι το Κονάκι. Το πρώτο κομμάτι αυτού του δρόμου στεγάζει του Εβραίους εμπόρους. Καθώς προσχωρούσα κατά μήκος των επιδεικτικά στολισμένων μαγαζιών τους, δεχόμουν δελεαστικές προσκλήσεις να σταματήσω και να δω την πραμάτεια τους. Αλλά γενναία αντιστάθηκα στον πειρασμό, και τελικά βυθίστηκα στο ηλιοβασίλεμα του κύριου δρόμου.(Abbott, σ.12-21)
Στην Θεσσαλονίκη υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός Ισραηλιτών. Σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές ο αριθμός τους εκτιμάται σε εβδομήντα χιλιάδες. Αλλά οι επίσημες στατιστικές στην Τουρκία, εξαιρετικές ως έργα της φαντασίας, δεν κάνουν καμία προσπάθεια για ρεαλιστική απόδοση της πραγματικότητας. Κάποτε ένας κυβερνητικός υπάλληλος αφελώς μου εξήγησε ότι από αυτή την απογραφή, η οποία πραγματοποιείται με σκοπό την συλλογή των φόρων, όπως είναι λογικό δεν μπορεί να αναμένεται από τους ανθρώπους να νοιάζονται ιδιαίτερα να δώσουν τα ονόματά τους! Και συνέχισε λέγοντας ότι είναι η συνήθεια των ανθρώπων, όταν ο απογραφέας τριγυρνάει, να ενημερώνουν για την άφιξή του ο ένας τον άλλο κάνοντας σινιάλα, χρησιμοποιώντας σκουπόξυλα, σεντόνια έτσι ώστε οι ραγιάδες έχουν αρκετό χρόνο στη διάθεσή τους για να διώξουν τα παιδιά τους, ειδικά τα αγόρια, έξω από το σπίτι. (Abbott, σ.12-21)
Πρόσθεσε, επίσης, ότι όσον αφορά τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης ο αριθμός ενενήντα χιλιάδες πρέπει να είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα, ενώ με ένα ειρωνικό χαμόγελο με ρώτησε για ποιο λόγο εμμένω τόσο πολύ στους αριθμούς, αν είναι λίγοι περισσότεροι ή λιγότεροι, αφού σε μερικά χρόνια θα είμαστε όλοι ένα και ότι ο Αλλάχ είναι μοναδικός αθάνατος. Γνωρίζουμε από την Καινή Διαθήκη ότι μια σημαντική Εβραϊκή αποικία υπήρχε στην Θεσσαλονίκη στο ξεκίνημα της Χριστιανικής εποχής. Ο Μπέντζαμιν από την Τουντέλα, ο παλιός περιηγητής του 12ου αιώνα, αναφέρει, επίσης, εκεί την ύπαρξη Εβραϊκής κοινότητας. Στην πλειονότητα τους είναι απόγονοι των Εβραίων που είχαν απελαθεί από την Ισπανία από τον Φερδινάνδο και την Ισαβέλλα, και εξακολουθούν να μιλούν μια ισπανική διάλεκτο, αρκετά κατεστραμμένη από προσθήκες τουρκικών και άλλων ξένων στοιχείων. Αυτοί οι Εβραίοι ανήκουν στην Σεφαρδίτικη σέχτα. Το ρεύμα των μεταναστών τη σύγχρονη εποχή ήταν περαιτέρω διογκωμένο από την εισροή προσφύγων, από τους Ασκενάζι[Εβραίους], από τη Ρωσία, τη Ρουμανία, και από αλλού, για την Τουρκία η οποία είναι ένα ανοιχτό καταφύγιο για τους πρόσφυγες κάθε χρώματος που διώκονται. Εφόσον αυτοί ανέχονται και δέχονται να ισχύει και γι’ αυτούς η τακτική της φοροείσπραξης, τότε έχουν την άδεια να ζήσουν εκεί. Πόσο καλά αυτό το καθεστώς συμφωνεί με το Εβραϊκό σύνταγμα αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης έχουν αναπτυχθεί, και συνεχίζουν να αναπτύσσονται, σε αριθμό και πλούτη, παρά την απογοήτευση των προαιώνιων αντιπάλων τους, των Ελλήνων. Αν θεωρήσουμε τους Εβραίους ως τους διαμεσολαβητές του εμπορίου της Θεσσαλονίκης, τότε οι Έλληνες αποτελούν τους κύριους εκπροσώπους της πνευματικής κουλτούρας της. Σε πλήθος και σε πλούτο αυτοί ήταν ανυπολόγιστα κατώτεροι από τους Εβραίους, αλλά οποιαδήποτε υστέρησή τους αντισταθμίζονταν από τις λογοτεχνικές τους προτιμήσεις και από την επιθυμία τους για πρόοδο.(Abbott, σ.12-21)
Διατηρούσαν μερικά εξαιρετικά ιδρύματα για την εκπαίδευση των νέων, η ετήσια συμμετοχή έφτανε του 2000 μαθητές και των δύο φύλων, εκτός από έναν αριθμό αγοριών και των κοριτσιών που συχνά φοιτούσαν σε Γαλλικά και Ιταλικά σχολεία για την εκμάθηση ξένων γλωσσών. Υπάρχουν ακόμα πολλά φιλανθρωπικά ιδρύματα, τα οποία, όπως και τα σχολεία οφείλουν την ύπαρξή τους στην γενναιοδωρία των γηγενών Ελλήνων, οι οποίοι έκαναν τις περιουσίες τους στο εξωτερικό, και, πεθαίνοντας τα κληροδότησαν στην γενέτειρά τους. (Abbott, σ.12-21)
Εκτός από τους Εβραίους και τους Έλληνες, στη Θεσσαλονίκη υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός Τούρκων, και ένας μικρός αριθμός Σέρβων, Ρουμάνων, Βουλγάρων όπως και μια αποικία Φράγκων, στην οποία η πανταχού παρόντες Τεύτονες έχουν πρόσφατα κάνει την παρουσία τους ιδιαίτερα αισθητή. Εκτός από τους Έλληνες και οι Βούλγαροι έχουν κάποια σχολεία, αλλά, παρόλο που εκτός από τη διδασκαλία, προσφέρουν και τα ισχυρά θέλγητρα της δωρεάν σίτισης και στέγαση, δεν μπορούν να επαίρονται για επιτυχία στο τομέα αυτό. Τα ιδρύματά τους, καλά διαφημισμένα καθώς είναι, επιζητούν το κύρος της αρχαιότητας και τα υψηλά πρότυπα απόδοσης τα οποία οι Έλληνες ανταγωνιστές τους έχουν επιτύχει, τα κίνητρά τους, όμως, φαίνεται να είναι περισσότερο πολιτικά παρά εκπαιδευτικά. Οι Ρουμάνοι και οι Σέρβοι, επίσης, προσπαθούν να προωθήσουν τα πολιτικά τους συμφέροντα μέσω της εκπαίδευσης, αλλά τα αποτελέσματα μέχρι σήμερα είναι λιγότερο ενθαρρυντικά ακόμη και από αυτά που έχουν αποκτήσει η Βούλγαροι. Συνολικά, θα μπορούσε ίσως να ειπωθεί ότι η Θεσσαλονίκη εξακολουθεί να είναι αυτό που ήταν για περισσότερο από είκοσι αιώνες- κέντρο Ελληνικής επίδρασης και πολιτισμού.(Abbott, σ.12-21)
[/tab]
[tab name=’Berard’]
Οι Τούρκοι που συναντούμε σήμερα στα δυτικά του Βαρδάρη, έχουν έρθει οι περισσότεροι από την Ανατολή. Οι πρώτοι ήρθαν από τη θάλασσα. Στα 1331, εβδομήντα πλοία του μπέη του Καράσι αποβίβασαν στην ακτή της Θεσσαλονίκης συμμορίες, που λεηλατούν τη Βέροια. Στα 1343 και 1352 καινούριες εφορμήσεις. Ακολουθεί η μεγάλη κατάκτηση με τις εισβολές του Μουράτ και του Βαγιαζήτ. Ύστερα από είκοσι χρόνια ολόκληρη η Μακεδονία ήταν υποταγμένη (1370).(Berard, σ. 198)
[/tab]
[tab name=’Boissonas’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Chirol’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Clarke’]
Τα σπίτια γενικά είναι κτισμένα με άψητες πλίνθους και στην πλειοψηφία τους είναι λίγο καλύτερα από τις καλύβες. Η ακρόπολη βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο μιας ημικυκλικής ακτίνας που ξεκινά από την ακτή. Στην ακρόπολη βρίσκεται ένας πύργος με μια συστοιχία κανονιών. Τα άκρα της βλέπουν προς την θάλασσα και δεν υπάρχει τάφρος έξω από τα τείχη της. (Clarke, σ. 350)
Ο Κάσσανδρος άλλαξε το όνομα της πόλης από Θερμά σε Θεσσαλονίκη, προς τιμήν της γυναίκας του, κόρης του Φιλίππου Αμύντα και αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Για του λόγου το αληθές, έχουμε την μαρτυρία του Στράβωνα. Ωστόσο, σύμφωνα με άλλη άποψη, η ονομασία της πόλης προέρχεται από μια νίκη του Φιλίππου Β΄, λίγοι όμως θα υιοθετήσουν αυτήν την ερμηνεία. (Clarke, σ. 350)
Ως αποτέλεσμα της μοιραίας μάχης της Πύδνας, η Μακεδονία χωρίστηκε σε τέσσερις περιφέρειες και η Θεσσαλονίκη έγινε η πρωτεύουσα της δεύτερης κατά σειρά. Η πόλη ήταν και η κατοικία του Κικέρωνα κατά τη διάρκεια της εξορίας του. Η πόλη λάτρευε πολλούς αυτοκράτορες αποδίδοντας τους θεϊκές τιμές αλλά η κύρια θεότητά της ήταν ο Δίας, πατέρας του Ηρακλέους. Στην ακμή της, η πόλη διέθετε ένα αμφιθέατρο για τους μονομάχους και έναν ιππόδρομο για τη διεξαγωγή των αγώνων. Οι αυτοκράτορες Βαλεριανός και Γαλλιηνός αναβάθμισαν την πόλη στο επίπεδο της «αποικιακής πόλης». Σύμφωνα με τον Μπωζούρ, στην ακρόπολη μπορεί ακόμα να βρίσκονται μερικοί κίονες από Verde antico ή Ατράκιο μάρμαρο, που προέρχεται από τα λατομεία στην άλλη πλευρά του Θερμαϊκού κόλπου. Μάλιστα, υποστηρίζεται πως οι κίονες αυτοί είναι τα απομεινάρια του ναού του Ηρακλή. Επίσης, υπάρχει και ένα θριαμβικό τόξο που ανεγέρθηκε από τον Μάρκο Αυρήλιο. Φέρει δε και μια επιγραφή προς τιμήν του Αντωνίνου και της Φαυστίνας : «ΦΑΥΣΤΕΙΝΗΣΕΒΑΣΤΗΚΑΙΛΟΥΚΙΩΚΟΜΟΔΩΗΠΟΛΙΣ»,χαμηλότερα εμφανίζονταν με μικρότερα γράμματα η εξής επιγραφή: «ΤΙΤΩΑΝΤΩΝΕΙΝΩΣΕΒΑΣΤΩΕΥΣΕΒΕΙ». (Clarke, σ. 351)
Οι ισπανόφωνοι Εβραίοι που κατοικούν εδώ ονομάζουν το κτίριο Incantadas, «χαραγμένες φιγούρες». Η περιοχή σημαδεύτηκε από τον λοιμό, εξαιτίας του οποίου, το τετράγωνο αυτό έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί. Ως εκ τούτου είχαμε την άνεση να περιηγηθούμε στο κτίριο ανενόχλητοι και με ασφάλεια. Βρήκαμε μια υπέροχη κιονοστοιχία κορινθιακού ρυθμού, η οποία σχηματιζόταν από πέντε κίονες, που στήριζαν έναν θρίγκο. Η κιονοστοιχία είχε τέσσερα κενά μεταξύ των κιόνων, που χρησιμοποιούνταν ως είσοδος στον ιππόδρομο ή στην Αγορά. Η τεχνοτροπία όλου του κτιρίου υποδηλώνει μια παρακμή των Τεχνών. Ωστόσο, υπάρχουν τμήματα της γλυπτικής, τα οποία είναι πολύ κομψά, όπως παρουσιάζονται και στην πολύτιμη έκδοση του Stuart. Όλο το τμήμα της Ζωφόρου είναι κατασκευασμένο από πεντελικό μάρμαρο, το οποίο πιθανότατα αγοράστηκε από την Αθήνα. Οι κίονες είναι κατασκευασμένοι από μάρμαρο τύπου Cipolino. Αυτά τα διπλά υψηλά ανάγλυφα κατασκευαστήκαν για να υποστηρίζουν την ανωδομή των αττικού τύπου Καρυάτιδων. Ο Μπωζούρ πιστεύει ότι το κτίριο αυτό κατασκευάστηκε στην εποχή του Νέρωνα. Επίσης, θεωρεί πως τα υψηλά ανάγλυφα είναι τα κομψότερα δείγματα της ελληνικής γλυπτικής, που διασώθηκαν από την φθορά και τους βαρβάρους. Μάλιστα, τόσο οι Άγγλοι όσο και οι Γάλλοι έχουν πολλές φορές προσπαθήσει να τα μεταφέρουν αλλά όλες τους οι αιτήσεις έχουν απορριφθεί από τον πασά της πόλης. (Clarke, σσ. 352 – 355)
Στο νεκροταφείο έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης, παρατηρούμε τους άξονες των αρχαίων κιόνων. Στη συνέχεια συναντούμε ένα ανάχωμα, στο οποίο πιθανότατα υπάρχουν ίχνη ενός οχυρού. Στο εσωτερικό του υπάρχουν τα υπολείμματα των τειχών και ενός συντριβανιού, στο οποίο το νερό χυνόταν από το βλέφαρο μιας αρχαίας σωρού. (Clarke, σ. 376)
[/tab]
[tab name=’Cousinery’]
Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται μέσα στον κατάλογο των ρωμαϊκών αποικιών. Εν τούτοις άργησε να λάβει τον τίτλο της αποικίας. Αυτό έγινε επί αυτοκράτορος Τραϊανού-Δεκίου.(Cousinery, τομ.Ι, σ.16)
Η Θεσσαλονίκη ονομαζόταν «Θέρμαι», τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής της, λόγω των ιαματικών πηγών που βρίσκονται στα ανατολικά και νότια της πόλης. Από εκεί προέρχεται και το όνομα του Θερμαϊκού κόλπου.(Cousinery, τομ.Ι, σ.23)
Θεσσαλονίκη, Cousinery M.E.M., Voyage dans la Macedoine, Παρίσι 1831.
Αρχαία κατάλοιπα, Cousinery M. E. M., Voyage dans la Macedoine, Παρίσι 1831.
[/tab]
[tab name=’Frazer’]
Στη Θεσσαλονίκη υπάρχουν τρεις «Κυριακές» μέσα σε μια εβδομάδα. Η Παρασκευή για τους μουσουλμάνους, το Σάββατο για τους Εβραίους και η Κυριακή για τους χριστιανούς.Ή μάλλον δεν υπάρχει τελικά καμιά Κυριακή ,καθώς δεν υπάρχει καμία μέρα που να σταματά συνολικά η επιχειρηματική δραστηριότητα. Οι περισσότερες δουλειές κλείνονται στα καφενεία.Αν χρειάζεσαι κάποιον για μια δουλειά ,τότε καλύτερα να τον συναντήσεις στο καφενείο που συχνάζει και όχι στο χώρο εργασίας του. Μερικά καφενεία σφύζουν από κόσμο το πρωί ,μερικά το απόγευμα και όλα το βράδυ. Οι Θεσσαλονικείς αγαπούν τη σκιά. Στη μία η ώρα το καφενείο είναι γεμάτο. Ο ήλιος γλιστρά στο πεζοδρόμιο πάνω από τα μικρά τραπέζια. Βαθμιαία, όλοι οι πελάτες μετακινούνται στα τραπέζια στην απέναντι πλευρά του δρόμου και ερημώνει εκείνη η πλευρά που την ψήνει ο ήλιος. Το να δειπνούν στο σπίτι δεν είναι συνηθισμένο. Στους Έλληνες αρέσει να κάθονται κάτω από τα δέντρα και να γευματίζουν με φαγητά από το διπλανό εστιατόριο. Είναι γοητευτικοί, χαρούμενοι και ευγενικοί. Θα μπορούσε να τους συμπαθήσει κανείς αν δεν τους είχε δει να τρώνε. Οι τρόποι τους στο τραπέζι είναι άσχημοι. Κάνουν θορύβους όταν τρώνε τη σούπα τους. Ανακατεύουν το φαγητό τους. Τρώνε με τα χέρια χωρίς να χρησιμοποιούν πιρούνι και τρυπούν τα λαχανικά με το μαχαίρι. (Frazer,σ. 189-190)
Οι Τούρκοι-αν και μειονότητα στη Θεσσαλονίκη- ήταν η κυρίαρχη τάξη. (Frazer,σ. 190)
Η προκυμαία της Θεσσαλονίκης εκτείνεται σε μάκρος και είναι άψογη.Προφανώς,έχει κατασκευαστεί από ξένους.Αποφασίστηκε πριν λίγο καιρό να επεκταθεί το μέτωπο της προκυμαίας.Το μόνο που έγινε ήταν να στείλουν κάποιον στα περίχωρα της πόλης να φορτώσει μια καρότσα με μπάζα, να τη φέρει ως την προκυμαία και να την αναποδογυρίσει μέσα στη θάλασσα.Σύμφωνα με υπολογισμούς,αν οι εργασίες συνεχίζονταν με αυτό το ρυθμό τότε θα χρειάζονταν 400 χρόνια ,ώστε να τελειώσουν.Όταν πρόκειται να επισκευαστεί ένας δρόμος,πραγματοποιείται μέρος της δουλειάς,μετά όλοι κουράζονται και για δυο περίπου χρόνια δεν σημειώνεται καμία πρόοδος.Ο Τούρκος θα διαφωνήσει αν του πει κανείς ότι είναι άσχημο το γεγονός να τραβά σε μάκρος η επισκευή ενός δρόμου.Η επισκευή ενός δρόμου απασχολεί λίγους άνδρες.Όταν ,όμως, ένας δρόμος καταστραφεί τελείως, τότε θα χρειαστούν πολλοί εργάτες.Επιπλέον ,οι ανώτεροι αξιωματούχοι προτιμούν να φτάσει ο δρόμος σε μια κατάσταση που πλέον δεν μπορεί να διορθωθεί,διότι τότε θα χρειαστούν μεγαλύτερα ποσά και έτσι οι υπεύθυνοι θα πάρουν το «δώρο» τους. (Frazer,σ. 190-191)
Η Θεσσαλονίκη αν και σημαντικό λιμάνι-που το εποφθαλμιούσαν και οι Αυστριακοί και οι Γερμανοί- είχε αφήσει την εμπορική δραστηριότητα της σχεδόν στην τύχη.Η ελληνική σημαία κυμάτιζε πολύ συχνά στα ατμόπλοια που έμπαιναν στο λιμάνι.Τα βρετανικά πλοία έφταναν τα τριάντα το χρόνο.Το βαμβάκι ,ο καπνός και το όπιο είναι πιο προσοδοφόρα από τα σιτηρά.Φέσια και τσιγαρόχαρτα-κατώτερης, ωστόσο, ποιότητας -αξίας 20.000 λιρών έρχονταν από την Αυστρία. (Frazer,σ. 191)
Ένα από τα σημαντικά προβλήματα της Μακεδονίας είναι ότι η στρατιωτική αστυνομία, η χωροφυλακή είναι αδαής, αναλφάβητη και τόσο κακοπληρωμένη ,ώστε οι χωροφύλακες να πρέπει να ζουν από τους εκβιασμούς. Επίσης, δεν πρόκειται ποτέ να βρουν ποιος διέπραξε ένα έγκλημα εάν δεν τους «συμφέρει» να ασχοληθούν με αυτό. Προκειμένου να διορθωθεί αυτή η κατάσταση ιδρύθηκε –υπό ξένη πίεση –μια Σχολή Χωροφυλακής στη Θεσσαλονίκη. Διοικητής της σχολής είναι ο ταγματάρχης Bonham,ένας πολύ ικανός αξιωματικός ο οποίος κατόρθωσε να πείσει τους Τούρκους να κάνουν όσα δε θα έκαναν ποτέ ακόμα κι αν τους διέτασσε κάποιος. Οι επίστρατοι χαρακτηρίζονταν με εύθυμο τρόπο ως τα «Μωρά του Bonham».Ο ταγματάρχης ήταν ένας υπέροχος «πατέρας» γι’αυτούς τους αγροίκους χωρικούς που έμοιαζαν με πρόβατα και τους έφεραν από τα βουνά, ώστε να υποστούν κάποια εκπαίδευση και τον περιέβαλλαν με συμπάθεια. Το γεγονός αυτό είχε και την αστεία του πλευρά. Ωστόσο,ο ταγματάρχης Bonham δεν ήταν πάντοτε τυχερός. Σπάνια είχε υπό τις διαταγές του άνδρα για περισσότερο από τέσσερις μήνες. Είναι άξιο απορίας πώς μέσα σε τέσσερις μήνες αυτοί οι άξεστοι νεαροί θα μπορέσουν να ορθώσουν το σώμα τους ,να μάθουν να περπατούν με το γερμανικό στυλ και να αποκτήσουν μια στοιχειωδώς ανθρώπινη συμπεριφορά Αλλά υπάρχει ο φόβος και η πιθανότητα πως όταν αυτοί οι άνθρωποι γυρίσουν στα χωριά τους και κυρίως όταν βρεθούν κάτω από την επιρροή των συναδέλφων τους –οι οποίοι περιφρονούν τα νεοφερμένα ευρωπαϊκά ήθη-θα κυλήσουν γρήγορα στον παλιό μαλθακό τρόπο ζωής τους. (Frazer,σ. 198-199)
Μια ομάδα Βουλγάρων περνώντας μπροστά από την Οθωμανική Τράπεζα της Θεσσαλονίκης έριξε βόμβες στους στρατιώτες και χωροφύλακες που είχαν προσληφθεί για να την προστατεύουν. Τρεις στρατιώτες σκοτώθηκαν. Τρεις συνομώτες σκοτώθηκαν ενώ άλλοι τρεις τραυματίστηκαν.Οι Βούλγαροι έκαψαν την τράπεζα με δυναμίτη, προσπάθησαν να καταστρέψουν το τουρκικό ταχυδρομείο, έριξαν βόμβες σε διάφορα σημεία της πόλης και διέκοψαν την παροχή αερίου.Βρέθηκε ένα υπόγειο πέρασμα που είχε σκαφτεί από ένα μαγαζί στην αντίθετη πλευρά του δρόμου ως την τράπεζα και ένα λαγούμι γεμάτο δυναμίτη συνδεδεμένο με ηλεκτρισμό μέσα από το μαγαζί.Πρέπει να χρειάστηκαν πολλοί μήνες για να κατασκευαστεί αυτό το πέρασμα.Το χώμα μεταφερόταν με μαντήλια και μικρά χαρτοκιβώτια και το πέταζαν στη θάλασσα ή κάπου αλλού αλλά οπωσδήποτε μακρυά από το σημείο.Ένα πλήρως εξοπλισμένο εργαστήριο κατασκευής βομβών ανακαλύφθηκε όπου βρέθηκαν τριάντα έξι βάζα του ενός τετάρτου της λίβρας νιτρογλυκερίνη. (Frazer,σ. 200-201)
[/tab]
[tab name=’Holland’]
Η πόλη φαίνεται, από μεγάλη απόσταση, ότι είναι τοποθετημένη στην ανωφέρεια ενός απότομου λόφου, ο οποίος ανεβαίνει από τον κόλπο στο νοτιοανατολικό του άκρο• περιτριγυρισμένη από υψηλά πέτρινα τείχη, τα οποία κορυφώνονται σε μία τριγωνική μορφή από τη θάλασσα και υπερβαίνεται από ένα φρούριο με επτά πύργους. Οι θόλοι και οι μιναρέδες των πολυάριθμων τζαμιών υψώνονται μεταξύ των άλλων κτιρίων, περιτριγυρισμένα, όπως πάντα, από κυπαρίσσια, και δίνεται έτσι ένας αέρας μεγαλείου στο μέρος.(Holland, σ. 310)
[/tab]
[tab name=’Isambert’]
Η Θεσσαλονίκη, η οποία στα τούρκικα αποκαλείται Σελανίκ, και η οποία από παλιά αποκαλούταν Θέρμη, λόγω των θερμών νερών που υπήρχαν γύρω από αυτήν. Ονομάστηκε δε Θεσσαλονίκη από τον Κάσσανδρο που έδωσε στην πόλη το όνομα της γυναίκας του, αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τόσο η θέση της όσο και το εμπόριο που διενεργείται μέσα σ’ αυτήν την κατέστησαν μία από τις σημαντικότερες πόλεις που υπάρχουν σε αυτά εδώ τα μέρη. Μετά τη μάχη της Πύδνας υποτάχθηκε στους Ρωμαίους και έγινε από αυτούς η πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Κατά τους τρεις πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, αλλά και μετά τη θεμελίωση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε η πρωτεύουσα των χωρών που βρίσκονται ανάμεσα στην Αδριατική και τον Εύξεινο Πόντο, με τον πληθυσμό της να ανέρχεται στις 220.000. Κατά την τρίτη εκατονταετία μετετράπη σε ρωμαϊκή αποικία για να χρησιμεύσει ως πρόμαχος εναντίον των εισβολών των βαρβάρων. Επίσης είναι γνωστή από τις σφαγές που διέταξε να διαπραχθούν σ΄ αυτήν ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος. Κατά την 6η και την 7η εκατονταετηρίδα υπέστη φοβερές δηώσεις και σφαγές από τους Σλάβους. Το 904 αλώθηκε από τους Σαρακηνούς και το 1185 από τους Νορμανδούς. Στην αρχή της 13ης εκατονταετηρίδας περιήλθε στα χέρια του Μαρκησίου Μονφεράτου. Εν τέλει κυριεύθηκε από τους Τούρκους το 1430, οι οποίοι αφαίρεσαν την εξουσία από τους Ενετούς, στους οποίους είχε περιέλθει αγοράζοντας την. Ο Απόστολος Παύλος δίδαξε εδώ τον ιερό λόγο του Ευαγγελίου. Η πόλη της Θεσσαλονίκης που θεωρείται ως η πρωτεύουσα του Χριστιανισμού στην Ανατολή αποκαλέστηκε κατ’ εξοχήν Ορθόδοξη. Ο περίδοξος Ευστάθιος, ο σχολιαστής του Ομήρου, υπήρξε αρχιεπίσκοπός της κατά το 1185. Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται στον μυχό του ομώνυμου κόλπου μεταξύ των ακρωτηρίων Βαρδάρ και Καραμπουρνού, και υπέρκειται αμφιθεατρικά από τη Θάλασσα έχοντας μία θέα γραφικότατη, η οποία κάθε άλλο παρά αναλογεί με την κατάσταση που παρουσιάζεται στο εσωτερικό της. (Isambert,σ.46-51)
Η γεωγραφική της θέση και το ασφαλές της λιμάνι της καθορίζουν ακόμη και σήμερα σαν να το επίνειο της Μακεδονίας και ως έναν από τους πλέον εμπορικούς σταθμούς της Ανατολής. Ο πληθυσμός της ανέρχεται σε 100.000 κατοίκους και εθνοφυλετικά αποτελείται από Εβραίους, Τούρκους, Βούλγαρους, Εβραίους. Οι Βούλγαροι είναι γεωργοί και ιπποτρόφοι. Οι Εβραίοι είναι ισπανικής καταγωγής και αποτελούν το ήμιση σχεδόν του πληθυσμού. Το κλίμα της πόλης είναι νοσηρό εξαιτίας των νοσηρών της ελών. (Isambert,σ.46-51)
Η πόλη διατέμνεται από μία πλατεία οδό που διέρχεται παράλληλα από τη θάλασσα και αποκαλείται μεγάλη οδός, και η φορά είναι προς τα δυτικά της πύλης του Βαρδαρίου, που αποτελεί προέκταση της Εγnaτίας Οδού. Τα τείχη της Θεσσαλονίκης χρονολογούνται από τον μέσο αιώνα και η περίμετρός τους είναι περίπου 8 χιλιόμετρα. Έχουν κατασκευασθεί δε από συντρίμματα αρχαίων παντός είδους και βρίσκονται σε κυκλώπεια θεμέλια. Από τα νότια και τα ανατολικά η πόλη διασφαλίζεται από δύο βαθιά ρεύματα, τα οποία από την ακρόπολη κατέρχονται ως τη θάλασσα. Από τα οικοδομήματα της πόλης άξια μνείας είναι το Καραβάν Σεράϊ, του οποίου η οικοδόμηση ανάγεται στα χρόνια του σουλτάνου Μουράτ του Β’. Ο Τεξιέ το θεωρεί κτίσμα των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, το οποίο ανακαινίσθηκε από τους Τούρκους. Επίσης η Ακρόπολη (τουρκ. Γεδί- κουλελέρ-Καλεσί, που σημαίνει φρούριο των επτά πύργων, και είναι μετάφραση του ελληνικού ονόματος Επταπύργιο.) Βρίσκεται προς την άνω πλευρά της πόλης και έχει αρχαιότατη καταγωγή. Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες Ιουστινιανός και Ζήνων επέφεραν σε αυτήν πολλές επιδιορθώσεις. Τα τζαμιά της Θεσσαλονίκης δε που πριν γίνουν τζαμιά ήταν εκκλησίες, αναπαριστούν το σύνολο της βυζαντινής αρχιτεκτονικής που είναι πάρα πολύ πλούσια, και σύμφωνα με κάποιες απόψεις υπερτερούν τα της Κωνσταντινούπολης. Αυτά είναι ο Άγιος Γεώργιος ή Ροτόντα (τούρκ. Οσμάν Τζαμί) που λαϊκά αποκαλείται Ορταντζί Εφέντη. Λέγεται πως κτίστηκε επί των ημερών του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ακόμη το Εσκί Τζουμά ήταν η πρώτη εκκλησία της Θεσσαλονίκης που μετατράπηκε σε τζαμί. Ο Άγιος Δημήτριος που στα τούρκικα αποκαλείται Κασμιμιέ, είναι η ίδια εκκλησία που οικοδομήθηκε πάνω στον τάφο του Αγίου Δημητρίου και η οποία μεταβλήθηκε σε τζαμί το 1397 επί των ημερών του σουλτάνου Βαγιαζίτ. Κατόπιν δόθηκε στους Έλληνες για να τους αφαιρεθεί πάλι το 1480. Οι Τούρκοι επιτρέπουν στους Έλληνες να επισκέπτονται τον τάφο του Αγίου Δημητρίου που βρίσκεται μέσα στον ναό και να ανάβουν λαμπάδες. Η Αγία Σοφία λέγεται πως είναι η αρχαία Μητρόπολη της Θεσσαλονίκης και χτίστηκε στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού βάσει κάποιου σχεδίου του αρχιτέκτονα Ανθεμίου από την Κωνσταντινούπολη, βάσει του οποίου όμως είναι κατά το 1/3 μικρότερη. Έγινε τζαμί από τον Ρακτούβ Ιμπαραΐμ Πασά. Άγιοι Απόστολοι (Σούκ ΣουΤζαμισί). Ο Άγιος Ηλίας (Σαριλί Τζαμισί) που χτίσθηκε το 1012 και είναι άλλη μία εκκλησία που μεταβλήθηκε σε τζαμί, το Καζαντζιλάρ Τζαμισί, που χτίσθηκε το 987.Εκτός όλων αυτών η ίδια η πόλη είναι αξιοσημείωτη και για τις αρχαιότητές της, περιγραφές των οποίων έχουν δώσει αρχαιολόγοι και περιηγητές. Εκδρομή στο όρος Κορτιάσι. Από την Θεσσαλονίκη μπορεί κάποιος να πάει στο όρος Κορτιάσι. Βρισκεται στα νοτιοανατολικά, αλλά δεν φαίνεται καλά από την ίδια την πόλη. Δύο ώρες έξω από την πόλη φτάνει κάποιος στην ομώνυμη κωμόπολη. (Isambert,σ.46-51)
Η θέα από αυτό το βουνό είναι μεγαλοπρεπής και εκτείνεται από τη μια της μεριά προς όλη την χερσόνησο της Χαλκιδικής και από την άλλη στη λίμνη και την πεδιάδα του Λαγκαδά. Το πόσιμο νερό της Θεσσαλονίκης έρχεται από αυτό το βουνό μέσω των υδραγωγείων που είναι αρχαίας κατασκευής. Για να πάει κάποιος από τη Θεσσαλονίκη στις Καρυές μέσω της ευθείας οδού κάνει 32 ώρες. Εάν ακολουθήσει το δρόμο Ποτίδαιας Ολύνθου κάνει 40 ώρες (4-5 ημέρες). Αν κάποιος θέλει να κάνει όλη την περιδιάβαση του όρους κάνει 8 με 15 μέρες. Αυτός που θέλει να επισκεφθεί τον Άθω και αποφεύγει την διάβαση ολόκληρης της Χαλκιδικής μπορεί να μεταβεί εκεί μέσω της Καβάλας και των Δαρδανελλίων δια πλοίου. Όταν εξερχόμαστε από την πύλη της Θεσσαλονίκης που αποκαλείται Καλαμαριά εισερχόμαστε στη μεγάλη Χερσόνησο της Χαλκιδικής. Η ευθεία οδός που οδηγεί στον Άθω τέμνει την Χερσόνησο από μια γραμμή που ξεκινά από τα δυτικά και τελειώνει στα ανατολικά και διέρχεται από μία κυματοειδή πεδιάδα που είναι συνάμα άγονη και αμμώδης.(Isambert,σ.46-51)
Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται στον μυχό του ομώνυμου κόλπου μεταξύ των ακρωτηρίων Βαρδάρ και Καραμπουρνού και υπέρκειται αμφιθεατρικά της θάλασσας έχοντας μία θέα γραφικότατη, η οποία κάθε άλλο παρά αναλογεί με την κατάσταση που παρουσιάζει στο εσωτερικό της.(Isambert, σ. 48)
Στο έργο του Isambert περιέχεται η καταγραφή των οδών και η περιγραφή γεωγραφική, ιστορική, αρχαιολογική και αρχιτεκτονική εκκλησιών και τζαμίων (Θεσσαλονίκης, Μονών του Αγίου Όρους, Μετεώρων κ.τ.λ.). Ο εν λόγω περιηγητής αρκείται σε βραχείες περιγραφές όλων αυτών και επιπλέον παραλείπει την εκτενή αναφορά σε περιώνυμες μάχες, όπως των Φαρσάλων και της Πύδνας. Βέβαια οι παραλείψεις αυτές αιτιολογούνται από το γεγονός πως αν ο συγγραφέας θα είχε αναλωθεί στις περιγραφές των τοποθεσιών και των μνημείων θα κατέληγε στη δημιουργία ενός εξογκωμένου βιβλίου. Οι περιγραφές των ιδίων των μαχών χωρίς την παράθεση ειδικών τοπογραφικών πινάκων δεν θα γίνονταν καταληπτές. Για αυτόν το λόγο ο μεταφραστής αναλώθηκε στην ακριβή καταγραφή του οδογραφικού μέρους του έργου. (Isambert, σ. ιε΄- ιζ΄)
Η πρώτη οδός την οποία διήλθε o Isambert ξεκινούσε από την Κωνσταντινούπολη και κατέληγε στη Θεσσαλονίκη μέσω Ραιδεστού, Αίνου και Καβάλας. Το ταξίδι διήρκεσε δέκα ημέρες(εκατόν έντεκα ώρες). Η συγκεκριμένη οδός δεν προτιμάται από τους οδοιπόρους, οι οποίοι προτιμούν τον θαλάσσιο δρόμο, παρόλο που αυτή η οδός διέρχεται από μέρη άξια λόγου, τόσο από ιστορικής όσο και από αρχαιολογικής αξίας, όπως είναι το τμήμα από τον Αίνο ως τη Θεσσαλονίκη. Σ’ αυτήν την οδό μπορεί κανείς να βρεθεί ερχόμενος από την κωμόπολη Κουτσούκ – Τσεκμετζέ μέσω σιδηροδρόμου ή πηγαίνοντας ως τη Ραιδεστό μέσω ατμοκινήτου. (Isambert, σ. 1)
Η οδός που άγει στα βορειοανατολικά από τα ερείπια της Τραϊανουπόλεως φέρει μέσα σε τρεις ώρες στο Φερετζίκ ή Βίρα όπου βρίσκει κανείς την ευθεία οδό που αδηγεί από τη Ραιδεστό στη Θεσσαλονίκη δια των κωμοπόλεων Μάλγαρα και Κεσλάν και μέσω του σιδηροδρόμου της Αδριανούπολης.(Isambert, σ. 13)
Από την Πράβιστα η ταχυδρομική οδός οδηγεί μετά από 13 ώρες στη Θεσσαλονίκη, μετά από 4 ώρες στη Ζίχνη, μετά από 1 ώρα στις Σέρρες, μετά από 3 ώρες στη Σούχα και τέλος μετά από 4,5 ώρες στη Θεσσαλονίκη. (Isambert, σ. 23)
Το Εσκί Τζουμά ήταν η πρώτη εκκλησία της Θεσσαλονίκης που μετατράπηκε σε τζαμί. (Isambert,σ. 50)
[/tab]
[tab name=’Leake’]
Το Ίσβορο αποτελείται από τριακόσια με τετρακόσια σπίτια χωρισμένα σε δύο, σχεδόν ισομερής, μαχαλάδες, σε απόσταση ενός μιλίου ο ένας από τον άλλο. Ο ένας κατοικείται από Έλληνες, επικεφαλής των οποίων είναι ο επίσκοπος της Ιερισσού, ο οποίος είναι ένας από τους τοποτηρητές της μητρόπολης Θεσσαλονίκης, ο οποίος έφερε τον τίτλο και του επισκόπου Αγίου Όρους.(Leake,τόμ.III,σ.160)
Από την Θεσσαλονίκη για την Αλάκλιση κάναμε πέντε ώρες και πενήντα λεπτά, με άλογα, αποσκευές και αρκετές στάσεις.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.258)
Η Κουλακιά, η οποία είναι στο δρόμο από την Θεσσαλονίκη προς την Κατερίνη, όπως και για τη Βέροια, είναι ο τόπος διαμονής του επισκόπου της Καμπανίας, ο οποίος υπάγεται στο δεσπότη της Θεσσαλονίκης.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.259)
Η πεδιάδα ανάμεσα στην Θεσσαλονίκη και την Αλάκλιση είναι χωρίς αμφιβολία πολύ καλά καλλιεργημένη ή κατοικημένη όπως αυτή των Σερρών. Στο δρόμο μόνο συναντήσαμε μόνο κάποια μικρά καραβάνια με καμήλες.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.260)
Οι πεδιάδα του Παλαιοκάστρου είναι πολύ καλύτερα καλλιεργημένη, από οποιοδήποτε άλλο μέρος της Θεσσαλονίκης.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.269)
Πολλοί νερόμυλοι γύρω από την πόλη χρησιμοποιούνται για να γνέθουν μαλλί και να υφαίνουν χαλιά, τα οποία παράγονται στα τριγύρω χωριά ή από τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.291)
Σε αυτήν την επιγραφή έχουμε να κάνουμε μία ακόμα μαρτυρία για τα Μακεδονικά έθιμα, ότι δηλαδή σε κάποιες περιπτώσεις δεν αναφέρεται το όνομα του πατέρα αλλά της μητέρας. Είναι αξιοσημείωτο ότι ένας από τους πολίταρχους της Θεσσαλονίκης ήταν επίσης γιος κάποιας Άμμια.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.292)
Το όνομα Βιστρίτζα χρησιμοποιήθηκε από τους Έλληνες για τον Αλιάκμονα, μολονότι αποκαλύπτει μια σλαβική μετατροπή στην κατάληξη του, μπορεί πιθανότατα να είναι μια παραφθορά του Αστραίου, για τον οποίο μαθαίνουμε από τον Αιλιάν ότι δηλαδή υπήρχε ένα ποτάμι που ονομαζόταν Αστραίος, το οποίο έρεε ανάμεσα στην Θεσσαλονίκη και στην Βέροια. Δεν μας περιγράφει ακριβώς τον ποταμό Βιστρίτσα, λαμβάνοντας υπόψιν ότι αυτός ο ποταμός δεν διασχίζει το δρόμο από την Θεσσαλονίκη για την Βέροια. Θα μπορούσε αν και με λίγες πιθανότητες να περιγράφει τον ποταμό Μογλενίτικο ή πιθανότατα τον ποταμό των Βοδενών, όπως εκτείνεται σε απόσταση στα δεξιά αυτής της γραμμής, ή πράγματι να αποδίδεται το όνομα αυτό σε οποιονδήποτε άλλο ποταμό εκτός από τον Αξιό και τον Λουδία.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.292-293)
Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω την ασυνήθιστη ταχύτητα κάποιων πεζοδρόμων ή μεταφορέων μηνυμάτων στην Ελλάδα. Υπήρχε ένας ασυναγώνιστος μεταφορέας από τη Βέροια, ο οποίος μετέφερε γράμματα με τα πόδια στη Θεσσαλονίκη μέσα σε επτά ώρες, παρέμεινε εκεί μία ώρα και επέστρεψε στην Βέροια ως το τέλος της δέκατης πέμπτης ώρας. Αφού έκανε αυτόν τον άθλο πάνω απο μία φορά, έμεινε γνωστός μέχρι την ημέρα του θανάτου του με το όνομα Άνεμος, ένας τίτλος τόσο τιμητικός για ένα αγγελιοφόρο όσο το Αφρικανός στον Σκιπίωνα.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.295)
Ο καιρός ήταν καλός με ένα βόρειο άνεμο από την ημέρα της άφιξης μου στην Θεσσαλονίκη, όπως και στο δρόμο από εκεί, λέγεται όμως ότι συμβαίνει το αντίθετο στην Βέροια για αρκετές μέρες. Στις 6:30, τούρκικη ώρα, ξεκίνησα το ταξίδι μου για την Κοζάνη, με την συνοδεία ενός Τατάρου του Αλή Πασά, μια φρουρά από έξι Αλβανούς που την παρείχε ο και τάταρο του Μουσά Πασά, που με συνόδευαν από την Θεσσαλονίκη.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.295)
Στην αγορά αυτό το πρωί συχνάζουν και Τούρκοι και Έλληνες από την γειτονική χώρα. Η Κοζάνη και τα Σέρβια ορίζουν μια επισκοπή, η οποία είναι υπό την δικαιοδοσία της Θεσσαλονίκης. Ο Επίσκοπος έχει κατοικία και στις δύο περιοχές, τώρα βρίσκεται στα Σέρβια αλλά συνήθως διαμένει στην Κοζάνη.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.299)
Η Λύχνιδος και η Ηράκλεια οι οποίες βρίσκονται κοντά στην γραμμή μεταξύ Δυρραχίου, ή Απολλωνίας και Θεσσαλονίκης, ήταν οι κύριες πόλεις στο κέντρο της Κανδαβίας ή Εγνατίας Οδού – η σημαντική γραμμή επικοινωνίας από ξηράς μεταξύ Ιταλίας και Ανατολής, μεταξύ Ρώμης, Κωνσταντινούπολης, και Ιερουσαλήμ.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.311)
Παρόλο που η Λύχνιδος, η Ηράκλεια και η Έδεσσα βρισκόταν επί της Κανδαβίας οδού, όπως περιγράφει και ο Πολύβιος, εξακολουθούσαν να είναι τα τρία κύρια σημεία μεταξύ Δυρραχίου και Θεσσαλονίκης.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.312)
Προς τα νότια και δυτικά οι κορυφογραμμές των βουνών, που αποτελούν τα σύνορα της πεδιάδας των Σερρών, διαχωρίζουν την επικράτεια του [Ισμαήλ Μπέη] από την περιοχή της Θεσσαλονίκης.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.202)
[Οι Σέρρες] όντας για πολλά χρόνια το κέντρο ενός υπολογίσιμου εμπορίου δια ξηράς, το οποίο, αν και υπέστη κάποιες διακοπές από τους πολέμους της Πύλης με τον Πασβάνογλου και με τους Σέρβους, ωφελήθηκε από το μεγάλο Ευρωπαϊκό ανταγωνισμό, ως επακόλουθο της ζημιάς που υπέστη εξαιτίας αυτού του λόγου το εμπόριο στη Θεσσαλονίκη και πολλών άλλων παραθαλάσσιων εμπορίων.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.206)
Υπάρχουν δύο δρόμοι προς Θεσσαλονίκη. Ο βασικότερος διασχίζει την οροσειρά των βουνών στα νοτιοδυτικά της πεδιάδας, μέσω ενός χωριού που ονομάζεται Λαχανάς, και από εκεί κατευθύνεται προς την κοιλάδα του Λαγκαδά. Ο άλλος, πιο ανατολικός, συνεχίζει στην ίδια κορυφογραμμή των βουνών και ενώνεται με τη μεγάλη διαδρομή από την Κωνσταντινούπολη στο Κλείσαλι, στα ανατολικά του Λαγκαδά.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.207- 208)
Το ποτάμι του Πλαταμώνα γίνεται κάποτε επικίνδυνο αλλά τώρα είναι ξηρό, διότι ο καιρός, από τότε που αφήσαμε τη Θεσσαλονίκη, με εξαίρεση μια μέρα στη Βέροια και μια άλλη στον Τύρναβο, ήταν ξηρός.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.406)
Από την αντίθετη πλευρά του κόλπου είναι ορατά η Θεσσαλονίκη, το ακρωτήριο Καραμπουρνού, το όρος Χορτιάτη και μια σειρά από βουνά, που φαίνεται να σχηματίζει μία οροσειρά από την δεύτερη κορυφή ως το ακρωτήριο τς Παλλήνης.(Leake, τόμ. ΙΙΙ,σ.407)
Θεωρώ ότι το Ζερβοχώρι είναι η τοποθεσία της Ηράκλειας Σιντικής για τους ακόλουθους λόγους.1) Η Ηράκλεια βρισκόταν κοντά στον Στρυμόνα, ξεχωρίζοντας από άλλες πόλεις της ίδιας ονομασίας, ως Ηράκλεια Στρυμόνος..2) Η Σιντική βρισκόταν στα δεξιά του Στρυμόνα, ενώ ο Λίβιος μας ενημερώνει ότι όταν η Μακεδονία ήταν χωρισμένη σε τέσσερις επαρχίες με την ρωμαϊκή κατάκτηση, η Σινιτική ήταν συνδυασμένη με τη Βισαλτία στην πρώτη Μακεδονία, της οποίας η πρωτεύουσα ήταν η Αμφίπολις καθώς όλα τα υπόλοιπα τμήματα της χώρας ανάμεσα στον Στρυμόνα και στον Αξιό είχαν αποδοθεί στην δεύτερη Μακεδονία, της οποίας η πρωτεύουσα ήταν η Θεσσαλονίκη.3) Η θέση του Ζερβοχωρίου ταιριάζει με αυτή την οποία το Συνοπτικό Οδοιπορικό αποδίδει στην Ηράκλεια αναφορικά με τους Φιλίππους καθώς υποδηλώνεται σε δυο διαφορετικούς ρωμαϊκούς δρόμους από τη μια πόλη στην άλλη. Και οι δύο δρόμοι ήταν σε μικρή σχετικά απόσταση μεταξύ των Φιλίππων και του Ζερβοχωρίου.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.226-227)
Ο επίσκοπος Καμπανίας άλλοτε διέμενε στο Καψοχώρι, άλλο ένα ελληνικό χωριό, το οποίο τοποθετείται ανάμεσα Καρασμάκ ή Μαυρονέρι και στο Ιντζέκαρα ή στην Βιστρίτζα, σε ένα δασώδες τμήμα των πεδιάδων, γύρω από τις οποίες υπάρχουν και κάποια άλλα ελληνικά χωριά.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.259)
Σχετικά με αυτό το μέρος, το οποίο το Οδοιπορικό αναφέρει με το παραφθαρμένο όνομα Τρίουλο, αποτελεί παρατήρηση του M.Cousinery, o οποίος διέμεινε ως Γάλλος πρέσβης στη Σαλονίκη, όπου νομίσματα με την επιγραφή ΤΡΑΙΛΙΟΝ βρέθηκαν συχνά κοντά στην Αμφίπολη, από όπου συνάγεται το συμπέρασμα ότι το Τρίουλο είναι παραφθορά του Τραΐλιο.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.228-229)
Πέρα από τη λίμνη της Πέλλας, το παράκτιο τμήμα της πεδιάδας εμπεριέχει μια μακρά σειρά από λίμνες, ξεκινώντας από το Ελευθεροχώρι και φθάνοντας σχεδόν μέχρι τη Θεσσαλονίκη.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.436)
Οι βράχοι του Καραμπουρνού εκτείνονται για τρία ή τέσσερα μίλια μακρυά. Το ακρωτήρι, ιδωμένο από τη Θεσσαλονίκη, είναι το δυτικότερο σημείο. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, βασιζόμενος σε πρώϊμους Έλληνες συγγραφείς, υποστηρίζει ότι αυτό το σημείο ήταν η βάση ενός ναού της Αφροδίτης, ο οποίος κατασκευάστηκε από τον Αινεία.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.438)
Λέγεται, ωστόσο, ότι υπήρχε ακόμη μία αρχαία τοποθεσία στο Λαχανά, στη βόρεια κατεύθυνση του δρόμου από τις Σέρρες για τη Θεσσαλονίκη, η οποία βρίσκεται ομοίως στο λόφο της ίδιας κορυφογραμμής των βουνών, μπορεί να έχει κάποια αξιώσει να θεωρείται η πλευρά της Όσσας.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.231)
Από μια περίεργη διαστρέβλωση της αρχαίας γεωγραφίας η Θεσσαλονίκη και η Βέροια είναι εκκλησιαστικές επαρχίες, ή διοικητικές περιφέρειες της Θεσσαλίας. Έτσι, ο επίσκοπος της Θεσσαλονίκης επονομαζόταν υπέρτιμος και έξαρχος πάσης Θετταλίας. Αυτός διεκδικούσε τα προνόμια του επιθέτου παναγιώτατος στην δική του περιφέρεια αλλά οπουδήποτε αλλού είχε μόνο το τίτλο, όπως και οι άλλοι μητροπολίτες, του πανιερώτατου. Οι επισκοπές της δικαιοδοσίας του είναι το Κίτρος, η Καμπανία, η Πέτρα, ο Πλαταμώνας μαζί με το Λυκόστομο, τα Σέρβια, το Αρδαμέρι. Ο τόπος διαμονής του είναι η Γαλάτιστα, και η Ιερισσός η οποία συμπεριλαμβάνεται στο Άγιο Όρος.(Leake,τόμ.ΙΙΙ, σ.250-251)
Υπάρχουν μερικοί πλούσιοι έμποροι στη Θεσσαλονίκη, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι ευγνώμωνες για την ανενόχλητη απόκτηση και αύξηση του πλούτου τους από την προστασία που απολάμβαναν ως δραγουμάνοι ή μπερατλήδες στις ευρωπαϊκές αποστολές. Τώρα αυτού του είδους η προστασία πρόκειται να καταργηθεί και η θέση τους θα γίνει πολύ πιο επισφαλής.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.251)
Σε μισή ώρα φτάσαμε στην πεδιάδα της Θεσσαλονίκης και προχωρώντας στα αριστερά κατά μήκος των προπόδων του Χορτιάτη, μπήκαμε σε ένα τουρκικό νεκροταφείο, το οποίο περικυκλώνει την πόλη και το οποίο περιλαμβάνει θραύσματα κιόνων και σωρούς διασκορπισμένους ανάμεσα στις ταφικές πέτρες.Οι τοίχοι της πόλης στη βάση τους κατά ένα μέρος αποτελούνται από αρχαία μάρμαρα και κάθε εμφάνισή τους ακολουθούσε την αρχαία γραμμή.Μετά από μια ώρα και τρία τέταρτα από το Khaivat μπαίνουμε στην Πύλη του Βαρδάρη(Vardar-kapesi).(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.235)
Ο Απόστολος Παύλος επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη 93 χρόνια μετά τον θάνατο του Φιλίππου.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.235)
Συνηθιζόταν να επιτρέπεται στους Χριστιανούς να βλέπουν τα τζαμιά της Θεσσαλονίκης, που υπήρξαν κάποτε εκκλησίες τους, πιθανότατα επειδή ο ιμάμης έπαιρνε αμοιβή απο αυτό.(Leake, τόμ.ΙΙΙ,σ.252)
Όπως έχει ήδη σημειωθεί, ο Γαλλικός ποταμός διασχίζει το δρόμο ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη και το Βαρδάρη. Κατά πάσα πιθανότητα ταυτίζεται με τον Εχέδωρο του Ηρόδοτου. Και στον πίνακα με τα δρομολόγια ο Γαλλικός είναι το όνομα ενός μέρους που απέχει περίπου 16 οδοδείκτες μακρυά από τη Θεσσαλονίκη, στο ρωμαϊκό δρόμο προς τους Στόβους.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.439-440)
Ενώ ο Μουσά Πασάς βρισκόταν στην Αίγυπτο στάλθηκε να αντικαταστήσει τον Μεχμέτ Αλή, ο οποίος ήταν εντεταλμένος από την Πύλη, με την πρόφαση ότι ήταν Μακεδόνας, να ανταλλάξει την κυβέρνηση της Αιγύπτου με αυτήν της Θεσσαλονίκης.Παρόλα αυτά ο Μεχμέτ Αλή δεν ήταν τόσο εύκολο να αντικατασταθεί.Ο Μουσά Πασάς είχε στηρίξει κυρίως τις ελπίδες του για επιτυχία στο στρατιωτικό σώμα της φρουράς του Μεχμέτ, οι αρχηγοί του οποίου ήταν φίλοι του και πριν στην υπηρεσία του και απέδωσε την αποτυχία του στον Καπιτάν Πασά, τον οποίο κατηγόρησε ότι είχε δωροδοκηθεί από τον Μεχμέτ Αλή να καθυστερήσει μια προέλαση στο Κάιρο, η οποία είχε συμφωνηθεί από τον Έλφι και άλλους τέσσερις μαμελούκους μπέηδες, και η οποία εγκαταλείφθηκε ως αδύνατη λόγω της ύπαρξης του Νείλου. Τα στρατεύματα του Μουσά είχαν φιλονικήσει με τον Μεχμέτ Αλή, χωρίς όμως να αναδειχθεί κανένας σε νικητή.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.237)
Οι υπηρέτες των τουρκικών οικογενειών στη Θεσσαλονίκη, όπως οι kahuedji (καφετζήδες) , οι tutunji (καπνοπώλες), οι akhdji (μάγειρες), έπαιρναν περίπου 10 πιάστρες (12 αγγλικά στερλίνια) το μήνα. Ο yazji ή γραφέας έπαιρνε 30 πιάστρες. Οι Ελληνίδες υπηρέτριες στις οικογένειες των Φράγκων έπαιρναν περίπου 50 πιάστρες το χρόνο μαζί με με το ρουχισμό και την διατροφή τους. Η καλύτερη ποιότητα ψωμιού κόστιζε 15 παράδες η οκά για 2 και 3/4 λίβρες, και το πρόβειο κρέας 18 ή 20 παράδες η οκά. Το βοδινό μόνο 8 ή 10 αφού καταναλώνονταν μόνο από τους Εβραίους και τους Φράγκους. Η μέση τιμή του μεταξιού ήταν 50 πιάστρες η οκά και σχεδόν όλες οι οικογένειες εκτρέφαν μεταξοσκώληκες.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.252)
Ο Μπέης της Θεσσαλονίκης υποφέρει περισσότερο και από τους πιο απομακρυσμένους ιδιοκτήτες, επειδή το λαθρεμπόριο του σίτου μπορούσε να διεξαχθεί πολύ πιο εύκολα από οποιοδήποτε άλλο μέρος της ακτής.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.254)
Η Πύλη, αφού πείστηκε για την αποτυχία του σχεδίου, διέταξε τον Μουσά να αναλάβει τη διακυβέρνηση της Θεσσαλονίκης και τον Καπιτάν Πασά να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη με το στόλο του.Ο Μουσά έφτασε με το στόλο του μέχρι την Κω. Επιβεβαιώνει ότι οι δυνάμεις του Μεχμέτ υπολογίζονται σε 4000 Αλβανούς και 5000 άλλους και ότι είναι ανεπιθύμητος λόγω των επιθέσεων του και επειδή κατέστρεψε το εμπόριο και κανένα προϊόν από την Ερυθρά θάλασσα δεν μπορεί να περάσει την έρημο, καθώς οι έμποροι φοβούνται την λεηλασία από τον Πασά του Καΐρου.(Leake,τομ.ΙΙΙ, σ.237)
Από την Ειδομένη οι Θράκες κατέβηκαν την κοιλάδα του Αξιού, ώσπου έφτασαν στη μεγάλη παραθαλάσσια πεδιάδα, ανατολικά της Πέλλας. Σε εκείνο το σημείο στράφηκαν στα αριστερά, προς τη Θεσσαλονίκη.Ο Ιεροκλής συγκαταλέγει τον Ευρωπό και την Αλμωπία ανάμεσα στις πόλεις της υπατικής Μακεδονίας, μια περιφερειακή διαίρεση που περιλάμβανε τη Θεσσαλονίκη και την Πέλλα.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.444)
Οι κοιλάδες στην ανατολική και δυτική πλευρά διαχωρίζονται μόνο με μια οροσειρά που ενώνει το κάστρο με το όρος Χορτιάτη. Το κάστρο, όπως αυτό της Κωνσταντινούπολης, ονομάζεται Επταπύργιον, το οποίο οι Τούρκοι μετέφρασαν σε Γεντί Κουλέ, που σημαίνει οι Επτά Πύργοι. Χωρίς αμφιβολία και στα δύο μέρη το όνομα είναι προγενέστερο της τουρκικής κατάκτησης.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ. 239)
Σαλόνικα ονομάστηκε η πόλη από Ιταλούς και Άγγλους, από τους Τούρκους Σελανίκ, από τους Έλληνες Σαλονίκη και από τους μορφωμένους Θεσσαλονίκη. Ήταν τοποθετημένη στην κατηφοριά ενός λόφου που πρόβαλε από την άκρη του υψηλότερου σημείου του λιμανιού στην κορυφή του Θερμαϊκού κόλπου που συμπεριλαμβάνονται με τον Βαρδάρη και το Καραμπουρνάκι. Περικλείονταν από ψηλούς, λευκούς τοίχους, των οποίων το εξωτερικό περίβλημα όπως και αυτό της πόλεως έχει θέα στη θάλασσα ενώ υπάρχει μια πιο επιβλητική εμφάνιση στην προσέγγιση αυτής της πλευράς. Το σχέδιο της πόλης ομοιάζει με ημικύκλιο, του οποίου η διάμετρος διαγράφεται από ένα ψηλό τοίχο με πλευρικούς πύργους με έκταση ενός μιλίου σε μάκρος, κατά μήκος της παραθαλάσσιας ακτής, και φυλάσσεται από τρεις μεγάλους πύργους , έναν σε κάθε άκρο, και ο τρίτος να έχει θέα προς τη σκάλα ή την αποβάθρα, όπου και υπάρχει ένα μικρό προάστιο ανάμεσα στον πύργο και στην ακτή. Από την εφεύρεση της πυρίτιδος και εξής, πυροβολαρχίες προστέθηκαν στις ναυτιλιακές αμυντικές δυνάμεις στα πιο σπουδαία σημεία και ένα κάστρο κατασκευάστηκε στη δυτική γωνία της πόλης. Οι ανατολικοί και δυτικοί τοίχοι ακολουθούν τις άκρες του υψώματος όπου βρίσκεται σε κάθε πλευρά προς μια μικρή κοιλάδα που βρέχεται από ένα ποταμάκι και τερματίζει πάνω από τους τοίχους του κάστρου, το οποίο έχει διπλό περίβλημα προς την πόλη πλαισιωμένο με τετράγωνους πύργους.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.238-239)
Η Θεσσαλονίκη φέρει τα συνήθη χαρακτηριστικά μιας τουρκικής πόλης : Δεν δίνεται ιδιαίτερη σημασία στην καθαριότητα ή στην άνεση στους δρόμους ενώ το εξωτερικό των σπιτιών είναι σχεδιασμένο, ώστε να υποκρύπτει οποιαδήποτε ένδειξη πλούτου, ούτε μπορεί να διαμορφωθεί ορθή άποψη περί του πληθυσμού του κεντρικού τμήματος της πόλης ακόμα και από μια επίσκεψη στο παζάρι, όπου συγκεντρώνονται πλήθη κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας ενώ η υπόλοιπη πόλη είναι απομονωμένη. Τα σπίτια στο χαμηλότερο τμήμα της πόλης είναι αποκομμένα από την εξωτερική θέα λόγω των στενών δρόμων και των ψηλών τοίχων της πόλης, αλλά από πιο ψηλά μια μεγαλειώδης θέα απλώνεται: οι έξοχες κορυφογραμμές του Ολύμπου, της Όσσας και του Πηλίου που διακρίνονται πάνω από το ακρωτήριο του Καραμπουρνού, μαζί με ένα τμήμα της χερσονήσου της Χαλκιδικής προς τα νότια, ενώ προς τα δυτικά φαίνεται το απέραντο τμήμα που εκτείνεται για πενήντα μίλια προς τη Βέροια και τα Βοδενά.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.239-240)
Ανάμεσα στις εκκλησιαστικές αρχαιότητες, στις οποίες υπερέχει η Θεσσαλονίκη από οποιοδήποτε μέρος στην Ελλάδα, οι εκκλησίες που μόλις αναφέρθηκαν (Αγ.Σοφία, Αγ.Δημήτριος) έχουν από τους παλαιότερους άμβωνες που σώζονται. Είναι απλά τετράγωνα από ποικιλόχρωμα μάρμαρα, με μικρές αναβαθμίδες ανάμεσά τους.Ένα από αυτά τα βήματα, όπως αποκαλούνται ακόμη από τους Έλληνες, είναι στο μουσουλμανικό ναό της Παλαιάς Μητρόπολης ενώ το άλλο βρίσκεται στην αυλή της εκκλησίας του Αγίου Μηνά, η οποία ακόμη είναι κατειλημμένη από την ελληνική εκκλησία.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.243)
Όσον αφορά τις πόλεις της Μυγδονίας, οι οποίες κατείχαν την εύφορη πεδιάδα που συμπεριλαμβάνεται μεταξύ του Όρους Χορτιάτη και του Βαρδάρη, ο πληθυσμός τους ήταν χωρίς αμφιβολία αφομοιωμένος σε μεγάλο βαθμό από τη Θεσσαλονίκη, από την ίδρυσή της από τον Κάσσανδρο, και δεν μπορεί να περιμένει κανείς, συνεπώς, να υπάρχουν σήμερα πολλά κατάλοιπα της. Ούτε οι αρχαίες πηγές είναι επαρκείς για να καθορίσουν τον χώρο.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.450)
Η Θέρμη, μπορούμε να υποθέσουμε με δυσκολία ότι ήταν τόσο μεγάλη όσο η Θεσσαλονίκη και καθώς δε θα μπορούσε να είχε αφήσει το κάστρο ανοχύρωτο, προφανώς δεν εκτεινόταν τόσο μακριά όσο η θάλασσα. Οι κύριες οδοί και οι δυο κεντρικές πύλες και επακολούθως όλο το οικοδόμημα, της ρωμαϊκής Θεσσαλονίκης, αντιστοιχούσαν με εκείνα της σύγχρονης πόλης, και έχουμε μια αλάνθαστη απόδειξη με δυο αρχαίες καμάρες οι οποίες ακόμη διασχίζουν το δρόμο.Η μία αναφέρθηκε ήδη κοντά στην Πύλη του Βαρδάρη και η άλλη όχι μακριά από την αντίστοιχη πύλη στο ανατολικό τέρμα του ίδιου δρόμου. Η τελευταία, η οποία έχει δυο μικρότερες πλευρικές καμάρες προσαρτημένες σε αυτήν, τώρα κατεστραμμένες, αποτελείται από δύο αποβάθρες 14 τετραγωνικών ποδιών, από πέτρα, οι οποίες καλύπτονταν από όλες τις πλευρές με μια διπλή σειρά μορφών σε χαμηλό ανάγλυφο, αναπαριστώντας τις πολιορκίες, τις νίκες και τις μάχες ενός Ρωμαίου αυτοκράτορα.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ. 244-245)
O Ζώσιμος μοιάζει να υποστηρίζει την παράδοση η οποία αποδίδει αυτό το μνημείο στον Κωνσταντίνο, με την αναφορά του, ότι, όταν ο Κωνσταντίνος καθυπόταξε τους Σαρματιανούς, πήγε στη Θεσσαλονίκη, και εκεί κατασκεύασε λιμάνι.(Leake, τομ. ΙΙΙ, σ.245)
Δίπλα στο Γανυμήδη, στην ίδια πλευρά, είναι ένας άντρας με φρυγιανό καπέλο του οποίου τα πόδια είναι ένα κεφάλι βοδιού. Το τρίτο και τέταρτο είναι γυναικείες μορφές σε φωτεινό ύφασμα και το τελευταίο με φτερά. Στην απέναντι πλευρά, ή σε αυτή της Λήδας, οι μορφές είναι τόσο κατεστραμμένες ώστε δε μπορώ να διακρίνω τα θέματα. Το μνημείο αυτό βρίσκεται στο σπίτι ενός Εβραίου, και είναι γνωστό στην ισπανική διάλεκτο των Εβραίων με το όνομα Ινκαντάδα, ”οι Μαγεμένοι”, με την υπόθεση ότι οι μορφές είναι ανθρώπινα πλάσματα, που πέτρωσαν με την επίδραση της μαγείας. Η κεντρική του θέση και η φύση της κατασκευής στηρίζουν την ιδέα ότι συνδέεται με την αρχαία αγορά.Ο χώρος ανάμεσα στην θάλασσα και και σε τμήμα του κυρίως δρόμου, όπου βρίσκονται ”οι Μαγεμένοι” και η αψίδα του Κωνσταντίνου, λέγεται ότι καταλαμβανόταν από τον ιππόδρομο, με την υποσημείωση ότι ήταν το σκηνικό μιας ασύδοτης σφαγής των κατοίκων της Θεσσαλονίκης με διαταγή του Θεοδοσίου.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.246)
Σε πολλά σημεία της πόλης κυρίως στις κρήνες, εντοπίζονται νεκρικές πέτρες και ενεπίγραφοι σωροί. Όπου απαντώνται μορφές σε αυτά τα σημεία, τα κεφάλια τους έχουν καταστραφεί, ως συνήθως, από τους Τούρκους, ούτε είναι εύκολο να βρεθεί μια επιγραφή που είναι τέλεια.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.247)
Ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης υπολογίζεται σε 80.000 αλλά πιθανότατα δεν υπερβαίνει τις 65.000 εκ των οποίων 35.000 είναι Τούρκοι, 15.000 είναι Έλληνες και 13.000 είναι Εβραίοι ενώ οι υπόλοιποι είναι Φράγκοι και Αθίγγανοι.(Leake, τομ. ΙΙΙ, σ.248)
Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης προέρχονται από τις μεγαλύτερες αποικίες που βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη την εποχή της εκδίωξής τους από την Ισπανία στα τέλη του 15ου αιώνα. Όμως ένα σημαντικό τμήμα τους έγιναν Μουσουλμάνοι από εκείνη την εποχή, χωρίς να αγνοηθούν από τους Οσμανλήδες, και διαμόρφωσαν μια ξεχωριστή τάξη υπό την αίρεση των Μαμίνων. Κληρονομώντας το εβραϊκό πνεύμα της φιλαργυρίας και της εργατικότητας, είναι εύποροι και ανάμεσά τους είναι οι πιο πλούσιοι Τούρκοι της Θεσσαλονίκης. Ο Χασάν Ατζίκ, ένας υπουργός στην Κωνσταντινούπολη και ο αδερφός του, φοροσυλλέκτης στη Θεσσαλονίκη είναι Μαμίνοι. Είναι συνήθως άνθρωποι με έντονη απέχθεια στους αδρανείς, φτωχούς και σπάταλους Γενίτσαρους της κατώτερης τάξης. Πηγαίνουν τακτικά στο τζαμί και συμμορφώνονται με την θρησκεία στα εξωτερικά στοιχεία αλλά επικρίνονται από τους άλλους Τούρκους πως έχουν μυστικές συναντήσεις και τελετές με άλλους ιδιόρρυθμους, των οποίων η καλύτερη απόδειξη είναι η γνώση της ισπανικής γλώσσας. Λέγεται ότι διαχωρίζονται σε τρεις κατηγορίες, δύο εκ των οποίων δεν εμπλέκονται με την τρίτη, αλλά ούτε και η τρίτη δίνει τις κόρες της για γάμο με Οσμανλήδες. Η Πολιτεία, ή η ελληνική κοινωνία, κυβερνάται από την μητροπολιτική επισκοπή, που μαζί με τους άρχοντες καθορίζει όλες τις πολιτικές διαμάχες για τις οποίες οι Τούρκοι δεν ενδιαφέρονται, εκτός εάν οι χριστιανοί το θεωρούν σωστό να προσφύγουν στο δικαστήριο.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.249-250)
Μετά από πέντε ώρες από το κάστρο των Σερβίων φτάνουμε στο Λιβάδι, όνομα οξύμωρο καθώς η τοποθεσία είναι από τις πιο απότομες με πολύ λίγη πεδιάδα σε κάποια μίλια από εκεί. Η πόλη περιλαμβάνει 800 σπίτια κάτω από μια βραχώδη κορυφή στα βουνά που εκτείνονται από την παραθαλάσσια πεδιάδα της Κατερίνης στη δεξιά όχθη του Βιστρίτσα, κοντά στη Βέροια. Η πιο ψηλή κορυφή αυτών των Όρεων γίνεται ορατή ακόμα και από την Θεσσαλονίκη και αναφέρεται ως μια από τα κυριότερες κορυφές της αλυσίδας του Ολύμπου.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.334-335)
Το Λιβάδι είναι μια βλάχικη αποικία της αρχαίας εποχής και συχνά από τότε λέγεται βλαχο-Λίβαδο. Τα υπόλοιπα βλαχοχώρια σε αυτήν την γειτονιά είναι το Κοκκινοπλό, στη μεριά του Ολύμπου, τρεις ώρες απόσταση από εκεί προς την Τσαρίτσενα, τα Φτερά στην ίδια απόσταση προς την Κατερίνη και το Νεοχώρι ανάμεσα στα Σέρβια και το Λιβάδι σε μια υψηλή τοποθεσία στο βουνό, μια ώρα στα αριστερά του δρόμου από όπου ήρθαμε.Το Κοκκινοπλό έχει περίπου 200 σπίτια, τα Φτερά 100, και το Νεοχώριο 20 ή 30. Κοντά στα Φτερά λέγεται ότι υπήρχε ένα αρχαίο λατομείο. Αυτά τα χωριά ζουν κυρίως με την παραγωγή χοντρών μάλλινων ρούχων που λέγονται σκουτί, από τα οποία φτιάχνονται τα πανωφόρια που ονομάζονται κάππαις, στα ιταλικά κάπα, χρησιμοποιούνται εκτεταμένως στην Ελλάδα και στην Αδριατική.Το ένδυμα είναι δύο ειδών,μαύρο και άσπρο, και εσωτερικά είναι μαλλιαρό. Αποστέλεται στη Βενετία και στην Τεργέστη σε κομμάτια που λέγονται ξύλα.Οι Καλαρυτιώτες, οι οποίοι κατασκευάζουν το ίδιο είδος ενδύματος στα ίδια τους τα βουνά και των οποίων οι έμποροι κατοικούν στην Αδριατική συνηθίζουν να αγοράζουν αυτά που κατασκευάζουν οι Λιβαδιώτες και το στέλουν σε έναν έμπορο, κυρίως έναν Ενετό, στη Θεσσαλονίκη, που το στέλνει σε Καλαρυτιώτη έμπορο στην Αδριατική που χρεώνει δυόμιση πιάστρες το φόρτωμα 140 ξύλων ως αποστολή. Οι Λιβαδιώτες κάνουν ετησίως από 150 έως 200 φορτώματα. Καλλιεργούν λίγο καλαμπόκι επειδή διαθέτουν αφθονία από πρόβατα, κατσίκια, άλογα και μουλάρια. Όπως οι Καλαρυτιώτες είναι υπερήφανη για τον εξαιρετικό αέρα και το νερό της πόλης τους και είναι τόσο καλοί για το τελευταίο που κάποιες φορές κάνουν μέχρι και τρεις ώρες προκειμένου να προμηθευτούν το πιο εκλεκτό. Η λίμνη της Καστοριάς τους προμηθεύει με ψάρια προς 25 με 30 παράδες την οκά, προτιμότερα από τα ψάρια της θάλασσας που πουλιούνται στη Θεσσαλονίκη προς 45. Από την άλλη, το ψύχος είναι τόσο δριμύ το χειμώνα, ώστε οι κάτοικοι ορισμένες φορές αποκλείονται στα σπίτια τους από το χιόνι για αρκετές ημέρες και εξαναγκάζονται να πίνουν λιωμένο χιόνι καθώς δεν είναι δυνατή η πρόσβαση στα πηγάδια και στις πηγές τους. Υπάρχει τώρα ένας μεγάλος παγετός, και μας φάνηκε πολύ δύσκολο να σύρουμε τα φορτωμένα άλογά μας στους απότομους και ολισθηρούς δρόμους. Η θέα του Ολύμπου από εκεί είναι μαγευτική. Αλλά το πιο ψηλό σημείο, η ευθεία απόσταση είναι δέκα ή δώδεκα μίλια, δεν φαίνεται, και ο ίδιος αριθμός ωρών απαιτείται ακόμα και το καλοκαίρι για να το προσεγγίσεις. Η πορεία περνάει από το Κοκκινοπλό που βρίσκεται σε γκρεμό, λίγο πάνω από την πεδιάδα. Η πόλη πληρώνει 200 βαλάντια σε συνεισφορές. Ο οικοδεσπότης μου, ένας από τους αρχιεπισκόπους, έχει ήδη εκταμιεύσει 800 γρόσια αυτό το χρόνο και περιμένει και περαιτέρω ζήτηση. Έξω από την πόλη βρίσκεται ένα μνημείο ενός Αλβανού οπλαρχηγού, που σκοτώθηκε σε μάχη έναντι των κλεφτών του Ολύμπου πριν τριάντα χρόνια περίπου.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.335-336)
Ο Κισσός ήταν βουνό (υπήρχε και πόλη με την ίδια ονομασία) το οποίο σε μια σύγκριση του Ξενοφώντα και του Λυκόφρων φαίνεται να ταυτίζεται με το Χορτιάτη, που το αναφέρουν να είναι μεταξύ των βουνών τα οποία παρείχαν θηράματα. Ο τελευταίος το περιγράφει σαν μια ψηλή κορυφή όχι μακριά από το Rhaecelus, το οποίο εμφανίζεται από το Λυκόφρων να είναι το όνομα του ακρωτηρίου όπου ο Αινείας ίδρυσε την πόλη του. (Xenoph. de Venat. c. 11.- Lycophr.v. 1236, v.sup.). Δεν μπορώ να κατανοήσω μάλιστα, αν οι Φράγκοι έμποροι ή πρόξενοι, όπου τα εξοχικά σπίτια των περισσότερων εξ αυτών βρίσκονταν στο βουνό Χορτιάτη ή κοντά σε αυτό, ή αν τα χωριά κοντά σε αυτό , ποτέ αναστατώθηκαν από τους φοβερούς κατοίκους του βουνού Κισσός που απαριθμούνται από τον Ξενοφών, όπως λιοντάρι, πάρδαλις, πάνθηρας και αρκούδα. Αλλά ο Χορτιάτης είναι το μοναδικό ψηλό βουνό σε μια μέτρια απόσταση από την πλευρά της Αινείας από την οποία μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ήταν τα λημέρια αυτών των ζώων. Το ότι η πόλη Κισσσός δεν ήταν μακριά από τη Θεσσαλονίκη, γίνεται προφανές από το ότι είχε συνεισφέρει μαζί με την Αινεία και τη Χαλάστρα στο να κατοικηθεί η Θεσσαλονίκη. (Strabo (Epit.1.7) p.330. -Dionys.Hal. 1.1, c.49.)(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.454)
Δεν υπάρχει δυσκολία να αντιληφθούμε ότι, όταν η Χαλκιδική ήταν υπόδουλη στη Ρώμη για τρεις και τέσσερις αιώνες η τοπογραφία της χώρας θα έπρεπε να διαφέρει από αυτήν που διατήρησε την εποχή της ελευθερίας της. Ο Πτολεμαίος έχει διαχωρίσει όλη την χερσόνησο σε δύο μέρη, στη Χαλκιδική και στην Παραλία. Έτσι διαβάζω τη λέξη που σε όλα τα εκτυπωμένα αντίγραφα των έργων του είναι η Παράξια. Η Παραλία περιλάμβανε όλη την παραθαλάσσια περιοχή ανάμεσα στον Κόλπο της Θεσσαλονίκης και την Δέρις, το ακρωτήριο της Σιθωνίας. Για αυτό το λόγο η δυτική ακτή της Σιθωνίας είχε περιληφθεί τότε στην Παραλία και η ανατολική στην Χαλκιδική, μαζί με την Άκανθο, όλη την χερσόνησο της Ακτής, και όλη την παραθαλάσσια περιοχή που περιλαμβάνεται στον Στρυμονικό Κόλπο, τόσο βόρεια μέχρι τον Βρωμίσκο, με εξαίρεση τα Στάγειρα.(Leake,τόμ.ΙΙΙ,σ.460)
Η Αγία Σοφία είναι μουσουλμανικός ναός, όπως λέγεται από τους Τούρκους και όπως ο φημισμένος ομώνυμος ναός στην Κωνσταντινούπολη ήταν και αυτή αφιερωμένη στη Θεϊκή Σοφία. Οι ‘Ελληνες ισχυρίζονται ότιι χτίστηκε από τον αρχιτέκτονα της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινούπολης.Τουλάχιστον το σχέδιό της είναι παρόμοιο, με ελληνικής τεχνοτροπίας σταυρό και οκτάστηλη στοά πριν από την θύρα και θόλο στο κέντρο, με μωσαϊκό που απεικονίζει διάφορα αντικείμενα -τα περισσότερα κατεστραμμένα.Ενδιάμεσα διακρίνονται διάφοροι άγιοι και φοινικόδεντρα.Οι Τούρκοι αντίθετα με τη συνήθειά τους να καταστρέφουν ή τουλάχιστον να επικαλύπτουν με στρώμα γύψου τις μορφές στις ελληνικές εκκλησίες που έχουν μετατρέψει σε τζαμιά, έχουν επιτρέψει σε όλες τις μορφές της Αγίας Σοφίας να διατηρηθούν , με εξαίρεση ένα κεντρικό τμήμα που αντικατέστησαν με αραβική επιγραφή ενώ έχω εντυπωσιαστεί από ένα τεράστιο ανθρώπινο πρόσωπο που κοιτά προς τα κάτω, όπως συχνά έχω παρατηρήσει σε ελληνικούς ναούς, και το οποίο επιγράφεται “Παντοκράτωρ”. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 241-242)
Ανάμεσα στις εκκλησιαστικές αρχαιότητες, στις οποίες υπερέχει η Θεσσαλονίκη σε σχέση με οποιοδήποτε μέρος στην Ελλάδα, οι εκκλησίες που αναφέρθηκαν έχουν από τους παλαιότερους άμβωνες που σώζονται. Είναι απλά τετράγωνα από ποικιλόχρωμα μάρμαρα, με μικρές αναβαθμίδες ανάμεσά τους.Ένα από αυτά τα “βήματα”, όπως αποκαλούνται ακόμη από τους Έλληνες,βρίσκονται στο μουσουλμανικό ναό της Παλαιάς Μητρόπολης ενώ το άλλο βρίσκεται στην αυλή της εκκλησίας του Αγίου Μηνά, η οποία ακόμη υπάγεται στην Ελληνική εκκλησία. Ανάμεσα στα ερείπια των παγανιστικών χρόνων, μπορούν να μνημονευθούν ίσως κάποια μικρά τμήματα των τειχών, για τα οποία έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, ακολουθώντας τη γραμμή και τους τρόπους θεμελίωσης του οικοδομήματος του Κασσάνδρου και όντας στη γενική κατασκευή πιο ψηλό και πιο συμπαγές από τα οθωμανικά κτίσματα, ότι αποτελείται στο μεγαλύτερο τμήμα του από αλλεπάλληλα στρώματα επιδιόρθωσης με βάση τη μακεδονική τεχνοτροπία πριν τη ρωμαϊκή κατάκτηση. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 243-244)
Το Εσκί Τζουμά ή Παλαιά Παρασκευή, είναι το όνομα ενός άλλου μουσουλμανικού ναού, η τοιχοδομία και το αρχιτεκτονικό στυλ ενός μεγάλου τμήματος του οποίου φανερώνει ότι ήταν κάποτε κτίριο ίδιας παλαιότητας όπως η Μητρόπολη ή ίσως ακόμη παλαιότερο.Όμως οι επιδιορθώσεις και οι αναπαλαιώσεις που δέχτηκε για την μετατροπή του σε εκκλησία και έπειτα σε τζαμί καθιστούν αδύνατη την αποτύπωση του παλαιού σχεδίου.Θεωρείται ότι ήταν ναός της Αφροδίτης.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 241)
Ο Άγιος Δημήτριος είναι μια μεγάλη εκκλησία με τριπλό κλίτος που στηρίζεται σε διπλή σειρά κιόνων διαφορετικών ειδών και ποικιλόχρωμων μαρμάρων που μοιάζει πολύ με παλιό λατινικό ναό όπως αυτοί στην Ιταλία, στη Σικελία και στoυς Αγίους Τόπους.Πιθανότατα έχει κατασκευαστεί από τους Λατίνους με την κατοχή της Θεσσαλονίκης τον 13ο αιώνα.Στο εσωτερικό του ναού μια επιτύμβια στήλη ξεχωρίζει στον τοίχο,η οποία προσομοιάζει με πολλά παρόμοια μνημεία της Χριστιανοσύνης, σε συνήθη μορφή και αναπαριστά ένα παρεμβαλλόμενο αρχιτεκτονικό στοιχείο που στεφανώνεται από ένα αέτωμα.Είναι στολισμένος με λουλούδια και μέσα στον ναό υπάρχει επιγραφή με εικοσιδύο ελληνικούς ιαμβικούς στίχους προς τιμή του Λουκά Σπαντουνή, ο οποίος περιγράφεται ως απόγονος του Βυζαντίου και των Ελλήνων και ο οποίος απεβίωσε το έτος 6989 ή 1481, όπου φαίνεται ότι οι Τούρκοι δεν στέρησαν από τους Έλληνες την εκκλησία του Αγ.Δημητρίου μετά την κατάκτηση της Θεσσαλονίκης.Ο σύγχρονος ποιητής, για να κάνει την ελληνική του προσπάθεια πιο ολοκληρωμένη, μιμήθηκε το αρχαίο χαρακτηριστικό και απέφυγε τη διαίρεση των λέξεων. Η λέξη “οία” δείχνει ότι είναι μια γυναίκα που πενθεί για το χαμό του Σπαντουνή. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σσ. 242-243)
Ο Λίβιος αναφέρεται σε μια Αντιγόνεια του Κρούσιου ανάμεσα στην Αινεία και στην Παλλήνη. Ήταν πιθανώς, μια από τις πόλεις της ακτής αυτής, που αναφέρει ο Ηρόδοτος, που ανακαινίστηκε υπό ενός εκ των Αντιγονιδών. Ο Πτολεμαίος την ονομάζει Ψάφαρα, πιθανώς με σκοπό να την διαχωρίσει με αυτόν τον τρόπο από μια άλλη μακεδονική Αντιγόνεια στο δρόμο από τα Στενά του Αξιού προς τους Στόβους. Καθώς ο Μόρυλλος τοποθετείται από τον Πτολεμαίο μαζί με την Αντιγόνεια-Ψάφαρα στην Παραλία και τα ονόματά τους δεν βρίσκονται στον περίπλου του στόλου του Ξέρξη, ήταν μάλλον τοποθεσίες στον Κόλπο της Θεσσαλονίκης, ανάμεσα στην πόλη και το ακρωτήριο Αίνειο ή Καραμπουρνού. Ο Πτολεμαίος δεν παρατήρησε ούτε αυτό το ακρωτήριο ούτε την πόλη Αινεία. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σσ. 460-461)
Οι πόλεις της Κρουσίδος ήταν η Λίπαξος, η Κώμβρεια, η Λίσσαι, η Γίγωνος, η Κάμσα, η Σμίλα και η Αινεία. Από αυτές, η Γίγωνος και η Αινεία αναφέρονται από τους τελευταίους συγγραφείς: από την Αινεία, σώζονται νομίσματα τα οποία σχετίζονται με την υποτιθέμενη ίδρυση της πόλης από τον Αινεία μετά τον Τρωϊκό πόλεμο. Η θέση και των δύο, της Γίγωνος και της Αινείας, πιθανότατα βρισκόταν κοντά σε δύο ακρωτήρια και από εκεί δεν υπήρχε κανένα άλλο αξιόλογο ακρωτήριο, εκτός από το Μικρό Καραμπουρνού και το Μεγάλο Καραμπουρνού και το ακρωτήριο της Επανομής. Το πρώτο από αυτά βρισκόταν πολύ κοντά στη Θεσσαλονίκη. Από τα δύο άλλα, το Μεγάλο Καραμπουρνού που βρισκόταν σε απόσταση 10 μίλια μακριά σε άμεση απόσταση από τη Θεσσαλονίκη, φαίνεται να ταυτίζεται επαρκώς από αυτή τη συνθήκη με το Ακτρωτήριο Αίνειο, όπως πληροφορούμαστε από το Λίβιο, ότι η πόλη Αινεία βρισκόταν 15 ρωμαϊκά χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη. Προσθέτει επίσης, ότι ήταν απέναντι από την Πύδνα, το οποίο, εάν αληθεύει, θα μπορούσε να αποδειχθεί ένα λάθος στην απόσταση που μόλις δηλώθηκε καθώς οι δύο ορισμοί είναι αντιφατικοί και μας οδηγούν στη τοποθεσία Αινεία και στο Ακρωτήριο Αίνειο της Επανομής, το οποίο είναι σχεδόν απέναντι από την πλευρά της Πύδνας. Είναι προφανές, επίσης, από τη σειρά των ονομάτων στον Ηρόδοτο, ότι η Γίγωνος ήταν το νοτιότερο από τα δύο ακρωτήρια, και από ένα άλλο γεγονός που σημειώνεται στην ιστορία, ότι αυτή η τοποθεσία βρισκόταν κοντά σε εκείνη της Επανομής. Μαθαίνουμε από το Θουκυδίδη ότι τη χρονιά πριν την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου, μια Αθηναϊκή δύναμη η οποία είχε επιστρατευθεί για να κινηθεί εναντίον του Περδίκα βάδισε μέσα σε τρεις μέρες από την Βέροια στη Γίγωνο, από όπου και προχώρησε εναντίον της Ποτίδαιας. Η Γίγωνος, επομένως, δεν ήταν παρά μιας συνηθισμένης ημέρας διαδρομή από την Ποτίδαια, κάτι που δύσκολα θα μπορούσε να λεχθεί για το Καραμπουρνού, ενώ αν τοποθετήσουμε τη Γίγωνο στην Επανομή, έχουμε τέσσερις μέρες πορεία από 20 μίλια την ημέρα, τη δεύτερη για Θεσσαλονίκη και τη τρίτη για Επανομή. Ο Στέφανος επίσης, υποστηρίζει ότι η νοτιότερη τοποθεσία της Γιγώνου εκτιμάται ότι περιορίζεται στο έδαφος της Παλλήνης, πράγμα το οποίο ήταν πιθανότατα πραγματικότητα στα νεότερα χρόνια, όταν οι ενδιάμεσες τοποθεσίες αναφέρονται από τον Ηρόδοτο να έχουν πέσει σε παρακμή, η παραθαλάσσια περιοχή ήταν χωρισμένη μεταξύ της Αινείας, της Γιγώνου και της Κασσάνδρειας. Ωστόσο, θέλοντας να ξεκαθαρίσω τα λόγια του Λίβιου “απέναντι από την Πύδνα”, η Αινεία βρίσκεται στο νοτιότερο παρά στο ανατολικότερο άκρο του Ακρωτηρίου Καραμπουρνού, η αμέσως προηγούμενη καλύτερη απάντηση σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα 15 μίλια από τη Θεσσαλονίκη. (Leake, τομ. III, σσ. 451-452)
Από την αντίθετη πλευρά του κόλπου είναι ορατή η Θεσσαλονίκη, το ακρωτήριο Καραμπουρνού, το όρος Χορτιάτη και μια σειρά από βουνά, που φαίνεται να σχηματίζουν μια οροσειρά από την δεύτερη κορυφή ως το ακρωτήριο της Παλλήνης. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 407)
Το ακρωτήριο Καραμπουρνού είναι ακριβώς απέναντι από το ακρωτήριο Καρασμάκ. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 437)
Οι βράχοι του Καραμπουρνού εκτείνονται για τρία ή τέσσερα μίλια. Το ακρωτήριο, ως προς τη θέση της πόλης της Θεσσαλονίκης, είναι το δυτικότερο σημείο. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, στηριζόμενος σε προγενέστερους Έλληνες συγγραφείς, υποστηρίζει ότι αυτό το σημείο ήταν η βάση ενός ναού της Αφροδίτης, ο οποίος κατασκευάστηκε από τον Αινεία. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 438)
[/tab]
[tab name=’Mantegazza’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Pouqueville’]
Το Μπεχ Τσινάρ είναι περιοχή της Θεσσαλονίκης. Μιάμιση λεύγα από την πόλη βρίσκεται το χωριό Χαρμάν ή Χαρμάνκιοϊ.(Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.107)
Δύο λεύγες πιο κάτω από τη Θεσσαλονίκη εκβάλλει ο ποταμός Εχέδωρος.(Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.108)
Δυόμιση λεύγες από τη Θεσσαλονίκη συναντάμε τον Τεκελή, τον πρώτο Μεντζίλ-χανέ ή σταθμό ανεφοδιασμού, ενώ σε απόσταση τρεισήμισι λεύγων βρίσκεται το χωριό Νταουντπμάλ. Πίσω από την πόλη υπάρχουν πολλοί τύμβοι, όπου θα μπορούσε κάποιος να κάνει ανασκαφές χωρίς να τον αντιληφθούν ή να τον ενοχλήσουν.(Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.109)
Η Νάουσα απέχει δύο ώρες από την Θεσσαλονίκη.(Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.110)
Η Θεσσαλονίκη απέχει επτά λεύγες από την Πέλλα.(Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.113)
[/tab]
[tab name=’Tozer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Urquhart’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Walker’]
Η Θεσσαλονίκη ήταν σπουδαίο μέρος ακόμα και όταν λεγόταν Θέρμη. Στη διάρκεια της πορείας του ο Ξέρξης έκανε εδώ στάση για να ξεκουραστεί, στρατοπεδεύοντας μεταξύ Θέρμης και Αξιού (Βαρδάρη) ενώ τα πλοία του περιπολούσαν στον Θερμαϊκό κόλπο. Η θέα του Ολύμπου και της Όσσας ήταν αυτή που τον δελέασε να εξερευνήσει τον ρου του Πηνειού. Λίγο πριν την έκρηξη του Πελοποννησιακού πολέμου η Θέρμη καταλήφθηκε από τους Αθηναίους, ύστερα όμως από δύο χρόνια παραδόθηκε στον Περδίκκα. Την ξαναέχτισε ο Κάσσανδρος και την ονόμασε Θεσσαλονίκη προς τιμήν της γυναίκας του που ήταν αδερφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Μετά τη μάχη της Πύδνας η πόλη παραδόθηκε στους Ρωμαίους κι έγινε πρωτεύουσα του δεύτερου από τα τέσσερα διαμερίσματα της Μακεδονίας. Όταν όλη η Μακεδονία έγινε μια επαρχία, η Θεσσαλονίκη ήταν η σπουδαιότερη πόλη της και ουσιαστικά έγινε μητρόπολή της παρόλο που έτσι ονομάστηκε αργότερα. Τους τρεις πρώτους αιώνες μετά την εμφάνιση του Χριστού ήταν πρωτεύουσα όλης της περιοχής μεταξύ της Αδριατικής και της Μαύρης Θάλασσας, αλλά και μετά την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης παρέμεινε στην πραγματικότητα μητρόπολη της Ελλάδας, της Μαγνησίας και της Ιλλυρίας. Ήταν ο κυριότερος σταθμός της Εγνατίας οδού.
Όταν ο Κικέρων εξορίστηκε για δεύτερη φορά κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη με το φίλο του Καίστορα και από εκεί έγραψε μερικά από τα σωζόμενα γράμματά του.
Στη διάρκεια του δευτέρου εμφυλίου πολέμου η πόλη πήγε με το μέρος του Οκταβίου και του Αντωνίου και το κέρδος της ήταν ότι έγινε ελεύθερη πόλη. Ο Κωνσταντίνος πέρασε από εκεί λίγο καιρό αφού νίκησε τους Σαρμάτες και είναι πολύ πιθανό η αψίδα στην ανατολική είσοδο της πόλης να έγινε σαν ανάμνηση αυτής της νίκης.
Η πρώτη απ’τις τρομερές εκείνες σφαγές, για τις οποίες η Θεσσαλονίκη έβγαλε όνομα, έλαβε χώρα τον καιρό του Θεοδοσίου, του τελευταίου αυτοκράτορα που ήταν ο μοναδικός κυρίαρχος σε όλη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Παρόλο που ήταν ένθερμος οπαδός του Χριστιανισμού και οι τότε συγγραφείς τον είχαν εξυμνήσει σαν πρίγκιπα προικισμένο με κάθε αρετή, η μετριοπάθεια και η καλοσύνη του έλειψαν τελείως σε αυτή την περίπτωση.
Για να καταπνίξει ένα κίνημα του λαού για χάρη ενός αρματοδρόμου που ήταν πολύ δημοφιλής και που είχε συλληφθεί με διαταγή του αυτοκράτορα συγκέντρωσε τους κατοίκους στον Ιππόδρομο για να παρακολουθήσουν δήθεν τους αγώνες και στη συνέχεια διέταξε να σφαγούν χωρίς έλεος και χωρίς διάκριση ηλικίας ή φύλου επτά χιλιάδες άτομα.Τον Μεσαίωνα η Θεσσαλονίκη καταλήφθηκε τρεις φορές. Τον Ιούλιο του 904 ο στόλος των Σαρακηνών εμφανίστηκε μπροστά στην πόλη και την κυρίευσε ύστερα από μάχες λίγων ημερών. Η σφαγή των κατοίκων ήταν φοβερή και αμέτρητοι πουλήθηκαν σε διάφορα δουλοπάζαρα της Ανατολής. Τα δημόσια κτίρια σώθηκαν από ολοκληρωτική καταστροφή μόνο όταν καταβλήθηκαν υπέρογκα λύτρα. Τα γεγονότα αυτά τα διηγήθηκε ο Ιωάννης Καμενιάτης που ήταν ραβδούχος του αρχιεπισκόπου.Η επόμενη μεγάλη καταστροφή της Θεσσαλονίκης έγινε από τους Νορμανδούς της Σικελίας. Ο στόλος του Ταγκρέδου έκανε το γύρο του Μοριά και έφτασε στον Θερμαϊκό κόλπο ενώ μία στρατιά ξεκίνησε από το Δυρράχιο παίρνοντας την Εγνατία Οδό. Η Θεσσαλονίκη καταλήφθηκε στις 15 Αυγούστου του 1185 και οι Λατίνοι φέρθηκαν απέναντι στους Έλληνες με απάνθρωπο τρόπο, βεβήλωσαν τους βωμούς και τους τάφους και τιμώρησαν τους κατοίκους με τέτοια βαρβαρότητα και αγριότητα που δεν είχε προηγούμενο. Ο διάσημος Ευστάθιος, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης εκείνη την εποχή, εξιστόρησε την κατάληψη της πόλης λένε πως ήταν αναμφίβολα ο πιο μορφωμένος άνθρωπος στα χρόνια του και ανεκτίμητος σχολιαστής της Ιλιάδας και της Οδύσσειας.Αμέσως μετά από αυτή την περίοδο, ακολουθεί η παράξενη ιστορία της δυτικής φεουδαρχίας με τον Βονιφάτιο, μαρκήσιο του Μονφερρά, και τους διαδόχους του στη διάρκεια του πρώτου μισού του 13ου αιώνα. Η πόλη βρέθηκε πάλι κάτω από λατινική κυριαρχία (έχοντας πουληθεί από τον Έλληνα αυτοκράτορα στους Ενετούς), όταν το 1430 καταλήφθηκε τελικά από τους Τούρκους με επικεφαλής τον Μουράτ Β’. (Walker,σ. 21-23)
Εκκλησιαστική ιστορία της Θεσσαλονίκης: Ο Χριστιανισμός μόλις σταθεροποιήθηκε στην πόλη εξαπλώθηκε προς όλες τις κατευθύνσεις εξαιτίας των εμπορικών σχέσεων της πόλης. Τους επόμενους αιώνες αποτέλεσε το προπύργιο όχι μόνο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αλλά και της Χριστιανοσύνης της Ανατολής και έπαιξε μεγάλο ρόλο στον προσηλυτισμό των Σλάβων και των Βουλγάρων. Έτσι την ονόμασαν Ορθόδοξη Πόλη.(Walker,σ. 23)
Η Θεσσαλονίκη, που οι Έλληνες τη λένε Σαλονίκη και οι Τούρκοι Σελανίκ, είναι η σπουδαιότερη πόλη της Ευρωπαϊκής Τουρκίας μετά την Κωνσταντινούπολη. Είναι το ίδιο αξιόλογη και για τις φριχτές τραγωδίες που έλαβαν εκεί χώρα στο παρελθόν αλλά και για την άνεση με την οποία, χάρη στη θέση της που τόσο ευνοεί το εμπόριο και τη ναυτιλία, μπόρεσε και πάλι να ορθοποδήσει ύστερα από τις συμφορές της. (Walker,σ. 23)
Ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης είναι ένα μωσαϊκό από εθνότητες και γλώσσες όπως και στις περισσότερες ανατολίτικες πόλεις, αποτελείται κυρίως από Τούρκους, Εβραίους και Έλληνες καθώς και πολλούς άλλους από τις γειτονικές χώρες: Αλβανούς, Βουλγάρους, Βλάχους, Ιόνιους, βουνίσιους από την Πίνδο και νησιώτες από το διπλανό αρχιπέλαγος, μερικούς Ευρωπαίους (και η ονομασία αυτή αναφέρεται στις αγγλικές, γαλλικές, γερμανικές και τις άλλες «φραγκικές» κοινότητες) και έναν σεβαστό αριθμό από τσιγγάνους ή γύφτους που δεν είναι νομάδες αλλά έχουν εγκατασταθεί στη συνοικία της πόλης που ορίστηκε γι’αυτούς• είναι οι αναγνωρισμένοι σιδεράδες και γανωτήδες. Ένας παράξενος όμως λαός, οι Αρμένιοι, που τους βρίσκουμε σε μεγάλο αριθμό στη Κωνσταντινούπολη, στην Προύσα και γενικά σε όλη την Ανατολή, δεν φαίνεται να έχουν μεταναστεύσει ομαδικά μέχρι εδώ. (Walker,σ. 31)
Τα τείχη της Θεσσαλονίκης έχουν έκταση οκτώ χιλιόμετρα από τα οποία το ενάμισι περίπου είναι δίπλα στην ακτή. Σε πολλά μέρη φαίνονται μαρμάρινες πλάκες και ταφόπλακες. Λέγεται ότι σε μία από τις πολιορκίες οι κάτοικοι της πόλης ανάγκασαν τους Εβραίους να ξηλώσουν τις ταφόπλακες από τα μνήματά τους για να χρησιμοποιηθούν στην επισκευή των τειχών. Ο μεγάλος στρογγυλός πύργος στην νοτιοανατολική άκρη, κοντά στη Καλαμαριά, λέγεται μπαρουταποθήκη. (Walker,σ. 36)
[/tab]
[tab name=’Σχινάς’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[end_tabset]
[tab name=’Abbot’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Berard’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Boissonas’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Chirol’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Clarke’]
Στην εποχή του Στράβωνα, υπήρχαν μέσα στη χερσόνησο, και πάνω στο βουνό, όχι λιγότερες από πέντε πόλεις οι οποίες αναφέρονται και από τον Ηρόδοτο και από τον Θουκυδίδη. Είναι οι εξής πόλεις : Δίον,Ολόφυξος Ακρόθωοι, Θύσσος ή Θύσος και Κλεωναί. (Clarke,σ. 394)
Το βουνό Άθως είναι τόσο απόκρημνο και τραχύ όπως και η κορυφή του Καυκάσου. Παρόλο που αποκαλείται κοινώς Άγιο Όρος, η κορυφή του ακόμα φέρνει το όνομα του Άθωνα. Τα κυρίως μοναστήρια είναι η Αγία Λαύρα,το Βατοπέδι, η μονή Χιλανδαρίου και η μονή Ιβήρων, καθένα από αυτά πληρώνει ετησίως στην τουρκική κυβέρνηση ένα ενοίκιο γύρω στα 100 δολάρια. Αλλά υπάρχουν 16 άλλα που πληρώνουν το καθένα μισό από αυτό το ποσό, λίγο ή περισσότερο, σύμφωνα με τις αξιώσεις της φτώχειας τους, ένα ή δύο είναι τελείως απαλλαγμένα από όλους τους δασμούς και τότε καλούνται Kesim, η τουρκική λέξη που σημαίνει «ελεύθερα από φόρους».
Το σύνολο των εισφορών που επιβάλλεται στα μοναστήρια του Άθω ισούται με χίλια δολάρια, δεν φτάνουν ούτε στο χιλιοστό το ποσό των δώρων ετησίως που δίνονται σε αυτούς από τους πρίγκηπες και τους ιερείς της Ρωσίας, Μολδαβίας, Βλαχίας και Γεωργίας.
Τα περισσότερα από τα μοναστήρια μπορούν να εκπροσωπήσουν την ιστορία της ίδρυσής τους, όχι σε μπογιά ή χρώματα, αλλά σε κεντήματα χρυσού και μαργαριταριών και άλλων πολύτιμων λίθων, αναμειγμένα με μοναδική τέχνη και πρωτοτυπία. (Clarke,σ. 392)
[/tab]
[tab name=’Cousinery’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Frazer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Holland’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Isambert’]
Αυτός που θέλει να επισκεφθεί τον Άθω και αποφεύγει την διάβαση ολόκληρης της Χαλκιδικής μπορεί να μεταβεί εκεί μέσω της Καβάλας και των Δαρδανελλίων δια πλοίου. (Isambert, σ.51)
Ο Άθως, Άγιον Όρος , ή Monte Sano είναι μεγάλο και βραχώδες ακρωτήριο που διατέμνεται από φαράγγια που έχουν μήκος 40 χιλιόμετρα και εκτείνονται από το βορρά και το νότο και κείται μεταξύ του κόλπου της Κοντέσσας (σήμερα κόλπος της Ρεντίνας) και του Συγγιτικού. Νοτίως καταλήγει στον κυρίως Άθωνα, που είναι ένας ψηλός κώνος από λευκό τιτανόλιθο ύψους 1935 μέτρων. Αυτό το ακρωτήριο είναι γνωστό στην αρχαιότητα με το όνομα Άθως ή Ακτή.Οι Έλληνες έχτισαν εδώ πέντε πόλεις: Το Δίον, τις Κλεωνές, το Θύσσον, το Ολόφυξον και το Ακρόθωον.
Σύμφωνα με την παράδοση η κτίση των Μονών του Αγίου Όρους ανέρχεται ως τα χρόνια της αυτοκράτειρας Ελένης της μητέρας του Αγίου Κωνσταντίνου. Στους μετέπειτα χρόνους το θρησκευτικό συναίσθημα των αυτοκρατόρων υπήρξε η κυρίως αιτία της ανέγερσης Μονών στο Όρος. Όλες οι εθνότητες δε της Ορθόδοξης Πίστης είχαν την θέληση να αναγείρουν εδώ ένα Μοναστήρι.
Το Άγιον Όρος έχει 20 Μονές και άπειρες σκήτες, στις οποίες διαμένουν 6.000 καλόγεροι. Οι Μονές διαιρούνται σε κοινοβιακές και σε ιδιόρρυθμες. Διοικούνται δε από από συνέλευση (σύναξη) που συνέρχεται στις Καρυές και συνίσταται από 20 αντιπροσώπους, που εκλέγονται κάθε έτος και από τέσσερις προέδρους, εκ των οποίων ο σημαντικότερος αποκαλείται ως πρώτος. Η σύναξη δεν ασχολείται με τα γενικότερα συμφέροντα του Όρους, αλλά το κάθε Μοναστήρι είναι αυτοδιοίκητο και αυτόνομο.
Εκτός από τα Μεγάλα Μετόχια, οι Μονές έχουν κτήσεις στην Βλαχία, τη Θάσο, και στα παράλια της Ευρωπαϊκής Τουρκίας. Επίσης κέρδη προσκομίζουν οι Μονές από την καλλιέργεια των δασών, την κατασκευή ελαίου, από ελιές και δαφνοκαρπό, και από τα φουντούκια. Αξίζει να σημειωθεί πως η Μονή Κουτλουμουσίου προσκομίζει 200.000 οκάδες φουντούκια κατ’ έτος. Οι Μονές της Μεγίστης Λαύρας, των Ιβήρων, και του Φιλοθέου εξάγουν 500.000 γρόσια ξύλα. Τέλος οι καλόγεροι εισπράττουν πολλά χρήματα και από την πώληση διαφόρων γλυπτών και άλλων αγιογραφικών εργόχειρων. (Isambert, σ.54-61)
Περιδιάβαση στις Μονές του Αγίου Όρους.
Η συνολική περιδιάβαση απαιτεί περίπου 15 ημέρες. Μέσα σε μία εβδομάδα έχει κάποιος την δυνατότητα να επισκεφθεί ότι το αξιόλογο. Οι μεταβάσεις πρέπει να γίνονται με μουλάρια, διότι οι δρόμοι είναι απρόσιτοι με τα άλογα. Οι Μονές βρίσκονται προς τη θάλασσα από την ανατολική και από τη δυτική πλευρά του Όρους. Θα τις παρουσιάσουμε δε διαδοχικά ξεκινώντας από την κωμόπολη της Ιερισσού. Ανάβαση στο Όρος Άθω. Από το Μοναστήρι της Μεγίστης Λαύρας η άνοδος και η κάθοδος μπορεί να συμβεί σε διάστημα μιας ημέρας. Το Όρος υψώνεται απότομα πάνω από τη Μονή. Κατ’ αρχάς κάποιος ακολουθεί ένα απότομο μονοπάτι το οποίο διέρχεται μέσα από ένα δάσος από δρυόδεντρα και πευκόδεντρα. Το ίδιο αυτό μονοπάτι απολήγει στο βορειανατολικό πλευρό του Άθωνος. Κατόπιν ανεβαίνουμε ένα φαράγγι κατάμεστο πεύκων ως τη στιγμή που θα φτάσουμε στην εκκλησία της Παναγίας, η οποία έχει χτιστεί κάτω από το κυρίως δάσος, και πιο συγκεκριμένα στις υπώρειες ενός υπερμεγέθους κώνου κάποιου λευκού τιτανόλιθου, ο οποίος και αποτελεί την κορυφή του Όρους. Από εκείνο το σημείο η ανάβαση που οδηγεί εν τέλει στην κορυφή του Άθωνος, που στέφεται από τον Ιερό Ναό της Μεταμορφώσεως είναι εξόχως δυσχερής μιας που η εν λόγω οδός δεν είναι προσβάσιμη από τα διάφορα κτήνη. Ωστόσο με την λήξη της ανάβασης η κόπωση του εκάστοτε οδοιπόρου κάμπτεται και εξαφανίζεται μπρος στην καλλιέπεια του τοπίου που συναντά. Πιο συγκεκριμένα η θέα προς βορράν και εξής περιλαμβάνει τα βουνά της Σαμοθράκης και τα κατακερματισμένα από τα καταγάλανα νερά θρακικά παράλια των κόλπων της Κοντέσσας και της Καβάλας. Από τα δυτικά πάλι θέωνται με τα μάτια να κοιτάζουν προς τα κάτω τα δύο ακρωτήρια του Λόγγου και της Κασσάνδρας και στο βάθος το βλέμμα κεντρίζεται από τον Όλυμπο και τις περήφανα ιστάμενες χιονισμένες βουνοκορφές του. Τέλος από τα νότια κυριαρχούν περισσότερο τα παράλια της Θεσσαλίας και τα ψηλά βουνά της Όσσας και του Πηλίου.
Από το Μοναστήρι της Μεγίστης Λαύρας κατευθυνόμενος προς τα δυτικά στο σκαμμένο μονοπάτι της βραχώδους ακτής φτάνουμε στην Άγια Άννα, το αναχωρητήριο των ασκητών, το οποίο ανήκει στο Μοναστήρι της Μεγίστης Λαύρας. Από εκείνο το σημείο δε ξεκινά η περιδιάβαση των Μονών της δυτικής πλευράς του Όρους. Πρώτη από όλες είναι η Μονή του Παύλου [Ναός Αγίου Γεωργίου]. Απέχει δέκα ώρες με αφετηρία το Μοναστήρι της Μεγίστης Λαύρας. Χτίστηκε από Βουλγάρους και Σέρβους και έχει 120 Μοναχούς, εκ των οποίων οι περισσότεροι είναι γλύπτες ζωγράφοι και καλλιγράφοι του Όρους. Από εκεί ένα απόκρημνο και δύσβατο μονοπάτι μας φέρνει στη Μονή του Αγίου Διονυσίου [Ιερός Ναός Αγίου Βαπτιστού Ιωάννου]. Χτίστηκε από τον Αλέξιο τον Γ’ το 1375. Από εκεί πάλι ακολουθώντας την παραλιακή οδό φτάνει μέσα σε μία ώρα στη Μονή του Γρηγορίου [Ναός Αγίου Νικολάου]. Σύμφωνα με την παράδοση χτίστηκε κατά τη 12η εκατονταετηρίδα. Κατόπιν συναντάται η Μονή της Σιμοπέτρας [Ιερός Ναός Χριστού Γέννεσις]. Χτίστηκε κατά την την 13η εκατονταετηρίδα. Επ΄ ακριβώς βρίσκεται σε έναν όρθιο βράχο ξεκομμένο από παντού. Μόνον από την πίσω πλευρά υπάρχει ένα υδραγωγείο όπου τρεις σειρές αψίδων συνδέουν τη Μονή με τη παραλία. Οι πύργοι της προστατεύουν μία απόσταση οκτακοσίων λιμενικών ποδιών. Από εκεί ο δρόμος μας οδηγεί διαδοχικά προς τις Μονές Ξηροποτάμου [ Ιερός Ναός 40 Αγίων Μαρτύρων], Ρουσσικού [Ιερός Ναός Αγίου Παντελεήμονος], Ξενόφου [Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου], Δοχειαρίου [Ιερός Ναός Ταξιαρχών] και Κασταμανίτου [Ιερός Ναός Αγίου Στεφάνου]. Από αυτό το Μοναστήρι η οδός στρίβει προς τα βορειοδυτικά και μέσα σε δυόμιση ώρες μας φέρνει στο Μοναστήρι του Ζωγράφου [Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου], που είναι και το τελευταίο της δυτικής πλευράς του Άθωνος. Από αυτή την Μονή η οδός που κατευθύνεται προς τα βορειοανατολικά μας φέρνει σε ένα πέρασμα, στο οποίο έχουμε αναφερθεί κατά τη διάρκεια της αφήγησής μας, και από το οποίο η Ιερισσός απέχει μόλις επτά ώρες και η οποία αποτελεί την αφετηρία της εκδρομής μας στον Άθωνα. Από εκείνο το σημείο ο περιηγητής μπορεί να επιστρέψει από τον ίδιο δρόμο προς τη Θεσσαλονίκη ή ακολουθώντας μία άλλη μακρύτερη οδό, της οποίας οι προδιαγραφές είναι για να εξερευνήσει κάποιος τη Χερσόνησο της Χαλκιδικής. (Isambert, σ.54-61)
Από την Πινάκα μπορεί κάποιος να μην επιστρέψει στον Άγιο Μάμαντα, αλλά να κατευθυνθεί βορειοδυτικά της Θεσσαλονίκης μέσα από μία άγονη και τραχιά χώρα που συντίθεται από εγκαταλελειμένες κώμες και μετόχια του Αγίου Όρους. Η ίδια αυτή γόνιμη χώρα ερειμώθηκε κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης. Η μονοτονία που παρουσιάζει η περιήγηση σ΄ αυτή την οδό διασκεδάζεται μόνο από τη θέα που συναντούμε βλέποντας τον κόλπο της Θεσσαλονίκης, των παραλίων της Θεσσαλίας και των βουνών του Πηλίου, της Όσσας και του Ολύμπου. Σ’ αυτή την οδό βρίσκονται οι εξής κώμες: Σοφουλάρ, που απέχει τρεις ώρες, Καρυά που απέχει δύο ώρες, και Τζουμπάτ που απέχει τέσσερις ώρες. Στα αριστερά της τελευταίας συναντάμε μετά από λίγο το ακρωτήριο Καραμπουρνού ( Αιναίο) και μέσα από το Σέδες και το Χόρτιατσι φτάνουμε μέσα σε τέσσερις ώρες στη Θεσσαλονίκη. (Isambert, σ.63 -64)
Η οδός εγκαταλείποντας στα αριστερά ένα χάνι και μια οδό που οδηγεί στον Άθω, τρέπεται προς δυσμάς στην κοιλάδα της Αράστας, που είναι κατάφυτη από πυκνά δάση με βελανιδιές.(Isambert, σ. 26)
[/tab]
[tab name=’Leake’]
Με τον όρο Άγιο Όρος ή ιερό βουνό δεν νοείται το όρος Άθως αλλά ολόκληρη η χερσόνησος, που στην αρχαιότητα ονομαζόταν Ακτή. (Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ. 115)
Η κορυφή του ονομάζεται Άθωνας. (Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.121)
Εκκλησιαστικά το Όρος εξαρτάται άμεσα από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. (Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ.123)
Tο μοναστήρι της Λαύρας -αρχικά το ησυχαστήριο του ερημίτη Αθανασίου- ονομαζόταν “η μονή των μελανών” πιθανόν επειδή οι μοναχοί ντύνονταν στα μαύρα ,ώσπου οι οι αυτοκράτορες Νικηφόρος Φωκάς και Ιωάννης Τζιμισκής το επέκτειναν ενώ η περιουσία του αυξήθηκε με τη γενναιοδωρία πολλών λιγότερο σημαντικών ευεργετών.Το κτίσμα είναι ένα ακανόνιστο τετράπλευρο, που βρίσκεται σε μια τοποθεσία όμοια με αυτή της Αγίας Άννας, δηλαδή ακριβώς στους πρόποδες της κορυφής του Άθω, πάνω από ένα γειτονικό ακρωτήριο, την αρχαία Άκραθο, που τώρα ονομάζεται Κάβο Ζμύρνα. (Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.128-129)
Στη μέση του δρόμου μεταξύ της Λαύρας και του ασκητηρίου της Αγίας Άννας υπάρχει άλλη μία σκήτη που ονομάζεται Καυσοκαλύβια, ομοίως τοποθετημένο στους πρόποδες της κορυφής του Άθω πάνω από τη θάλασσα, όπου υπάρχει μία εκκλησία με πολυάριθμα ασκητικά κελιά. (Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.129)
Μερικοί από τους ασκητές, κυρίως στην Αγία Άννα, είναι βιβλιοδέτες, ζωγράφοι και ιστορούν εκκλησιαστικές εικόνες. Υπάρχουν και μερικοί καλλιγράφοι, οι τελευταίοι που έχουν απομείνει σε αυτό το επάγγελμα, το οποίο ήταν πολύ διαδεδομένο πριν την ανακάλυψη της τυπογραφίας και ήταν μια πολύτιμη πηγή εσόδων για τους μοναχούς του Άθω. Η σκήτη τίθεται υπό τις οδηγίες ενός μοναχού του μοναστηριού από το οποίο εξαρτάται και ο οποίος έχει πάρει τον τίτλο “δικαίος”. (Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.134)
Το Όρος παρέχει στους κατοίκους του ξυλεία, καυσόξυλα, λάδι, ελιές, σύκα, καρύδια, χορταρικά, σταφύλια και κρασί, αλλά όσον αφορά το σιτάρι για το ψωμί εξαρτάται εξολοκλήρου από τα μετόχια που βρίσκονται πάνω από τον ισθμό: από τα οποία το Όρος κατέχει όχι λιγότερα από πενήντα πέντε σε παρακείμενες περιοχές στην Μακεδονίας και στο νησί της Θάσου. Το ψάρι είναι το μοναδικό φαγητό από ζώο που επιτρέπεται στην χερσόνησο. Το συνηθισμένο φαγητό συνεπώς μεταξύ των Αγιοριτών, όταν δεν υπάρχει νηστεία, είναι τα λαχανικά, το ψάρι, οι ελιές, και τυρί. Στο Όρος απαγορεύεται να υπάρχουν όλα τα θηλυκά ζώα. Ούτε η αγελάδα, ούτε η προβατίνα, ούτε η γουρούνα, ούτε η χήνα, ούτε η γάτα δεν μπορείς να δεις αλλά φυσικά και τα άγρια ζώα και τα πουλιά τα περιφρονούν, ποντίκια και αρουραίοι πολλαπλασιάζονται και τα καταβροχθίζουν, και είναι υποχρεωμένοι να ομολογήσουν τις υποχρεώσεις τους στη βασίλισσα μέλισσα, χωρίς την βοήθεια της οποίας θα μπορούσαν να αποστερηθούν ένα από τα βασικά προϊόντα. (Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ.135 – 136)
Οι αγενείς πιστεύουν, ή προτιμούν να πιστεύουν, αντίθετά με τις αποδείξεις από τις εμπειρίες τους, ότι κανένα θηλυκό πλάσμα δεν μπορεί να ζήσει στην χερσόνησο, και από ιστορίες ναυτικών του Αιγαίου έχω ακούσει σχετικά για γυναίκες που έχουν τιμωρηθεί απευθείας με θανατική ποινή επειδή είχαν το θράσος να αποβιβαστούν εκεί. Στα βοσκοτόπια του Όρους υπάρχουν κυρίως μουλάρια και μικροί ταύροι, βόδια, κριάρια και τράγοι, τα οποία γεννιούνται στα μετόχια πέρα από τον ισθμό, και τα φέρνουν στη συνέχεια εδώ για να μεγαλώσουν και να παχύνουν. Ένα πρόβατο ή μία κατσίκα σκοτώνεται κάπου κάπου στις Καρυές για τον Αγά και για την οικογένεια του, αλλά ακόμη και αυτός δεν δύναται να έχει κανένα θηλυκό όν στο σπίτι του.
Η συνεισφορά στην Πύλη και στον πασά της Θεσσαλονίκης ήταν περίπου 150 χρυσά γρόσια, από τα οποία καθοριζόταν άθροισμα 7500 πιαστρών(νόμισμα) για μιρί, 9000 για ταχρίρ, και 2200 για χαράτσι. Πέρυσι για το χατισερίφ του Σουλτάνου είχαν δοθεί 7000 στον Πασά της Θεσσαλονίκης, περιορίζοντας τον από κάθε άλλη απαίτηση για χρηματική συνεισφορά. Τα περισσότερα από τα μοναστήρια, αν όχι όλα, είχαν χρέος, για το οποίο δείχνουν μεγάλο ενδιαφέρον, όπως μερικές μεγάλες κοινότητες που βρίσκουν αυτό το τμήμα της ετήσιας υποχρέωσης τους περισσότερο καταπιεστικό σε σχέση με τους άλλους καθορισμένους φόρους και τους τρέχοντες λογαριασμούς τους. ( Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ.136)
Οι κάτοικοι του Όρους προέρχονται από όλα τα μέρη της Τουρκίας, και πρόκειται κυρίως για άνδρες που βρίσκονται στο τέλος της ζωής τους, οι οποίοι έχουν αποσυρθεί εδώ με κίνητρα ευσέβειας, ή πιο κοινά, για χάρη σωτηρίας της υπόλοιπης ζωής τους από τον κίνδυνο του τουρκικού δεσποτισμού. Κάθε άνδρας που φέρνει χρήματα μαζί του είναι καλοδεχούμενος, αν είναι μεγάλος δεν γίνεται μάλιστα δεκτός χωρίς αυτά, αλλά η είσοδος επιτρέπεται στους νέους και εργατικούς ελεύθερα, και αφού έχουν προσφέρει εργασία για μερικά χρόνια ως κοσμικοί, γίνονται δεκτοί στη συνέχεια ως καλόγεροι.(Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ.136)
Οι τρόφιμοι του Όρους Άθως προέρχονται φυσικά από όλα τα μέρη της Τουρκίας, και πρόκειται κυρίως για άνδρες που βρίσκονται στο τέλος της ζωής τους, οι οποίοι έχουν αποσυρθεί εδώ από κίνητρα ευσέβειας ή πιο συχνά χάριν σωτηρίας της υπόλοιπης ζωής τους από τους κινδύνους του Τουρκικού δεσποτισμού. Κάθε άνδρας που φέρνει χρήματα μαζί του είναι καλοδεχούμενος, αν είναι μεγάλος μάλιστα δεν γίνεται δεκτός χωρίς αυτά ενώ η είσοδος επιτρέπεται στους νέους και εργατικούς ελεύθερα, οι οποίοι αφού θα έχουν προσφέρει εργασία για μερικά χρόνια ως κοσμικοί, γίνονται δεκτοί στη συνέχεια ως καλόγεροι.Οι άνθρωποι αυτοί ψάχνουν τα μέσα για να ζήσουν, άρα προέρχονται κυρίως από τις χαμηλότερες τάξεις. Πολλοί από αυτούς σε ορισμένες περιόδους της ζωής τους ήταν αναγκασμένοι να ζουν σαν φυγάδες εξαιτίας των αδικημάτων που είχαν διαπράξει ή από το φόβο της τουρκικής εκδίκησης είτε δίκαιης είτε άδικης.Αυτό που συμβαίνει συνήθως σήμερα, μολονότι ήταν προφανώς διαφορετικά κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας,είναι πως πολλοί λίγοι από τους μοναχούς του κάθε μοναστηριού γνωρίζουν κάτι άλλο πέρα από τη λειτουργία ενώ οι υπόλοιποι το καλύτερο που μπορούν να κάνουν είναι να διαβάσουν τους εκκλησιαστικούς ύμνους. Κάποιοι άλλοι,που στο παρελθόν είχαν γίνει Μουσουλμάνοι, αργότερα το μετάνιωσαν και κατέφυγαν σε αυτό το μέρος ως το μοναδικό στο οποίο θα μπορούσαν να επιστρέψουν στην εκκλησία και να σώσουν ταυτόχρονα και τους εαυτούς τους από την τιμωρία η οποία περίμενε τους Τούρκους αποστάτες. Δεν είναι πολύς καιρός από τότε που ένας νεαρός Εβραίος από τη Θεσσαλονίκη ήρθε στο Όρος για να ασπαστεί τον Χριστιανισμό και τη μοναστική ζωή, αλλά μόλις χειροτονήθηκε , επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, όπου εκεί έγινε αποδέκτης γενναίων προσφορών από άλλους Εβραίους για να απαρνηθεί τον Χριστιανισμό. (Leake,τομ. ΙΙΙ, σ.137)
Το κανάλι της Ιερισσού μοιάζει να μην έχει περισσότερο από 60 πόδια πλάτος. Καθώς η ιστορία δεν κάνει καμία αναφορά για εργασίες αποκατάστασης του καναλιού μετά την εποχή του Ξέρξη, τα νερά από τα τριγύρω υψώματα είχαν με φυσικό τρόπο γεμίσει με χώμα το κανάλι στο πέρασμα των χρόνων. Θα μπορούσε ωστόσο, χωρίς μεγάλο κόπο, να βελτιωθεί.Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο στη ναυσιπλοΐα στο Αιγαίο, καθώς ο φόβος των Ελλήνων καραβοκύρηδων εξαιτίας της ισχύος και της ακαθόριστης κατεύθυνσης των θαλάσσιων ρευμάτων γύρω από το Όρος Άθως και των θυελλωδών ανέμων και των κυμάτων της θάλασσας είναι αρκετά μεγάλος. Τα φαινόμενα αυτά επηρέαζαν τις περιοχές που γειτνίαζαν με το βουνό και διαρκούσαν για περίπου έξι μήνες ετησίως ενώ έμοιαζαν περισσότερο τρομακτικά εξαιτίας της έλλειψης λιμανιών στον Κόλπο του Ορφανού, έτσι ώστε δεν μπόρεσα όσο καιρό ήμουν στην χερσόνησο, και μολονότι προσέφερα μια υψηλή τιμή, να πείσω κανένα βαρκάρη να με μεταφέρει από την ανατολική πλευρά της χερσονήσου στη δυτική ή ακόμη από τη μονή Ξηροποτάμου στο Βατοπέδι.Ο Ξέρξης ,άρα, απόλυτα δικαιολογημένα προχώρησε στη δημιουργία αυτού του καναλιού, για την ασφάλεια που παρείχε στο στόλο του και τη διευκόλυνση των εργασιών του καθώς και για τα πλεονεκτήματα του εδάφους, τα οποία φαίνεται πως σαφώς υποβοηθούσαν ένα τέτοιο εγχείρημα. (Leake,τομ. ΙΙΙ,σ.145)
Στο άνοιγμα της κορυφογραμμής βρίσκεται ένα άλλο μετόχι, το οποίο ανήκει σ’ ένα από τα μοναστήρια του Αγίου Όρους και μισό μίλι πιο πέρα από αυτό, σε ένα ύψωμα που συνορεύει με την κορυφογραμμή, βρίσκεται η Ερισσός ή Ιερισσός που αποτελείται από 150 διασκορπισμένα σπίτια, τα οποία κατοικούνται εξολοκλήρου από Έλληνες και από τα οποία εκείνα που είναι πιο κοντά στη θάλασσα είναι περίπου ένα τέταρτο του μιλίου απόσταση από αυτό και μισή ώρα από το Βατοπεδινό μετόχι. (Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ.147)
Μεταξύ πολλών αρχαίων νομισμάτων, τα οποία έχω αγοράσει από ανθρώπους της Ιερισσού και τα οποία όλα έχουν βρεθεί επί τόπου ή σε χωράφια που καλλιεργούνταν από τους χωρικούς, εκείνα της Ακάνθου είναι τα πιο πολυάριθμα σε σχέση με οποιαδήποτε άλλα και διασώζονται από πολύ μακρινές εποχές, τα ασημένια από την μακρινή αρχαιότητα, ενώ εκείνα από χαλκό είναι γενικά των πιο πρόσφατων χρόνων. Τα επόμενα σε αριθμό, μετά τα νομίσματα της Ακάνθου, είναι εκείνα της Ουρανούπολης ή της “Ουρανίδων πόλεως”, όπως εγγράφεται το όνομα της πόλης πάνω σε αυτά τα νομίσματα. Για το μέρος αυτό η ιστορία δεν μας έχει αφήσει καμία πληροφορία, εκτός από το ότι είχε ιδρυθεί από τον Αλέξαρχο, τον αδερφό του Κασσάνδρου, του βασιλιά της Μακεδονίας. Πιθανότατα καταλάμβανε την ίδια τοποθεσία με τη Σάνη,καθώς ο Πλίνιος, ο μοναδικός συγγραφέας πέρα από τον Αθήναιο που την ονόμασε Ουρανούπολη, δεν είχε συμπεριλάβει τη Σάνη μεταξύ των πόλεων του Άθω. (Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 148-149)
Για την τοποθεσία των τεσσάρων άλλων πόλεων της Ακτής δεν έχουμε κανένα στοιχείο για να σχηματίσουμε γνώμη παρά μόνο από την τάξη με την οποία αναφέρονται από τέσσερις συγγραφείς.Αλλά, δυστυχώς, δεν συμφωνούν όλοι με τη σειρά αυτή και μια σύγκριση μεταξύ τους, όπως συνήθως συμβαίνει σε παρόμοιες καταστάσεις, δεν οδηγεί καθόλου σε σίγουρα συμπεράσματα. Ο Σκύλαξ, του οποίου οι πληροφορίες προέρχονται από έναν περίπλου, πρέπει να είναι η πιο αξιόπιστη πηγή. Ο Σκύλαξ έχει ταξινομήσει τις πόλεις με τον ακόλουθο τρόπο, παραπλέοντας από την Τορώνη : Δίον, Θύσσος, Κλεωναί, το Όρος Άθως, Χαραδρίαι, Ολόφυξος και μετά η Άκανθος, από όπου μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι η Θύσσος και οι Κλεωναί ήταν στη νότια πλευρά ενώ οι Χαραδρίαι και η Ολόφυξος στη βόρεια ακτή. (Leake, τομ.ΙΙΙ,σ. 150-151 )
Οι Τούρκοι ήταν πιθανότατα ανήσυχοι ότι το Άγιο Όρος πλήρωνε πολύ λιγότερο σε σχέση με τον αριθμό των ατόμων που ζούσαν εκεί, αλλά όντας η κατοικία ατόμων αφιερωμένων στη θρησκεία, δικαιούνταν να απολαμβάνουν τουρκικά προνόμια.(Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ. 252)
Ο Στέφανος, ο οποίος απαριθμεί πέντε πόλεις με αυτό το όνομα, σιωπά ως προς το αν υπάρχει πόλη με αυτό το όνομα στη Θρακική Χαλκιδική και ο Εύδοξος, τον οποίο αντιγράφει, απλώς περιγράφει τη Χαλκίδα ως την ακτή η οποία βρίσκεται ανάμεσα στο Άθως και την Παλλήνη. (Leake, τομ. III, σ. 456)
Η δεύτερη Μακεδονία περιλάμβανε όλη την περιοχή ανάμεσα στον Στρυμόνα και τον Αξιό εκτός από τη Σιντική και τη Βισαλτία και εκτεινόταν από τις πηγές των δύο ποταμιών μέχρι εκεί που έφταναν τα σύνορα του βασιλείου της Μακεδονίας. Η στροφή προς τα ανατολικά του Στρυμόνα κάτω από τις Σέρρες αποδεικνύει αμέσως γιατί η Σιντική και η Βισαλτία είχαν εξαιρεθεί από τις περιοχές ανάμεσα στο Στρυμόνα και στον Αξιό και εντάσσονταν στην πρώτη Μακεδονία αντί για τη δεύτερη. Η δεύτερη περιοχή ήταν η πιο εύφορη και πιο γνωστή από τις τέσσερις περιοχές και κανένα τμήμα της Μακεδονίας δεν συγκρινόταν σε ευφορία και σε άλλα πλεονεκτήματα με τη Μυγδονία, τη Χαλκιδική και τις τρεις γειτονικές χερσονήσους όπου ο ιστορικός σημειώνει ιδιαίτερα την παραγωγική Παλλήνη και τους απάνεμους ορμίσκους της Τορώνης και του Άθω. Το όνομα Αενεία, το οποίο ο Λίβιος αποδίδει στο λιμάνι του Άθω δεν το συναντάμε σε κανέναν άλλο συγγραφέα, ούτε είναι σίγουρο σε ποιο από τα λιμάνια της Ακτής αναφέρεται. (Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.483-484)
[/tab]
[tab name=’Mantegazza’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Pouqueville’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Tozer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Urquhart’]
Μοναστήρια Αγίου Όρους: Υπάρχουν 24 μοναστήρια• τα κυριότερα είναι Χιλανδάρι, Συμεών, Βατοπέδι, Παντοκράτορα, Ιβήρων- αυτά είναι στην ενδοχώρα• Λάβρα, Αγίου Παύλου, Διονυσίου Γεωργίου, Αρχαγγέλου και Κασταμονίτου, βρίσκονται στην πλαγιά του βουνού, προς το Αιγαίο, στεκούμενα σε κοινή θέα από το βράχο και χαιρετιούνται από τους περαστικούς ψαράδες, ναύτες και πειρατές.(Urquhart,τομ. ΙΙ,σ. 112)
Ο καπετάνιος του Αγίου Όρους διατηρούσε και το αξίωμα του καπετάνιου της Κασσάνδρας. Είχε επιλεγεί από τους μοναχούς ανάμεσα από τους κλέφτες της περιοχής και είχε λάβει ένα φιρμάνι από την Πύλη και ένα Μπουγιουρντί από τον Πασά που τον καθιστούσε Αρματολό. Αυτός και οι άνδρες του είχαν απαλλαγεί από την καταβολή φόρων και τους είχε ανατεθεί η προστασία του Αγίου Όρους. Η ομάδα του αποτελούνταν από 25 άνδρες που έπρεπε να διατηρούν την τάξη και να προστατεύουν την περιοχή από καταστροφές. (Urquhart,τομ. ΙΙ,σ. 116)
Υπάρχει ένα μικρό νησί στον κόλπο του Αγίου Όρους που οι Έλληνες το ονομάζουν «Αμιλιάρι» ενώ οι Τούρκοι «Εσκί Αντασί».(Urquhart,τομ. ΙΙ,σ. 33)
[/tab]
[tab name=’Walker’]
Τα σπουδαιότερα μοναστήρια είναι περίπου είκοσι, εκτός από τα πολυάριθμα καλογερικά χωριά και τα ερημητήρια.
Όλα τα μοναστήρια έδειχναν πως ήταν καλά οχυρωμένα και τα περισσότερά τους έχουν έναν τοίχο που φτάνει σε αρκετό ύψος. Τα μέρη όμως που φαίνονταν κατοικήσιμα ήταν φτιαγμένα από ξύλο, βαμμένα σκούρα κόκκινα ή καφέ ενώ τα πατώματα προεξείχαν, στηριγμένα σε μακριά δοκάρια που είχαν μία κλίση προς τα επάνω.
Ένα από τα μοναστήρια καταλαμβάνει μια δεσπόζουσα θέση• στέκεται ακριβώς πάνω σε ένα σκούρο βράχο που η μία πλευρά του κατηφορίζει απότομα από τη βάση του ψηλού πέτρινου τοίχου, σχηματίζοντας έναν τρομερό γκρεμό. Από την άλλη πλευρά το βουνό χαμηλώνει με μία μακριά σειρά από κλιμακωτά αμπέλια. Τα περισσότερα μοναστήρια έχουν κάτω στην ακτή έναν ισχυρό πύργο, φρουρό της τοποθεσίας από τη θάλασσα, και πολλά πρέπει να είναι απροσπέλαστα σχεδόν από κάθε πλευρά. (Walker,σ.12-13)
[/tab]
[tab name=’Σχινάς’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[end_tabset]
[tab name=’Abbot’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Berard’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Boissonas’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Chirol’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Clarke’]
Το τζαμί αυτό ήταν κάποτε η Μητρόπολη της πόλης. Το σχήμα του είναι σταυροειδές. Ο Pococke το θεωρεί το πιο όμορφο τζαμί της πόλης. Σε κάθε πλευρά υπάρχει μια διπλή κιονοστοιχία, που αποτελείται από κίονες φτιαγμένους από Verde Antico και κιονόκρανα ιωνικού ρυθμού, ενώ όλο το εσωτερικό του ναού είναι ντυμένο με μάρμαρο, μεγάλο μέρος του οποίου υπάρχει ακόμα. Το τζαμί έχει μήκος 70 γυάρδες και πλάτος 40. (Clarke, σ . 357)
[/tab]
[tab name=’Cousinery’]
«Τέμενος Αγίου Δημητρίου» Πλούσιος και μεγάλος ναός, χωρισμένος σε τρία μέρη εκ των οποίων το κεντρικό οριοθετείται από δεκαέξι κίονες από χαλκό. Πάνω από τους κίονες υψώνεται μια μεγάλη γαλαρία. Σε όλο το μήκος των δυο πλαϊνών μερών υπάρχουν κίονες από το ίδιο μάρμαρο όπως αυτές του ισογείου. Είναι δεκαέξι σε κάθε πλευρά. Άλλες τέσσερις κολόνες από κόκκινο γρανίτη Αιγύπτου βρίσκονται κοντά στο ιερό. Η οροφή είναι από ξύλο δρυός- χωρίς ωστόσο να φέρει κανενός είδους διακόσμηση. Στον τοίχο της γαλαρίας είναι τοποθετημένα μετάλλια από ακριβό μάρμαρο(πορφύρα και σερπαντίνα).Τα περισσότερα από αυτά έχουν καταστραφεί από τους ιερείς, οι οποίοι κατοικώντας στο ιερό έβρισκαν ευκαιρία στη διάρκεια της νύχτας να κόβουν κομμάτια του διακόσμου και να τα πωλούν στους Ευρωπαίους. Στο κέντρο του ναού βρίσκουμε σε πλαίσιο πλούσια διακοσμημένο μια επιγραφή αφιερωμένη στον Luc Spandoni, ευεργέτη του ναού. (Cousinery,τομ.Ι,σ.42-43)
[/tab]
[tab name=’Frazer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Holland’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Isambert’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Leake’]
Ο Άγιος Δημήτριος είναι μια μεγάλη εκκλησία με τριπλό κλίτος που στηρίζεται σε διπλή σειρά κιόνων διαφορετικών ειδών ποικιλόχρωμων μαρμάρων που μοιάζει πολύ με παλιό λατινικό ναό όπως αυτούς στην Ιταλία, στη Σικελία και στoυς Αγίους Τόπους.Πιθανότατα έχει κατασκευαστεί από τους Λατίνους με την κατοχή της Θεσσαλονίκης τον 13ο αιώνα.Στο εσωτερικό του ναού ένα νεκρικό μάρμαρο παρεμβάλλεται στον τοίχο, το οποίο προσομοιάζει με πολλά παρόμοια μνημεία της Χριστιανοσύνης, σε συνήθη μορφή και αντιπροσωπεύει το τέρμα μιας σωρού περιβλημένης με αέτωμα.Είναι στολισμένος με λουλούδια και μέσα στον ναό υπάρχει επιγραφή με εικοσιδύο ελληνικούς ιαμβικούς στίχους προς τιμή ενός Λουκά Σπαντουνή, ο οποίος περιγράφεται ως απόγονος του Βυζαντίου και των Ελλήνων και ο οποίος απεβίωσε το έτος 6989 ή 1481, όπου θα φαίνεται ότι οι Τούρκοι δεν στέρησαν από τους Έλληνες την εκκλησία του Αγ.Δημητρίου αμέσως μετά την κατάκτηση.Καθώς οι στίχοι στο μνημείο αυτό είναι πιο αξιόπιστοι για την ενημέρωση για την εποχή και δημοσιεύτηκαν μόνο από τον Παύλο Λουκά, ο οποίος, μαζί με άλλες ανακρίβειες, παρέλειψε δυο σειρές, επισυνάπτω ένα αντίγραφό τους.Ο σύγχρονος ποιητής, για να κάνει την ελληνική του προσπάθεια πιο ολοκληρωμένη, μιμήθηκε το αρχαίο χαρακτηριστικό και απέφυγε τη διαίρεση των λέξεων. Η λέξη οία δείχνει ότι είναι μια γυναίκα που πενθεί για το χαμό του Σπαντουνή.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ. 242-3)
Ανάμεσα στις εκκλησιαστικές αρχαιότητες, στις οποίες υπερέχει η Θεσσαλονίκη από οποιοδήποτε μέρος στην Ελλάδα, οι εκκλησίες που μόλις αναφέρθηκαν(Αγ.Σοφία, Αγ.Δημήτριος) έχουν από τους παλαιότερους άμβωνες που σώζονται. Είναι απλά τετράγωνα από ποικιλόχρωμα μάρμαρα, με μικρές αναβαθμίδες ανάμεσά τους.Ένα από αυτά τα βήματα, όπως αποκαλούνται ακόμη από τους Έλληνες, είναι στο μουσουλμανικό ναό της Παλαιάς Μητρόπολης ενώ το άλλο βρίσκεται στην αυλή της εκκλησίας του Αγίου Μηνά, η οποία ακόμη είναι κατειλλημένη από την Ελληνική εκκλησία. Ανάμεσα στα ερείπια των παγανιστικών χρόνων, μπορούν να μνημονευθούν ίσως κάποια μικρά τμήματα των τοίχων, για τα οποία έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, ακολουθώντας τη γραμμή και τους τρόπους θεμελίωσης του οικοδομήματος του Κάσσανδρου και όντας στη γενική κατασκευή πιο ψηλό και πιο συμπαγές από τα οθωμανικά κτίσματα, ότι αποτελείται στο μεγαλύτερο τμήμα του από αλεπάλληλες επιδιορθώσεις μακεδονικής δουλειάς πριν τη ρωμαϊκή κατάκτηση.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ. 243-4)
[/tab]
[tab name=’Mantegazza’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Pouqueville’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Tozer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Urquhart’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Walker’]
Το Τζαμί του Αγίου Δημητρίου έχει τρεις πτέρυγες που χωρίζονται με διπλή σειρά από πορφυρένιους κίονες. Το οστεοφυλάκιο που βρίσκεται μέσα στον Άγιο Δημήτριο διατηρείται με προσοχή και το σέβονται τόσο οι Μουσουλμάνοι όσο και οι Χριστιανοί. (Walker,σ. 24)
[/tab]
[tab name=’Σχινάς’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[end_tabset]
[tab name=’Abbot’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Berard’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Boissonas’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Chirol’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Clarke’]
Βρίσκεται σε απόσταση εξήμισι ωρών από το Ορφανό.
Το χωριό περιλαμβάνει 800 σπίτια. Οι κάτοικοί του είναι ανάμεικτος πληθυσμός Τούρκων και Ελλήνων, αλλά υπερτερούν οι δεύτεροι. (Clarke,σσ. 407-408)
[/tab]
[tab name=’Cousinery’]
Η Πραβίστα αποτελεί ταχυδρομικό σταθμό και τόπο κατοικίας μεγάλου αριθμού Τούρκων ιδιοκτητών γης σε περιοχές γύρω από το Παγγαίο. (Cousinery, τομ. ΙΙ, σ. 66)
[/tab]
[tab name=’Frazer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Holland’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Isambert’]
Η Πράβιστα κατοικείται από Τούρκους και Έλληνες [280 οικογένειες], είναι έδρα επισκόπου που φέρει τον τίτλο ” Επίσκοπος Ελευθεροπόλεως”, από την κωμόπολη του Ελευθέρου, που κείται κοντά στο ασφαλές λιμάνι της Εσκί Καβάλας. (Isambert, σ. 22)
Η οδός που διερχόμεθα περνά από τα νότια του Παγγαίου, στα αριστερά εγκαταλείπει την κωμόπολη Λεύθερο ή Ελευθεριόπολη, η οποία σύμφωνα με τον Τάφελ είναι η Ανακτοριόπολη ή Αλεκτρυόπολη, αρχαία λιμάνια του Δάτους, κάτω από αυτήν βρίσκεται το έρημο λιμάνι Ελευθερολιμάνι, όπου υπάρχουν μόνο τα βυζαντινά ερείπια της Εσκί Καβάλας (αρχαία Καβάλα). (Isambert, σ. 23)
[/tab]
[tab name=’Leake’]
Ο στρατός του Ξέρξη διέσχισε την Πιερική κοιλάδα κατά την πορεία του προς την Ελλάδα, αφήνοντας, όπως παρατηρεί ο Ηρόδοτος, το βουνό Παγγαίο στα αριστερά. Είναι αλήθεια ότι η σειρά με την οποία ο ιστορικός ονομάζει τις Φαγρές και την Πέργαμο, ως τις δύο μεγαλύτερες πόλεις στην Πιερία, οδηγεί στην πεποίθηση ότι τα Ορφανά καταλαμβάνουν τη θέση της Περγάμου αντί αυτής των Φαγρών. Τα λόγια του ωστόσο δεν είναι απαραίτητο να εννοούν ότι ο Ξέρξης πέρασε από αυτά τα δύο μέρη με τη σειρά με την οποία αναφέρονται τα ονόματα. Τα Ορφανά είναι η μόνη θέση στην οποία μπορούν να τοποθετηθούν οι Φαγρές, αν λάβουμε υπόψιν τη μαρτυρία του Ηρόδοτου και του Θουκυδίδη, που την αποδίδουν στην Πιερική κοιλάδα, σε συνάρτηση με αυτή του Σκύλακα και του Στράβωνα, που υποδεικνύουν ότι ήταν η πρώτη πόλη μετά το Στρυμώνα. Αν οι Φαγρές βρισκόταν στα Ορφανά , η Πέργαμος ήταν κατά πάσα πιθανότητα, η σύγχρονη Πράβιστα.(Leake, τομ.III, σσ. 177 – 178)
[/tab]
[tab name=’Mantegazza’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Pouqueville’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Tozer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Urquhart’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Walker’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Σχινάς’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[end_tabset]
Η Δράμα είναι ένα μέρος όπου οι ταξιδιώτες προς την Καβάλα πρέπει να περάσουν τη νύχτα.(Abbot,σ.278)
Η Δράμα είναι το κέντρο μίας από τις μεγάλες περιοχές καλλιέργειας καπνού στη Τουρκία και οφείλει την σημασία της στις φυτείες καπνού που την περιβάλλουν. Η πόλη βρίσκεται στον πρόποδα της υψηλής βουνίσιας κορυφογραμμής (Boz Dag), και βρέχεται από ένα ταχύ ρεύμα, ένα παραπόταμο του Αγκνίστα (αρχαίος Αγνίτας) ο οποίος αναβλύζει από αυτά τα βουνά, κυλά προς τα δυτικά και σταδιακά αναπτύσσεται σε ένα σεβαστό, μεσαίας τάξης ποτάμι, που καταλήγει στη λίμνη Ταχίνο. Με εξαίρεση του λίγους Ευρωπαίους και μία παροικία μερικών εκατόν τριάντα Ελληνικών οικογενειών, ο υπόλοιπος πληθυσμός είναι κυρίως Μωαμεθανικός.(Abbot,σ.278)
Ο φανατισμός και η αγριότητα των Τούρκων της Δράμας και η γειτνίαση είναι παροιμιώδης και έρχεται σε αντίθεση με τη συμπεριφορά των Μωαμεθανών κοντά στη Νίγκριτα, οι οποίοι πάντα περιμένοντας τον Μοαντζίρη (Mooadjirs), ζούνε σε ειρήνη με τους Χριστιανούς. Σε άλλες περιοχές πάλι, όπως εκείνη της Γκρεμίας (Gremia), κοντά στη Γαλάτιστα στην Χερσόνησο της Χαλκιδικής, οι Μωαμεθανοί μεταφέρουν την ερασμιότητά τους σε ένα υψηλότερο επίπεδο. Όλοι οι ξένοι στα μάτια αυτών των ευγενών είναι δίκαιοι και πρόθυμα θεμιτοί. Αν και απολαμβάνουν μια δύσκολα αποκτημένη φήμη για αγριότητα, αυτοί ποτέ δεν παρενοχλούν τους Χριστιανούς γείτονές τους. Από την άλλη, αν άλλοι Μωαμεθανοί τους επιτεθούν γίνεται και δική τους υπόθεση. Αυτή η συμμαχία είναι βασισμένη στην αρχή «πουλιά ενός φτερού», για τους Χριστιανούς επίσης φείδονται κανενός εκτός από τους κοντινούς γείτονές τους.
Οι δύο κοινότητες ανταλλάσουν φιλικές επισκέψεις στις σεβαστές γιορτές, όπως το Πάσχα και το Μπαϊράμι, κάνουν τα έργα τους τις ιερές μέρες, και γενικά ζουν μαζί όπως αρμόζει στα μέλη μιας ανίερης αδελφότητας.(Abbot,σ.281)
[/tab]
[tab name=’Berard’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Boissonas’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Chirol’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Clarke’]
Στα αριστερά του Νευροκοπίου, προς τα βορειοδυτικά, βρίσκεται ένα άλλο βουνό που ονομάζεται Δράμα.
Η Δράμα αναφέρεται, όχι ως βουνό, αλλά ως το όνομα της πόλης, στην παράξενη «Ιστορία της Κωνσταντινούπολης», που γράφτηκε στα τέλη του 12ου και στις αρχές του 13ου αιώνα, από τον Geoffroy de Ville-Hardouin, ο οποίος την τοποθετεί στην κοιλάδα των Φιλίππων, που αποκαλείται έτσι από την πόλη, και η οποία σύμφωνα με το «Οδοιπορικό της Ιερουσαλήμ» απείχε 10 μίλια από τη Νεάπολη (Καβάλα). (Clarke,σ. 409)
[/tab]
[tab name=’Cousinery’]
Η πόλη είναι χτισμένη στους πρόποδες ενός λόφου σε ένα μεγάλο πλάτωμα. Κάτω από την πόλη τρέχουν νερά που τα εκμεταλλεύονται οι κάτοικοι για τη βαφή υφασμάτων και τα βυρσοδεψεία. Τα νερά αυτά καταλήγουν σε ορυζώνες που ανήκουν στην ιδιοκτησία του Μωχάμεντ μπέη. (Cousinery, τομ. ΙΙ, σ. 6)
[/tab]
[tab name=’Frazer’]
Στη Δράμα είχαν φτάσει Βρετανοί αξιωματικοί με σκοπό να βοηθήσουν στην αναμόρφωση της τουρκικής χωροφυλακής και να επέμβουν στις διενέξεις μεταξύ Τούρκων και Χριστιανών. Η Δράμα είναι το κέντρο της Βρετανικής σφαίρας επιρροής-είναι η λιγότερο σημαντική διότι είναι το πιο ήσυχο μέρος της ανήσυχης Μακεδονίας.Οι Σέρρες είναι το κέντρο της Γαλλικής σφαίρας επιρροής, η Θεσσαλονίκη της Ρωσικής ,το Μοναστήρι της Ιταλικής και τα Σκόπια της Αυστριακής.Οι Χριστιανοί της περιοχής της Δράμας αντιμετώπιζαν ευνοϊκά τους Βρετανούς λόγω του ότι η Βρετανία υπεράσπιζε τη Χριστιανοσύνη και θεωρούσαν πως είναι μια φιλική χώρα.Οι Τούρκοι εκτιμούσαν τους Βρετανούς ,γιατί τους φέρονταν σαν ίσο προς ίσο. (Frazer,σ. 160)
Οι Βρετανοί αξιωματικοί έκαναν καλή δουλειά στην περιοχή γύρω από τη Δράμα όπου έχοντας υπό τον έλεγχο τους την τουρκική χωροφυλακή κατόρθωσαν να φέρουν ηρεμία σε περιοχές που μαστίζονταν από ληστές και να διευθετήσουν τις διαφορές αντιπάλων εθνοτικών ομάδων και ανέφεραν πάντοτε με προσοχή στον Πρόξενο της Κων/πολης τα όσα συνέβαιναν στην περιοχή. (Frazer,σ. 161-162)
[/tab]
[tab name=’Holland’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Isambert’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Leake’]
Οι κυριότερες εστίες των Γιουρούκων είναι στις περιφέρειες της Γκιουμουρτζίνας, της Δράμας, του Νευροκοπίου, των Σερρών, της Στρούμιτζα, του Ραδοβισίου, του Τίκφες και του Καραντάγ.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 175)
Το Νεοχώρι, όπως υποδεικνύει η λέξη, είναι νεότερος οικισμός. Κατοικείται από σαράντα Ελληνικές οικογένειες και εντάσσεται στην περιοχή της Ζίχνης, μια πόλη τοποθετημένη ανάμεσα στη Δράμα και τις Σέρρες, στους πρόποδες του μεγάλου βουνού που συνορεύει με τη Στρυμωνική πεδιάδα προς τα βόρεια. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 184)
Η Θρακική πύλη πιθανότατα άνοιγε προς την κατεύθυνση της σημερινής διαδρομής για τη Δράμα, στα μέρη της πεδιάδας ανατολικά της Στρυμωνικής λίμνης και βρισκόταν, κατά συνέπεια, στη βορειοανατολική πλευρά της αρχαίας τοποθεσίας, ακριβώς στο ξεκίνημα της κατηφόρας προς τη λίμνη.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 194)
Δεν θα συναντούσα καμία δυσκολία στην Αμφίπολη αν πήγαινα εκεί από τις Σέρρες με ένα γράμμα από τον Ιμπραήμ Μπέη, του οποίου η εξουσία δεν αμφισβητείται ούτε στη Ζίχνη ούτε στη Δράμα και χρησιμεύει ώστε να κρατάει σε κάποια τάξη τους άγριους οπλαρχηγούς γύρω από αυτόν, οι οποίοι δε χάνουν ευκαιρία να ασκήσουν την πιο άγρια καταπίεση στους Χριστιανούς υποτελείς.(Leake, τομ. III, σ. 199)
Οι κυριότεροι δρόμοι οι οποίοι ξεκινούν από τις Σέρρες, πέρα από αυτόν των Ορφανών, από τον οποίο ήρθα, είναι: 1. Προς Καβάλα από τη Ζίχνη και τη Δράμα. 2. Προς Νευροκόπι, κατ’ ευθείαν κατά μήκος της μεγάλης οροσειράς, η οποία εκτείνεται προς τα βόρεια από τις Σέρρες στο Μελένικο και το Νευροκόπι και στα ανατολικά προς τη Δράμα. Ωστόσο, η περιστροφική διαδρομή προς το Νευροκόπι προτιμάται, ιδίως το χειμώνα, περνώντας από τη Ζίχνη και ακολουθώντας τη διαδρομή από τη Δράμα προς το Νευροκόπι.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 207)
Ο Αππιανός, ωστόσο, περιγράφει τους Φιλίππους και τη θέση στην οποία ο Κάσσιος και ο Βρούτος στρατοπέδευσαν. Η πόλη, περιγράφει ο Αππιανός, ονομαζόταν Δάτος πριν την εποχή του Φιλίππου, και πρωιμότερα Κρηνίδες, από τις πολυάριθμες πηγές κοντά στην περιοιχή που σχημάτιζαν ποτάμι και έλος. Βρισκόταν σε μια απότομη πλαγιά, οριοθετημένη στα βόρεια από τα δάση από τα οποία πέρασε ο στρατός του Κάσσιου, στα νότια από ένα έλος, πέρα από το οποίο ήταν η θάλασσα, στα ανατολικά από τα περάσματα των Σαπαίων και των Κορπιλλών και στα δυτικά από τις μεγάλες πεδιάδες του Μύρκινου. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 216)
Τα Σκόπια σπάνια ετίθεντο υπό τον πλήρη έλεγχο της Κωνσταντινούπολης. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μιχαήλ Παλαιολόγου , οι Σέρβοι τα απέσπασαν από την αυτοκρατορία και έτσι τα Σκόπια έγιναν η έδρα του Κράλη. Εδώ ο Νικηφόρος Γρηγοράς συνάντησε στο παλάτι του τον άρχοντα των Τριβαλλών, του οποίου ο διάδοχος το 1342 πρόσφερε προστασία και φιλοξενία στον Ιωάννη Καντακουζηνό όταν αποσύρθηκε πριν τον Απόκαυκο. Με τη συνθήκη που συνάφθηκε ανάμεσα στον Καντακουζηνό και στο βασιλιά της Σερβίας, ο τελευταίος απέκτησε μια προσωρινή εξουσία σε ένα μεγάλο τμήμα της Μακεδονίας, ενώ οι Ρωμαίοι, όπως αυτοαποκαλούνταν, του έδωσαν τη Ζίχνη, τις Φέρρες , το Μελένικο, τη Στρούμιτσα και την Καστοριά και κράτησαν τα Σέρβια, τη Βέροια, την Έδεσσα, το Γυναικόκαστρο, τη Μυγδονία και τις πόλεις στο Στρυμόνα, καθώς και την περιφέρεια των Σερρών και τα όρη του Ταντεσσάνου,του Οστρόβου και τα Σέρβια. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σσ. 478-479)
[/tab]
[tab name=’Mantegazza’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Pouqueville’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Tozer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Urquhart’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Walker’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Σχινάς’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[end_tabset]
[tab name=’Abbot’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Berard’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Boissonas’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Chirol’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Clarke’]
Θάσος: Το νησί είναι γνωστό για τα λατομεία του από όπου εξορύσσεται ένα εξαιρετικό άσπρο μάρμαρο, το οποίο σε πολλές περιπτώσεις θυμίζει το Παριανό. (Clarke,σ. 415)
[/tab]
[tab name=’Cousinery’]
Το αρχαίο όνομα της Θάσου ήταν Ηδωνίς. Σύμφωνα με τον Διονύσιο τον περιηγητή, υπήρξε μια περίοδος κατά την οποία η Θάσος ονομαζόταν Ωγυγιηνή. Αυτό το όνομα δόθηκε στο νησί επειδή εκεί είχε σταθμεύσει ο στόλος του βασιλιά Ωγύγη, ο οποίος θεωρείται πως άφησε εκεί Φοίνικες αποίκους. (Cousinery, τομ. ΙΙ, σ. 87)
Η αρχαία πόλη της Θάσου είναι εντελώς εγκαταλειμμένη. Εκεί όπου άλλοτε βρισκόταν η πόλη, τώρα υπάρχει ένα δάσος. Τα αμπέλια που παλαιότερα υπήρχαν, μεγάλωσαν υπερβολικά, έφτασαν σε άγρια κατάσταση και τύλιξαν τα δέντρα της περιοχής. Παρόμοια κατάσταση παρατηρείται στη Μαρώνεια (η οποία ονομάζεται και Μαρουλία) όπου επίσης δεν υπάρχουν κάτοικοι. Η βλάστηση έχει καλύψει όλα τα παλιά ερείπια. (Cousinery,τομ.ΙΙ,σ. 103)
Ο πληθυσμός του νησιού είναι περίπου 2.500 κάτοικοι που μοιράζονται σε επτά χωριά,κτισμένα σε απόκρημνες περιοχές ,ώστε να αποφεύγουν τις εχθρικές επιθέσεις.Οι Θάσιοι είναι πολύ εργατικοί και καλλιεργούν σιτάρι και κριθάρι και παράγουν λάδι.Από την ελιά προέρχονται και τα περισσότερα έσοδα του νησιού.Έσοδα προέρχονται και από την παραγωγή μελιού,καλής ποιότητας κρασιού και την εξαγωγή ξύλου ως καύσιμη ύλη. (Cousinery,τομ.ΙΙ,σ. 104)
Η Θάσος διοικείται από ένα βοεβόδα με ενιαύσια θητεία ο οποίος διατηρεί φρουρά επτά –οκτώ ατόμων. Η φρουρά όμως αυτή δεν ήταν αρκετή για να προστατεύσει το νησί από εξωτερικούς κινδύνους και επιδρομές. Μια ναυτική περίπολος την οποία πλήρωναν οι κοινότητες του νησιού, ειδοποιούσε τους κατοίκους για τυχόν επιθέσεις. Σε περίπτωση κινδύνου ο πληθυσμός κατέφευγε στο δάσος. (Cousinery,τομ.ΙΙ,σ. 104)
Τα τείχη της Θάσου από άσπρο μάρμαρο ίσως είναι τα μοναδικά αυτής της τεχνοτροπίας που υπάρχουν στην Ελλάδα.(Cousinery,τομ.ΙΙ,σ. 107)
[/tab]
[tab name=’Frazer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Holland’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Isambert’]
Η κωμόπολη Γένιτζε απέχει από την Γκιουμουρτζίνα οκτώ ώρες. Η κωμόπολη αυτή έχει περίπου 200 σπίτια και είναι χτισμένη στην είσοδο της μεγάλης ελώδους πεδιάδας του Καρα-σου, του αρχαίου Νέστου, τον οποίο μπορεί κάποιος να διαπεράσει με μια σχεδία σε διάστημα τεσσάρων ωρών και μετά από τέσσερις ώρες φτάνει στους πρόποδες των βουνών. Από εκεί ανεβαίνει μέσω ενός στρωμένου δρόμου σε μια ορεινή ψηλή αντηρίδα, της οποίας η θέα απλώνεται στον κόλπο της Κοντέσσας (κόλπος Πιερίας), στο νησί της Θάσου, πολύ μακρύτερα δε προς ανατολάς στις κορυφές των βουνών της Σαμοθράκης και προς τα δυτικά στον Άθω. Από εκείνο το σημείο φαίνεται και η πόλη της Καβάλας. (Isambert, σ. 15)
Η πόλη της Καβάλας κείται στον μυχό του αρχαίου κόλπου της Πιερίας που περικλείεται από τη Θάσο και από το όρος Παγγαίο, που εκτείνεται στα δυτικά προς τα ηπειρωτικά της πόλης. (Isambert, σ. 18)
“Παρόλο που ο βράχος αυτός περιβάλλεται από τείχη “, αναφέρει ο Heuzey, ” η καμπυλότητα του εδάφους καθιστά εμφανή τα τουρκικά σπίτια, τα τζαμιά και τις υπόλοιπες οικοδομές, ώστε η πόλη είναι εκτεθειμένη στις επιθέσεις από την πλευρά της θάλασσας”. Ο αμμώδης όρμος αυτής της χερσονήσου που στερείται λιμανιού, κείται κάτω από τα τείχη της πόλης και έχει κλίση προς τα ανατολικά. Το αγκυροβόλι είναι ασφαλές και ο βυθός συμπαγής. Ο όρμος όμως δεν προστατεύεται καθόλου από τους ανέμους και τα πελώρια κύματα της νοτιοδυτικής θάλασσας, έτσι ώστε τα πλοία προσορμίζονται για την ασφάλειά τους στο απέναντι λιμάνι του Ελευθέρου κάτω από το όρος Παγγαίο ή πίσω από τη Θάσο. Η Καβάλα είναι μια εμπορική πόλη και έχει σπουδαίο εμπόριο δημητριακών καρπών, σουσαμιού, ακατέργαστου μεταξιού και καπνών από το Γένιτζε.(Isambert, σ. 18)
Η Ιερισσός είναι το μόνο προσιτό μέρος στα ανατολικά παράλια του Άθω. Εδώ μπορεί κάποιος να βρει και μικρές λέμβους για να μεταβεί στην Καβάλα και τη Θάσο.(Isambert, σ. 53)
Εκτός από τα μεγάλα μετόχια, τα οποία οι Μονές κατέχουν στη Βλαχία, τη Θάσο και σε όλα τα παράλια της Ευρωπαϊκής Τουρκίας, κέρδη αποκομίζουν οι Μονές από την καλλιέργεια των δασών του Όρους, την παραγωγή λαδιού από ελιές και δαφνοκαρπό και από τα φουντούκια. Αξίζει να σημειωθεί πως η Μονή Κουτλουμουσίου παράγει 200.000 οκάδες φουντούκια ετησίως. Οι Μονές της Μεγίστης Λαύρας, των Ιβήρων και του Φιλοθέου εξάγουν 500.000 γρόσια ξύλα. Τέλος οι καλόγεροι εισπράττουν πολλά χρήματα και από την πώληση διαφόρων γλυπτών και άλλων αγιογραφικών εργόχειρων.(Isambert, σ. 55)
[/tab]
[tab name=’Leake’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Mantegazza’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Pouqueville’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Tozer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Urquhart’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Walker’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Σχινάς’]
Στα νότια του ανατολικού ορίου της Μακεδονίας, δηλαδή του λιμανιού της Κεραμωτής που αποτελεί το επίνειο της πρωτεύουσας της ομωνύμου επαρχίας του χωριού Σαρί –Σαμπάν και κοντά στα ΝΑ των εκβολών του Νέστου ή Καρά –σου κείται το ορεινό, γεμάτο νερά και δένδρα και με κυκλικό σχήμα νησί που λέγεται Θάσος το οποίο και διατήρησε το αρχαίο του όνομα.
Το μεγαλύτερο πλάτος του από δυτικά προς ανατολικά είναι περίπου 22 χλμ. ενώ το μεγαλύτερο μήκος από το νοτιότερο ακρωτήριο «Στα κόκκινα ή Κέφαλος» μέχρι το βορειότερο «Μεγάλο κλαδί» προς το λιμάνι της Κεραμωτής είναι περίπου 26 χλμ.Το προς βορρά ακρωτήριο, Μεγάλο κλαδί βρίσκεται ανατολικά του λιμανιού Ελευθερουπόλεως και απέχει από αυτό 27 χλμ., νοτιοανατολικά της Καβάλας, από όπου απέχει 24 χλμ., νοτιοανατολικά του ιχθυοτροφείου Κούμπουρνο το οποίο απέχει 6 χλμ. και νοτιοδυτικά της Κεραμωτής από την οποία απέχει 6 και 1/4 χλμ.Μεταξύ της άκρης του λιμανιού της Κεραμωτής και της βόρειας παραλίας του νησιού βρίσκεται το νησί Θασοπούλα που υπέρκειται της επιφάνειας της θάλασσας 92 μ.Πρόκειται για βραχώδες νησί που καλύπτεται από συκιές και απέχει από την Κεραμωτή 2 χλμ., από το βόρειο ακρωτήριο Μεγάλο κλαδί 4,5 χλμ. και από το ΒΑ ακρωτήριο του νησιού Παναγία 3 χλμ.Στο νησί υπάρχει πλήθος αγρίων κουνελιών και κοντά στην παραλία πηγή θερμού ύδατος μέσα στην οποία ο λουόμενος μπορεί να μείνει μόνο μισή ώρα. (Σχινάς, τ. ΙΙ, σ. 843-844)
Μεταξύ του παραπάνω νησιού και της αμμώδους παραλίας της Θάσου στο σχηματιζόμενο πορθμό υπάρχει καλό και ασφαλές αγκυροβόλιο για μεγάλης χωρητικότητας πλοία.Η Θάσος διασχίζεται από συνεχή οροσειρά, η οποία βαίνει από δυτικά προς ανατολικά, στρίβει προς νότο και έχει και στις δυο πλευρές της μικρότερες διακλαδώσεις που λειτουργούν ως αντερείσματα.Η οροσειρά ανυψούμενη ομαλά από δυτικά φτάνει στην κορυφή που καλύπτεται με σχίνα, πεύκα, κούμαρα και πρίνους -«Αεσμάτες» καλούμενη- πάνω από το χωριό Κακή Ράχη. Στο κέντρο σχεδόν της νήσου υπάρχει η βραχώδης και άδενδρη κορυφή Ψαριό που υπέρκειται της επιφάνειας της θάλασσας 1029 μ.Η καλύτερη ανάβαση με ημίονο στην ωραία και γραφική κορυφή που παρέχει θέα στη γύρω περιοχή είναι η οδός από το χωριό Κάστρο καθώς προς τα λοιπά χωριά και ειδικά προς την Παναγιά και Ποταμιά είναι κατηφορική και απότομη.Μετά την κορυφή Ψαριό που κατέρχεται προς τα ανατολικά, σχηματίζει με την επόμενη κορυφή το ζυγό Προφ.Ηλία(από όπου διέρχεται η οδός για τα χωριά Ποταμιά και Θεολόγο) η οποία υψούμενη προς τα ανατολικά μας δίνει την ανυψούμενη μεταξύ του Θεολόγου και Ποταμιάς κορυφή Τσουτσούλα. (Σχινάς, τ. ΙΙ, σ. 844-845)
Οι κορυφές αυτές και μέρος των πλαγιών καλύπτονται το χειμώνα από χιόνι ύψους 15 σπιθαμών και διατηρούνται όταν υπάρχει βαρύς χειμώνας μέχρι τα μέσα Απριλίου. (Σχινάς, τ. ΙΙ, σ. 845)
Το νησί διαρρέεται από διάφορα ρέματα ανάξια λόγου.Δυο από αυτά που κατεβαίνουν από την κορυφή Ψαριό είναι αξιόλογα α)το ρέμα της Ποταμιάς που ρέει από δυτικά προς ανατολικά και διέρχεται από το ομώνυμο χωριό και εκβάλλει στον όρμο Μεγάλη Ποταμιά και ο β) ο Καστρινός λάκκος ο οποίος ρέει από ανατολικά προς δυτικά και μεταξύ των χωριών Θεολόγου και Κάστρου εκβάλει στα Λιμινάρια. Και τα δυο αυτά ρέματα διατηρούν τα νερά τους και μόνο σε μεγάλη ξηρασία στερεύει το δεύτερο.Η παραλία του νησιού δεν σχηματίζει κανένα λιμάνι και οι ακτές της οι μεν ανατολικές από το ΒΑ ακρωτήριο Παναγιάς μέχρι τη νοτιοανατολική ακτή του όρμου Αστρίς είναι στο μεγαλύτερο μέρος βραχώδεις και σε κάποια μέρη απότομα κατεβαίνουν προς τη θάλασσα ενώ η βορειοανατολική παραλία είναι αμμώδης. (Σχινάς, τ. ΙΙ, σ. 845)
Αρχίζοντας από το βορειότερο ακρωτήριο που καλείται Μεγάλο κλαδί και κινούμενοι από ανατολικά στο νησί συναντάμε διαδοχικά τα εξής ακρωτήρια και όρμους: Το μικρό λιμάνι Παναγιάς και το ομώνυμο άκρο, τον όρμο Βάθη, τον όρμο Ποταμιάς ,επίνειο της Ποταμιάς, το άκρο Φουρνί, τον κομμένο Κάβο. Τον όρμο Κίναρα ή Κίνυρα όπου και ομώνυμο νησί, επίνειο του χωριού Θεολόγος, το ακρωτήριο Σταυρός, τον όρμο Αλυκή, επίνειο το
υ χωριού Θεόλογος, τον όρμο Θυμωνιά, επίνειο του χωριού Θεολόγος, το πολύ απότομα κατερχόμενο άκρο Ντεμίρ Χαλκά, το νοτιότατο ακρωτήριο Κέφαλος ή στα κόκκινα, τον όρμο Αστρίς όπου και ομώνυμα νησίδια, επίνειο του χωριού Θεολόγος, τον όρμο Ποτός, επίνειο του χωριού Θεολόγος, τον όρμο Λιμινάρια, επίνειο του χωριού Κάστρο, το ακρωτήριο Κέφαλος, τον όρμο Αγ.Σίμος, επίνειο του χωριού Μαριαίς, τον όρμο Πλιμαρά πηγάδι, επίνειο των χωριών Μαριαίς και Κακή Ράχη, την Κακιορραχιώτικη σκάλα, επίνειο του χωριού Κακή Ράχη, τη Σωτηριανή σκάλα, επίνειο του χωριού Σωτήρας, τον όρμο Καζαβίδι, επίνειο του ομώνυμου χωριού και τη Βουργαρινή σκάλα, επίνειο του χωριού Βούργαρο. (Σχινάς, τ. ΙΙ, σ. 845-847)
Όλες οι πλαγιές της νήσου καλύπτονται από πυκνά δάση τα οποία ατυχώς και αφενός από την ακανόνιστη υλοτομία και αφετέρου από την πυρπόληση αρκετά αραιώθηκαν.Υπήρχαν δυο είδη πιτυών, έλατα και αγριοκαστανιές, κούμαρα πρίνοι, αριές, σχίνα, μελόρκα (τα άνθη περιέχουν μέλι), ρήκα και λίγα πλατάνια, δάφνες, δρύες, αγριολεπτοκαρυές και κοντά στην παραλία ελιές. (Σχινάς, τ. ΙΙ, σ. 847)
Το νησί παράγει οίνο(ιδίως το χωριό Θεολόγος από τα αμπέλια στο χωριό Αστρίς που ήταν ονομαστά και στους αρχαίους), μέλι και λάδι (κακής ποιότητος, διότι οι ελιές σωρεύονται σε μεγάλη δεξαμενή και συνθλίβονται μόλις τη Μεγάλη Σαρακοστή), κουκούλια, φασόλια, κερί, κατράμι, πίσσα, φλοιό πίτυος, λίγο καλαμπόκι και σίκαλη.Εξάγει ξυλεία ναυπηγική, οικοδομική και καύσιμη και εκτρέφονται μέλισσες, αίγες περίπου 10 χιλιάδες, 5 χιλιάδες πρόβατα και δυο χιλιάδες βοοειδή και αγελάδες -τα περισσότερα στο χωριό Θεολόγος. Κάθε οικογένεια έχει ημίονο ή όνο διότι οι περισσότεροι έχουν ως κύριο επάγγελμα την υλοτομία. (Σχινάς, τ. ΙΙ, σ. 847)
Ο πληθυσμός του νησιού είναι αμιγώς ελληνικός και μόνο την ελληνική γλώσσα μιλά και ανέρχεται σε 11235 κατοίκους(στους αρχαίους χρόνους ανέρχονταν τουλάχιστον σε 60) και κατοικεί σε 9 χωριά τα οποία απέχουν από την παραλία. Τα περισσότερα δεν φαίνονται από τη θάλασσα λόγω των επιδρομών των πειρατών και βρίσκονται στις πλαγιές της οροσειράς του νησιού. Ωστόσο, ο πληθυσμός στερείται ανάλογης πνευματικής ανάπτυξης ενώ έχει άλλα τόσα προσόντα. (Σχινάς, τ. ΙΙ, σ. 847)
Ή αλλιώς αρχαία Νεάπολη, διάσημη ως το πρώτο Ευρωπαϊκό λιμάνι το οποίο επισκέφτηκε ο Απόστολος των πολυθεϊστών στο δρόμο του για τους Φιλλίπους και τη Θεσσαλονίκη.(Abbot,σ.291)
Εσκί ή Παλιά Καβάλα: Περιοχή μέσα στην πόλη της Καβάλας(Abbot,σ.294)
Η Νέα Καβάλα απλώνεται στις πλαγιές κατά μήκος της παραλίας, έξω από τα τείχη της παλιάς πόλης. Όπως λέει και το όνομά της, είναι σχεδόν πρόσφατα μεγαλωμένη. Στην πραγματικότητα δεν έχει τελειώσει το μεγάλωμά της ακόμα. Νέα σπίτια, τα περισσότερα από πέτρα και πλήρως μοντέρνα σε στυλ, χτίζονται καθημερινά και ο οικισμός παρουσιάζει μια σύγχρονη εμφάνιση σε έντονη αντίθεση με την αρχαία πόλη και την υπερήλικη οχύρωση. Οφείλει την γέννησή της στις φυτείες καπνού του εσωτερικού και παρά την ανάγκη για ασφαλές αγκυροβόλιο, σχηματίζει το πρωτεύον μέσο της εξαγωγικού εμπορίου της περιοχής. Εδώ η πρώτη ύλη μεταποιείται προτού μεταφερθεί, μέσω πλοίων, στις αγορές της Αιγύπτου, της Αγγλίας και της Αμερικής. (Abbot,σ.296)
[/tab]
[tab name=’Berard’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Boissonas’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Chirol’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Clarke’]
Η Καβάλα με την παραθαλάσσια θέση της και την απουσία άλλης πόλης μεταξύ της Αμφίπολης και των Αβδήρων, εκτός από τους Φιλίππους, οι οποίοι απέχουν από την ακτή είναι μια πολύ σημαντική πόλη.Προφανώς,η Καβάλα ήταν η Νεάπολη.Είναι η πόλη που αναφέρεται στην ιστορία των «Πράξεων των Αποστόλων», όπου ο Απόστολος Παύλος έφτασε μετά το ταξίδι του από την Τροία, και από τη νήσο της Σαμοθράκης. (Clarke,σ. 413)
Το ακρωτήριο, στο οποίο η Καβάλα έχει κτιστεί, απλώνεται μέσα στη θάλασσα, έτσι ώστε να σχηματίσει ένα λιμάνι σε κάθε του μεριά: έτσι και η πλεονεκτική θέση της Νεάπολης ως εμπορικό κέντρο του παραθαλάσσιου εμπορίου. Το δυτικό λιμάνι, όπου η πόλη κυρίως βρίσκεται, είναι καλό σύμφωνα με την αναφορά των κατοίκων ακόμη και για μεγάλα πλοία.
Η Καβάλα περιλαμβάνει 500 σπίτια: ο πληθυσμός της αποτελείται από Τούρκους και Έλληνες, αλλά κυρίως από Τούρκους. Το μεγαλύτερο μέρος της πόλης βρίσκεται μεταξύ των τειχών και της ακρόπολης. Το εμπόριό της περιορίζεται κυρίως στην εξαγωγή του καπνού και του βαμβακιού, χωρίς καθόλου καλαμπόκι.
Ένα πολύ μεγάλο υδραγωγείο ακόμη παραμένει πάνω σε δύο βαθμίδες από κερκίδες, και σε πολύ καλή κατάσταση και τώρα φέρνει νερό από το βουνό Παγγαίο στην ακρόπολη. (Clarke,σ. 414)
Οι επιγραφές οι οποίες έχουν σωθεί, και βρίσκονται στη περιοχή, είναι όλες τους ρωμαϊκές• αλλά αυτό θα μπορούσε δύσκολα να συμβεί αν η πόλη υπήρχε από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου. Ο Paul Lucas επίσης πέρασε από την Καβάλα: αλλά ούτε αυτός ούτε άλλος περιηγητής αναφέρουν πως έχουν δει Ελληνικές επιγραφές. (Clarke,σ. 418)
[/tab]
[tab name=’Cousinery’]
Υπήρχαν δυο κατηγορίες «Καραβάν Σαράι» στην Καβάλα. Στην πρώτη, άνθρωποι και άλογα κατέλυαν στον ίδιο χώρο και χωρίζονταν μόνο από μια εξέδρα όπου αποθηκεύονταν οι αποσκευές και βρίσκονταν τα τζάκια. Στη δεύτερη κατηγορία, μπροστά από το χάνι υπήρχε μια αυλή με καταστήματα και στάβλους πάνω από τα οποία βρίσκονταν τα δωμάτια. Η επίπλωση των δωματίων αποτελούνταν από ένα ή περισσότερα ψάθινα στρώματα ανάλογα με το πόσοι ταξιδιώτες χρησιμοποιούσαν το δωμάτιο. Το ίδιο συνέβαινε παντού στην Τουρκία. Κοντά στην πόρτα του χανίου υπήρχε συνήθως ένα μπακάλικο ή ένα καφενείο ενώ συχνά στην αυλή υπήρχε ένα σιντριβάνι. (Cousinery, τομ. ΙΙ, σ. 70)
Ο καπνός που παρήγαγε η περιοχή της Καβάλας ήταν ιδιαιτέρως υψηλής ποιότητας και καταναλωνόταν σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία. (Cousinery, τομ. ΙΙ, σ. 70)
Εκτός από τον ντισντάρ και τον καδή υπήρχε στην Καβάλα και ένας στρατιωτικός διοικητής ο οποίος είχε τον τίτλο του mussellim που σημαίνει υπασπιστής του πασά και υπαγόταν στον πασά Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, ο αριθμός των διαθέσιμων ανδρών προς στράτευση είχε μειωθεί στο μισό λόγω ασθενειών, των πολεμικών συγκρούσεων και της μετακίνησης πληθυσμού προς την Αίγυπτο και τον Μωχάμετ Άλυ. (Cousinery, τομ. ΙΙ, σ. 71)
Τα ερείπια της αρχαίας Νεάπολις αποτελούνται στο μεγαλύτερο μέρος τους από τα απομεινάρια ενός μεσαιωνικού πύργου εγκαταλελειμμένου και ελάχιστα προσβάσιμου. Οι Τούρκοι ονομάζουν την περιοχή Εσκί Καβάλα (Παλιά Καβάλα).Από το χωριό Λευτέρ περνά το μονοπάτι που οδηγεί από τη Νεάπολη στους Φιλίππους. (Cousinery, τομ. ΙΙ, σ. 119)
Απόγονος του μπέη της Δράμας υπήρξε ο Δράμαλη πασάς, διοικητής του Μοριά ενώ ο Τοσσούν αγάς ήταν ο θείος του Μωχάμετ Άλη της Αιγύπτου που γεννήθηκε στην Καβάλα. (Cousinery, τομ. ΙΙ, σ. 65)
Η Καβάλα βρίσκεται μέσα στον Πιερικό κόλπο και είναι μια μικρή πόλη, όπου δεσπόζει ένα αρχαίο κάστρο. Εξαρτάται από το πασαλίκι Θεσσαλονίκης και διοικείται από τον mussellim, υπασπιστή του πασά. Η πόλη αυτή, που βρίσκεται εκεί όπου τελειώνουν οι πεδιάδες των Σερρών, ανάμεσα στον Έβρο και τον Στρυμόνα, προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα για τη διεξαγωγή εμπορίου με την ενδοχώρα. Μετά τις πρώτες διομολογήσεις με την Πύλη δόθηκαν δικαιώματα στη Γαλλία να εγκαταστήσει πρόξενο στο λιμάνι και το κάστρο της Καβάλας. Ωστόσο, η πρώτη σοβαρή προσπάθεια να αναπτυχθεί οικονομική δραστηριότητα από γαλλική εταιρεία στο λιμάνι της Καβάλας έγινε το 1771. Καράβια από τη Μασσαλία έρχονταν με γαλλικό εμπόρευμα (υπήρχε ανταπόκριση για Αδριανούπολη, Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη) και έφευγαν από την Καβάλα φορτωμένα βαμβάκι από το Ορφανό, την Πραβίστα και τη Δράμα, η οποία εξήγαγε και ρύζι. Από τη Θάσο έπαιρναν κερί και λάδι. (Cousinery, τομ. ΙΙ, σ. 61-62)
Ένα κατηφορικό μονοπάτι ελικοειδές και σύντομο -το οποίο είναι σχεδόν υποχρεωτικό να το κατέβει κανείς με τα πόδια- οδηγεί σε ένα προάστιο της Καβάλας, το οποίο βρίσκεται στον δρόμο για τη Θράκη. Στο προάστιο αυτό αναπτύσσεται σημαντικό μέρος της εμπορικής δραστηριότητας της περιοχής και υπάρχουν όλες οι απαραίτητες εγκαταστάσεις που αρμόζουν σε μια παραθαλάσσια πόλη. Το πέρασμα που οδηγεί στη Θράκη είναι ιδιαίτερα πολυσύχναστο, καθώς αποτελεί τη μοναδική οδό που οδηγεί τα καραβάνια από την Ήπειρο και τη Μακεδονία στην Κωνσταντινούπολη. Το προάστιο αποτελείται από περίπου 900 οικίες και καλύπτει ένα ολόκληρο ακρωτήριο, ενώ προστατεύεται από πολύ ψηλά και απόκρημνα τείχη. Το κάστρο, όπου κατοικεί ο ντισντάρ, φρουρείται από μικρό αριθμό στρατιωτών. Εκεί υπάρχουν και οκτώ ή δέκα κανόνια. Ανάμεσά τους και ένα χάλκινο με το όνομα Vendôme και με την επιγραφή ultima ratio regum που προφανώς ήρθε στην Ελλάδα με τους Τούρκους, μετά από τις νικηφόρες εκστρατείες τους στην Ουγγαρία. Για την κατασκευή των τειχών της πόλης έχουν χρησιμοποιηθεί τμήματα από αρχαία οικοδομήματα και επιγραφές. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι η Καβάλα έχει χτιστεί στα ερείπια μιας αρχαίας πόλης, η οποία διαδοχικά πέρασε από τα χέρια των Ηδωνών, των Σατρών, των Σαπαίων και των Θασίων. Τα πλέον σημαντικά από τα ονόματα που έδωσαν οι διάφοροι κυρίαρχοι στην πόλη είναι: Γαληψός, Στρύμη και Οισίμη. Ιδρυτής της πόλης υπήρξε ένας γιος του Θάσου, ο οποίος ήταν γονέας του Κάδμου. Η πόλη αυτή, η πιο κοντινή στο νησί της Θάσου, θεωρείται από τον Θουκυδίδη και τον Διόδωρο τον Σικελιώτη αποικία των Θασίων. Την Οισίμη ο Στέφανος ο Βυζάντιος την τοποθετεί πότε στη Μακεδονία και πότε στη Θράκη και ο Σκύμνος ο Χίος κοντά στην Αμφίπολη. Η Οισίμη αναφέρεται και στον Όμηρο με το όνομα Βιβλινή. Η Γαληψός καταλαμβάνει το ακρωτήριο της Καβάλας ενώ η Οισίμη βρίσκεται κοντά στον Στρυμόνα. (Cousinery, τομ. ΙΙ, σ. 68-69)
Στο εμπορικό προάστιο της Καβάλας υπάρχει ένας τελωνειακός που κατοικεί στην περιοχή και εισπράττει τα δικαιώματα της κυβέρνησης πάνω σε όλα τα είδη που εισάγονται, αλλά και πάνω στον καπνό και το βαμβάκι κατά την επιβίβασή τους σε πλοία που κατευθύνονται στον Δούναβη. Η πόλη έχει μόνο μία είσοδο. Μια μεγάλη σαρκοφάγος από άσπρο μάρμαρο της περιοχής που βρίσκεται κοντά στην πύλη χρησιμεύει και ως βάση συντριβανιού. Το μνημείο αυτό φέρει λατινική επιγραφή προς τιμήν μιας Ρωμαίας αρχόντισσας. Το μνημείο ήρθε στην πόλη από τους Φιλίππους, όπου υπάρχουν πολλές ρωμαϊκές αρχαιότητες. (Cousinery, τομ. ΙΙ, σ. 71)
Στα περίχωρα της Καβάλας υπάρχει ο ποταμός τον οποίο ο Ηρόδοτος ονομάζει Λίσσο. (Cousinery, τομ. ΙΙ, σ. 75)
Στις οκτώ λεύγες από την Καβάλα βρίσκεται η πεδιάδα του Σαρή –σαμπάν. (Cousinery, τομ. ΙΙ, σ. 76)
Το ταξίδι από την Καβάλα στη Θάσο διαρκεί τέσσερις ώρες και το μέρος το πιο πρόσφορο για να δέσει το καΐκι ονομάζεται Παναγιά, καθώς εκεί κοντά βρίσκεται εκκλησία αφιερωμένη στη Θεοτόκο. Το πιο κοντινό χωριό έχει το ίδιο όνομα. Πολύ κοντά στο αραξοβόλι υπάρχουν τα ερείπια μιας αρχαίας πόλης. Της μόνης πόλης του νησιού που έχουμε στοιχεία για την ύπαρξή της. Το έδαφος προσφέρεται για την καλλιέργεια της αμπέλου. (Cousinery, τομ. ΙΙ, σ. 85)
[/tab]
[tab name=’Frazer’]
Τα μοναδικά τσιγάρα που μπορεί κανείς να καπνίσει στην τουρκική επικράτεια είναι η φίρμα «Regie» που αποτελεί κρατικό μονοπώλιο. Ωστόσο, στην Καβάλα δεν καπνίζει κανείς αυτά τα τσιγάρα, διότι εκεί καπνίζουν τσιγάρα που είναι προϊόντα λαθρεμπορίου και είναι καλής ποιότητας. Ο καλύτερος καπνός του κόσμου είναι αυτός που φυτρώνει στις πεδιάδες της Καβάλας. Η Αίγυπτος που εξάγει τσιγάρα στις αγορές όλου του κόσμου δεν καλλιεργεί τον καπνό στα δικά της εδάφη αλλά εισάγει από την Καβάλα. Το 1905 η Καβάλα εξήγε 1.000 τόνους καπνό που η τιμή του ανερχόταν σε ένα εκατομμύριο στερλίνες. Το κράτος ως φόρο λαμβάνει το ένα δέκατο του ποσού. Ο κακής ποιότητος καπνός και τα απομεινάρια από την επεξεργασία του καπνού της Καβάλας χρησιμοποιούνται για την κατασκευή τσιγάρων της φίρμας «Regie».Στην περιοχή παρατηρείται λαθραία διακίνηση καπνού σε πολύ μεγάλο βαθμό και οι αρχές προσπαθούν να την περιορίσουν.(Frazer,σ. 169-170)
Στην Καβάλα υπάρχει μεγάλος αριθμός φτωχών ανθρώπων που συγκεντρώνονται τρεις φορές την εβδομάδα στο Ιμαρέτ ή πτωχοκομείο για να λάβουν ως βοήθεια ρύζι και σούπα. Οι πένητες τρώνε το φαγητό τους ενώ ένας μουσουλμάνος ιερέας διαβάζει το Κοράνι. Κάθε μήνα έρχεται από την Αίγυπτο ρύζι που αντιστοιχεί το βάρος του σε οχτώ χιλιάδες λίβρες σε ανάμνηση του γεγονότος ότι ο Μωχάμετ Αλή Πασά γεννήθηκε στην Καβάλα το 1769.(Frazer,σ. 170)
Η πόλη της Καβάλας υπήρξε τόπος εκπαίδευσης για μουσουλμάνους ιερείς. Δεν υπήρχαν στην πόλη χριστιανικές εκκλησίες. Και όμως όταν ο Απόστολος Παύλος και ο Σύλλας είχαν αλλάξει την πίστη των κατοίκων της πόλης προς το Χριστιανισμό είχε δοθεί στην πόλη το όνομα «Χριστόπολη».Στα πρώιμα μεσαιωνικά χρόνια η Χριστόπολη αποτελούσε κομβικό σημείο στο δρόμο από Κων/πολη προς Ρώμη και την ανατολική πύλη της Μακεδονίας. Το όνομα Καβάλα πιθανώς δόθηκε στην πόλη από τους Γενουάτες ,οι οποίοι την έκαναν κέντρο εμπορίου. Η γεωγραφική θέση της πόλης τράβηξε το ενδιαφέρον τους το 13ο αιώνα και έτσι κατέληξαν σε συμφωνία με τους κατοίκους της εναντίον των Βενετών. Οι Ιταλοί ονόμαζαν την πόλη «Καβάλλο» επειδή έμοιαζε με πέταλο. Η πόλη έπεσε στα χέρια των Τούρκων το 14ο αιώνα οι οποίοι την κατέστρεψαν. Εν τούτοις, ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής ξαναέχτισε την πόλη και έφερε Εβραίους από την Ουγγαρία για να εγκατασταθούν εκεί. Αυτό που έφερε τους Έλληνες της γύρω περιοχής στην πόλη ήταν η ενασχόληση με τον καπνό.(Frazer,σ. 172-173)
Παντού μέσα στην πόλη της Καβάλας υπήρχαν τα δείγματα της φροντίδας του Μωχάμετ Αλή για τη γενέτειρά του. Ξαναέχτισε το υδραγωγείο, ώστε ολόκληρη η πόλη –αυτή που βρισκόταν εντός των τειχών να έχει άφθονο νερό, τη στιγμή που οι εκτός των τειχών, κυρίως Χριστιανοί, έπρεπε να μπουν σε τεράστια έξοδα για να έχουν νερό. Επιπλέον, ο Μωχάμετ Αλή είχε αφήσει ένα μεγάλο ποσό με στόχο να ελαφρύνει το βάρος των φόρων που έπληττε τους κατοίκους που ζούσαν εντός των τειχών. Το γεγονός αυτό δεν διευκόλυνε διόλου τη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών.(Frazer,σ. 173)
Στην Καβάλα είχε εκδηλωθεί –λίγο πριν την έλευση του περιηγητή στην περιοχή – μια απεργία καπνεργατών οι οποίοι ζητούσαν περισσότερα χρήματα ως αμοιβή της εργασίας τους. Το αίτημα τους απορρίφθηκε και οι εργάτες εξεγέρθηκαν σπάζοντας τα παράθυρα των εργοστασίων.Οι αρχές κατέστειλαν την απεργία ενώ οι πρωταίτιοι φυλακίστηκαν. (Frazer,σ. 173)
[/tab]
[tab name=’Holland’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Isambert’]
Πολύ αργότερα η Καβάλα υπήρξε η πρώτη πόλη της ευρωπαϊκής ηπείρου, στην οποία αποβιβάστηκαν οι Απόστολοι Παύλος και Σίλας, γι’ αυτό και κατά τους βυζαντινούς χρόνους ονομάστηκε Χριστόπολη. Το όνομα Καβάλα το έλαβε κατά τον μέσο αιώνα. Η ταυτοποίηση της Νεάπολης, Χριστόπολης και Καβάλας είναι αναμφισβήτητη λόγω της συμφωνίας των αποστάσεων, όπως δείχνουν τα οδοιπορικά του Αππιανού, της Ιερουσαλήμ και του Αντωνίνου με την πραγματική απόσταση να είναι 13 χιλιόμετρα μεταξύ αυτής και των Φιλίππων.(Isambert, σ. 17)
Η κωμόπολη του Γένιτζε απέχει από την Γκιουμουρτζίνα οκτώ ώρες. Η κωμόπολη αυτή έχει περίπου 200 σπίτια και είναι χτισμένη στην είσοδο της μεγάλης ελώδους πεδιάδας του Καρα-σού, του αρχαίου Νέστου, τον οποίο μπορεί κάποιος να διαπεράσει με μια σχεδία σε διάστημα τεσσάρων ωρών, ώσπου να φτάσει στους πρόποδες των βουνών. Από εκεί ανεβαίνει μέσω ενός στρωμένου δρόμου σε μια ορεινή ψηλή αντηρίδα, της οποίας η θέα απλώνεται στον κόλπο της Κοντέσσας (κόλπος Πιερίας), στο νησί της Θάσου, πολύ μακρύτερα δε προς την ανατολή στις κορυφές των βουνών της Σαμοθράκης και προς τα δυτικά στον Άθω. Από εκείνο το σημείο φαίνεται και η πόλη της Καβάλας.[Σε αυτό το σημείο σημειώνουμε και την ύπαρξη δύο μικρών λιμανιών ή όρμων στην άκρη του Σαρισλαβάν. Ο ένας είναι το Κεραμουτί απέναντι από τη νήσο Θάσο και ο άλλος ονομάζεται Κούμ Βουρνού και είναι πιο κοντά στην Καβάλα]. Πέρα από τα ερείπια του υδραγωγείου, ένας στρωμένος δρόμος κατέρχεται μέχρι την ακτή και εισχωρεί σε στενή διάβαση, μεταξύ της οχυρωμένης χερσονήσου όπου κείται η Καβάλα και των βουνών που ορίζουν τον μυχό του κόλπου. Αυτά τα στενά είναι το Ακόντισμα, που μνημονεύεται από τον Αμμιανό Μαρκελλίνο, που είναι και το μοναδικό σημείο της Εγνατίας οδού που προσεγγίζει την παραλία.(Isambert, σ. 15-16)
Η Εγνατία οδός ήταν η μεγαλύτερη στρατιωτική και εμπορική οδός της Θράκης και κατασκευάσθηκε επί των ημερών των βασιλέων της Μακεδονίας και πριν από τη Ρωμαϊκή κατἀκτηση ονομαζόταν βασιλική οδός. Η πόλη της Καβάλας ή Νεόπολη ήταν σημαντική, λόγω της στρατιωτικής της θέσης, επειδή βρισκόταν ανάμεσα σε αυτές τις στενωπούς.Το στενό αυτό προστατευόταν από κάποιο τείχος που αποτελούνταν από πύργους, που συνέδεε την πόλη με τα παρακείμενα βουνά και κατέληγε στον μεγαλύτερο πύργο που ήταν χτισμένος στην κορυφή ενός απότομου λόφου προς το άλλο άκρο του στενού. Αν περάσει κάποιος αυτά τα εξωτερικά αμυντήρια φτάνει στην πόλη της Καβάλας μετά από διαδρομή δύο ωρών. (Isambert, σ. 16-17)
Η Καβάλα βρίσκεται σε απόσταση 10 ωρών από το Γένιτζε. Είναι η αρχαία Νεάπολη των Ελλήνων και το επίνειο των Φιλίππων. Φαίνεται πως ήταν αποικία των Θασίων και όπως η γειτονική πόλη της Αντισάρας ήταν και αυτή το επίνειο της περιώνυμης πόλης Δάτος, που ήταν περιβόητη για τα χρυσά της μεταλλεία δίπλα στο όρος Παγγαίο. Οι Αθηναίοι-νικητές της Θάσου-είχαν καταλάβει και τη Νεάπολη. Επί των Ρωμαίων η ίδια αυτή πόλη αναφέρεται και στην εκστρατεία του υπάτου Μανλίου Βούλσου κατά του Αντιόχου. Έπειτα μνημονεύεται πάλι ως επίνειο των Φιλίππων. Κατά τη μάχη των Φιλίππων ο στόλος του Βρούτου και του Κασσίου ναυλοχούσε στη Νεάπολη. Πολύ αργότερα η ίδια πόλη υπήρξε η πρώτη πόλη της ευρωπαϊκής ηπείρου, στην οποία αποβιβάστηκαν οι Απόστολοι Παύλος και Σίλας, γι’ αυτό και κατά τους βυζαντινούς χρόνους ονομάστηκε Χριστόπολη. Το όνομα Καβάλα το έλαβε κατά τον Μεσαίωνα. Η ταυτοποίηση της Νεάπολης, Χριστόπολης και Καβάλας είναι αδιαμφισβήτητη λόγω της συμφωνίας των αποστάσεων, όπως δείχνουν τα οδοιπορικά του Αππιανού, της Ιερουσαλήμ και του Αντωνίνου μετά την πραγματική απόσταση που βρίσκεται 13 χιλιόμετρα μεταξύ αυτής και των Φιλίππων. (Isambert, σ. 17)
Κατά την οθωμανική κατάκτηση η Καβάλα ήταν εντελώς κατερειπωμένη. Οι Τούρκοι την ανέκτησαν επί Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς και την εποίκισαν με Ιουδαίους που έφεραν από την Ουγγαρία. Η Καβάλα επίσης είναι και η πατρίδα του Μεχμέτ Αλή, του περιβόητου πασά της Αιγύπτου, ο οποίος οικοδόμησε στην πόλη λαμπρές κατασκευές. (Isambert, σ. 17-18)
Η πόλη κείται στον μυχό του αρχαίου κόλπου της Πιερίας που περικλείεται από τη Θάσο και από το όρος Παγγαίο, που εκτείνεται στα ηπειρωτικά προς τα δυτικά της πόλης. Είναι χτισμένη σε βραχώδη χερσόνησο, όχι πολύ ψηλή που προεξέχει από την παραλία. “Παρόλο που ο βράχος αυτός περιβάλλεται από τείχη “, αναφέρει ο Heuzey, ” η καμπυλότητα του εδάφους καθιστά εμφανή τα τουρκικά σπίτια, τα τζαμιά και τις υπόλοιπες οικοδομές, ώστε είναι εκτεθειμένη στις επιθέσεις από τη θάλασσα”. Ο αμμώδης όρμος αυτής της χερσονήσου που στερείται λιμανιού, κείται κάτω από τα τείχη της πόλης και έχει κλίση προς τα ανατολικά. Το αγκυροβόλι είναι ασφαλές και ο βυθός συμπαγής. Ο όρμος όμως δεν προστατεύεται καθόλου από τους ανέμους και τα πελώρια κύματα της νοτιοδυτικής θάλασσας, έτσι ώστε τα πλοία προσορμίζονται για την ασφάλειά τους στο απέναντι λιμάνι του Ελευθέρου κάτω από το όρος Παγγαίο ή πίσω από τη Θάσο. Η Καβάλα είναι μια εμπορική πόλη και έχει σπουδαίο εμπόριο δημητριακών καρπών, σουσαμιού, ακατέργαστου μεταξιού και καπνών από το Γένιτζε. [Από αυτήν εξάγονται τα προϊόντα της Δράμας, της Πραβίστας, του Σαρισλαβάν, του Γένιτζε και της Γκιουμουρτζίνας]. Είναι η πρωτεύουσα μιας τοπαρχίας που διοικείται από έναν μουδίρη που βρίσκεται υπό τις διαταγές του καϊμακάμη της Δράμας, ο οποίος τελεί υπό τις διαταγές του πασά της Θεσσαλονίκης. Εκτός από αυτά τα εξωτερικά τείχη της Καβάλας δεν υπάρχουν κτίρια και αυτό το γεγονός προσφέρει ευχάριστη θέα προς τη θάλασσα. Η ακρόπολη και τα οχυρώματα δεν φέρουν κανένα ίχνος από τα αρχαία τους θεμέλια. Είναι βυζαντινά κτίσματα τα οποία επισκεύασαν σε ένα βαθμό οι Τούρκοι. Υδραγωγείο που στηρίζεται σε διπλή σειρά αψίδων διοχετεύει το νερό από τα παρακέιμενα βουνά. Αυτό-όπως επίσης και ένα τζαμί και ένας ξενώνας κατασκευάστηκαν από κάποιον Τούρκο άρχοντα που ονομαζόταν Ιμπραΐμ-πασάς, στα χρόνια του Σουλεϊμάν του μεγαλοπρεπούς. Επίσης ο Μεχμέτ Αλή ανήγειρε εκεί σχολείο και τζαμί.
Ο Heuzey βρήκε στην Καβάλα κάποιες αρχαιότητες και επιγραφές.
Από την Καβάλα μπορεί κάποιος να επισκεφθεί την αρχαία ιστορική πόλη των Φιλίππων, η οποία απέχει 13 χιλιόμετρα στα βορειοδυτικά. Βρίσκεται στην οδό που οδηγεί από την Καβάλα στη Δράμα. Μακροσκελή αναφορά σε αυτά τα αρχαιολογικά κατάλοιπα κάνει ο Heuzey στο έργο του. (Isambert, σ. 18 -19)
Αυτός που θέλει να επισκεφθεί τον Άθω και επιθυμεί να αποφύγει την διάβαση ολόκληρης της Χαλκιδικής μπορεί να μεταβεί εκεί μέσω της Καβάλας ή των Δαρδανελλίων με πλοίο. (Isambert, σ. 51
Η Ιερισσός είναι το μόνο προσιτό μέρος στα ανατολικά παράλια του Άθω. Εδώ μπορεί κάποιος να βρει και μικρές λέμβους για να μεταβεί στην Καβάλα και τη Θάσο.(Isambert, σ. 53)
Η Καβάλα είναι η αρχαία Νεάπολη των Ελλήνων. (Isambert, σ.17)
Οι Αθηναίοι, οι νικητές της Θάσου είχαν καταλάβει και τη Νεάπολη. Επί Ρωμαίων η ίδια αυτή πόλη αναφέρεται και στην εκστρατεία του υπάτου Μανλίου Βούλσου κατά του Αντιόχου. Έπειτα μνημονεύεται πάλι ως επίνειο των Φιλίππων. Κατά την μάχη του Φιλίππου ο στόλος του Βρούτου και του Κασσίου ναυλοχούσε στη Νεάπολη. Πολύ αργότερα η ίδια πόλη υπήρξε η πρώτη πόλη της ευρωπαϊκής ηπείρου, στην οποία αποβιβάστηκαν οι Απόστολοι Παύλος και Σίλας, γι’ αυτό και κατά τους βυζαντινούς χρόνους ονομάστηκε Χριστόπολη. Το όνομα Καβάλα το έλαβε κατά τον μέσο αιώνα. Η ταυτότητα της Νεάπολης, Χριστόπολης και Καβάλας είναι αναμφισβήτητη δια της συμφωνίας των αποστάσεων, όπως δείχνουν τα οδοιπορικά του Αππιανού, της Ιερουσαλήμ και του Αντωνίνου με την πραγματική απόσταση που είναι 13 χιλιόμετρα μεταξύ αυτής και των Φιλίππων. ( Isambert, σ.17)
Από εκείνο το σημείο η ανάβαση που οδηγεί εν τέλει στην κορυφή του Άθω, που στέφεται από τον Ιερό Ναό της Μεταμορφώσεως είναι εξόχως δυσχερής καθώς η εν λόγω οδός δεν είναι προσβάσιμη για τα υποζύγια.Στην κορυφή ο θεατής έχει θέα μεγαλοπρεπή και ευχάριστη.Προς βορράν και εξής περιλαμβάνει τα ψηλά βουνά της Σαμοθράκης, τα παράλια της Θράκης τα κατακερματιζόμενα στα καταγάλανα νερά των κόλπων της Κοντέσσας και της Καβάλας, στα δυτικά τα ακρωτήρια του Λόγγου και της Κασσάνδρας, τις υπερήφανες ψηλές χιονισμένες κορυφές του Ολύμπου και στα νότια τα παράλια της Θεσσαλίας και τα ψηλά όρη της Όσσας και του Πηλίου. (Isambert,σ. 59)
Η γειτονική πόλη της Καβάλας η Αντισάρα ήταν το επίνειον της περιώνυμης πόλης του Δάτους, της περιβόητης για τα μεταλλεία χρυσού, που βρίσκονταν κοντά στο όρος Παγγαίο.(Isambert, σ. 17)
[/tab]
[tab name=’Leake’]
Αν και δεν είναι σίγουρο από τα Οδοιπορικά ότι αυτή ήταν η κατεύθυνση του Ρωμαϊκού δρόμου, δεν μπορεί να υπάρχει κάποια αμφιβολία ως προς το αν η Νεάπολη, η οποία βρίσκεται στη διαδρομή περίπου 12 μίλια από τους Φιλίππους, δεν ήταν η Νεφτερόπολη. Όμως καθώς θα υπήρχε, σε αυτήν την περίπτωση μια άσκοπη παράκαμψη περίπου 20 μιλίων με μια στροφή προς τα βορειοανατολικά, αυτού του είδους η υπόθεση δεν μπορεί να στηριχθεί.Κατά συνέπεια η Νεάπολη ή Νεόπολη, σύμφωνα με τα νομίσματά της, βρισκόταν στη θέση της Καβάλας. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 180)
Εξίσου σημαντική κατάκτηση ήταν αυτή των ορυχείων στο όρος Παγγαίο και στις Κρηνίδες, οι οποίες ήταν ένας αρχαίος οικισμός των Θασίων, στη περιοχή του Δάτους, ανάμεσα στη Νεάπολη και το Δραβίσκο. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 189)
Η Αμφίπολη, όπως παρατηρεί ο Θουκυδίδης, κατείχε μια ελκυστική θέση τόσο στη θάλασσα όσο και στην εσωτερική χώρα. Τοποθετημένη στο μοναδικό, βολικό πέρασμα κατά μήκος της παραθαλάσσιας κορυφογραμμής των βουνών που βρίσκονται ανάμεσα στα περάσματα της Αυλώνας και της Νεάπολης, ευρισκόμενη σε ένα σημείο το οποίο οδηγεί άμεσα στο κέντρο μιας από τις πιο πλούσιες και εκτεταμένες πεδιάδες της Ελλάδας, ήταν φυσικά το κέντρο πολλών δρόμων, απ’ όπου προέρχεται και το όνομα Εννέα οδοί, το οποίο ο τόπος έφερε όταν κατεχόταν από τους Ηδωνείς, πριν από την ίδρυση αποικιών από τους Αθηναίους. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 190)
Ο Απολλόδωρος αποδεικνύει τη σύνδεση ανάμεσα στους βασιλείς των Ηδωνών και στους μύθους των Βάκχων και των Σατύρων.Οι Ορέσκιοι πιθανώς κατοίκησαν τα βουνά πάνω από τον Δραβίσκο, στα οποία βρισκόταν το μαντείο του Βάκχου, ένα επίθετο του οποίου ήταν ορέσκιος.Ένας μεγάλος αριθμός από τα νομίσματα της Μακεδονίας και της Θράκης ανήκαν σε μέρη κοντά στα αργυρωρυχεία.Σε αυτά ανήκαν τα νομίσματα από τα εξής μέρη: Άκανθος, Νεάπολη, Τράγιλος, Όσσα, Βισαλτία, Φίλιπποι και αυτά που επιγράφονταν “Μακεδόνων πρώτης”, τα οποία κόπηκαν στην Αμφίπολη μετά την ρωμαϊκή κατάκτηση.Τα χρυσά νομίσματα του Φιλίππου μας βοηθούν στην έρευνα των ορυχείων των Κρηνίδων.(Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 214)
Όχι πολύ μακριά από τον λόφο των Φιλίππων βρισκόταν εκείνος του Βάκχου, ο οποίος περιελάμβανε τα χρυσωρυχεία που ονομάζονταν Άσυλα ενώ σε απόσταση δεκαοχτώ σταδίων από την πόλη βρίσκονταν άλλα δύο υψώματα οχτώ σταδίων το καθένα, στα βόρεια των οποίων ο Βρούτος τοποθέτησε το στρατόπεδό του και στα νότια ο Κάσσιος: εκείνα του Βρούτου προστατεύονταν από τα δεξιά από βραχώδεις λόφους και στα αριστερά του στρατοπέδου του Κάσσιου από έλος.Ο ποταμός Γάγγας ή Γαγγίτης έρρεε μπροστά και η θάλασσα βρισκόταν στο πίσω μέρος.Τα στρατόπεδα των δύο αρχηγών,παρότι χωριστά, περικλείονταν από ένα κοινό οχυρό και ανάμεσά τους ήταν το πέρασμα, το οποίο οδηγούσε σαν πύλη από την Ευρώπη στην Ασία.Οι τριήρεις βρίσκονταν στη Νεάπολη, εβδομήντα στάδια μακριά και οι αποθήκες των πυρομαχικών και των πολεμοφοδίων στο νησί της Θάσου εκατό στάδια μακριά.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 217)
Ο Δίων ο Κάσσιος προσθέτει ότι οι Φίλιπποι βρίσκονται κοντά στο Παγγαίο και στο Σύμβολο, ενώ το Σύμβολο που βρίσκεται ανάμεσα στους Φιλίππους και τη Νεάπολη, πήρε το όνομά του επειδή συνέδεε το Παγγαίο με άλλο όρος με εκτεινόμενη ενδοχώρα.Από την περιγραφή φαίνεται ξεκάθαρα το Σύμβολο να εκτείνεται από την Πράβιστα έως την Καβάλα και να διαχωρίζει τον κόλπο της Καβάλας από τον κάμπο των Φιλίππων.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 217)
Ο Μάρκος Αντώνιος μόλις έφτασε στην Αμφίπολη αμέσως στρατοπέδευσε στην πεδιάδα σε απόσταση οκτώ σταδίων από τον εχθρό, όπου ενίσχυσε το στρατόπεδό του με χαρακώματα και οχυρά και άνοιξε πηγάδια τα οποία, σε αυτή την ελώδη πεδιάδα, προσέφεραν άφθονο νερό.H θέση του ήταν στα δεξιά, απέναντι από αυτήν του Κάσσιου. Ο Οκταβιανός Καίσαρας βρέθηκε απέναντι στον Βρούτο στα αριστερά. Σε κάθε πλευρά υπήρχαν δεκαεννιά λεγεώνες.Εκείνες του Αντωνίου ήταν περισσότερο άρτιες, αλλά στο ιππικό ήταν κατώτερος κατά 7.000.Το σχέδιό του ήταν να αναχαιτίσει την επικοινωνία του εχθρού με τη Νεάπολη και τη Θάσο, με μια κίνηση στα νώτα του Κάσσιου.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 218)
Η δυσκολία βρίσκεται στο γεγονός ότι ο Αππιανός διαπιστώνει πως τα στρατόπεδα του Βρούτου και του Κάσσιου βρίσκονταν 18 στάδια από τους Φιλίππους και 70 από την Νεάπολη, αποδεικνύοντας έτσι ότι αυτή η θέση ήταν πολύ εγγύτερα στους Φιλίππους παρά στην Καβάλα και δεν ταιριάζει με το πέρασμα πάνω από το όρος της Καβάλας.Διαπιστώνεται λοιπόν, ότι, είτε οι αριθμοί που εκφράζουν αποστάσεις μπήκαν ανάποδα στο κείμενο του Αππιανού ή ότι υπήρχε μια κίνηση, την οποία παρέλειψε ο Αππιανός από την πρώτη στρατοπέδευση του Βρούτου και του Κάσσιου στην τοποθεσία την οποία κατείχαν στην πρώτη μάχη. Η τελευταία υπόθεση εκφράζεται και από τον Δίωνα, ο οποίος δηλώνει ότι με την κατάκτηση του Συμβόλου ο στρατός του Κάσσιου ήταν σε θέση να προστατεύσει τις δυνάμεις επιδρομών στην πεδιάδα και απέκτησε έτσι μια ασφαλή επικοινωνία με τη Νεάπολη από όπου φαίνεται ότι δεν είχαν τέτοια πλεονεκτήματα όταν βρίσκονταν κοντά στους Φιλίππους.Στην πραγματικότητα το πέρασμα της Καβάλας θα μπορούσε να τους εξασφαλίσει πρόσβαση στη θάλασσα μακριά από εχθρικές παρεμβάσεις.Είναι φανερό επίσης, ότι όταν ο Βρούτος και ο Κάσσιος στρατοπέδευσαν στην πρώτη τους άφιξη στους Φιλίππους, η θέση τους αυτή εκτεινόταν από αυτό το πέρασμα σαν ένα κέντρο και περιλάμβανε όλα τα υψώματα από τους Φιλίππους μέχρι την Πράβιστα.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 222)
Θεωρείται ότι το Δάτος είναι το ίδιο μέρος με τη Νεάπολη. Ο Σκύλακας ωστόσο, διαχωρίζει τα δύο μέρη αλλά προσθέτει πως το Δάτος αποτελούσε Αθηναϊκή αποικία, όχι όμως το αρχαίο Δάτος, αλλά μια πολύ νεότερη αποικία των Αθηναίων στη Θράκη.Προφανώς όμως στο σημείο αυτό το κείμενό του είχε φθαρεί, όπως και σε πολλά άλλα σημεία και στην πραγματικότητα εννοούσε ότι η Νεάπολη ήταν μια αποικία, την οποία οι Αθηναίοι είχαν ιδρύσει στο Δάτος. Ο Ζηνόβιος και ο Ευστάθιος από την άλλη, υποστηρίζουν πως το Δάτος ήταν αποικία της Θάσου, πιθανότατα όπως αυτές που οι Θάσιοι είχαν διαδοχικά στην ακτή απέναντι από το νησί τους, ενώ υπήρχε κάθε λόγος να πιστεύεται ότι οι Αθηναίοι δεν είχαν καμία βάση στη Θράκη μέχρι την υποβάθμιση της Θάσου, η οποία συνέβη το έτος 463 π.Χ., ούτε καμία μόνιμη εγκατάσταση μέχρι την ίδρυση της Αμφίπολης από τον Άγνωνα, 26 χρόνια αργότερα, καθώς οι προηγούμενες τους προσπάθειες είχαν αποδειχθεί ανεπιτυχείς. Εάν η Νεάπολη ήταν αποικία της Αθήνας, καθώς τα νομίσματα αποδεικνύονται αξιόπιστα, ήταν πιθανότατα σε μια μεταγενέστερη ημερομηνία. Αυτό ίσως δείχνει ότι η Αισύμη υπήρξε μία από τις αποικίες των Θασίων.Ήδη από την αρχαιότητα αναφέρεται από τον Όμηρο και είναι πιο πιθανό από το να έχει κατακτήσει την τοποθεσία το Δάτος, όπου η αποικία της Νεάπολης ιδρύθηκε αργότερα, αλλά η Αισύμη συνέχιζε ακόμα να υπάρχει με αυτό το όνομα τον όγδοο χρόνο του Πελοποννησιακού Πολέμου, όταν, μαζί με τη Γαληψό παραδόθηκε στον Βρασίδα. Στη συνέχεια ονομάστηκε Εμάνθια, όπως μαθαίνουμε από τον Στέφανο ενώ ο Λίβιος την αναφέρει με αυτό το όνομα, καθώς μαζί με την Αμφίπολη και με τις άλλες πόλεις της Θρακικής ακτής, έκλεισε τις πύλες της εναντίον των Ρωμαίων υπό τον ύπατο Οστίλιο στον Περσικό Πόλεμο το 170 π.Χ.
Αφού Αγγίτης ήταν το όνομα που αποδίδονταν στον ποταμό ο οποίος πήγαζε από τους Φιλίππους, τότε η διακλάδωση από το Νευροκόπι ήταν ο Ζυγάκτης ποταμός, που συμφωνεί τέλεια με τα γεγονότα που αναφέρει ο Αππιανός, ότι πολλοί από τους ηττημένους συμμάχους του Βρούτου υποχώρησαν προς τα βουνά από την κοιλάδα του Ζυγάκτη. Ήταν στην πραγματικότητα η μόνη διαδρομή προς το εσωτερικό που τους προσφέρονταν. Αν και αυτό το ρέμα είναι πολύ μακρύτερο και μεγαλύτερο απο τον Αγγίτη, ο Ηρόδοτος αποδεικνύει ότι το ενωμένο ποτάμι πήρε το όνομά του από τη διακλάδωση των Φιλίππων. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σσ. 224-225)
Θεωρώ ότι το Ζερβοχώρι είναι η τοποθεσία της Ηράκλειας Σιντικής για τους ακόλουθους λόγους.1)Η Ηράκλεια βρισκόταν κοντά στον Στρυμόνα, ξεχωρίζοντας από άλλες πόλεις της ίδιας ονομασίας, ως Ηράκλεια Στρυμόνος.2)Η Σιντική βρισκόταν στα δεξιά του Στρυμόνα, ενώ ο Λίβιος μας ενημερώνει ότι όταν η Μακεδονία ήταν χωρισμένη σε τέσσερις επαρχίες με την ρωμαϊκή κατάκτηση, η Σιντική ήταν συνδυασμένη με τη Βισαλτία στην πρώτη Μακεδονία, της οποίας η πρωτεύουσα ήταν η Αμφίπολη, καθώς όλα τα υπόλοιπα τμήματα της χώρας ανάμεσα στον Στρυμόνα και στον Αξιό είχαν αποδοθεί στην δεύτερη Μακεδονία , της οποίας η πρωτεύουσα ήταν η Θεσσαλονίκη.3) Η θέση του Ζερβοχωρίου ταιριάζει με αυτή, την οποία το Συνοπτικό Οδοιπορικό αποδίδει στην Ηράκλεια αναφορικά με τους Φιλίππους, καθώς υποδηλώνεται σε δυο διαφορετικούς ρωμαϊκούς δρόμους από τη μια πόλη στην άλλη. Και οι δύο δρόμοι ήταν σε μικρή σχετικά απόσταση μεταξύ των Φιλίππων και του Ζερβοχωρίου.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 226-227)
Οι Πύλες δεν είναι παρά το πέρασμα πάνω από το βουνό πίσω από την Καβάλα, η αρχή των στενών των Σαπαίων, που εκτείνεται από τα ανατολικά περίπου είκοσι μίλια κατά μήκος της απότομης παραθαλάσσιας κατάληξης του όρους μέχρι την κοιλάδα του Νέστου μκαι αποτελούν με αυτή την έννοια μια πύλη στη σημαντική οδό της επικοινωνίας της Ευρώπης με την Ασία.(Leake, τομ. ΙΙΙ, σσ. 217-218)
Εάν το πέρασμα που οδηγούσε από το βουνό της πεδιάδας των Φιλίππων στην Καβάλα ήταν οι Πύλες, που διαχώριζαν το στρατόπεδο του Βρούτου από αυτό του Κάσσιου, η τοπογραφία συμβαδίζει απόλυτα με την περιγραφή. Το στρατόπεδο του Βρούτου εκτεινόταν στα δεξιά της εισόδου του περάσματος προς τους Φιλίππους και το στρατόπεδο του Κάσσιου στα αριστερά προς την Πράβιστα.Ο ποταμός Γάγγας, ο οποίος διέρχεται γύρω από τους Φιλίππους ρέει παράλληλα.Βόρεια της Πράβιστας υπάρχει μια λίμνη ή μια πλημμυρισμένη περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στα στρατόπεδα του Κάσσιου και του Αντωνίου.Εδώ,την εποχή που έγινε η μάχη το φθινόπωρο του 42π.Χ. υπήρχε ένα έλος, όπως περιγράφει ο Αππιανός.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 221)
[/tab]
[tab name=’Mantegazza’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Pouqueville’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Tozer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Urquhart’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Walker’]
Πρόκειται για την παλιά Νεάπολη στην οποία είχε μείνει ο Απόστολος Παύλος, πηγαίνοντας από την Τροία προς τους Φιλίππους και τη Θεσσαλονίκη.
Έχει χτιστεί πάνω σε ένα τεράστιο όγκο βράχων που υψώνονται απότομα από τη θάλασσα. Στα μισά της απόστασης προς την κορυφή βρίσκεται μια σειρά από άσπρα κτίρια με κιονοστοιχίες, θόλους και μιναρέδες• είναι ο τουρκικός Μεντρεσές που έχτισε ο Αιγύπτιος Μωχάμεντ Αλή, που είχε γεννηθεί σε αυτό τον τόπο.
Στην κορυφή του υψώματος στέκεται το φρούριο με τους στρογγυλούς και τετράγωνους πύργους του. Ισχυρό τείχος, χτισμένο προφανώς από τους Σαρακηνούς, περιβάλλει την πόλη.Σε μικρή απόσταση προς το εσωτερικό υπάρχει ένα ωραίο μικρό υδραγωγείο που διατηρείται ακόμα σε καλή κατάσταση και συνδέει την Καβάλα με τα γειτονικά βουνά.Η οροσειρά αυτή είναι εξαιρετικά άγρια και γυμνή.Γρανιτένιοι όγκοι σκεπασμένοι με χαμηλούς θάμνους,που και που κανένα κατσιασμένο δέντρο,δυο μοναχικά παρατηρητήρια και τα χαλάσματα ενός αρχαίου ρωμαϊκού τείχους δημιουργούν στον επισκέπτη την εντύπωση ότι πολλά πράγματα δεν άλλαξαν σε αυτό το αυστηρό τοπίο από τη μέρα που ο Απόστολος των Εθνών με το ραβδί στο χέρι άρχισε τη δύσκολη ανάβαση για το γυμνό εκείνο βουνό στα αριστερά ακολουθώντας την Εγνατία Οδό και με κατεύθυνση τους Φιλίππους. (Walker,σ. 6-7)
Ο κόλπος της Καβάλας σχηματίζοντας μια όμορφη καμπύλη αντανακλούσε στα καθαρά νερά του τα κλιμακωτά σπίτια της πόλης και τους κάτασπρους μιναρέδες της.Στα δεξιά πέρα και πάνω από τους τραχείς λόφους φαινόταν το Παγγαίο και σχεδόν μπροστά μας υψωνόταν απότομα μέσα από το γαλάζιο Αιγαίο η ψηλή κορυφή του Άθω.Σε μικρή απόσταση από την ξηρά η Θάσος με πλούσια δάση που έφταναν ως την παραλία.Πιο πέρα προς τα αριστερά φαινόταν το αμυδρό περίγραμμα της Λήμνου και της μυστηριώδους Σαμοθράκης. (Walker,σ. 7)
Οι Φίλιπποι βρίσκονταν κοντά στο Παγγαίο και στο Σύμβολο ενώ το Σύμβολο που ήταν ανάμεσα στους Φιλίππους και τη Νεάπολη ,ονομάστηκε έτσι επειδή συνέδεε το Παγγαίο με ένα άλλο βουνό που απλωνόταν στην ενδοχώρα.Το Σύμβολο εκτεινόταν από την Πράβιστα μέχρι την Καβάλα ,χωρίζοντας τον κόλπο της Καβάλας από την πεδιάδα των Φιλίππων.Εδώ ο Βρούτος και ο Κάσσιος είχαν στήσει το στρατόπεδό τους πριν τη μάχη των Φιλίππων -το 42π.Χ.- που υπήρξε μοιραία και για τους δυο. (Walker,σ. 11)
Στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου ο Θουκυδίδης ,διοικώντας τον αθηναϊκό στόλο στα ανοιχτά των ακτών της Θράκης κυρίευσε έναν σταθμό στη Θάσο.Μην μπορώντας να βοηθήσει την Αμφίπολη όπου είχαν αργήσει να τον φωνάξουν,εξορίστηκε από τους Αθηναίους ή αποσύρθηκε από μόνος του στη Σκαπτή Ύλη- ιδιοκτησία της γυναίκας του-κοντά στο όρος Παγγαίο(που ήταν πλούσιο σε χρυσωρυχεία).Έμεινε εκεί είκοσι χρόνια και ασχολήθηκε με το μεγάλο του έργο,την ιστορία του πολέμου μεταξύ Πελοποννησίων και Αθηναίων.Τα χρυσωρυχεία του Παγγαίου αναπτύχθηκαν επί της βασιλείας του Φιλίππου Β’,αποδίδοντας κάθε χρόνο σημαντικές ποσότητες χρυσού. (Walker,σ. 11)
[/tab]
[tab name=’Σχινάς’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[end_tabset]
Στρουμνιτζά: Τρίτος παραπόταμος, ο οποίος ρέει στο Στρούμα από τα δυτικά, περνώντας μέσα από ένα βάλτο και μπαίνει μέσα σε ένα τσιφλίκι.(Abbot,σ.153)
[/tab]
[tab name=’Berard’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Boissonas’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Chirol’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Clarke’]
Ο ποταμός θεωρείται το φυσικό σύνορο μεταξύ της Μακεδονίας και της Θράκης. Ο ποταμός βρίσκεται σε απόσταση τεσσάρων ωρών από τη συνοριογραμμή μεταξύ Μακεδονίας-Θράκης και ήταν το αρχαίο σύνορο μεταξύ των δύο περιοχών. (Clarke,σ. 387)
[/tab]
[tab name=’Cousinery’]
Ο Στρυμώνας, ο Εριγών και ο Νέστος ονομάστηκαν από τους Τούρκους Καρά-σου που σημαίνει μαύρο νερό. Οι Βούλγαροι που κατοικούν κοντά στις όχθες του Στρυμώνα ονομάζουν το ποτάμι «Στρούμα». Η συγγένεια των λέξεων είναι φανερή. Ο συγγραφέας Αντίγονος Καρύστιος κάνει λόγο για ένα ποτάμι με το όνομα Πόντος που βρίσκεται κοντά στη χώρα των Αγριάνων. (Cousinery,τομ.Ι,σ. 208)
Παλαιότεροι γεωγράφοι αναφέρουν ότι ο ποταμός Πόντος βρισκόταν στη θέση του Στρυμόνα. Ωστόσο, ο Πόντος πηγάζει από τα βουνά που βρίσκονται γύρω από την πόλη των Σερρών, ενώ ο Στρυμόνας έχει τις πηγές του περίπου σαράντα λεύγες βορειότερα. (Cousinery, τομ.Ι, σ. 204)
[/tab]
[tab name=’Frazer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Holland’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Isambert’]
Σ’ αυτήν την παραλία δεν παραμένει τίποτα άλλο εκτός από ένα όρμο απόβασης προς τα δυτικά των εκβολών του Στρυμώνα, όπου υπάρχει τελωνειακός σταθμός και αποθήκη επί της παραλίας. Εδώ παραδίπλα βρισκόταν το αρχαίο λιμάνι της Αμφίπολης, η Ηιών. Αυτή η θέση κείται περίπου στα ερείπια του βυζαντινού φρουρίου, το οποίο ήδη στα χρόνια του περιηγητή Βελωνίου είχε καταστραφεί, και αποκαλούταν Χρυσόπολη.(Isambert, σ.23)
[/tab]
[tab name=’Leake’]
Η Παιονία εκτεινόταν από τους Δενθηλήτες και Μαίδους της Θράκης έως τους Δάρδανους, Πενέστες και Δασσαρέτες της Ιλλυρίας, συμπεριλαμβανομένων και των διαφόρων φυλών που κατοικούσαν στην άνω κοιλάδα του Εριγώνος, του Αξιού, του Στρυμώνος, και του Αγγίτη ποταμού μαζί δε και με την περιοχή των Σερρών .(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.306)
Η τούρκικη ονομασία του ποταμού είναι Karasú, δηλαδή μαύρα νερά. Εξ αιτίας όμως της φτωχής, σε γεωγραφικούς όρους, τούρκικης γλώσσας με τον ίδιο όρο αναφέρονταν στους ποταμούς Αξιό και Νέστο. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.267-268)
Ο Ηρόδοτος στην περιγραφή της πορείας του στρατού του Ξέρξη από την εκβολή του Στρυμώνα στην Άκανθο, δηλώνει, ότι αφού πέρασε την Άργιλο και άφησε τον κόλπο του Ποσιδείου στα αριστερά, διάβηκε την πεδιάδα η οποία ονομάζεται Συλεύς, και μετά αφού πέρασε τα Στάγειρα έφθασε στην Άκανθο. (Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.168)
Καθώς πλησιάζουμε τον Στρυμώνα οι λόφοι είναι πολύ χαμηλότεροι. Αντί να καλύπτονται με δέντρα, όπως πριν, καλλιεργούνται μερικώς και απολήγουν σε μια πεδιάδα, η οποία, προς τις εκβολές του ποταμού, είναι αμμώδης και διακόπτεται από βάλτους. Σε μια ώρα και σαράντα λεπτά φθάνουμε στο Tjai-agsi, ή τις εκβολές του ποταμού Στρυμώνα, όπως οι Τούρκοι ονομάζουν το πορθμείο του Στρυμώνα, μολονότι βρίσκεται ένα τέταρτο του μιλίου από τη θάλασσα. Ο ποταμός έχει περίπου 180 γιάρδες πλάτος. (Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.172)
Έχω ήδη υπογραμμίσει ότι τα Κερδύλια ήταν, ολοφάνερα, το βουνό το οποίο ανυψώνεται από τη δεξιά όχθη του Στρυμόνα, ακριβώς απέναντι από το λόφο της Αμφίπολης.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ. 194)
Αφού έπεισε τους κατοίκους της Ακάνθου και των Σταγείρων να αποσκιρτήσουν από την Αθηναϊκή συμμαχία, προέλασε με όλες τις δυνάμεις που μπόρεσε να συγκεντρώσει από τους συμμάχους του, μια νύχτα που χιόνιζε, από το Βρωμίσκο στην Άργιλο, απ’ όπου, υπό την καθοδήγηση των Αργιλίων, προχώρησε πριν το ξημέρωμα στη γέφυρα του Στρυμόνα, η οποία ήταν ελαφρά φρουρούμενη, και αφού την κατέλαβε πέρασαν στην κατοχή του όλα τα περιουσιακά στοιχεία των Αμφιπολιτών, όσα δεν βρίσκονταν εντός της πόλης. (Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ. 195)
Τον καιρό του Βρασίδα η γέφυρα του Στρυμώνα πιθανόν ήταν στην ίδια θέση όπως σήμερα, οι ίδιες αιτίες τείνουν, διαχρονικά, να αναδεικνύουν αυτή τη θέση ως τη πιο βολική λαμβάνοντας υπόψην τις εξωτερικές επαφές με αυτούς που κατοικούν στο λόφο της Αμφίπολης καί επιπρόσθετα ήταν ακριβώς απέναντι από το κέντρο της αρχαίας πόλης. (Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ. 196)
Ολόκληρη η βόρεια πλευρά του λόφου, εκεί που βρίσκεται το σημερινό χωριό, περικλειόταν,πιθανόν, με ένα τείχος, το οποίο απέληγε στη λίμνη και συμπεριλάμβανε εντός του τη γέφυρα του Στρυμώνα.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ. 197)
Πέραν του Στρυμώνος, ο Angitas συμβάλει στην πλημμύρα όπως και ορισμένα άλλα μικρά ποτάμια και από τις δύο πλευρές των βουνών.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ. 199)
Η κάτω στρυμωνική κοιλάδα, η οποία εκτείνεται από το Δεμιρισσάρ ως τον Άνγκιστα (Anghista) και την τοποθεσία της Αμφίπολης, αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες μακεδονικές πεδιάδες. (Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ. 201)
Η Γαληψός πρέπει να καταλάμβανε την ίδια τοποθεσία που αργότερα ονομάστηκε Psyscella, μια διάκριση που απαιτείται , επειδή υπήρχε άλλη μία τοποθεσία με την ονομασία Γαληψός, όχι σε μεγάλη απόσταση, στην παραλία ανατολικά του Στρυμώνα.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.155)
Αν και ο Στέφανος Βυζάντιος διακρίνει το Σίρις, εκ του οποίου πήραν το Σιροπαίονες, από τις Σέρρες, ήταν σίγουρα το ίδιο μέρος. Επίσης το ότι οι Σιροπαίονες κατοικούσαν στις όχθες του Στρυμώνα είναι ξεκάθαρο από τον Ηρόδοτο, καθώς και ότι δεν διέμεναν επάνω από το δερβένι του Δεμιρισσάρ. Τούτο εξάγεται από το ίδιο το έργο του Ηροδότου, όταν δηλώνει ότι ο Ξέρξης άφησε ένα μέρος των ασθενών του στρατεύματος του στο Σίρις κατά την επιστροφή του στον Ελλήσποντο. Ως εκ τούτου συμπεραίνουμε ότι δεν νοείται να είχε επιλεγεί ένα μέρος για αυτό το συγκεκριμένο σκοπό, σε τόσο μεγάλη απόσταση από την κεντρική πορεία του στρατού του όπως θα ήταν κάθε σημείο πάνω από τα στενά του Δεμιρισσάρ. (Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ. 209)
Συνεπώς οι Οδομάντες πιθανόν κατείχαν το μεγάλο βουνό που εκτείνεται από τη βορειοανατολική πλευρά της πεδιάδας του Στρυμώνα περίπου από το Μελένικο και το Δεμίρ Ισσάρ σχεδόν μέχρι το Παγγαίο. Η γειτνίαση στο τελευταίο αποδίδεται πιθανόν στο γεγονός ότι ήταν μία από τις τρεις φυλές που δούλευαν στα ορυχεία του βουνού. Οι άλλες δύο ήταν οι Πιερείς και οι Σάτρες, από τους οποίους οι πρώτοι διέμεναν στη νότια πλευρά του βουνού και οι δεύτεροι στην ανατολική πλευρά του. (Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ. 210)
Ήταν πολύ φυσικό ότι ο Μεγάβυζος θα έπρεπε να καταστείλει τους Σιροπαίονες που κατείχαν το πιο γόνιμο και εκτεθειμένο μέρος της πεδιάδας του Στρυμώνα, ενώ οι Οδομάντες, που ήταν ασφαλείς σε μία υψηλότερη θέση, και ακόμα περισσότερο οι Αγριανοί, που κατοικούσαν στις πηγές του Στρυμώνα, ήταν σε θέση να τον αποφύγουν ή να του αντισταθούν. (Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ. 210)
Ο Αρριανός καταδεικνύει ξεκάθαρα ότι ο Όρβηλος ήταν το μεγάλο βουνό, το οποίο ξεκινώντας από την πεδιάδα του Στρυμώνα και τη λίμνη εκτείνεται προς τις πηγές του Στρυμώνα, όπου ενώνεται με την κορυφή που ονομάζεται Scomius, από την οποία πήγαζε το ποτάμι. Σύμφωνα με την περιγραφή της εκστρατείας του Αλεξάνδρου του Μέγα ενάντια των Τριβαλλών , ο Αρριανός επισημαίνει ότι ο Αλέξανδρος οδεύοντας από την Αμφίπολη προς το Νέστο είχε στα αριστερά του τους Φιλίππους και το όρος Όρβηλος. (Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ. 211)
Στις παράκτιες πεδιάδες ο Κάσσιος και ο Βρούτος οδήγησαν το στρατό τους αφού διέσχισαν τον Αίνο, το Δορίσκο και τα εγκαταλελειμμένα Στενά των Κορπιλών. Αλλά απέτυχαν να προχωρήσουν περισσότερο επειδή τα Στενά των Σαπαίων, τα οποία χώριζαν τις πεδιάδες των Αβδήρων και του ποταμού Νέστου από αυτά των Φιλίππων και του Στρυμώνα, βρίσκονταν ακόμα στα χέρια του εχθρού.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ. 215)
Ο Αππιανός, ωστόσο, περιγράφει τους Φιλίππους και τη θέση στην οποία ο Κάσσιος και ο Βρούτος στρατοπέδευσαν. Η πόλη, περιγράφει ο Αππιανός, ονομαζόταν Δάτον πριν την εποχή του Φιλίππου, και πρωιμότερα Κρηνίδες, από τις πολυάριθμες πηγές κοντά στην τοποθεσία, που σχημάτιζαν ποτάμι και έλος. Βρισκόταν σε μια απότομη πλαγιά, οριοθετημένη στα βόρεια από τα δάση από τα οποία πέρασε ο στρατός του Κάσσιου, στα νότια από ένα έλος, πέρα από το οποίο ήταν η θάλασσα, στα ανατολικά από τα περάσματα των Σαπαίων και των Κορπιλών και στα δυτικά από τις μεγάλες πεδιάδες του Μύρκινου. Ο Δραβίσκος και ο Στρυμώνας τα οποία ήταν 350 στάδια σε μήκος.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ. 216)
Είναι αξιοσημείωτο ότι η κατάληξη της λέξης Τζέρπιστα, όπως και αυτή της Πράβιστα και Άνγκιστα μοιάζει με αυτή στην οποία οι αρχαίοι Μακεδόνες κυρίως επέδρασαν. Θεωρώ ότι το Ζερβοχώρι είναι η τοποθεσία της Ηράκλεια Σιντικής για τους ακόλουθους λόγους.1) Η Ηράκλεια βρισκόταν κοντά στον Στρυμόνα, ξεχωρίζοντας από άλλες πόλεις της ίδιας ονομασίας, ως Ηράκλεια Στρυμόνος.2) Η Σινιτική βρισκόταν στα δεξιά του Στρυμόνα, ενώ ο Λίβιος μας ενημερώνει ότι όταν η Μακεδονία ήταν χωρισμένη σε τέσσερις επαρχίες με την ρωμαϊκή κατάκτηση, η Σιντική ήταν συνδυασμένη με τη Βισαλτία στην πρώτη Μακεδονία, της οποίας η πρωτεύουσα ήταν η Αμφίπολις καθώς όλα τα υπόλοιπα τμήματα της χώρας ανάμεσα στον Στρυμόνα και στον Αξιό είχαν αποδοθεί στην δεύτερη Μακεδονία , της οποίας η πρωτεύουσα ήταν η Θεσσαλονίκη.3) Η θέση του Ζερβοχωρίου ταιριάζει με αυτή την οποία το Συνοπτικό Οδοιπορικό αποδίδει στην Ηράκλεια αναφορικά με τους Φιλίππους καθώς υποδηλώνεται σε δυο διαφορετικούς ρωμαϊκούς δρόμους από τη μια πόλη στην άλλη. Και οι δύο δρόμοι ήταν σε μικρή σχετικά απόσταση μεταξύ των Φιλίππων και του Ζερβοχωρίου. (Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.226-227)
Η Ευπορία ονομάστηκε έτσι από τον Πτολεμαίο ανάμεσα στις πόλεις της Βισαλτίας μαζί με την Όσσα και την Άργιλο και πιθανώς ο ποταμός που συναντά τον Στρυμόνα κάτω από τη γέφυρα του Νεοχωρίου ή της Αμφίπολης είναι η αρχαία Βισαλτία.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.228)
Η Βέργα τοποθετείται κατά τον Πτολεμαίο, στα σύνορα της Ηδωνία και κοντά στους Οδομάντες, οι οποίοι, εκείνη την εποχή, κατείχαν τις Σέρρες και τη Σκοτούσσα. Επίσης φαίνεται ότι η Βέργα ήταν κοντά στην ακτή της λίμνης του Στρυμόνα, κοντά στο σύγχρονο Ταχυνό. Το οποίο ο Σκύμνος το περιγράφει να κείτεται στο στόμιο του Στρυμόνα. Εάν το Ζερβοχώρι ήταν η τοποθεσία της Ηράκλειας Σιντικής είναι πιθανό ότι μια σημαντική περιφέρεια στα βόρεια αυτής της τοποθεσίας και στα δεξιά του Στρυμόνα να περιλαμβανόταν στην Σιντική και ακολούθως και η Νιγρίτα να ήταν είτε η Τρίστολος είτε η Παρθικόπολη, καθώς αυτές είναι οι δυό πόλεις, εκτός της Ηράκλειας που ο Πτολεμαίος αποδίδει στην Σιντική.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.229)
Η εξουσία του Σιτάλκη εκτεινόταν από τις ακτές του Ευξείνου και της Προποντίδας μέχρι τα σύνορα με τη Μακεδονία, όπου ακόμη και οι Παιονικές φυλές, στα αριστερά του Στρυμώνα ήταν υποτελείς σε αυτόν. (Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.443)
Εντούτοις, είναι σαφές ότι οι Μαίδοι δεν κατείχαν μεγάλη έκταση γης στα νότια της πορείας του Σιτάλκη. Ο λόγος είναι ότι το έδαφος, το οποίο περικλείεται στα βόρεια από αυτή τη γραμμή, στα νότια από την κορυφογραμμή του βουνού Χορτιάτη, στα ανατολικά από την πεδιάδα του Στρυμόνα και στα δυτικά από αυτή του Αξιού ισούται περίπου με ένα τετράγωνο το οποίο έχει πλευρά σαράντα γεωγραφικών μιλίων. Σε αυτό το χώρο πρέπει να τοποθετήσουμε τη Μυγδονία, την Κρηστωνία, τον Ανθεμούντα και τη Βισαλτία. (Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ. 448)
Από τις φυλές στο θρακικό σύνορο της Παιονίας, που υπάγονταν στην Μακεδονία, επί της βασιλείας του Φιλίππου, γιου του Αμύντα, υπάρχουν λόγοι για να πιστέψω ότι οι Οδομάντες κατείχαν ολόκληρο το όρος Όρβηλος πάνω από τα Στενά του Στρυμόνα κοντά στο σύγχρονο Δεμιρισσάρ που μαζί και με τη Ζίχνη, εγκλείονται στο όρος Παγγαίο. Η βορειο-δυτική πλευρά τους βρίσκεται στα δεξιά του Σιτάλκη, καθώς διασχίζει το όρος Κερκίνη. Η γενική τους κατάσταση συμφωνεί με την περιγραφή του Θουκυδίδη, σύμφωνα με τον οποίο κατοίκησαν πάνω από τα βόρεια του Στρυμόνα. Προς τα βόρεια του Κάτω Στρυμόνα ο ποταμός έχει μια ανατολική πορεία που δικαιολογεί την έκφραση του ιστορικού. (Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ.465)
Ανάμεσα στο Μελένικο και στο Πετρίτσι, πάνω από το Δεμίρ Ισσάρ και τα στρυμωνικά στενά, ο κύριος παραπόταμος του Στρούμα ή Στρυμόνα, συνδέεται με έναν άλλο παραπόταμο τον Στρούμιτζα, πάνω από τον οποίο βρίσκεται μια πόλη με το ίδιο όνομα, μιας μέρας ταξίδι πάνω από το Πετρίτσι, στο δρόμο από Σέρρες προς Βελεσά. Η τοποθεσία του Στρούμιτζα είχε προσαρμοστεί να είναι το κυρίως οχυρό τέτοιων σκληραγωγημένων φυλών, των οποίων η δύναμη είχε δοκιμαστεί από τον Νικηφόρο Γρηγορά, όταν είχε σταλθεί το 1326 στα Σκόπια σε αποστολή στον βασιλιά της Σερβίας από τον βασιλιά Ανδρόνικο τον πρεσβύτερο. Διηγείται ότι, αφού ταξίδεψε μισή νύχτα και μια μέρα από τον Στρυμόνα, έφτασε στον Στρούμιτζα, ένα τόσο ψηλό φρούριο, όπου οι άνδρες στα τείχη έμοιαζαν από την κοιλάδα σαν πουλιά. (Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ.465-466)
Ο Πτολεμαίος, στην χωροθέτηση του Αιστραίον, Δόβηρος και του Αστραίου, υποδεικνύει ότι δεν είχαν μεγάλη απόσταση το ένα μέρος από το άλλο. Κάτι που αληθεύει με την προϋπόθεση ότι το Αστραίο ή Αιστραίο ήταν στον Στρούμιτζα, και η Δόβηρος κοντά στην Δοϊράνη. Στρυμόνας, Στρούμα, Αστραίο, και Στρούμιτζα μοιάζουν να είναι όλα διαλεκτικές τροποποιήσεις κάποιας γνήσιας μακεδονικής λέξης, που πιθανότατα σημαίνει ποταμός. Η πόλη Στρούμιτζα, οπότε, όπως και η προκάτοχός της, το Αστραίο, πήραν το όνομά τους από τον ποταμό στον οποίο βρίσκονται, όντας σε θέση εξαιρετικής σημασίας πάνω από τον κύριο παραπόταμο του Στρυμόνα, και τη φυσική πρωτεύουσα της κοιλάδας του. Το όνομα υπονοεί τουλάχιστον τον Στρυμόνα. (Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ.467-846)
Η Πρώτη Μακεδονία συμπεριλάμβανε όλες τις προηγούμενες κτήσεις του Περσέα στην Θράκη στα ανατολικά του Νέστου με εξαίρεση τις τρεις κύριες παραθαλάσσιες πόλεις ανάμεσα στον ποταμό και στην Χερσόνησο. Περιλάμβανε, επίσης, την περιοχή ανάμεσα στο Νέστο και στο Στρυμόνα πιθανώς μέχρι τις πηγές των ποταμών μαζί με τη Σιντική και τη Βισαλτία στα δεξιά του Στρυμόνα. Η Αμφίπολις, η πρωτεύουσα της περιοχής περιγράφεται σαν την κυρίως άμυνα της Μακεδονίας στα ανατολικά. Έχουμε μια εικόνα της νύξης που κάνει ο ιστορικός για τα ορυχεία του Παγγαίου όρους που διοικούσε η Αμφίπολη, στα πολυάριθμα ασημένια νομίσματα της εποχής της τετραρχίας με το κεφάλι της θεότητας της Αμφίπολης- Άρτεμις Ταυροπόλος- με όψη που απεικόνιζε το ρόπαλο του Ηρακλή από στεφάνι βελανιδιάς και τον θρύλο των Μακεδόνων πρώτης. Αυτά τα νομίσματα εμφανώς είχαν κοπεί στην Αμφίπολη.(Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ.483)
Η δεύτερη Μακεδονία περιλάμβανε όλη την περιοχή ανάμεσα στον Στρυμόνα και στον Αξιό εκτός από τη Σιντική και τη Βισαλτία και εκτεινόταν από τις πηγές των δύο ποταμιών μέχρι εκεί που έφτανε το σύνορο του βασιλείου της Μακεδονίας. Η ανατολική τροπή του Στρυμόνα κάτω από τις Σέρρες αποδεικνύει αμέσως γιατί η Σιντική και η Βισαλτία είχαν εξαιρεθεί από τις περιοχές ανάμεσα στο Στρυμόνα και στον Αξιό και εντάσσονταν στην πρώτη Μακεδονία αντί για τη δεύτερη. Η δεύτερη περιφέρεια ήταν η πιο εύφορη και πιο γνωστή από τις τέσσερις, και κανένα τμήμα της Μακεδονίας δεν συγκρινόταν σε ευφορία και σε άλλα πλεονεκτήματα με τη Μυγδονία, τη Χαλκιδική, και τις τρεις γειτονικές χερσονήσους όπου ο ιστορικός σημειώνει ιδιαίτερα την παραγωγική Παλλήνη και τους βολικούς όρμους της Τορώνης και του Άθως. Το όνομα Αινεία, το οποίο ο Λίβιος αποδίδει στο λιμάνι του Άθως δεν βρίσκεται σε κανέναν άλλο συγγραφέα, ούτε είναι σίγουρο σε ποιο από τα λιμάνια της Ακτής ταιριάζει. (Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ.483-484)
Στους Έλληνες και τους Βούλγαρους ο ποταμός είναι γνωστός με το όνομα Στρούμα , στους Τούρκους με την πολύ κοινή ονομασία Καράσου ή Μαύρος Ποταμός.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 201)
Προς τα νότια αυτή η μεγάλη κοιλάδα εσωκλείεται από την παράλληλη οροσειρά του Πιρναρίου, ή Παγγαίου, και από το βουνό Όστροβα και Βραστά, το οποίο διαχωρίζεται από το Πιρνάρι μόνο από το πέρασμα τής Αμφίπολης, και από το οποίο ακολουθήσαμε τις νότιες υπώρειες από τη θέση του Βρωμίσκου, κατά μήκος τής ακτής του Στρυμωνικού κόλπου. (Leake, τόμ.ΙΙΙ, σελ. 182).
Είμαστε δικαιολογημένοι να υποψιαζόμαστε κάποια ανακρίβεια στον Αππιανό, καθώς δεν είχε μια σωστή γνώση της χώρας. Υπέθεσε ότι τα έλη στην κοιλάδα των Φιλίππων εκτείνονταν, εάν όχι μέχρι τη θάλασσα, τουλάχιστον όχι σε μεγάλη απόσταση από αυτήν. Φαίνεται ότι δεν γνώριζε ότι η κοιλάδα ήταν τελείως αποκομμένη από την θάλασσα με μια σειρά από λόφους και σε κανένα σημείο δεν προσεγγίζει την ακτή σε αρκετά χιλιόμετρα. Για ένα ακόμη λάθος το κείμενο του μπορεί να κατηγορηθεί. Υπολογίζει την απόσταση μεταξύ του στρατοπέδου του Αντωνίου και της Αμφίπολης σε 350 στάδια, ενώ αυτό ήταν ολόκληρο το μήκος της κατώτερης κοιλάδας του Στρυμονικού, όπως πράγματι είχε προηγουμένως σωστά διατυπώσει. (Leake, τόμ.ΙΙΙ, σελ.223).
Το πέρασμα της Αρέθουσας ή Αυλώνα ήταν πιθανότατα το σύνορο της Μυγδονίας προς τη Βισαλτία, το οποίο τελευταία επεκτάθηκε στη Σιντική προς Βορρά, και Ανατολικά προς το Στρυμωνικό, στη δεξιά όχθη του οποίου περιλαμβάνεται η Ευπορία. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σσ. 448-449)
[/tab]
[tab name=’Mantegazza’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Pouqueville’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Tozer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Urquhart’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Walker’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Σχινάς’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[end_tabset]
Η κοιλάδα σε αυτό το σημείο γίνεται πολύ στενή. Δύο κορυφογραμμές συγκλίνουν από τα ανατολικά και στα δυτικά σχηματίζουν ένα πέρασμα το οποίο φρουρείται από ένα φρούριο το οποίο κορυφώνεται σε ένα λόφο στα δυτικά. Κάτω στην απότομη πλαγιά του λόφου απλώνονται τα ερείπια της παλιάς πόλης, περιφραγμένη κυκλικά από ένα κυκλικό τοίχο, ο οποίος σε μέρη ακόμα ανεβαίνει στο ύψος των 10 ποδιών, ή περισσότερο. Στην νοτιοδυτική πλαγιά είναι επίσης σαφώς ορατές οι κερκίδες του παλιού θεάτρου, ανεβαίνοντας η μία πάνω στην άλλη σε ημικύκλια. Αυτές σε αντίθεση με μερικά ακρωτηριασμένα αγάλματα και επιγραφές, βρίσκονται ψηλότερα στους τοίχους εκείνου όπου κάποτε ήταν ο καθεδρικός, είναι όλα απομεινάρια της πόλης που ιδρύθηκε από τον Φίλλιπο, κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους, και εκχριστιανίστηκε από τον Άγιο Παύλο.(Abbot,σ.288)
[/tab]
[tab name=’Berard’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Boissonas’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Chirol’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Clarke’]
Κάθε χρόνο ο Φίλιππος κέρδιζε από τα μεταλλεία του Παγγαίου 1.000 τάλαντα. Έχοντας εκδιώξει τους Θάσιους, ξαναέκτισε την παλαιά πόλη των Κρηνίδων και της έδωσε το όνομά του. Εκεί εγκατέστησε ικανούς χρυσικούς και κέρδισε τόσα πολλά από την κατοχή του χρυσού του Παγγαίου που δημιούργησε μια οικονομική αυτοκρατορία στην Ελλάδα από τον θησαυρό που εξήγαγε από την περιοχή αυτή. (Clarke, σ. 363 )
[/tab]
[tab name=’Cousinery’]
Η πόλη Φίλιπποι στα αρχαία χρόνια ονομάζονταν Κρηνίδες. (Cousinery, τομ.Ι, σ. 138)
Ο Τοσσούν αγάς έλαβε διαταγή να ηγηθεί μιας δύναμης πολλών εκατοντάδων ανδρών. Δεν είχε όμως προχωρήσει στις κατάλληλες πολεμικές προετοιμασίες ελπίζοντας ότι με το χρήμα θα κέρδιζε την εύνοια του βεζίρη. Έλπιζε να βρει έναν άνδρα ισχυρό που θα τον βοηθούσε σε αυτή την περίσταση και τελικά στράφηκε στον μπέη της Δράμας. Ο μπέης λόγω της ασθένειας του έστειλε τον υφιστάμενο του ως βοηθό. Ωστόσο, παρόλο που ο μπέης του είχε υποσχεθεί να του δώσει άνδρες για το στρατό του και να γράψει επιστολή προς το βεζίρη υπερασπιζόμενος τον Τοσσούν αγά, ο βοηθός του από φθόνο για το καλό όνομα του Τοσσούν αγά και της περιουσίας που είχε στους Φιλίππους αντί να γράψει καλά λόγια τον κατηγόρησε στο βεζίρη για ανυπακοή και απείθεια στις διαταγές του. Ο Τοσσούν αγάς δίχως να γνωρίζει ότι εξαιτίας του υπασπιστή του μπέη ο βεζίρης εξοργισμένος είχε δώσει εντολή για την εκτέλεση του, αποφάσισε να παρουσιαστεί στο μπέη της Δράμας μόνο με τέσσερις από τους άνδρες της φρουράς του. Ωστόσο, οι στρατιώτες του μπέη γνωρίζοντας το χαρακτήρα του αγά δεν τολμούσαν να τον εκτελέσουν και έτσι τον παρέδωσαν στους άνδρες του σερντάρ (στρατιωτικός αξιωματούχος), οι οποίοι οδήγησαν τον αγά έξω από την πόλη σε μια ορεινή περιοχή και τον αποκεφάλισαν.(Cousinery, τομ.ΙΙ, σ. 63 – 65)
Η πόλη των Φιλίππων έκοβε νομίσματα από χρυσό, ασήμι και χαλκό πάνω στα οποία υπήρχε η επιγραφή «ΦΙΛΙΠΠΩΝ». Τα νομίσματα αυτά ήταν ιδιαίτερα σπάνια. (Cousinery, τομ.ΙΙ, σ. 38 )
[/tab]
[tab name=’Frazer’]
Στους Φιλίππους υπάρχουν τα ερείπια ενός ναού όπου οι Ρωμαίοι είχαν φυλακίσει τον Απόστολο Παύλο, ο οποίος είχε επισκεφθεί τους Φιλίππους τρεις φορές. (Frazer,σ. 167)
Στην περιοχή των Φιλίππων δεν υπάρχουν πολλά ερείπια. Τα λίγα που υφίστανται είναι σιωπηλοί μάρτυρες της ανθρώπινης παρουσίας στον τόπο αυτό για περίπου τριάντα αιώνες. Οι πρώτοι κάτοικοι ήταν πιθανώς Θράκες που ασχολούνταν με την εξόρυξη χρυσού στα γειτονικά βουνά. Έχτισαν μια πόλη , ώστε να προστατευθούν από φύλα που τους επιτίθονταν για να τους πάρουν το χρυσό. Έντεκα αιώνες πριν την εποχή του Χριστού η πόλη αυτή ονομαζόταν Δάτος ή Δάτο.Η πόλη άνθισε εως τον τέταρτο αιώνα προ Χριστού.Το 360π.Χ. οι Θάσιοι με αρχηγό τον Καλλίστρατο και υποκινούμενοι από τους Αθηναίους που εποφθαλμιούσαν την περιοχή κατέλαβαν το Δάτο και του έδωσαν το νέο όνομα Κρηνίδες.Η κατάληψη της περιοχής από τους Θασίους διήρκεσε μόνο για δυο χρόνια.Οι προηγούμενοι κάτοικοι με συνεχείς επιδρομές προσπαθούσαν να πάρουν πίσω τα εδάφη που κατείχαν και ανάγκασαν τους Θασίους να ζητήσουν τη βοήθεια του Φιλίππου της Μακεδονίας ,ο οποίος από καιρό επιθυμούσε να κατακτήσει το Δάτος. Πράγματι, ο Φίλιππος κατέλαβε την περιοχή.Η πόλη μεγάλωσε, στολίστηκε με όμορφα κτίρια και ονομάστηκε «Φίλιπποι».Η απόδοση των μεταλλείων χρυσού αυξήθηκε πολύ , ώστε απέφερε στον Φίλιππο έσοδα χιλιάδων ταλάντων.(Frazer,σ. 165-166)
[/tab]
[tab name=’Holland’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Isambert’]
Από το γαλλικό πρωτότυπο κείμενο του περιηγητή Isambert παραλείπονται εκτενείς και λεπτομερείς περιγραφές των ερειπίων πολλών πόλεων, όπως η Παλατίτσια, οι Φιλίπποι, το Δίον, η Δημητριάδα κ.τ.λ. (Isambert, τόμ.Ι, σ. ιστ΄)
Η Καβάλα είναι το επίνειον των Φιλίππων.(Isambert, τόμ.Ι, σ.17)
Η γειτονική της πόλη (της Καβάλας) η Αντισάρα ήταν το επίνειον της περιώνυμης πόλης Δάτον, της περιβόητης για τα χρυσά της μεταλλεία, που βρίσκονταν δίπλά από το όρος Παγγαίο.(Isambert, τόμ.Ι, σ.17)
Κατά την μάχη των Φιλίππων ο στόλος του Βρούτου και του Κασσίου ναυλοχούσε στη Νεάπολη. (Isambert, τόμ.Ι, σ.17)
Από την Καβάλα μπορεί κάποιος να επισκεφθεί την αρχαία ιστορική πόλη των Φιλίππων, η οποία απέχει 13 χιλιόμετρα από τα βορειοδυτικά. Συναντάται στην οδό που οδηγεί από την Καβάλα στη Δράμα. Μακροσκελή περιγραφή αυτών των ερειπίων έγραψε ο Heuzey. Η πόλη των Φιλίππων βρίσκεται πάνω στην Εγνατία οδό, πριν αποκαλούταν Κρηνίδες, όπως μετονομάσθηκε από τον Φίλιππο της Μακεδονίας, που από εκεί έδιωξε τους Θασίους, μαζί με κάποιους άλλους εξόριστους Αθηναίους.
Η πόλη αναπτυσσόταν λίγο λίγο, ως την ώρα που ο Αύγουστος και ο Αντώνιος κατατρόπωσαν εδώ τους λεγεωνάριους του Βρούτου και του Κασσίου η πόλη είχε μόνον στρατηγική αξία. Ο Αύγουστος την εποίκισε και την κατέστησε μια ανθηρή πόλη. Οι Φίλιπποι μνημονεύονται συχνά και στις πράξεις των Αποστόλων. Τα ερείπια αυτής της πόλης βρίσκονται πάνω στην τελευταία νότια κορυφή ορεινή δειράδα που παρεκβάλλεται από το όρος Καρατσί Δάγ και χωρίζεται από το βαθύ και το στενό ρεύμα, όπου βρίσκεται η κώμη Ράκτσα. Οι κλυτίες αυτής της απορρώγου κορυφής κατέρχονται προς Μ. στα έλη και σχηματίζουν το στενώτερο μέρος του στενού των Φιλίππων.
Από τα κτίρια που βρίσκονται εδώ τα σπουδαιότερα είναι το θέατρο, ο ελληνικός περίβολος που αποτελείται από τείχος πλάτους 2,50 μέτρων, οχυρωμένο από 9 τετράγωνους πύργους, μετώπη 6.50 μέτρων και 6 μέτρα προεξοχή, η ακρόπολη οχυρωμένη από 3 πύργους και το δεύτερο ελληνικό τείχος που βρίσκεται κάτω από το πρώτο.
Πάνω στις κλυτίες αυτές βρίσκεται η αρχαία ακρόπολη, που είναι οχυρωμένη με τρεις πύργους, και το δεύτερο ελληνικό τείχος, που βρίσκεται κάτω από το πρώτο.
Βορειοδυτικά των Φιλίππων βρίσκονται διάφορες κωμοπόλεις της πεδιάδας της Δράμας, της αρχαίας Δραβήσκου, δίπλα από την οποία στρατός 10.000 Αθηναίων σφαγιάσθηκε από τους Θράκες. Εδώ υπάρχουν πολλές επιγραφές και ερείπια εντειχισμένες στις εκκλησίες και τιος οικοδομές. Η Δράμα είναι τερπνή πόλη εξαιτίας της θέσεώς της, των κήπων και των άφθονων πηγών της. Χεησιμεύει ως έδρα Τούρκου καϊμακάμη και ορθοδόξου αρχιεπισκόπου. Οι κωμοπόλεις Προυσοτσάνη, Ριοσίλοβα, Κιορλίκοβα, που κείνται βορειοδυτικά του Μπούζ Δάγ, παρέχουν στον Heuzey άφθονη επιγραφική ύλη, που περιέχουν περίεργες πληροφορίες ως προς τα ήθη, τη θρησκεία, τη γλώσσα των ανθρώπων αυτών που κατοικούν σ΄ αυτούς τους τόπους.
Κατεβαίνοντας προς Μ. διά των κωμών Ιρίδερε, Αλιστράτη, κατά μήκος του ποταμού της Μαχαρίτσας, o Heuzey ανακάλυψε μια αρχαία μαρμάρινη γέφυρα, η οποία αποκαλείται από τους ντόπιους πληθυσμούς ως Καδίμ -Κιοπρού (γέφυρα Καδή). Εδώ όλες οι ροές των υδάτων ,μαζί με αυτά της Δράμας και των Φιλίππων σχηματίζουν στη συμβολή τους τον αρχαίο Αγγίτη, που είναι παραπόταμος του Στρυμόνα.
Η εξερεύνηση όλων των μερών που βρίσκονται κατά μήκος του ποταμού αυτού με τον Στρυμόνα, καθώς και των βορείων χωρών του Παγγαίου ως την Αμφίπολη είναι μεγίστου ενδιαφέροντος. Επί του παρόντος στερούμαστε πληροφοριών σχετικά με αυτά τα μέρη και επανερχόμαστε στους Φιλίππους και από εκεί στην Καβάλα. (Isambert,τόμ.Ι, σ.19 – 20 -21 -22)
Κατεβαίνοντας προς τα νότια μέσα από τα χωριά Ιρίδερε και Αλιστράτη, κατά μήκος του ποταμού της Μαχαρίτσας, o Heuzey ανακάλυψε μια αρχαία μαρμάρινη γέφυρα, η οποία αποκαλείται από τους ντόπιους πληθυσμούς Καδίμ -Κιοπρού (γέφυρα Καδή). Εδώ όλες οι ροές των υδάτων, μαζί με αυτά της Δράμας και των Φιλίππων σχηματίζουν με τη συμβολή τους τον αρχαίο Αγγίτη, που είναι παραπόταμος του Στρυμόνα.
Η εξερεύνηση όλων των μερών που βρίσκονται κατά μήκος του ποταμού αυτού μέχρι τη συμβολή του με τον Στρυμόνα, καθώς και των βορείων χωρών του Παγγαίου ως την Αμφίπολη είναι μεγίστου ενδιαφέροντος. (Isambert, σ. 21)
Τα ερείπια της πόλης των Φιλίππων βρίσκονται πάνω στην τελευταία νότια κορυφή της οροσειράς που προβάλλει από το όρος Καρατσί Δάγ και χωρίζεται από το βαθύ και στενό ρέμα, όπου βρίσκεται η κώμη Ράκτσα. (Isambert, σ. 20)
[/tab]
[tab name=’Leake’]
Οι Τούρκοι αποκαλούσαν τους Φιλίππους Φιλιππιτζίκ. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 214)
Η σύγχρονη διαδρομή από την Κωνσταντινούπολη προς τα Ορφανά και τη Θεσσαλονίκη, οδηγεί από την Πράβιστα διαμέσου της Πιερικής κοιλάδας, κατά μήκος της νότιας πλευράς του Παγγαίου, ακριβώς στην ίδια γραμμή με αυτή του Ξέρξη και είναι η πιο άμεση,καθώς δεν συμπίπτει με το Ρωμαϊκό δρόμο ή την Εγνατία οδό, η οποία περνούσε κατά μήκος της βάσης αυτού του βουνού διαμέσου των Φιλίππων και της Αμφίπολης,προκειμένου να συμπεριλάβει στη γραμμή και αυτές τις δύο σημαντικές πόλεις, από τις οποίες η πρώτη ήταν Ρωμαϊκή αποικία. Δε γνωρίζουμε ακριβώς αν η Νεάπολη, η οποία βρίσκεται σε απόσταση περίπου 12 μιλίων από τους Φιλίππους, ήταν η Νεφτερόπολη. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 180)
Προς τα δυτικά αυτή η μεγάλη οροσειρά εκτείνεται σχεδόν ως τη Θεσσαλονίκη, αλλά στο ένα τρίτο της έκτασής της κινείται προς τα βόρεια, όπου και περικλείει τη δυτική πλευρά της Στρυμωνικής κοιλάδας, ώστε αυτές οι εκτεταμένες πεδιάδες να περιβάλλονται ολοκληρωτικά από βουνά, με την εξαίρεση τριών ανοιγμάτων: ένα στην είσοδο του Στρυμόνα κοντά στο Ντεμίρχισαρ, άλλο στην έξοδό του στην Αμφίπολη και το τρίτο στην είσοδο μιας μεγάλης διακλάδωσης που στην αρχαιότητα ονομαζόταν Αγγίτης και τώρα Αγγίστα, η οποία, μετά το πέρασμα της πεδιάδας της Δράμας, τον αρχαίο Δραβίσκο και ενισχυόμενη γύρω από την πόλη και τους Φιλίππους, συναντά τη Στρυμονική λίμνη, έξι ή οχτώ μίλια βόρεια της Αμφίπολης. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 182 – 183)
Εδώ ο φιλόδοξος μονάρχης ίδρυσε μια νέα πόλη, η οποία έλαβε το όνομα Φίλιπποι και σύντομα εξήγαγε από τα παρακείμενα βουνά πέντε φορές πιο πολύ χρυσό και ασήμι από αυτά που απέδιδαν τα ορυχεία υπό τους Θασίους ή οποιουσδήποτε άλλους, που προηγήθηκαν του Φιλίππου, στην εκμετάλλευσή τους. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 189)
Ο Αρριανός αναφέρει ότι ο Όρβηλος ήταν το μεγάλο βουνό το οποίο ξεκινώντας από την πεδιάδα του Στρυμόνα και τη λίμνη εκτείνεται προς τις πηγές του Στρυμόνα, όπου ενώνεται με την κορυφή που ονομάζεται Σκώμιον, από την οποία πήγαζε το ποτάμι. Σύμφωνα με την περιγραφή της εκστρατείας του Μ.Αλεξάνδρου ενάντια στους Τριβαλλούς, ο Αρριανός επισημαίνει ότι ο Αλέξανδρος πηγαίνοντας από την Αμφίπολη προς το Νέστο είχε στα αριστερά του τους Φιλίππους και το όρος Όρβηλος. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 211)
Οι Δόβηρες μάλλον μοιράζονταν το όρος Παγγαίο με τους Παίονες και τους Πιερείς και κατοικούσαν πιθανώς στη βόρεια πλευρά του, όπου κατά την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπήρχε σταθμός ή μέρος που άλλαζαν άλογα, το οποίο ονομαζόταν Δομερός, μεταξύ της Αμφιπόλεως και των Φιλίππων. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 212)
Η ακριβής τοποθεσία των Φιλίππων είναι απολύτως εξακριβωμένη από σημαντικά κατάλοιπα της αρχαιότητας στο μέρος που υποδεικνύουν τα Οδοιπορικά και τα οποία είναι γνωστά από τους Έλληνες ως Φίλιπποι. Οι Τούρκοι ονομάζουν το μέρος Φιλλιππιτζίκ. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 214)
Ο Απολλόδωρος μας άφησε παραδόσεις καταδεικνύοντας τη σύνδεση ανάμεσα στους βασιλείς των Ηδωνών και τους μύθους των Βάκχων και των Σατύρων.Οι Ορέσκιοι πιθανώς κατοίκησαν τα βουνά πάνω από τον Δραβίσκο, στα οποία βρισκόταν το μαντείο του Βάκχου, ένα επίθετο των οποίων ήταν ορέσκιος.Είναι αξιοσημείωτο πως μεγάλο μέρος από τα ασημένια νομίσματα της Μακεδονίας και της Θράκης ανήκαν σε μέρη κοντά στα αργυρωρυχεία.Σε αυτά ανήκαν τα νομίσματα από τα εξής μέρη: Άκανθος, Νεάπολη, Τράγιλος, Όσσα, Βισαλτία, Φίλιπποι και αυτά που επιγράφονταν “Μακεδόνων πρώτης”, τα οποία κόπηκαν στην Αμφίπολη μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση. Τα χρυσά νομίσματα του Φιλίππου μας βοηθούν στην έρευνα των ορυχείων των Κρηνίδων.(Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 214)
Η Φιλιππούπολη παίρνει το όνομά της από τον ίδιο βασιλιά της Μακεδονίας όπως και οι Φίλιπποι και ονομάζεται Φελίμπε από τους Τούρκους.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 214)
Στις παράκτιες πεδιάδες ο Κάσσιος και ο Βρούτος οδήγησαν το στρατό τους αφού διέσχισαν την Αίνο, το Δορίσκο και τα εγκαταλελειμμένα Στενά των Κορπιλλών.Αλλά απέτυχαν να προχωρήσουν περισσότερο επειδή τα Στενά των Σαπαίων, τα οποία χώριζαν τις πεδιάδες των Αβδήρων και του ποταμού Νέστου από αυτά των Φιλίππων και του Στρυμώνα, βρίσκονταν ακόμα στα χέρια του εχθρού.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 215)
Μετά από εντολή του πρίγκηπα των Θρακών Ραισκύπορι, κατασκευάστηκε, με κοπιαστική δουλειά, μία οδός, μέσα από δασώδη όρη τα οποία παρεμβάλονταν μεταξύ των παράκτιων πεδιάδων και της κοιλάδας της Αρπησσού.Μετά από τρεις μέρες πορεία ο στρατός του Κάσσιου πέρασε στην Αρπησσό, από όπου μετά από μια μέρα έφτασε στους Φιλίππους.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 215)
Από την κοιλάδα της Αρπησσού στους Φιλίππους, η πορεία του Κάσσιου ήταν κοντά στο δρόμο από την Αδριανούπολη στις Σέρρες, όπου από τις πηγές του Άρδα διασχίζει την κοιλάδα του Νέστου και εισέρχεται σε αυτή των Φιλίππων στη Δράμα. Όταν οι Φίλιπποι ήταν η πρωτεύουσα πόλη στην πεδιάδα, ο δρόμος οδηγούσε πιθανώς απευθείας σε αυτό το σημείο.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 216)
Ο Αππιανός, ωστόσο, περιγράφει τους Φιλίππους και τη θέση στην οποία ο Κάσσιος και ο Βρούτος στρατοπέδευσαν. Η πόλη,περιγράφει ο Αππιανός, ονομαζόταν Δάτος πριν την εποχή του Φιλίππου και νωρίτερα Κρηνίδες, από τις πολυάριθμες πηγές κοντά στην τοποθεσία, που σχημάτιζαν ποτάμι και έλος.Βρισκόταν σε μια απότομη πλαγιά, οριοθετημένη στα βόρεια από τα δάση από τα οποία πέρασε ο στρατός του Κάσσιου, στα νότια από ένα έλος, πέρα από το οποίο ήταν η θάλασσα, στα ανατολικά από τα περάσματα των Σαπαίων και των Κορπιλλών και στα δυτικά από τις μεγάλες πεδιάδες του Μύρκινου.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 216)
Όχι πολύ μακριά από τον λόφο των Φιλίππων βρισκόταν εκείνος του Βάκχου, ο οποίος περιελάμβανε τα χρυσωρυχεία που ονομάζονταν Άσυλα ενώ σε δεκαοχτώ στάδια απόσταση από την πόλη βρίσκονταν άλλα δύο υψώματα οχτώ σταδίων το καθένα, στα βόρεια των οποίων ο Βρούτος τοποθέτησε το στρατόπεδό του και στα νότια ο Κάσσιος: εκείνα του Βρούτου προστατεύονταν από τα δεξιά από βραχώδεις λόφους και στα αριστερά του στρατοπέδου του Κάσσιου από έλος.Ο ποταμός Γάγγας ή Γαγγίτης έρρεε μπροστά και η θάλασσα βρισκόταν στο πίσω μέρος.Τα στρατόπεδα των δύο αρχηγών,παρ’ότι χωριστά, περικλείονταν από ένα κοινό οχυρό και ενδιάμεσά τους ήταν το πέρασμα το οποίο οδηγούσε σαν πύλη από την Ευρώπη στην Ασία.Οι τριήρεις βρίσκονταν στη Νεάπολη, εβδομήντα στάδια μακριά και οι αποθήκες των πυρομαχικών και των πολεμοφοδίων στο νησί της Θάσου εκατό στάδια μακριά.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 217)
Ο Δίων ο Κάσσιος προσθέτει ότι οι Φίλιπποι βρίσκονται κοντά στο Παγγαίο και στο Σύμβολο,ενώ το Σύμβολο που βρίσκεται ανάμεσα στους Φιλίππους και στη Νεάπολη, πήρε το όνομά του επειδή συνέδεε το Παγγαίο με άλλο όρος με εκτεταμένη ενδοχώρα.Από την περιγραφή φαίνεται ξεκάθαρα το Σύμβολο να εκτείνεται από την Πράβιστα έως την Καβάλα και να διαχωρίζει τον κόλπο της Καβάλας από τον κάμπο των Φιλίππων.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 217)
Ο Νορβανός ακούγοντας για την κίνηση του εχθρού στους Φιλίππους αρχικά εκκένωσε το στρατόπεδο και λίγο αργότερα το Σύμβολο, από όπου υποχώρησε στην Αμφίπολη. Με την κατοχή του Συμβόλου οι στρατιώτες του Κάσσιου εξασφάλισαν μια σίγουρη επικοινωνία με τη θάλασσα και συγχρόνως απέκτησαν ασφάλεια για τις επιθέσεις για λεηλασία στα πεδινά.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 218)
Ο Κάσσιος αποσύρθηκε στον λόφο των Φιλίππων, όπου είχε θέα της μάχης και εκεί έδωσε τέλος στη ζωή του.Η απώλεια των στρατιωτών του Κάσσιου έφτασε τους 8.000, ενώ του Καίσαρα και του Αντωνίου ήταν διπλάσια. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 219)
Εάν το πέρασμα που οδηγούσε από το βουνό της πεδιάδας των Φιλίππων στην Καβάλα ήταν οι Πύλες, που διαχώριζαν το στρατόπεδο του Βρούτου από αυτό του Κάσσιου, η τοπιογραφία συμβαδίζει απόλυτα με την περιγραφή. Το στρατόπεδο του Βρούτου εκτεινόταν στα δεξιά της εισόδου του περάσματος προς τους Φιλίππους και το στρατόπεδο του Κάσσιου στα αριστερά προς την Πράβιστα.Ο ποταμός Γάγγας, ο οποίος διέρχεται γύρω από τους Φιλίππους ρέει παράλληλα με την μπροστινή θέση.Βόρεια της Πραβίστας υπάρχει μια λίμνη ή μια πλημμυρισμένη περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στα στρατόπεδα του Κάσσιου και του Αντωνίου.Εδώ,την εποχή που έγινε η μάχη το φθινόπωρο του 42π.Χ. υπήρχε ένα έλος, όπως περιγράφει ο Αππιανός.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 221)
Η δυσκολία βρίσκεται στο γεγονός ότι ο Αππιανός διαπιστώνει ότι τα στρατόπεδα του Βρούτου και του Κάσσιου βρίσκονταν 18 στάδια από τους Φιλίππους και 70 από την Νεάπολη,αποδεικνύοντας έτσι ότι αυτή η θέση ήταν πολύ εγγύτερα στους Φιλίππους παρά στην Καβάλα και δεν ταιριάζει με το πέρασμα πάνω από το όρος της Καβάλας.Διαπιστώνεται ,λοιπόν, ότι, είτε οι αριθμοί που εκφράζουν αποστάσεις μπήκαν ανάποδα στο κείμενο του Αππιανού ή ότι υπήρχε μια κίνηση την οποία παρέλειψε ο Αππιανός από την πρώτη στρατοπέδευση του Βρούτου και του Κάσσιου στην τοποθεσία την οποία κατείχαν στην πρώτη μάχη. Η τελευταία υπόθεση εκφράζεται και από τον Δίωνα, ο οποίος δηλώνει ότι με την κατάκτηση του Συμβόλου ο στρατός του Κάσσιου ήταν σε θέση να προστατεύσει τις δυνάμεις επιδρομών στην πεδιάδα και απέκτησε έτσι μια ασφαλή επικοινωνία με την Νεάπολη από όπου φαίνεται ότι δεν είχαν τέτοια πλεονεκτήματα όταν βρίσκονταν καντά στους Φιλίππους.Στην πραγματικότητα το πέρασμα της Καβάλας θα μπορούσε να τους εξασφαλίσει ένα πέρασμα στην θάλασσα μακριά από εχθρικές παρεμβάσεις.Είναι φανερό επίσης, ότι όταν ο Βρούτος και ο Κάσσιος στρατοπέδευσαν στην πρώτη τους άφιξη στους Φιλίππους, η θέση τους αυτή εκτεινόταν από αυτό το πέρασμα σαν ένα κέντρο και περιλάμβανε όλα τα υψώματα από τους Φιλίππους μέχρι την Πράβιστα.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 222)
Πιθανόν το Δάτος να είναι το ίδιο μέρος με τη Νεάπολη. Ο Σκύλακας ωστόσο, διαχωρίζει τα δύο μέρη αλλά προσθέτει πως το Δάτος αποτελούσε Αθηναϊκή αποικία, όχι όμως το αρχαίο Δάτος, αλλά μια πολύ νεότερη αποικία των Αθηναίων στη Θράκη.Προφανώς όμως στο σημείο αυτό το κείμενο του είχε φθαρεί, όπως και σε πολλά άλλα σημεία, και στην πραγματικότητα εννοούσε ότι η Νεάπολη ήταν μια αποικία την οποία οι Αθηναίοι είχαν ιδρύσει στο Δάτος. Ο Ζηνόβιος και ο Ευστάθιος από την άλλη, υποστηρίζουν πως το Δάτος ήταν αποικία της Θάσου, πιθανότατα όπως αυτές που οι Θάσιοι είχαν διαδοχικά στην ακτή απέναντι από το νησί τους, ενώ υπήρχε κάθε λόγος να πιστεύεται ότι οι Αθηναίοι δεν είχαν καμία βάση στη Θράκη μέχρι την υποβάθμιση της Θάσου, η οποία δε συνέβη μέχρι το έτος 463 π.Χ., ούτε καμία μόνιμη εγκατάσταση μέχρι την ίδρυση της Αμφίπολης από τον Άγνωνα, 26 χρόνια αργότερα, καθώς οι προηγούμενες τους προσπάθειες είχαν αποδειχθεί ανεπιτυχείς. Εάν η Νεάπολη ήταν αποικία της Αθήνας, καθώς τα νομίσματα αποδεικνύονται αξιόπιστα, ήταν πιθανότατα σε μια μεταγενέστερη ημερομηνία. Αυτό ίσως δείχνει ότι η Αισύμη υπήρξε μία από τις αποικίες των Θασίων. Η Αισύμη συνέχιζε ακόμα να υπάρχει με αυτό το όνομα τον όγδοο χρόνο του Πελοποννησιακού Πολέμου, όταν, μαζί με τη Γαληψό παραδόθηκε στο Βρασίδα. Στη συνέχεια ονομάστηκε Εμάνθια, όπως μάθαμε από τον Στέφανο και ο Λίβιος την αναφέρει με αυτό το όνομα ενώ μαζί με την Αμφίπολη και με τις άλλες πόλεις της Θρακικής ακτής, έκλεισε τις πύλες της εναντίον των Ρωμαίων υπό τον ύπατο Οστίλιο στον Περσικό Πόλεμο το 170 π.Χ.
Αφού Αγγίτης ήταν το όνομα που αποδίδονταν στον ποταμό ο οποίος πήγαζε από τους Φιλίππους, τότε η διακλάδωση από το Νευροκόπι ήταν ο Ζυγάκτης ποταμός, που συμφωνεί τέλεια με τα γεγονότα που σχετίζονται με τον Αππιανό, ότι πολλοί από τους ηττημένους οπαδούς του Βρούτου υποχώρησαν στα βουνά από την κοιλάδα του Ζυγάκτη. Ήταν στην πραγματικότητα η μόνη διαδρομή προς το εσωτερικό που τους προσφέρονταν. Αν και αυτός ο ποταμός είναι πολύ μακρύτερος -αν όχι και μεγαλύτερος από τον Αγγίτη, ο Ηρόδοτος αποδεικνύει ότι το ενωμένο ποτάμι πήρε το όνομά του από τη διακλάδωση των Φιλίππων. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 224-225)
Θεωρώ ότι το Ζερβοχώρι είναι η τοποθεσία της Ηράκλειας Σιντικής για τους ακόλουθους λόγους.1)Η Ηράκλεια βρισκόταν κοντά στον Στρυμόνα, ξεχωρίζοντας από άλλες πόλεις της ίδιας ονομασίας, ως Ηράκλεια Στρυμόνος. 2)Η Σιντική βρισκόταν στα δεξιά του Στρυμόνα, ενώ ο Λίβιος μας ενημερώνει ότι όταν η Μακεδονία ήταν χωρισμένη σε τέσσερις επαρχίες με την ρωμαϊκή κατάκτηση, η Σιντική ήταν συνδυασμένη με τη Βισαλτία στην πρώτη Μακεδονία, της οποίας η πρωτεύουσα ήταν η Αμφίπολις καθώς όλα τα υπόλοιπα τμήματα της χώρας ανάμεσα στον Στρυμόνα και στον Αξιό είχαν αποδοθεί στην δεύτερη Μακεδονία , της οποίας η πρωτεύουσα ήταν η Θεσσαλονίκη.3) Η θέση του Ζερβοχωρίου ταιριάζει με αυτή την οποία το Συνοπτικό Οδοιπορικό αποδίδει στην Ηράκλεια αναφορικά με τους Φιλίππους καθώς υποδηλώνεται σε δυο διαφορετικούς ρωμαϊκούς δρόμους από τη μια πόλη στην άλλη. Και οι δύο δρόμοι ήταν σε μικρή σχετικά απόσταση μεταξύ των Φιλίππων και του Ζερβοχωρίου. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 226-227)
Η απόσταση από την Ευπορία στην Ηράκλεια σε συνδυασμό με το όνομα, φανερώνει ότι βρισκόταν ένα πορθμείο κατά μήκος της λίμνης, πιθανώς στο σημείο όπου η λίμνη αρχίζει να στενεύει, 3 ή 4 μίλια στα νοτιοδυτικά της Αμφίπολης αλλά περισσότερο στη δυτική πλευρά της λίμνης. Η Ευπορία ονομάστηκε έτσι από τον Πτολεμαίο και αναφέρεται ανάμεσα στις πόλεις της Βισαλτίας μαζί με την Όσσα και την Άργιλο και πιθανώς ο ποταμός που συναντά τον Στρυμόνα κάτω από τη γέφυρα του Νεοχωρίου ή της Αμφίπολης είναι η αρχαία Βισαλτία.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 228)
Ο M.Cousinery, o οποίος διέμενε ως Γάλλος πρέσβης στη Θεσσαλονίκη σημειώνει ότι νομίσματα με την επιγραφή ΤΡΑΙΛΙΟΝ βρέθηκαν συχνά κοντά στην Αμφίπολη,από όπου συνάγεται το συμπέρασμα ότι το Τρίουλο είναι παραφθορά του Τραίλιο.Το πραγματικό όνομα, ωστόσο, υποπτεύομαι ότι είναι Τράγιλος,καθώς ο Στέφανος δείχνει ότι υπήρχε μια μακεδονική πόλη με το όνομα Τράγιλος, που αποτελεί αναμφίβολα την πραγματική ανάγνωση του Βράγιλος ή Δράγιλος, όπως επισημάνθηκε στον Ιεροκλή μεταξύ των πόλεων της πρώτης ή υπατικής Μακεδονίας και τοποθετείται προφανώς όχι μακριά από την Παρθικόπολη και την Ηράκλεια Στρυμόνος.Στην τοπική μορφή του ονόματος, το Γ μπορεί και να παραλειφθεί, έτσι ώστε το ΤΡΑΙΛΙΟΝ του νομίσματος να αντιπροσωπεύει το ελληνικό Τραγιλίων.Η Τράγιλος σε αυτήν την περίπτωση, βρισκόταν στους πρόποδες του όρους Παγγαίου απέναντι από τους Φιλίππους.Το πραγματικό όνομα της τοποθεσίας αυτής ανατολικά της Ευπορίας, όπου στην Tράπεζα αναγράφεται ως Γραίρος,πρέπει να είναι Γάζωρος και μαθαίνουμε από τον Στέφανο ότι πρόκειται για μακεδονική πόλη και από τον Πτολεμαίο ότι βρισκόταν στην χώρα των Ηδωνών. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 228)
Μόνο μετά 18 χρόνια από το διάταγμα της Αμφίπολης, ο Ανδρίσκος, που αυτοαποκαλούνταν Φίλιππος, γιος του Περσέα, ανακατάλαβε όλη τη Μακεδονία αλλά νικήθηκε και παραδόθηκε το επόμενο έτος στον Καικίλιο Μέτελλο και οι Μακεδόνες έγιναν υποτελείς, και η χώρα πιθανώς κυβερνιόταν από έναν πραίτωρα όπως και η Αχαΐα μετά την καταστροφή της Κορίνθου, όπου συνέβη δυο χρόνια μετά, το 146 π.Χ. Από τότε μέχρι τη βασιλεία του Αυγούστου οι Ρωμαίοι είχαν το δύσκολο καθήκον της υπεράσπισης της Μακεδονίας απέναντι σε λαούς της Ιλλυρίας και της Θράκης και σε αυτήν την περίοδο έστηναν αποικίες στους Φιλίππους, στην Πέλλα, στους Στόβους και στο Δίον.(Leake, τομ. ΙΙΙ, σ.487)
Ο Αππιανός υπέθεσε ότι τα έλη στην κοιλάδα των Φιλίππων εκτείνονταν, εάν όχι μέχρι τη θάλασσα τουλάχιστον όχι σε μεγάλη απόσταση από αυτήν.Φαίνεται ότι δεν γνώριζε ότι η κοιλάδα ήταν τελείως αποκομμένη από την θάλασσα με μια σειρά από λόφους και σε κανένα σημείο δεν προσεγγίζει την ακτή.Για ένα ακόμη λάθος το κείμενο του μπορεί να κατηγορηθεί.Υπολογίζει την απόσταση μεταξύ του στρατοπέδου του Αντωνίου και της Αμφίπολης σε 350 στάδια ενώ αυτό ήταν ολόκληρο το μήκος της κατώτερης κοιλάδας του Στρυμονικού, όπως πράγματι είχε προηγουμένως σωστά διατυπώσει.Ο Δίων ο Κάσσιος επίσης, παρόλο που ήταν σωστά πληροφορημένος κάνει μια παρατήρηση λίγο ανακριβή.Έλεγε ότι ενώ ο Νορβανός ς και ο Σάξας σκόπευαν να κατακτήσουν την συντομότερη πορεία προς τα όρη των Σαπαίων, οι εχθροί τους περικύκλωσαν τις Κρηνίδες και έφτασαν στους Φιλίππους καθώς τότε οι Κρηνίδες και οι Φίλιπποι δεν ήταν το ίδιο μέρος όπως μας βεβαιώνει ο Αππιανός και άλλες πηγές.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 223)
[/tab]
[tab name=’Mantegazza’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Pouqueville’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Tozer’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Urquhart’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Walker’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[tab name=’Σχινάς’]
Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
[/tab]
[end_tabset]