Category: Boissonas

  • Όρος Όλυμπος

    Παλαιό Όνομα : Όρος Όλυμπος
    Δήμος : Πιερίας
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]

    • Αλλά ο Όλυμπος καλεί. Ο Όλυμπος και μια τεράστια περιοχή ακόμη απαραβίαστη και απείραχτη. Ο Elisee Reclus ανέφερε ότι η ορεινή συστάδα του Ολύμπου στα μέσα του 19ου αιώνα ήταν ακόμη τόσο μυστηριώδης και αδιαπέραστη όσο και τα βουνά Ρουβενζόρι στην Ισημερινή Αφρική. Τοποθετημένα στα ελληνοτουρκικά σύνορα αυτά τα ορεινά βουνά ήταν τα λημέρια κλεφτών, μαχαιροβγαλτών και ληστών. Σε αυτόν τον χώρο οποιαδήποτε δημόσια επιβολή του νόμου και της τάξης ήταν αδιανόητη. Απόκληροι από τον πολιτισμό έβρισκαν ασφαλή καταφύγια και στις δυο πλευρές των ελληνοτουρκικών συνόρων. Οι λόφοι ξεκινούν από τη μεσαία οροσειρά, όπου ένας πολύπλοκος λαβύρινθος από δασώδη λαγκάδια και απότομων γκρεμών. « Ο Όλυμπος με τις αναρίθμητες πτυχώσεις» λέει ο Όμηρος. Το τελευταίο περιστατικό ενός ληστρικού δράματος σε εκείνη την ανίερη περιοχή συνέβη το 1911. Ο Γερμανός μηχανικός Edward Richter, από τις 27 Μαΐου μέχρι τις 22 Αυγούστου, συρόταν από σπηλιά σε σπηλιά από ένα σώμα Κλεφτών. Η προέλαση του ελληνικού στρατού το 1913 και ένα συστηματικό ξεκαθάρισμα αυτών των λαγκαδιών από τον στρατό έχει έκτοτε αποκαταστήσει ή καλύτερα έχει για πρώτη φορά εγκαθιδρύσει δημόσια τάξη και ασφάλεια για τους ιδιώτες σε αυτό το ανένταχτο κομμάτι του χάρτη. Στα νότια, τα λοφώδη, επιτραπέζια τμήματα γης του Κάτω Ολύμπου κάμπτονται και καταλήγουν στον στενό λαιμό του φαραγγιού των Τεμπών. Οι κορυφές υψώνονται σε ύψος 1200 με 1500 μέτρων. (Boissonnas, σ. 42 -43)
    • Το τραίνο, αφού φύγει από την Λάρισα και περάσει τον ποταμό Πηνειό, μπαίνει στην περίφημη Κοιλάδα των Τεμπών, ανάμεσα στα όρη Όλυμπος (9780 πόδια) και Όσσα. Μετά περνάει αρκετά κοντά από την παραλία, μέσα από ένα τούνελ κάτω από το κάστρο του Πλαταμώνα και φθάνει στο Πλατύ, 20 μίλια από τη Θεσσαλονίκη, στη γραμμή Θεσσαλονίκη – Φλώρινα. Από τη Θεσσαλονίκη η γραμμή μέχρι τη Γευγελή ενώνει τις ελληνικές με τις γιουγκοσλαβικές γραμμές. Η γραμμή από Θεσσαλονίκη στην Αλεξανδρούπολη περνάει κατά μήκος του Βρετανικού Μνημείου για τη Μάχη στη Δοϊράνη και την όμορφη κοιλάδα του Νέστου. (Boissonnas, σ. 78)
      • Βοσκοί στον Όλυμπο, Γιάννης Κυρίτσης, Ο Όλυμπος του Boissonnas, Η πρώτη ανάβαση στην κατοικία των Θεών οι πρώτες φωτογραφίες του μυθικού βουνού, Θεσσαλονίκη 2002, σ.79.
        Βοσκοί στον Όλυμπο, Γιάννης Κυρίτσης, Ο Όλυμπος του Boissonnas, Η πρώτη ανάβαση στην κατοικία των Θεών οι πρώτες φωτογραφίες του μυθικού βουνού, Θεσσαλονίκη 2002, σ.79.
        Όλυμπος, Γιάννης Κυρίτσης, Ο Όλυμπος του Boissonnas, Η πρώτη ανάβαση στην κατοικία των Θεών οι πρώτες φωτογραφίες του μυθικού βουνού, Θεσσαλονίκη 2002, σ.80.
        Όλυμπος, Γιάννης Κυρίτσης, Ο Όλυμπος του Boissonnas, Η πρώτη ανάβαση στην κατοικία των Θεών οι πρώτες φωτογραφίες του μυθικού βουνού, Θεσσαλονίκη 2002, σ.80.
        Όρος Όλυμπος, Γιάννης Κυρίτσης, Ο Όλυμπος του Boissonnas, Η πρώτη ανάβαση στην κατοικία των Θεών οι πρώτες φωτογραφίες του μυθικού βουνού, Θεσσαλονίκη 2002, σ.81.
        Όρος Όλυμπος, Γιάννης Κυρίτσης, Ο Όλυμπος του Boissonnas, Η πρώτη ανάβαση στην κατοικία των Θεών οι πρώτες φωτογραφίες του μυθικού βουνού, Θεσσαλονίκη 2002, σ.81.

      [/tab]
      [tab name=’Chirol’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Clarke’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Cousinery’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Frazer’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Holland’]

      • Το ύψος του Ολύμπου μπορεί να θεωρηθεί λίγο μεγαλύτερο από 6.000 πόδια. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ο φιλόσοφος Ξεναγόρας εξακρίβωσε ότι το ύψος του Ολύμπου ήταν 10 στάδια, και σχεδόν 1 πλέθρο, το οποίο θα μπορούσε να είναι λίγο λιγότερο. Ο Μπερνουίλι όμως, (Memoires de l’ Academie des Sciences, 1699) δίνει το ύψος των 1.017 T (toises), ή λίγο παραπάνω από αυτό.(Holland, σ. 303)

      [/tab]
      [tab name=’Isambert’]

      • Από εκείνο το σημείο η ανάβαση που οδηγεί εν τέλει στην κορυφή του Άθωνος, που στέφεται από τον Ιερό Ναό της Μεταμορφώσεως είναι εξόχως δυσχερής μιάς που η εν λόγω οδός δεν είναι προσβάσιμη από τα διάφορα κτήνη. Ωστόσο με την λήξη της ανάβασης η κόπωση του εκάστοτε οδοιπόρου κάμπτεται και εξαφανίζεται μπρός στην καλλιέπεια του τοπίου που συναντά μολίς σταθεί όρθιος δεί καλά τι έχει συναντήσει. Πιο συγκεκριμένα η θέα προς βορράν και εξής περιλαμβάνει τα βουνά της Σαμοθράκης και τα κατακερματισμένα από τα καταγάλανα νερά θρακικά παράλια των κόλπων της Κοντέσσας και της Καβάλας. Από τα δυτικά πάλι θέωνται με τα μάτια να κοιτάζουν προς τα κάτω τα δύο ακρωτήρια του Λόγγου και της Κασσάνδρας και στο βάθος το βλέμμα κεντρίζεται από τον Όλυμπο και τις περήφανα ιστάμενες χιονισμένες βουνοκορφές του. Τέλος από τα νότια κυριαρχούν περισσότερο τα παράλια της Θεσσαλίας και τα ψηλά βουνά της Όσσας και του Πηλίου. (Isambert, σ.59)
      • Από την Πινάκα μπορεί κάποιος να μην επιστρέψει στον Άγιο Μάμαντα, αλλά να κατευθυνθεί βορειοδυτικά της Θεσσαλονίκης μέσα από μία άγονη και τραχιά χώρα που συντίθεται από εγκαταλελειμένες κώμες και μετόχια του Αγίου Όρους. Η ίδια αυτή γόνιμη χώρα ερειμώθηκε κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης. Η μονοτονία που παρουσιάζει η περιήγηση σ΄ αυτή την οδό διασκεδάζεται μόνο από τη θέα που συναντούμε βλέποντας τον κόλπο της Θεσσαλονίκης, των παραλίων της Θεσσαλίας και των βουνών του Πηλίου, της Όσσας και του Ολύμπου. Σ’ αυτή την οδό βρίσκονται οι εξής κώμες: Σοφουλάρ, που απέχει τρεις ώρες, Καρυά που απέχει δύο ώρες, και Τζουμπάτ που απέχει τέσσερις ώρες. Στα αριστερά της τελευταίας συναντάμε μετά από λίγο το ακρωτήριο Καραμπουρνού ( Αιναίο) και μέσα από το Σέδες και το Χόρτιατσι φτάνουμε μέσα σε τέσσερις ώρες στη Θεσσαλονίκη.
        (Isambert, σ.63 -64)
      • Η Κατερίνη είναι μία πολίχνη στις όχθες του Πελίκα, και είναι η πρωτεύουσα αυτής της παραλίου επαρχίας, η οποία εκτείνεται κάτω από τα κράσπεδα του Ολύμπου. Η οθωμανική της συνοικία αποτελείται από αγορά, τζαμί, και κάποια μεγάλα σπίτια Μπέηδων. Ο υπόλοιπος πληθυσμός της πόλης είναι Έλληνες γεωργοί. Ο περιηγητής Leak ξεγελάστηκε από το όνομα και τοποθέτησε εδώ την πόλη Patera των Πευτιγγεριανών πινάκων.
        (Isambert,σ.73)
      • Για να περιηγηθεί κάποιος από αυτό το στενό εγκατελείπει από τα βοριοδυτικά την Κατερίνη και διέρχεται τα τελευταία οροπέδια των πιερικών βουνών. Λίγο πριν από την Πέτρα και από το στενό της από την αριστερή μεριά σε μικρή απόσταση μιάμισης λεύγας, συναντούμε από το αντίθετο ύψωμα του φαραγγιού την Μονή της Πέτρας, που χτίστηκε από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο, και βρίσκεται στο μέσον δάσους και βοσκοτοπιών, και βρίσκονται έξω από τις πιο απόκρυμνες κορυφές του Ολύμπου.
        (Isambert,σ.74)
      • Σ’ αυτό το σημείο εγκαταλείπει τα μουλάρια και βαδίζει επί τέσσερις περίπου ώρες σε έναν ατελείωτο λόφο που αποκαλείται Μαύρος λόγγος, εξαιτίας των μεγάλων ελάτων που την καλύπτουν από πάνω εως κάτω. Στην έξοδο δε αυτού του δάσους υπάρχει και το τελευταίο όριο της βλάστησης. Από εκείνο το σημείο και έπειτα το βουνό είναι φαλακρό και πετρώδες. Τότε βρίσκεται στη μέση ενός μεγάλου αμφιθεάτρου, στο οποίο υψώνονται κάθετα μεγάλοι βράχοι, οι οποίοι συνιστούν τον σχηματισμό αυτού του αμφιθεάτρου από τις κατωφέρειες των υψηλότατων κορυφών που βρίσκονται γύρω από τις ψηλές κορυφές. Εδώ δεν υπάρχει βλάστηση, το χιόνι μάλιστα διατηρείται καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου μέσα στις ρωγμές των βράχων. Στο βάθος του κύκλου υψώνεται στα βόρεια ο Καλόγηρος, μία από τις υψηλότερες κορυφές του Ολύμπου, πάνω στην οποία βρίσκεται σύμφωνα με την παράδοση ο τάφος του Αγίου Διονυσίου.
        (Isambert, σ.82)
      • Σύμφωνα με τον περιηγητή Heuzey, μπορεί κανείς να δει από τις κορυφές του Ολύμπου όλη τη Μακεδονία από τη μία μεριά και από την άλλη μεριά όλη τη Θεσσαλία, της οποίας τα ποτάμια και οι λίμνες φαίνονται ακριβώς όπως είναι χαραγμένα πάνω στους χάρτες. Προς τα ανατολικά η θάλασσα διαγράφει έναν απέραντο κύκλο, που εκτείνεται ως πέρα στο νησί της Σκύρου, προς τα δυτικά δε η ραχούλα της Πίνδου σχηματίζει έναν ορίζοντα μέσα από το οδοντοτό της τείχος.
        (Isambert, σ.83)
      • Οι Έλληνες ήρθαν στα μέρη του Ολύμπου μετά από Πελασγούς, συνέχισαν την παράδοση που βρήκαν και όρισαν και εκείνοι με τη σειρά τους τον Όλυμπο ως την κατοικία και των θεών που έφεραν μαζί τους. Οι Έλληνες από τα πρώιμα ακόμη χρόνια κατοικούσαν στις πεδιάδες της Θεσσαλίας από τις οποίες και έβλεπαν μπροστά τους κάθε μία από τις ψηλές κορυφές του Ολύμπου. Από εκείνο το σημείο βγήκε και η θρησκεία τους που είναι απότοκος ποικίλων παραδόσεων. Ο Όλυμπος υπήρξε εκείνος ο τόπος πάνω στον οποίο οι Θεοί των Ελλήνων απογυμνώθηκαν από τα αρχαία τους σύμβολα και περιβλήθηκαν μία πιο ανθρώπινη και ποιητικότερη μορφή.
        (Isambert, σ.84)
      • Το όνομα του Ολύμπου πολλαπλασιαστικέ στον ελληνικό κόσμο. Το ίδιο όνομα φέρουν βουνά στη Λέσβο, τη Σμύρνη, στη ραχιά της Ίδης και του Ταύρου, στην Κύπρο τη Μοισία τη Βιθυνία, και αλλού.
        (Isambert, σ.84)
      • Ακόμη και σήμερα οι Έλληνες που κατοικούν γύρω από τον Όλυμπο, θεωρούν αυτό το βουνό ως ένα πολύ διαφορετικό βουνό από τα άλλα. Διατείνονται πως εκεί υπάρχει κάτι το εξαίσιο. Οι κλέφτες το απέδιδαν στο ξεχωριστό του αέρα, το χιόνι και τις ψυχρές του πηγές που έχουν θαυμάσιες ιδιότητες. Στα δημοτικά τραγούδια τον ύμνησαν ως παράδεισο, στο οποίο έρχονταν για να ανακουφιστούν από τους αγώνες που γίνονταν στις πεδιάδες. Εκεί το σώμα καθίσταται πιο ρωμαλέο, οι πληγές θεραπεύονται από μόνες τους και το σώμα καθίσταται πιο εύκαμπτο. Ακόμα και οι Τούρκοι αποκαλούν τον Όλυμπο Σεμαβάτ – Εβή, που σημαίνει κατοικία των Ουρανίων.
        (Isambert,σ. 84 – 85)
      • Πέρα από τον Πηνειό η οδός κλίνει προς τα δεξιά. Σ’ αυτό το σημείο αποχαιρετούμε την τερπνή θέα του θερμαϊκού κόλπου, του Ολύμπου και του Άθω, των νησιών Σκοπέλου, Σκιάθου, Χελιδρομίων, τα οποία φαίνονται από τα νότια. Περνάμε τον Δερβέν Μπαμπά έναν μικρό αλβανικό σταθμό που χρησιμεύει για την φύλαξη της ενδοχώρας και εισερχόμαστε στη κοιλάδα των Τεμπών, που σήμερα αποκαλείται Λυκόστομο. Η Θεσσαλία σχημάτιζε κάποτε μία απέραντη λίμνη που αποξηράνθηκε από έναν σεισμό που διαχώρισε τον Όλυμπο από την Όσσα. Έτσι σχηματίστηκε η κοιλάδα των Τεμπών, μέσω της οποίας συγκοινωνεί η βόρειος Θεσσαλία με την θάλασσα.
        (Isambert,σ.90 – 91)
      • Ενώ στην δεξιά όχθη του Πηνειού οδοιπορεί κάποιος μέσα από έναν τερπνό λειμώνα, στην αριστερή του όχθη που είναι από τη μεριά του Ολύμπου, ποτέ δεν κατορθώθηκε να χαραχθεί μία οδός μεταξύ των βράχων και της κοίτης του ποταμού. Στα κλίτη του Ολύμπου σε μεγάλο ύψος φαίνονται σπίτια που κάποτε κατοικούνταν από ερημίτες. Η αρχαία οδός ακολουθεί τη δεξιά όχθη και ακόμη και σήμερα φαίνονται τα ίχνη της. Στο μέρος όπου ο Πηνειός σχηματίζει ένα νησάκι αρκετά ευμέγεθες ο δεξιός βραχίονας του στενεύει σε ένα ελληνικό τοίχο που είναι χτισμένος από μεγάλα λιθάρια και ο οποίος χρησίμευε πιθανότατα προς την άμυνα της αρχαίας οδού και ως πρόχωμα κατά των πλημμυρών του ποταμού.
        (Isambert, σ.93)

      [/tab]
      [tab name=’Leake’]

      • Αυτοί οι τύμβοι βρίσκονται στην τελευταία πλαγιά του βουνού, όπου στο ένα μίλι στα αριστερά ξεκινάει ένας απέραντος βάλτος, ο οποίος εκτείνεται ως το σημείο να μπορεί να φαίνεται νότια προς την θάλασσα και δυτικά προς την οροσειρά του Ολύμπου τα οποία πλαισιώνουν τις πεδιάδες στα δυτικά.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.260)
      • Ο ποταμός Koludén Kiúpresi ενώνει το όρος των Γιαννιτσών με μία οροσειρά η οποία είναι η συνέχεια του Ολύμπου.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.269)
      • Η βουνοκορφή δεξιά των Βοδενων ονομάζεται Nitjé και ενώνεται με το Παλαιόκαστρο στα δυτικά. Είναι το υψηλότερο σημείο της οροσειράς μετά τον Όλυμπο.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 270)
      • Η Νάουσα είναι ελληνική πόλη, οι Βούλγαροι δεν εξασφάλισαν την κατοχή της οροσειράς του Ολύμπου στο νότιο άκρο των Βοδενών.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.284)
      • Η πεδιάδα κοντά στο λόφο του Πλαταμώνα είναι ακαλλιέργητη μέχρι και την Κατερίνη. Το ποτάμι του Πλαταμώνα, ακριβώς στο σημείο της ένωσής του με τη θάλασσα, είναι ένας φαρδύς χείμαρρος, ο οποίος πέφτει από ένα τεράστιο χάσμα, το οποίο χωρίζει το υψηλότερο σημείο του Ολύμπου από τις κατώτερες κορυφές που καταλήγουν στις βουνοπλαγιές των Τεμπών. (Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ. 405)
      • Η κορυφή του όρους Όλυμπος, καθώς με τόση ακρίβεια το περιγράφει ο Όμηρος, αναδύεται ανάμεσα στις απόκρημνες πλευρές του φαραγγιού του Λιτόχωρου. (Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ. 407)
      • Δεν διακρίνονται απομεινάρια του λιμανιού της Πύδνας ούτε από το Ayan (Άνω Άγιος Ιωάννης Πιερίας), ούτε από το Κίτρος. Ωστόσο η ακτογραμμή έχει αλλάξει σημαντικά από τις προσχώσεις του Ολύμπου και του Πιερικού βουνού. (Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ. 434 – 435)
      • Στην Πιερία, πιθανόν,( ο Όμηρος) περιλαμβάνει τα εδάφη ανάμεσα στον Πηνειό και τον Αλιάκμονα ή, όπως περιγράφει ο Ησίοδος την Πιερία, τα εδάφη γύρω από τον Όλυμπο ( Οι περί Πιερίην καί Όλυμπον δώματ’ έναιον. Ap. Const. Porph. ubi sup.). Στην Ημαθία περιλαμβάνει την όμορφη περιοχή πέρα από τον Αλιάκμονα και στην ανατολική πλευρά της Ολυμπιακής κορυφογραμμής. (Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ. 446)
      • Τα δέκα στάδια (6050 πόδια) κάθετου υψόμετρου που ο Ξεναγόρας αποδίδει στην κορυφή του Ολύμπου πάνω από το Πύθιο μοιάζει να μην είναι πολύ μακριά από την πραγματικότητα , και αυτό είναι ασυνήθιστο σε αρχαίους υπολογισμούς αυτού του είδους, το λάθος είναι πιο πιθανή η έλλειψη παρά η υπερβολή. Μπορεί να παρατηρηθεί εδώ, ότι το όνομα Όλυμπος, που τώρα αποδίδεται στο όρος, όχι μόνο από τους κατοίκους αλλά από όλα τα γειτονικά μέρη της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας δεν είναι μια σύγχρονη παραφθορά αλλά η αρχαία διαλεκτική μορφή από τις αιολικές φυλές της Ελλάδας που συνήθως υποκαθιστούν το έψιλον με το όμικρον όπως στην περίπτωση του Ορχομενού που οι Βοιωτοί λένε Ερχομενό . Εάν το Πύθιο ήταν η τοποθεσία όπου υπέδειξα θα μπορούσαμε με κάποια πιθανότητα να τοποθετήσουμε την Άζωρο στην Βουβάλα. Όπως ο Στράβωνας σημειώνει ότι η Άζωρος ήταν σε 120 στάδια απόσταση από την Οξύνεια στο Ίον, παραπόταμο του Πηνειού, μπορεί να συναχθεί ότι, εάν η απόσταση είναι σωστή ή και όχι , η Άζωρος ήταν η πιο νοτιοδυτική από τις πόλεις της Τριπολίτιδος που συμφωνεί με την θέση Βουβάλα.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.342)
      • Ήδη έχω παρατηρήσει ότι τα βουνά που υψώνονται από τη δεξιά όχθη του Βιστρίτσα και εκτείνονται από την κοιλάδα των Γρεβενών σε αυτή της Βέροιας, ήταν τα αρχαία Καμβούνια, που αναφέρονται από τον Λίβιο, από τον οποίον δηλώνεται επιπλέον, ότι το πέρασμα των Σερβίων είναι το πέρασμα σε αυτά τα βουνά, που επίσης λέγεται Βωλουστάνα. Η ασφάλεια του περάσματος αυτού ήταν τόσο σημαντική για τον Περσέα, στην προσέγγιση του ύπατου Μάρκου Φιλίππου, στο τρίτο έτος του τελευταίου μακεδονικού πολέμου, που το κατέλαβε με 10.000 άνδρες. Ήταν πιθανώς το ίδιο πέρασμα μέσω του οποίου ο Περσέας εισέβαλε στην Θεσσαλία στο πρώτο έτος του πολέμου. Από αυτό το πέρασμα ο ύπατος Οστίλιος εισέβαλε στην Μακεδονία το επόμενο έτος και ήταν ένας από τους δρόμους προς τη Μακεδονία σχεδιασμένος από τον Μάρκο όταν στρατοπέδευσε ανάμεσα στην Άζωρο και στην Δολίχη , πριν αποφασίσει να οδηγήσει το στράτευμα του κατά μήκος του Ολύμπου μέσω της Λαπάθου. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 338)
      • Η Περραιβία της Τριπολίτιδος ονομάστηκε έτσι επειδή περιλάμβανε τις τρεις πόλεις του Πυθίου, της Αζώρου και της Δολίχης. Από αυτές, το Πύθιο μοιάζει να βρίσκεται ακριβώς στους πρόποδες του Ολύμπου, όντας ακριβώς το σημείο όπου ο Ξεναγόρας , γεωμέτρης και ποιητής, μέτρησε το κάθετο ύψος του Ολύμπου, που βρισκόταν στον δρόμο κατά μήκος του όρους από την Πέτρα, όπου και ο Λίβιος και ο Πλούταρχος συνδέουν το Πύθιο με την Πέτρα, περιγράφοντας την πορεία από όπου ο Σκιπίωνας Νασικάς διέσχισε το όρος του Ολύμπου στα μετόπισθεν της θέσης του Περσέα στον Ενιπέα. Φαίνεται, λοιπόν, χωρίς αμφιβολία, ότι το Πύθιο ήταν στην άκρη του κάμπου μεταξύ Κοκκινοπλού και Λιβαδιού, αν και δεν εξακρίβωσα την ύπαρξη οικιστικών καταλοίπων σε αυτήν την περιοχή. Μαθαίνουμε από το επίγραμμα στο οποίο αναφερθήκαμε ότι το όνομα του Πυθίου προέρχεται από ναό του Απόλλωνα Πυθίου προς τιμήν του οποίου, προκύπτει από άλλο συγγραφέα, ότι εορτάζονταν περιοδικώς κάποιοι αγώνες.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 341)
      • Στα νότια της πεδιάδας της Καρυάς και διαχωρισμένη από αυτή μόνο από την κορυφογραμμή του Ολύμπου βρίσκεται η παράλληλη κοιλάδα του Εζερού, περίπου μισή σε μέγεθος από αυτή της Καρυάς και ονομασμένη έτσι από μια λίμνη που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο κομμάτι της πεδιάδας. Η λίμνη του Εζερού είναι προφανώς η αρχαία Άσκουρις. Στα ανατολικά αυτής της πεδιάδας υπάρχει και άλλη, όχι πολύ μακριά από τις κορυφές που εσωκλείουν το πέρασμα των Τεμπών στα βόρεια. Η πεδιάδα αυτή χωρίζεται μόνο με την κορυφογραμμή του Ολύμπου από καλλιεργημένη περιοχή γύρω από την πόλη της Ραψάνης ή Ραψιάνης, που έχει θέα στον Πηνειό, και στα νότια εσωκλείεται από το όρος Όσσα και τα Αμπελάκια. Στην κορυφογραμμή στα δυτικά της Ραψάνης είναι τα κατάλοιπα ενός αρχαίου φρουρίου, πιθανώς η Λάπαθος, του οποίου ίσως το όνομα Ραψάνη αποτελεί παραφθορά. Καθώς η κοιλάδα της Καρυάς και τα φαράγγια των ποταμιών του Ελασσονίτικου και του Πλαταμώνα διαμορφώνουν ένα πέρασμα ανάμεσα στον Όλυμπο και στις μικρότερες κορυφές που εκτείνονται στις πεδιάδες της Ελασσόνας , της Λάρισας, και στα Τέμπη, τα βουνά χωρίζονται από την πεδιάδα του Εζερού. Η δυτική πλευρά τους είναι προφανώς το όρος Τίταρος που εφάπτεται στον Όλυμπο, όπως σημειώνει ο Στράβων. Η ανατολική πλευρά φέρει το ίδιο όνομα με το οχυρό της Λαπάθου, που βρίσκεται πάνω από αυτές τις κορυφές. Η απόσταση από την Καρυά στο Εζερό υπολογίζεται σε δυο ώρες και από εκεί στη Ραψάνη τρεις ώρες. Ανάμεσα στην Καρυά και στην Ελασσόνα υπάρχουν δυο άλλα χωριά στο βουνό , η Σκαμνιά, που δεν είναι μακριά, από τη βόρεια πλευρά της πεδιάδας της Καρυάς, απόσταση μιάμιση ώρα από την πόλη, και η Μπολιάνα μια ώρα από τη Σκαμνιά, κοντά στη δυτική άκρη της κοιλάδας της Καρυάς, όπου υπάρχουν κάποια οικιστικά κατάλοιπα αρχαίας πόλης που ονομάζονται Κονίσπολη. Η πόλη αυτή βρίσκεται στην διακλάδωση των υδάτων που ρέουν σε μια πορεία προς την πεδιάδα του Καρυά, και από την άλλη διαμορφώνουν τις πηγές του Ξεριά ή ποταμός της Τσαρίτσανης. Η Κονίσπολη μοιάζει να είναι το Ευδίερο του Λίβιου, δεκαπέντε μίλια από το ρωμαϊκό στρατόπεδο, ανάμεσα στην Άζωρο και την Δολίχη, προς την κατεύθυνση της Άσκουρις και της Λαπάθου. Οι πηγές του κυρίως ποταμού του Τιταρήσιου είναι στην κύρια πτέρυγα του Ολύμπου ανάμεσα στην Σκαμνιά και στον Σελό, και κυρίως σε μια πηγή που βρίσκεται δυο ή τρεις ώρες στα βορειοανατολικά της Ελασσόνας. Αφήνοντας πίσω τα φαράγγια του Ολύμπου προσεγγίζει την Ελασσόνα, από τα βορειοανατολικά, κατευθύνεται νότια μέσα στην πόλη, από εκεί ρέει δυτικά, κοντά στους πρόποδες των λόφων στη βόρεια πλευρά της πεδιάδας. (Leake, τομ.ΙΙΙ,σσ. 350-351)
      • Μπορεί να παρατηρηθεί εδώ, ότι το όνομα Έλυμπος, που τώρα αποδίδεται στο όρος, όχι μόνο από τους κατοίκους αλλά από όλα τα γειτονικά μέρη της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας δεν είναι μια σύγχρονη παραφθορά αλλά η αρχαία διαλεκτική μορφή για τις αιολικές φυλές της Ελλάδας που συνήθως υποκαθιστούν το έψιλον με το όμικρον όπως στην περίπτωση του Ορχομενού που οι Βοιωτοί λένε Ερχομενό. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 342)
      • Το σύγχρονο όνομα Ελασσόνα, δύσκολα θεωρείται παραφθορά, όντας στην συνήθη ρωμαϊκή μορφή, της τρίτης πτώσης της Ελασσόνας, όπως γράφει ο Μελέτιος. Το αρχικό έψιλον είναι μια διαλεκτική παρέκκλιση, όπως Έλυμπος για Όλυμπος και Ερχομενός για Ορχομενός, όλα στη συνήθη τοπική μορφή, παρόλο που ο Όμηρος και οι μεταγενέστεροι συγγραφείς προτίμησαν το όμικρον αντί του έψιλον, ως πιο συνηθισμένο σε άλλα μέρη της Ελλάδας. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 346)
      • Τα φαράγγια του Ελασσονίτικου και του Ξεριά αποτελούν τις φυσικές κορυφές στις άνω περιοχές του Ολύμπου, όπου υπάρχουν αρκετά μεγάλα χωριά και κάποιες καλλιεργούμενες πεδιάδες που βρίσκονται ανάμεσα στην νότια πρόσοψη αυτού του βουνού, και οι κορυφές προεξέχουν από τα Τέμπη και την πελασγική πεδιάδα. Μέσα από αυτή την περιοχή ο ύπατος Μάρκος Φίλιππος ο Πέμπτος διέσχισε το πέρασμα των Τεμπών και εισέβαλε από την Περραιβία στην μακεδονική ακτή στο τρίτο έτος του τελευταίου μακεδονικού πολέμου. Το πέρασμα από αυτό το σημείο της κορυφογραμμής του Ολύμπου διαμορφώνεται όπως όλες οι φυσικές πορείες πάνω από ψηλά όρη, από δύο ποτάμια που ρέουν από το ίδιο διάσελο ή κορυφή, σε αντίθετες κατευθύνσεις. Ένα από αυτά είναι το Ελασσονίτικο ή Τιταρήσιος, το άλλο το ποτάμι του Πλαταμώνα. Οι κορυφές των αντίστοιχων χαράδρων μέσω των οποίων ρέουν, διαχωρίζονται μόνο από μια πεδιάδα, στους νότιους πρόποδες των άνω υψών του Ολύμπου, που περιλαμβάνουν το χωριό Καρυά, ένα από τα μεγαλύτερα του βουνού. Η πεδιάδα αυτή είναι περίπου 5 μίλια σε μήκος, από τα ανατολικά στα δυτικά, και αποτελεί την μεγαλύτερη επίπεδη επιφάνεια στον Όλυμπο. Όπως άλλες παρόμοιες πεδιάδες στα όρη της Ελλάδας προμηθεύει μόνο σίκαλη και βοσκότοπους για τα κοπάδια. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σσ. 348-349)

      [/tab]
      [tab name=’Mantegazza’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Pouqueville’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Tozer’]

      • Από αυτό το σημείο στα δυτικά μία σειρά βουνών μονοπωλεί τη θέα σε όχι τόσο μεγάλη απόσταση, σχηματίζοντας το ακραίο τέλος της αλυσίδας του Βερμίου, με το πιο εντυπωσιακό του σημείο την κορυφή του που αποκαλούνταν Πιέρια όρη στους αρχαίους χρόνους, αλλά ακόμη και το όλον είναι λίγο μπροστά στο μέγα βουνό των Θεών, το οποίο βρίσκεται ακριβώς στα νότια, και του προσδίνει μία απερίγραπτα μεγαλόπρεπη εμφάνιση, καθώς υψώνεται με τη μία σε όλο του το ύψος στα 10.000 πόδια άμεσα από την πεδιάδα, με απότομους γκρεμούς στα ψηλότερα σημεία του και κάτω σε αμέτρητες αντηρίδες, οι οποίες χωρίζονται ξανά και ξανά σε μικρότερα ρήγματα και κοιλάδες οι οποίες καλύπτονται από πυκνά δάση. (Tozer,τομ.ΙΙ,σ. 5-6)
      • Μοναστήρι που βρίσκεται σε απομονωμένο σημείο πάνω σε βουνοπλαγιά του Ολύμπου. Το όνομα του μοναστηριού δεν είναι Αγία Τριάδα, όπως αναφέρουν οι Leake και Heuzey, γιατί αυτό το όνομα δεν είναι κατάλληλο όπως σε άλλα μοναστήρια στον Όλυμπο, τα οποία είναι όλα αφιερωμένα στην Αγία Τριάδα- αλλά στον Σπαρμό υπάρχει και η ονομασία «Λόφος καλαμποκιού» , η οποία προέρχεται από την πλαγιά κάτω από αυτό, σχεδόν το μόνο σημείο στην περιοχή που επιδέχεται καλλιέργεια.
        Η θέση του είναι αρκετά εντυπωσιακή, καθώς βρίσκεται ανάμεσα σε δέντρα στην πλαγιά ενός στενού φαραγγιού, σε ένα κομμάτι γης που βρίσκεται κάτω από τα τεράστια δυτικά αντερείσματα του Ολύμπου, σε ύψος μεγαλύτερο από εκείνο του Αγίου Διονυσίου, πάνω από τη θάλασσα. Αλλά τα κτίρια είναι εξίσου τραχιά με εκείνα στην Παναγία Κανάλια• δεν υπάρχει καμία προσπάθεια αρχιτεκτονικού σχεδιασμού , ούτε κανένα Βυζαντινό έργο, τα οποία συνήθως βρίσκονται σε τέτοια ιερά.
        Τις παλιές εποχές, όταν ο Όλυμπος ήταν ένα από τα σημαντικά αρχηγεία των Κλεφτών, ο Σπαρμός ήταν γνωστός ως ένα από τα αγαπημένα τους κρησφύγετα. (Tozer,τομ.ΙΙ,σσ. 37-39)

      • Βουνό που υψώνεται στα ανατολικά και είναι το υψηλότερο σημείο της συγκεκριμένης πλευράς του Ολύμπου. Αποκαλείται από το Heuzey, Μεταμόρφωση ή κορυφή της Μεταμόρφωσης και είναι το ίδιο σημείο το οποίο οι μοναχοί της μονής της Παναγίας Κανάλιας αποκαλούν Δουρζάνι. (Tozer,τομ.ΙΙ,σ. 41)

      [/tab]
      [tab name=’Urquhart’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Walker’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Σχινάς’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [end_tabset]

  • Τέμπη

    Παλαιό Όνομα :Τέμπη
    Δήμος :Σήμερα τα Τέμπη ανήκουν, διοικητικά, στο νομό Λαρίσης. Ιστορικά όμως αποτελούν τα όρια
    ανάμεσα στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία.

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]

    • Ωστόσο, ήμασταν αρκετά τυχεροί ώστε να επισκεφτούμε την κοιλάδα των Τεμπών. Οι Γάλλοι μηχανικοί, κάτω από τις διαταγές του κ. George Beraud, είχαν τις εντολές τους. Για τους ποιητές αυτό το ιερό απειλούταν να μετατραπεί σε ένα άσπρο μνήμα. Αλλά οι μηχανικοί αταλάντευτα επέμειναν ότι η κοιλάδα θα έπρεπε να παραμείνει απείραχτη. Προκειμένου να σώσουν το δάσος, τις πηγές και εκείνη τη φιλελεύθερη απεικόνιση της ικανότητας της φύσης να είναι όμορφη, αρκεί μόνο ν’ αφεθεί μόνη της, έθεσαν την τεχνική τους ικανότητα σε σοβαρή δοκιμασία. Μια σιδηροδρομική γραμμή θα κατάστρεφε τον χώρο πέρα από κάθε επιδιόρθωση. Πως θα μπορούσε να συγκρατηθεί ο θαυμασμός μας από αυτούς τους άνδρες, των οποίων η καρδιά συρρικνώθηκε από μια διαδικασία, η οποία στοίχειωσε την εργασία τους; (Boissonnas, σ. 41)
    • Τα σύνορα αυτού του Πάρκου, ξεκινώντας από τα κυπαρίσσια του Μπαμπά, θα δένουν στη κοιλάδα των Τεμπών, το βυζαντινό οχυρό του Πλαταμώνα και θα εκτείνονται κατά μήκος της θάλασσας μέχρι τη Σκάλα του Αγίου Θεοδώρου. Μετά θα περιτρέχουν την ακτή της Σκοτίνας, γύρω από το δάσος της Καλλιπεύκης και θα περικλείουν ολόκληρο τον Όλυμπο. (Boissonnas, σ. 50)
    • Το τραίνο, αφού φύγει από την Λάρισα και περάσει τον ποταμό Πηνειό, μπαίνει στην περίφημη Κοιλάδα των Τεμπών, ανάμεσα στα όρη Όλυμπος (9780 πόδια) και Όσσα. Μετά περνάει αρκετά κοντά από την παραλία, μέσα από ένα τούνελ κάτω από το κάστρο του Πλαταμώνα και φθάνει στο Πλατύ, 20 μίλια από τη Θεσσαλονίκη, στη γραμμή Θεσσαλονίκη – Φλώρινα. (Boissonnas, σ. 78)
    Τέμπη (πρώην Μπαμπά), Γιάννης Κυρίτσης, Ο Όλυμπος του Boissonnas, Η πρώτη ανάβαση στην κατοικία των Θεών οι πρώτες φωτογραφίες του μυθικού βουνού, Θεσσαλονίκη 2002, σ.25.
    Τέμπη (πρώην Μπαμπά), Γιάννης Κυρίτσης, Ο Όλυμπος του Boissonnas, Η πρώτη ανάβαση στην κατοικία των Θεών οι πρώτες φωτογραφίες του μυθικού βουνού, Θεσσαλονίκη 2002, σ.25.

    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]

    • Ανάμεσα σε αμπελώνες που οδηγούν σε ένα ορεινό πλάτωμα βρίσκονται τα Αμπελάκια «θαμμένα» μέσα σε απέραντη βλάστηση.Περισσότερα από τετρακόσια σπίτια –τα πιο πολλά πολυτελούς κατασκευής-ανάμεσα σε καστανιές και πλατάνια αποτελούν μάρτυρες του αλλοτινού πλούτου της περιοχής αλλά πλέον τα 2/3 αυτών έχουν μετατραπεί σε ερείπια.Τα 24 εργαστήρια που κάποτε τροφοδοτούσαν τις αγορές της Ανατολικής Ευρώπης με περίφημα βαμβακερά- βαμμένα στο πλούσιο κόκκινο χρώμα που ερχόταν από τη Μικρά Ασία- στέκουν έρημα και σιωπηλά.Τα μεγάλα καραβάνια που κουβαλούσαν κάθε χρόνο 5.000 τόνους υφασμάτων στην Πέστη και το Βελιγράδι έχουν από καιρό χαθεί από τους έρημους δρόμους.Το σημαντικό Γυμνάσιο της περιοχής,που ανταγωνιζόταν τα καλύτερα κολλέγια της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης κατέληξε να είναι ένα απλό σχολείο σε χωριό όπου τα παιδιά των χωρικών με δυσκολία μάθαιναν το αλφάβητο.Η βιβλιοθήκη που μπορούσε να συγκριθεί με αυτές του Αγίου Όρους σκόρπισε στους τέσσερις ανέμους.Η βρετανική βιομηχανία υφασμάτων έφερε το πρώτο πλήγμα στην εμπορική υπεροχή των Αμπελακίων, την οποία αποτέλειωσε ο τουρκικός στρατός κατά τον Αγώνα Ανεξαρτησίας των Ελλήνων.(Chirol, σσ.116-117)

    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]

    • Από τα ύψη της Αμφιλοχίας κατεβήκαμε προς την κοιλάδα των Τεμπών και φθάσαμε στις όχθες του ποταμού (ενν. Πηνειού), το οποίο εισέρχεται στο βαθύ φαράγγι και χύνεται στη θάλασσα.
      Το μήκος αυτού του αξιόλογου κόλπου από τα δυτικά προς τα ανατολικά είναι σχεδόν πέντε μίλια∙ (Ο Αιλιανός μιλάει για τον κόλπο των Τεμπών, το οποίο ήταν 40 στάδια, ενώ οι Λίβιος και Κούιντος Κούρτιος αναφέρουν ότι ήταν πέντε) η κατεύθυνσή του σε αυτή την απόσταση ποικίλη. Το πλάτος του μεταβάλλεται από τους βράχους (προεξοχές). Σε αυτή την περιοχή, και σε μεγάλο μέρος της έκτασης των Τεμπών, ο δρόμος περνάει από πάνω και κατά μήκος των προεξοχών των βράχων∙ μερικές φορές μάλιστα φαίνεται ότι προεξέχει από τον ποταμό∙ στη συνέχεια αποτραβιέται ώστε να βρει ένα πέρασμα από τα φαράγγια που κατεβαίνουν το βουνό. Ο Λίβιος περιγράφει εξαιρετικά αυτή την μοναδική διαδρομή∙ Rupes utrinque ita abscissae sunt, ut despici vix sine vertigine quadam simul oculorum animique possit. Terret et sonitus et altitudo per mediam vallem fluentis Penei amnis. (Holland, σ. 292-293)
    • Από τα ύψη των βράχων των Τεμπών, μπορώ να κάνω μόνο εικασίες. Εκείνοι (οι βράχοι) στη βόρεια πλευρά, περίπου στη μέση του περάσματος, είναι αναμφισβήτητα οι υψηλότεροι∙ και σε αυτό το σημείο φαίνονται να υψώνονται από εξακόσια μέχρι οχτακόσια πόδια πάνω από την επιφάνεια του ποταμού∙ περνώντας σταδιακά τα υψώματα, στα νότια του Ολύμπου, μπορούμε να θεωρηθήσουμε ότι αυτά δημιουργούν τη βάση. Προς το κατώτερο τμήμα των Τεμπών, αυτά τα βράχια κορυφώνονται με ένα πολύ μοναδικό τρόπο, σχηματίζοντας προεξέχουσες γωνίες στην μεγάλη κάθετη επιφάνεια του βράχου, οι οποίες εμφανίζονται στο άνοιγμα. Στα σημεία που η επιφάνεια το καθιστά δυνατό, στις κορυφές και τις προεξοχές των βράχων, καλύπτονται ως επί το πλείστον με μικρά ξύλα, κυρίως βελανιδιάς, με κουμαριές και άλλους θάμνους. Στις όχθες του ποταμού, υπάρχει ένα μικρό τμήμα μεταξύ του νερού και των βράχων, το οποίο καλύπτεται από βελανιδιές και άλλα δασικά δέντρα, τα οποία έχουν φθάσει σε αξιοσημείωτο μέγεθος, και σε διάφορα σημεία επεκτείνουν τη σκιά τους πάνω από το κανάλι του ρεύματος. Προκειμένου να ξεκαθαριστούν πολλά από αυτά, στο μυαλό του περιηγητή έρχεται η όμορφη και ακριβής περιγραφή του Αιλιανού, ο οποίος έχει παρουσιάσει το σκηνικό των Τεμπών πιο πιστά από κάθε άλλο συγγραφέα της αρχαιότητας. Ο Πηνειός, έτσι απόμερος από τα μεγάλα βράχια που κρέμονται στην κοιλάδα και από τα δέντρα που συνορεύουν με τα νερά του, ακολουθεί την πορεία του στην κοιλάδα των Τεμπών, ο οποίος έχει πλήρη και ταχεία ροή και διακόπτει για λίγο την πορεία του, αν και ρέει ανάμεσα στα βράχια. Η περιγραφή του (ενν. Πηνειού) από τον Οβίδιο, στην ιστορία του για την Ηώ είναι γνωστή. Spumonis volvitur undis,/ Dejectuque gravi tenues agitantia fumos/ Nubila conducit, summasque aspergine silvas/ Impluit, et sonitu plusquam vicina fatigat./ Την εποχή που βρισκόμουν στα Τέμπη, αν και ο ποταμός είχε κάπως διογκωθεί από τις βροχές, δεν ήταν ορμητικός, αλλά με βαθειά και σταθερή ροή, το οποίο επέτρεπε την πλοήγηση με ασφάλεια σε όλη την έκταση της στενωπού. Κατά την περίοδο των χειμερινών πλημμυρών, τα νερά του ποταμού δεν φαινόντουσαν να έχουν την καθαρότητα για την οποία ο Πηνειός εορταζόταν στην αρχαιότητα, αλλά τα ρεύματα, που κατεβαίνουν σε αυτόν από τις χαράδρες των βουνών ή που χτυπούν ξαφνικά στα βράχια από τις φυσικές λεκάνες, έχουν μία καθαρότητα η οποία θα μπορούσε να εξηγήσει την μεταμόρφωση των νυμφών που κυριαρχούσαν στα ύδατά του.(Holland, σ. 292-293)
    • Περίπου στη μέση του περάσματος στη νότια πλευρά του, και στα δεξιά του δρόμου, υπάρχουν κάποια ερειπωμένα τείχη, μέρος των οποίων ήταν από ρωμαϊκούς πλίνθους∙ και η πλαγιά όπου δυσχεραίνει σε αυτό το σημείο, βρίσκονται τα ερείπια ενός αρχαίου κάστρου, ένα από αυτά τα φρούρια, έχει τη φύση να βοηθάει την τέχνη στην προάσπιση αυτού του σημαντικού περάσματος. Ακριβώς κάτω από αυτά τα ερείπια, ένα ρεύμα εισέρχεται στον Πηνειό από τα ύψη του όρους Όσσα, το τοπίο κοντά σε αυτή την ένωση είναι εξαιρετικό∙ μια μεγάλη λεκάνη που σχηματίζεται από τα βράχια που το περιβάλλουν, τα οποία είναι παντού κάθετα, σαν τείχη, και πολύ ψηλά. Κοιτάζοντας προς τα πάνω μεταξύ του βουνού και του γκρεμού σε αυτήν την πλευρά, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τη δυνατότητα αυτής της πορείας, που ακολούθησε ο Αλέξανδρος προκειμένου να μεταφέρει το στρατό του από τη Μακεδονία στη Θεσσαλία, κατά μήκος των ανηφορικών περιζωμάτων της Όσσα ώστε να αποφύγει τα εμπόδια που του έβαλαν οι Θεσσαλοί στο πέρασμα μέσω των Τεμπών. Κατά τη διάρκεια των περσικών εισβολών, οι Έλληνες έστειλαν ένα σώμα, 10.000 άνδρες, υπό των Εβανίτη (Evaenetes) και Θεμιστοκλή, για να υπερασπιστεί την είσοδο στη Θεσσαλίας∙ αλλά επειδή υπάρχει ένας άλλος δρόμος ανοιχτός για τον Ξέρξη, πάνω από τα βουνά που συνορεύουν με τον Όλυμπο, οι στρατηγοί εγκατέλειψαν τη θέση τους και αποσύρθηκαν στα νότια. Αν είχαν παραμείνει εκεί, είναι πιθανό ότι στα Τέμπη θα συνέβαινε ένα περιστατικό όμοιο με αυτό στις Θερμοπύλες. Οι βράχοι σε κάθε πλευρά της κοιλάδας των Τεμπών είναι πανομοιότυπες∙ θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ένα χοντρό μπλε-γκρι μάρμαρο, με νευρώσεις και σε κάποια τμήματα του βράχου το μάρμαρο είναι από τις καλύτερες ποιότητες. Το εμπρόσθιο των βράχων έχει μια τέτοια όψη, όπου θα μπορούσαμε να πούμε ότι γκρεμίστηκε∙ μεγάλες ρωγμές, τόσο οριζόντια όσο και κάθετα, διασχίζουν το βράχο, έτσι ώστε να δίνουν συχνά την εντύπωση ότι είναι ανεξάρτητες μάζες. (Holland, σ. 294)
    • Σε πολλά σημεία έχουν διαμορφωθεί μεγάλες κοιλότητες και σπήλαια∙ και εδώ η επιφάνεια είναι χρωματισμένη από το οξείδιο του σιδήρου. Αν και θα ήταν υπερβολικό να επιβεβαιωθεί από την εμφάνιση των βράχων στα Τέμπη, η καταστροφή που έγινε από κάποιο ξαφνικό και βίαιο σεισμό, αλλά θα μπορούσε να δικαιολογηθεί και από το συμβάν που κατέγραψαν ότι συνέβη εδώ τόσοι πολλοί αρχαίοι συγγραφείς. Ο Ηρόδοτος, σχετικά με την εξόρμηση του Ξέρξη προκειμένου να ερευνήσει το πέρασμα των Τεμπών, παρατηρεί την κοινή γνώμη των Θεσσαλών, ότι δηλαδή ο Ποσειδώνας είχε ανοίξει αυτό το πέρασμα για να φέρει τα νερά από τη χώρα τους, και δηλώνει τη δική του άποψη ότι ο διαχωρισμός των βουνών πραγματοποιήθηκε από σεισμό. Σίγουρα είναι πιθανόν αυτή η εικασία να είναι βάσιμη. Η μνήμη του γεγονότος, ωστόσο επιτυγχάνεται να διασωθεί από την ετήσια γιορτή των αρχαίων πόλεων και χωριών στη δυτική είσοδο των Τεμπών, για την οποία έχουμε μια ενδιαφέρουσα περιγραφή από τον Αιλιανό. Η νύξη του Λουκιανού στο θέμα αυτό, το κάνει γνωστό στον κλασικό αναγνώστη. (Holland, σ. 295)
    • Η θέα των Τεμπών από το ανατολικό άκρο της είναι πολύ εντυπωσιακό, και το τοπίο μπροστά, προσφέρει στο μάτι μια ξαφνική αλλαγή από το συμβατικό ορεινό τοπίο στη μεγάλη έκταση του κάμπου, πλούσια σε δάση, σε καλλιέργειες, και φτάνει μέχρι τη θάλασσα του Αρχιπελάγους, την οποία βλέπουμε για πρώτη φορά. Αν η ατμόσφαιρα ήταν καθαρή, θα φαινόταν η χερσόνησος του Αγίου Όρους∙ αλλά αυτή τη στιγμή δεν μπορούμε να διακρίνουμε ούτε την περιοχή της αρχαίας Παλλήνης, η οποία βρίσκεται ακριβώς απέναντι μας, και αποτελεί το ανατολικό όριο του κόλπου της Θεσσαλονίκης.
      Αφήνοντας τα στενά των Τεμπών, και κατεβαίνοντας από την πεδιάδα, περάσαμε στη βόρεια πλευρά του ποταμού με ένα πλωτό-κινούμενο από άλογα (horse-ferry) – ένα ανάξιο υποκατάστατο της γέφυρας, που βρίσκεται μισό μίλι πιο κάτω, και πριν δύο χρόνια έσπασε κατά τη διάρκεια των χειμερινών πλημμυρών. Τα όρια της αρχαίας Μακεδονίας δεν μπορούν με ακρίβεια να ορισθούν είτε στο Θεσσαλικό ή Ιλλυρικό σύνορο της∙ αλλά κάτω από τα Τέμπη, στο σημείο που συναντιέται ο Πηνειός με τη θάλασσα είθισται να θεωρείται ότι αποτελεί το όριο ∙ και ως εκ τούτου το πέρασμα από την μία όχθη στην άλλη με το πλοίο σηματοδότησε ότι εγκαταλείψαμε τη Θεσσαλία, και μπήκαμε σε μια νέα περιοχή. (Holland, σ. 296)

    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]

    • Πέρα από τον Μπαμπά, η αρχαία στρατιωτική οδός, που διέρχεται από την κλεισούρα των Τεμπών, εκτείνεται ως τη Λάρισα.Το πρώτο που βλέπουμε είναι ο πύργος της Όσσας, ο οποίος δείχνει την αρχή της κατωφέρειας, από την οποία ανεβαίνουν στα Αμπελάκια.
      (Isambert, σ. 94)

    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    • Αναμφίβολα, αν ο Απόστολος Παύλος διέσχισε το όρος Βέρμιο, τα Σέρβια ήταν στον δρόμο του προς την Αθήνα μέσω Λάρισας, αλλά δεν φαίνεται αν πήγε στην Αθήνα από θαλάσσης ή μέσω ξηράς. Αλλά αν ακόμα θεωρήσουμε την φράση “ως επί θάλασσαν” να σημαίνει ότι, προκειμένου να παρακάμψει τους εχθρούς του έφυγε από τη Βέροια προς την ακτή σαν να είχε πρόθεση να μπαρκάρει, αλλά στην πραγματικότητα ταξίδευε μέσω ξηράς είναι περισσότερο πιθανό να είχε συνεχίσει τον δρόμο του μέσω Πιερίας και μέσω του άμεσου και ομαλού δρόμου των Τεμπών ή έστω μέσω του περάσματος της Πέτρας, παρά να έκανε ένα παρακαμπτήριο ταξίδι μέσω των βουνών. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 331)
    • Αφού βγαίνουμε από το πέρασμα, διασχίζουμε την πεδιάδα, που εκτείνεται από την έξοδο των Τεμπών μέχρι τη θάλασσα και διασχίζουμε τη Σαλαμβρία από μια γέφυρα, στα δεξιά της οποίας υπάρχει ένα φυλάκιο διοδίων και από την άλλη ένα χάνι. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 401)
    • Το τμήμα του βουνού που βρίσκεται μεταξύ των Τεμπών και της Καρίτζας είναι η αρχαία Ομόλη, ένα όνομα που κάποτε εμφανίζεται να χρησιμοποιείται περίπου ως συνώνυμο με το όνομα Όσσα. Μια πόλη με το ίδιο όνομα, διαφορετικά Ομόλιον ή πόλη των Ομολιέων, βρίσκεται στους πρόποδες του βουνού, αλλά οι αρχαίες πηγές διαφωνούν ως προς την ακριβή θέση του. Ο Σκύλακας και ο Στράβωνας φαίνεται να συμφωνούν ως προς την τοποθέτησή του στη δεξιά πλαγιά του Πηνειού, κοντά στην έξοδο των Τεμπών, δηλαδή σε μια απόσταση μερικών μιλίων από τη θάλασσα. Αντίθετα, οι δύο ποιητές των Αργοναυτικών τοποθετούν το Ομόλιο πάνω στην ακτή και στη σειρά των ονομάτων στον Απολλώνιο παρεμβάλεται μια άλλη πόλη μεταξύ αυτής και των Τεμπών, οι Ευρυμενές. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 402)
    • Ο μόνος τρόπος για να επιλυθεί αυτό το ζήτημα είναι η ανεύρεση των ερειπίων της ίδιας της Ομόλης. Δεν μπορεί να εξηγηθεί με βάση τις αλλαγές που προκάλεσε ο Πηνειός, ο οποίος, όπως και άλλα ποτάμια της Ελλάδας, με τη δημιουργία νέου εδάφους στο στόμιο του, αύξησε το φάρδος της πεδιάδας κάτω από τα Τέμπη. Εμφανίζεται να έχει πάρει το σχήμα του, ως επίπτωση της συσσώρευσης χώματος και πήρε μια νέα κατεύθυνση προς τη θάλασσα. Το αρχαίο στόμιο του ποταμού φαίνεται να προσδιορίζεται από ένα χαμηλό σημείο, το οποίο είναι ακριβώς απέναντι από το χάσμα των Τεμπών και στην ίδια γραμμή με την γενική πορεία του ποταμού, διαμέσω του περάσματος. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 402-403)
    • Η λεκάνη του λόφου του Πλαταμώνα, κατηφορίζει προς την πεδιάδα, η οποία είναι ακαλλιέργητη μέχρι και την Κατερίνη. Το ποτάμι του Πλαταμώνα, ακριβώς στο σημείο της ένωσής του με τη θάλασσα, είναι ένας φαρδύς χείμαρρος, ο οποίος πέφτει από ένα τεράστιο χάσμα, το οποίο χωρίζει το υψηλότερο σημείο του Ολύμπου από τις κατώτερες κορυφές που καταλήγουν στις βουνοπλαγιές των Τεμπών. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 405)
    • Ο Σκιπίωνας, αφού πήρε ως οδηγούς δύο κατοίκους της Περραιβίας, έφθασε, μέσω μιας παρακαμπτήριας πορείας, στο Πύθιο κατά την τέταρτη περίπολο της τρίτης ημέρας. Η διαδρομή που ακολούθησαν ήταν πιθανώς μέσα από τα Τέμπη και από τη Φάλαννα, την Ολοοσόνα και τη Δολίχη ως το Πύθιο -μια απόσταση πάνω από εξήντα μίλια- για την κάλυψη της οποίας απαιτούνταν ο χρόνος που ο Λίβιος αναφέρει, στηριζόμενος στην αδιαμφισβήτητη αυθεντία του Πολύβιου. Ο Πλούταρχος, κατά συνέπεια, φαίνεται ότι αγνοούσε παντελώς τα εν λόγω μέρη και τις αποστάσεις ή αδιαφορούσε πλήρως για την ακρίβεια, όταν υποστηρίζει πως ο Σκιπίωνας έφθασε στο Πύθιο την ίδια νύκτα που ξεκίνησε από την Ηράκλεια. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 430)
    • Από τις τρεις πορείες που πραγματοποίησαν οι Ρωμαίοι πέρα από το Δίον, η πρώτη κατέληξε στον ποταμό Μίτις, η δεύτερη στις Αγασσές και η τρίτη στην Άσκορδο. Αυτά τα ονόματα δεν αναφέρονται σε καμία αρχαία πηγή, εκτός και αν το τελευταίο ταυτίζεται με την Άκερδο, η οποία συναντάται, όχι όμως ως ποταμός, στο Συνοπτικό Οδοιπορικό, στο οποίο και τοποθετείται σε απόσταση 12 οδοδεικτών από τη Βέροια, στο δρόμο από τη Λάρισσα μέσω των Τεμπών και του Δίου, διαδρομή η οποία δεν μπορεί να είναι πολύ διαφορετική από την πορεία του Μάρκιου. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 423)
    • Η πόλη της Ελασσόνας βρίσκεται κάτω από το μοναστήρι στην άκρη της πεδιάδας και χωρίζεται σε δυο μέρη με απότομο ρέμα προερχόμενο από ένα απέραντο χάσμα, που χωρίζει την υψηλή κορυφή του Ολύμπου από μια μικρότερη οροσειρά η οποία εκτείνεται από την Ελασσόνα στα Τέμπη, και συνορεύει με την βόρεια πλευρά της πεδιάδας της Λάρισας. Tο τελευταίο βουνό, υποθέτω ότι είναι ο αρχαίος Τίταρος , όπως και το ποτάμι που τώρα λέγεται Ελασσονίτικο είναι σίγουρα ο Τιταρήσιος ή Ευρώτας. Το ύψωμα στο οποίο βρίσκεται το μοναστήρι, προστατεύεται και από τις δυο πλευρές από βαθιά χαράδρα, στα ανατολικά ρέει το Ελασσονίτικο, στα δυτικά ένας παραπόταμός του ρέει από τους λόφους στα βόρεια. Και οι δύο χαράδρες όπως και οι μικρότερου μεγέθους χείμαρροι, αποτελούνται από λευκό αργιλώδες χώμα που ρέει σε αυλάκια, όπως συμβαίνει στη Ζάκυνθο και σε πολλά μέρη της Αχαΐας, η μοναδικότητα του οποίου, όπως παρατηρεί ο Στράβωνας, έκανε τον Όμηρο να προσδώσει ένα συγκεκριμένο επίθετο στην Ολοσσώνα. Αυτό δεν το αγνοούν οι Έλληνες της Ελασσόνας. Πιστεύουν ότι, όπως ο Σέλος, είναι κατάλοιπο της ομηρικής Ηλώνης, που σύμφωνα με τον Στράβωνα ονομάστηκε αργότερα Λειμώνη. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 345)
    • Τα φαράγγια του Ελασσονίτικου και του Ξεριά αποτελούν φυσικές ανόδους στις άνω περιοχές του Ολύμπου, όπου υπάρχουν αρκετά μεγάλα χωριά και κάποιες καλλιεργούμενες πεδιάδες που βρίσκονται ανάμεσα στην νότια πρόσοψη αυτού του βουνού και οι κορυφές προεξέχουν από τα Τέμπη και την πελασγική πεδιάδα. Μέσα από αυτή την περιοχή ο ύπατος Κόιντος Μάρκιος Φίλιππος διέσχισε το πέρασμα των Τεμπών και εισέβαλε από την Περραιβία στην μακεδονική ακτή στο τρίτο έτος του τελευταίου Μακεδονικού πολέμου. Το πέρασμα από αυτό το σημείο της κορυφογραμμής του Ολύμπου διαμορφώνεται όπως όλες οι φυσικές πορείες πάνω από ψηλά όρη, από δύο ποτάμια που ρέουν από το ίδιο διάσελο ή κορυφή, σε αντίθετες κατευθύνσεις. Ένα από αυτά είναι το Ελασσονίτικο ή Τιταρήσιος, το άλλο το ποτάμι του Πλαταμώνα. Οι κορυφές των αντίστοιχων χαράδρων μέσω των οποίων ρέουν, διαχωρίζονται μόνο από μια πεδιάδα, στους νότιους πρόποδες των άνω υψών του Ολύμπου, που περιλαμβάνουν το χωριό Καρυά, ένα από τα μεγαλύτερα του βουνού. Η πεδιάδα αυτή είναι περίπου 5 μίλια σε μια ανατολική και μια δυτική κατεύθυνση με τη μεγαλύτερη απόσταση επιπέδου πάνω από τον Όλυμπο. Όπως άλλες παρόμοιες πεδιάδες στα όρη της Ελλάδας παρέχει μόνο σίκαλη και βοσκότοπους για τα κοπάδια. Στα υψώματα με έλατα, στα βόρεια, βρίσκεται το μοναστήρι της Αγίας Τριάδας, κοντά σε χείμαρρο που ρέει από εκεί, μέσα από την πεδιάδα της Καρυάς και από εκεί στον Πλαταμώνα. Η Αγία Τριάδα αποτελούσε για πολλά χρόνια αγαπημένο στέκι των ληστών του Όλυμπου, μέχρι που το άγγιξε ο Αλί Πασάς με το μαγικό ξίφος του και τα χωριά του βουνού μετατράπηκαν σε τσιφλίκια του, και οι κλέφτες σε αρματολούς για την προστασία των κτήσεων του πασά. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 348-349)
    • Στα νότια της πεδιάδας της Καρυάς και διαχωρισμένη από αυτή μόνο από μια κορυφογραμμή, είναι η παράλληλη κοιλάδα του Εζερού, περίπου μισή σε μέγεθος από αυτή της Καρυάς και ονομασμένη έτσι από μια λίμνη που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο κομμάτι της.Οι κάτοικοι του χωριού του Εζερού εξαιτίας των συνεχών πλημμυρών αναγκάστηκαν να απομακρυνθούν από την περιοχή. Η λίμνη του Εζερού είναι προφανώς η αρχαία Άσκουρις. Στα ανατολικά αυτής της πεδιάδας υπάρχει άλλη, όχι πολύ μακριά από τις κορυφές που περιλαμβάνουν το πέρασμα των Τεμπών στα βόρεια. Χωρίζεται μόνο με κορυφογραμμή από καλλιεργημένη περιοχή γύρω από την πόλη της Ραψάνης ή Ραψιάνης, που έχει θέα στον Πηνειό, και στα νότια απέναντι από το όρος Όσσα και τα Αμπελάκια. Στην κορυφογραμμή στα δυτικά της Ραψάνης βρίσκονται τα κατάλοιπα ενός αρχαίου φρουρίου, πιθανώς η Λάπαθος, του οποίου ίσως το όνομα Ραψάνη αποτελεί παραφθορά. Καθώς η κοιλάδα της Καρυάς και τα φαράγγια των ποταμών του Ελασσονίτικου και του Πλαταμώνα διαμορφώνουν ένα χώρισμα ανάμεσα στον Όλυμπο και στις μικρότερες κορυφές που εκτείνονται στις πεδιάδες της Ελασσόνας και της Λάρισας και στα Τέμπη, τα βουνά χωρίζονται από την πεδιάδα του Εζερού. Η δυτική πλευρά τους είναι προφανώς το όρος Τίταρος που εφάπτεται στον Όλυμπο, όπως σημειώνει ο Στράβων. Η ανατολική πλευρά φέρει το ίδιο όνομα με το οχυρό της Λαπάθου, που βρίσκεται πάνω από αυτές τις κορυφές. Η απόσταση από την Καρυά στον Εζερό υπολογίζεται σε δυο ώρες και από εκεί στη Ραψάνη τρεις ώρες. Ανάμεσα στην Καρυά και στην Ελασσόνα υπάρχουν δυο άλλα χωριά στο βουνό, δηλαδή, η Σκαμνιά, που δεν είναι μακριά, από τη βόρεια πλευρά της πεδιάδας της Καρυάς, σε απόσταση μιάμισης ώρα από την πόλη και η Μπολιάνα μια ώρα από τη Σκαμνιά, κοντά στη δυτική άκρη της κοιλάδας της Καρυάς, όπου υπάρχουν κατάλοιπα αρχαιοτήτων στην Κονίσπολη, που βρίσκεται στο χώρισμα των νερών που ρέουν σε μια πορεία με την πεδιάδα του Καρυά, και από την άλλη διαμορφώνουν τις πηγές του Ξεριά ή λίμνη της Τσαρίτσανης. Η Κονίσπολη μοιάζει να είναι το Ευδίερο του Λίβιου, δεκαπέντε μίλια από το ρωμαϊκό στρατόπεδο, ανάμεσα στην Άζωρο και την Δολίχη, προς την κατεύθυνση της Ασκούρεως και της Λαπάθου. Οι πηγές του κυρίως ποταμού του Τιταρήσιου είναι στην κύρια πτέρυγα του Ολύμπου ανάμεσα στην Σκαμνιά και στον Σελό, και κυρίως σε μια πηγή που βρίσκεται δυο ή τρεις ώρες στα βορειοανατολικά της Ελασσόνας. Αφήνοντας πίσω τα φαράγγια του Ολύμπου προσεγγίζει την Ελασσόνα, από τα βορειοανατολικά, στρίβει νότια μέσα στην πόλη, από εκεί ρέει δυτικά, κοντά στους πρόποδες των λόφων στη βόρεια πλευρά της πεδιάδας, και φτάνει στις δυτικά περάσματα ανάμεσα στους λόφους στην πεδιάδα του Δεμίνικου, όπου συναντάει το Σαραντάπορο, ή παραπόταμο από τα όρη του Λιβαδιού, κοντά στο Αμούρι. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 349-351)
    • Αφήνουμε την Τσαρίτσανη, συνεχίζουμε να διασχίζουμε την πεδιάδα της Ολοοσώνας, όχι μακριά από τους πρόποδες του όρους Τίταρος και στη βορειοανατολική γωνία ανεβαίνουμε ένα πέρασμα που λέγεται δερβένι του Μελούνα, όπου ο δρόμος διασταυρώνεται με χαμηλή βραχώδη κορυφογραμμή, που συνδέει τον Τίταρο με το όρος του Τυρνάβου ενώ στο κατέβασμα υπάρχει θέα της πεδιάδας της Πελασγιώτιδας και της εισόδου των Τεμπών και του όρους Όσσα. Πάνω από τον Πηνειό στα δεξιά της Όσσας, φαίνεται η λίμνη Καρατζάρ, η αρχαία Νεσσωνίς.Φτάνουμε στο ύψωμα του Μελούνα και μπαίνουμε στην πεδιάδα του μικρού τουρκικού χωριού του Καραντερέ που ονομάζεται από τους Έλληνες Λιγαρά, στρίβουμε δεξιά και ακολουθώντας το όρος του Τυρνάβου, διασχίζουμε ένα μικρό ρυάκι κάτω από το μάτι ή πηγή που πηγάζει από τους πρόποδες του όρους και σχηματίζει μικρή λίμνη και έλος στα αριστερά της κοιλάδας. Εδώ ένα μεγάλο τουρκικό χωριό, το Καρατζόλι, φαίνεται να διασχίζει την πεδιάδα στην πλευρά του όρους Τίταρος, δυο ή τρία μίλια στα αριστερά μας. Κάποια εμφανή κατάλοιπα των αρχαιοελληνικών τειχισμάτων δείχνουν ότι είναι θέση μιας πόλης με μεγάλη σημασία. Συνεχίζοντας στα δεξιά κατά μήκος των υπωρειών του όρους Τύρναβος διασχίζουμε άλλο ένα ποτάμι που ρέει από την πηγή στα δεξιά μας, την Κρύα Βρύση και φτάνουμε στην πόλη του Τυρνάβου ή Τουρνάβου, που βρίσκεται στην πεδιάδα αλλά όχι μακριά από το όρος. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 351-352)
    • Ο δρόμος για τα Τρίκαλα ακολουθεί την ανατολική πλευρά στους πρόποδες του βουνού ως ένα άλλο άνοιγμα μεταξύ αυτού και ενός λόφου στα αριστερά, όπου και εμφανίζεται μια από τις κοιλάδες του Τιταρήσιου ποταμού.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 333)
    • ‘Ενα μικρό ρυάκι ρέει από το μέσο της κοιλάδας στα δεξιά μας και περνάει μέσα από ένα λαγκάδι στο νοτιοδυτικό άκρο κοντά στο οποίο συναντάει ένα ποτάμι από τις άφθονες πηγές του νότιου μέρους των Αμάρβεων όπου οι Λιβαδιώτες έχουν κλωστουϋφαντουργεία. Μετά από μια στροφή προς τα ανατολικά της προηγούμενης πορείας, μπαίνουμε σε μια άλλη πεδιάδα στην οποία καταλήγει το Ελασσονίτικο ή ποτάμι της Ελασσόνας, στο Αμούρι, ένα μικρό χωριό όχι μακριά από το Δεμίνικο. Το σύνολο των ποταμών ονομάζεται Τιταρήσιος κατά τον Όμηρο, και συναντά τον Πηνειό στην κοιλάδα της Λάρισας. Το παρακλάδι από το όρος του Λιβαδιού ονομάζεται Βουργαρί ή Σαραντάπορο. Σε μικρή απόσταση από τη δεξιά όχθη, κοντά στο Μπογάζι όπου σταματάει η πεδιάδα, υπάρχει το χωριό Βουβάλα και το μετόχι του μοναστηριού της Ελασσόνας σε ένα ύψωμα στις Αμάρβες. Η κορυφή είναι περικυκλωμένη με χαλάσματα τοίχων μιας αρχαίας πόλης. Αυτό το μέρος που βρίσκεται κοντά στον δρόμο από τα Σέρβια στα Τρίκαλα, υπολογίζεται σε τρεις ώρες από το Λιβάδι και είναι λιγότερο από μία στα δεξιά του δρόμου από τα Σέρβια στην Ελασσόνα, όπου μετά την έξοδο από το πέρασμα της Βίγλας αφήνουμε τον δρόμο των Τρικάλων στα δεξιά μας και διασχίζουμε την κοιλάδα διαγωνίως προς την Ελασσσόνα. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 334)
    • Η πόλη της Ελασσόνας βρίσκεται κάτω από το μοναστήρι στην άκρη της πεδιάδας και χωρίζεται σε δυο μέρη με απότομο ρεύμα προερχόμενο από ένα απέραντο χάσμα, που χωρίζει την κορυφή του Ολύμπου από μια μικρότερη οροσειρά που εκτείνεται από την Ελασσόνα στα Τέμπη, και συνορεύει με την βόρεια πλευρά της πεδιάδας της Λάρισας. Αυτό το βουνό, υποθέτω ότι είναι ο αρχαίος Τίταρος , όπως το ποτάμι που τώρα λέγεται Ελασσονίτικο είναι σίγουρα ο Τιταρήσιος ή Ευρώτας. Το ύψωμα στο οποίο βρίσκεται το μοναστήρι, προστατεύεται και από τις δυο πλευρές από βαθιά χαράδρα, στα ανατολικά ρέει το Ελασσονίτικο, στα δυτικά ένας παραπόταμος του ρέει από τους λόφους στα βόρεια. Και οι δύο χαράδρες όπως και οι μικρότερου μεγέθους χείμαρροι, αποτελούνται από λευκό αργιλώδες χώμα που ρέει σε αυλάκια από τα νερά όπως συμβαίνει στην Ζάκυνθο και σε πολλά μέρη της Αχαΐας, η μοναδικότητα του οποίου, όπως παρατηρεί ο Στράβωνας, έκανε τον Όμηρο να πάρει το επίθετο που προσέδωσε στην Ολοσσώνα. Οι Έλληνες της Ελασσόνας πιστεύουν ότι, όπως ο Σέλος, είναι υπολείμματα της ομηρικής Ηλώνης, που σύμφωνα με τον Στράβωνα ονομάστηκε αργότερα Λειμώνη. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 345)
    • Η πόλη της Ελασσόνας με 400 οικογένειες είναι η πρωτεύουσα μιας περιφέρειας 30 χωριών, πολλά από τα οποία είναι μεγάλα. Ο Βοεβόδας, που εισπράττει τα έσοδα είναι Αλβανός, και έχει μεγάλο σπίτι στην πόλη χτισμένο σε τουρκικό ρυθμό.Τρία τζαμιά και πολλά σπίτια σε χαλάσματα στα αριστερά του Ελασσονίτικου, δείχνουν ότι ο μουσουλμανικός πληθυσμός ήταν πολυπληθής. Οι Έλληνες που τώρα αποτελούν τα τρία τέταρτα των κατοίκων, τότε περιορίζονταν στη δεξιά όχθη. Η εκκλησία τους περιλαμβάνει μια εγχάρακτη κολώνα, αρκετή δυσανάγνωστη αλλά προφανώς μια καταγραφή της απελευθέρωσης των σκλάβων και του ποσού που πλήρωναν στην περίσταση. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 347)
    • Τα φαράγγια του Ελασσονίτικου και του Ξεριά αποτελούν τις φυσικές κορυφές στις άνω περιοχές του Ολύμπου, όπου υπάρχουν αρκετά μεγάλα χωριά και κάποιες καλλιεργούμενες πεδιάδες που βρίσκονται ανάμεσα στην νότια πρόσοψη αυτού του βουνού ενώ οι κορυφές προεξέχουν από τα Τέμπη και την πελασγική πεδιάδα. Μέσα από αυτή την περιοχή ο ύπατος Μάρκος Φίλιππος διέσχισε το πέρασμα των Τεμπών και εισέβαλε από την Περραιβία στην μακεδονική ακτή στο τρίτο έτος του τελευταίου μακεδονικού πολέμου. Το πέρασμα από αυτό το σημείο της κορυφογραμμής του Ολύμπου διαμορφώνεται όπως όλες οι φυσικές πορείες πάνω από ψηλά όρη, από δύο ποτάμια που ρέουν από το ίδιο διάσελο ή κορυφή, σε αντίθετες κατευθύνσεις. Ένα από αυτά είναι το Ελασσονίτικο ή Τιταρήσιος, το άλλο το ποτάμι του Πλαταμώνα. Οι κορυφές των αντίστοιχων χαράδρων μέσω των οποίων ρέουν, διαχωρίζονται μόνο από μια πεδιάδα, στους νότιους πρόποδες του Ολύμπου, που περιλαμβάνουν το χωριό Καρυά, ένα από τα μεγαλύτερα του βουνού. Η πεδιάδα αυτή είναι περίπου 5 μίλια σε μήκος, από τα ανατολικά στα δυτικά, και αποτελεί την μεγαλύτερη επίπεδη επιφάνεια στον Όλυμπο. Όπως άλλες παρόμοιες πεδιάδες στα όρη της Ελλάδας προμηθεύει μόνο σίκαλη και βοσκότοπους για τα κοπάδια. Στα υψώματα με έλατα,στα βόρεια, βρίσκεται το μοναστήρι της Αγίας Τριάδας, κοντά σε χείμαρρο που ρέει από εκεί, μέσα από την πεδιάδα της Καρυάς και από εκεί στον Πλαταμώνα. Η Αγία Τριάδα αποτελούσε για πολλά χρόνια αγαπημένο στέκι των ληστών του Όλυμπου μέχρι που το άγγιξε ο Αλή Πασάς με το μαγικό ξίφος του και τα χωριά του βουνού μετατράπηκαν σε τσιφλίκια του και οι κλέφτες σε αρματολούς για την προστασία του. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σσ. 348-349)
    • Στα νότια της πεδιάδας της Καρυάς και διαχωρισμένη από αυτή μόνο από μια κορυφογραμμή είναι η παράλληλη κοιλάδα του Εζερού, περίπου μισή σε μέγεθος από αυτή της Καρυάς και καλούμενη έτσι από μια λίμνη που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο κομμάτι της. Η λίμνη του Εζερού είναι προφανώς η αρχαία Άσκουρις. Στα ανατολικά αυτής της πεδιάδας υπάρχει άλλη, όχι πολύ μακριά από τις κορυφές που περιλαμβάνουν το πέρασμα των Τεμπών στα βόρεια. Χωρίζεται με κορυφογραμμή από καλλιεργημένη περιοχή γύρω από την πόλη της Ραψάνης ή Ραψιάνης, που έχει θέα στον Πηνειό, και στα νότια απέναντι από το όρος Όσσα και τα Αμπελάκια. Στην κορυφογραμμή στα δυτικά της Ραψάνης είναι τα κατάλοιπα ενός αρχαίου φρουρίου, πιθανώς η Λάπαθος, του οποίου ίσως το όνομα Ραψάνη αποτελεί παραφθορά. Καθώς η κοιλάδα της Καρυάς και τα φαράγγια των ποταμιών του Ελασσονίτικου και του Πλαταμώνα διαμορφώνουν ένα χώρισμα ανάμεσα στον Όλυμπο και στις μικρότερες κορυφές που εκτείνονται στις πεδιάδες της Ελασσόνας και της Λάρισας, και στα Τέμπη, τα βουνά χωρίζονται από την πεδιάδα του Εζερού. Η δυτική πλευρά τους είναι προφανώς το όρος Τίταρος που εφάπτεται στον Όλυμπο, όπως σημειώνει ο Στράβων. Η ανατολική πλευρά φέρει το ίδιο όνομα με το οχυρό της Λαπάθου, που βρίσκεται πάνω από αυτές τις κορυφές. Η απόσταση από την Καρυά στο Εζερό υπολογίζεται σε δυο ώρες και από εκεί στη Ραψάνη τρεις ώρες. Ανάμεσα στην Καρυά και στην Ελασσόνα υπάρχουν δυο άλλα χωριά στο βουνό, δηλαδή, η Σκαμνιά, που δεν είναι μακριά, από τη βόρεια πλευρά της πεδιάδας της Καρυάς, απόσταση μιάμιση ώρα από την πόλη και η Μπολιάνα μια ώρα από τη Σκαμνιά, κοντά στη δυτική άκρη της κοιλάδας της Καρυάς, όπου υπάρχουν κατάλοιπα αρχαιοτήτων στην Κονίσπολη, που βρίσκεται στο χώρισμα των νερών που ρέουν σε μια πορεία με την πεδιάδα της Καρυάς και από την άλλη διαμορφώνουν τις πηγές του Ξεριά ή λίμνη της Τσαριτσάνης. Η Κονίσπολη μοιάζει να είναι το Ευδίερο του Λιβίου, δεκαπέντε μίλια από το ρωμαϊκό στρατόπεδο, ανάμεσα στην Άζωρο και την Δολίχη, προς την κατεύθυνση της Ασκούρεως και της Λαπάθου. Οι πηγές του κυρίως ποταμού του Τιταρήσιου είναι στην κύρια πτέρυγα του Ολύμπου ανάμεσα στην Σκαμνιά και στον Σελό, και κυρίως σε μια πηγή που βρίσκεται δυο ή τρεις ώρες στα βορειοανατολικά της Ελασσόνας. Αφήνοντας πίσω τα φαράγγια του Ολύμπου προσεγγίζει την Ελασσόνα, από τα βορειοανατολικά, στρίβει νότια μέσα στην πόλη, από εκεί ρέει δυτικά, κοντά στους πρόποδες των λόφων στη βόρεια πλευρά της πεδιάδας, και φτάνει στις δυτικά περάσματα ανάμεσα στους λόφους στην πεδιάδα του Δεμινίκου, όπου συναντάει το Σαραντάπορο ή παραπόταμο από τα όρη του Λιβαδιού, κοντά στο Αμούρι. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σσ. 350-351)
    • Το τμήμα του βουνού που βρίσκεται μεταξύ των Τεμπών και της Καρίτζας είναι η αρχαία Ομόλη, ένα όνομα που κάποτε εμφανίζεται να χρησιμοποιείται περίπου ως συνώνυμο με το όνομα Όσσα. Η επιγραφή στα νομίσματα είναι “Ομολιέων”, το οποίο συνάδει με το επίθετο Ομολιεύς στον Στέφανο. Ο Σκύλακας και ο Στράβωνας φαίνεται να συμφωνούν ως προς την τοποθέτησή του στη δεξιά πλαγιά του Πηνειού, κοντά στην έξοδο των Τεμπών, δηλαδή σε μια απόσταση μερικών μιλίων από τη θάλασσα. Αντίθετα οι δύο ποιητές των Αργοναυτικών τοποθετούν το Ομόλιον πάνω στην ακτή και στη σειρά των ονομάτων στον Απολλώνιο παρεμβάλεται μια άλλη πόλη μεταξύ αυτής και των Τεμπών, οι Ευρυμενές. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 402)
    • Οι δύο ποιητές των Αργοναυτικών τοποθετούν το Ομόλιον πάνω στην ακτή και στη σειρά των ονομάτων, στον Απολλώνιο, παρεμβάλεται μια άλλη πόλη μεταξύ αυτής και των Τεμπών, οι Ευρυμενές.(Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 402)

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Φλώρινα

    Παλαιό Όνομα : Ηράκλεια του Λύγκου ή Ηράκλεια Λυγκηστίς
    Δήμος : Φλώρινας

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Ανάμεσα στα μουσουλμανικά αυτά τείχη που ορθώνονται στα όρια της Μακεδονίας, το παράδειγμα του Ελβασάν χρησιμεύει, για να μας εξηγήσει γιατί, σε κάθε πόλη και χωριού του εσωτερικού, έχουμε μια συνοικία μουσουλμάνων μπέηδων και αγάδων. Ολόκληρη η ιδιοκτησία στη Μακεδονία είναι σε μουσουλμανικά χέρια. Στο βιλαέτι του Μοναστηρίου ο χάρτης πρέπει να είναι διάτρητος από μικρές ισλαμικές τρύπες στο χριστιανικό φόντο του τόπου. Το Μοναστήρι καταρχήν, ο Περλεπές, το Κίτσεβο και η Φλώρινα είναι οι κυριότεροι πόλοι έλξης…
      Το συμφέρον που ώθησε αυτούς τους πρώην χριστιανούς προς το τζαμί, τους κρατά ακόμη στο πλευρό του Τούρκου και ο δεσμός αυτός είναι ισχυρότερος από τις μεγάλες και ωραίες θεωρίες περί φυλών και εθνοτήτων.
      (Berard, σ. 210)
    • H Φλώρινα απέχει μόλις τρεις ώρες από το μοναστήρι. Χωρίζεται από τη Καστοριά με τα βουνά Νέρετσκα και Πλάνινα. Είναι χτισμένη στη κατωφέρεια των λόφων δίπλα σε ένα καχεκτικό παραπόταμο της Τσέρνας. Τη μουσουλμανική πόλη την αποτελούν 1500 σπίτια, που τα κατοικούν Αλβανοί και Σλάβοι προσήλυτοι. Στη πόλη βρίσκονται καμιά εκατοντάδα τούρκικες οικογένειες. Η χριστιανική συνοικία (500 σπίτια) θυμίζει την Αχρίδα και τη Στρούγκα με την όψη των ξύλινων σπιτιών της, τη βρωμιά των δρόμων της, τη φορεσιά των γυναικών και το χωριάτικο και βαρύ σουλούπι όλων των κατοίκων της.(Berard, σ. 356-357)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]

  • Το τραίνο, αφού φύγει από την Λάρισα και περάσει τον ποταμό Πηνειό, μπαίνει στην περίφημη Κοιλάδα των Τεμπών, ανάμεσα στα όρη Όλυμπος (9780 πόδια) και Όσσα. Μετά περνάει αρκετά κοντά από την παραλία, μέσα από ένα τούνελ κάτω από το κάστρο του Πλαταμώνα και φθάνει στο Πλατύ, 20 μίλια από τη Θεσσαλονίκη, στη γραμμή Θεσσαλονίκη – Φλώρινα. (Boissonas, σ. 78)
  • [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]

    • Η οδός από τα Βιτώλια διέρχεται τις υπώρειες του όρους Σόα Γκόρα και μετά από 6 ώρες φτάνει στη Φλώρινα. Στα βουλγαρικά ονομάζεται Λερίν, και είναι μία κωμόπολη 1.400 οικιών, που σχεδόν εξ’ ολοκλήρου κατοικείται από μωαμεθανούς και από Αλβανούς οθωμανούς. Είναι έδρα καδή και μουδίρη. Εδώ υπάρχουν 100 οικογένειες Τσιγγάνων, από τις οποίες προέρχονται οι καλύτερες χορεύτριες της Τουρκίας. Η πόλη έχει μία και μοναδική οδό κατά το μήκος ρυακιού που κατέρχεται από το όρος Περιστέρι. Από εκεί η οδός πηγαίνει προς τα ανατολικά και διατέμνει χωρίς γέφυρα τον παραπόταμο του Καρά-Σού Βρούτο και εγκαταλείπει στα δεξιά μια άλλη οδό που πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη μέσω της Μπάνιας (εδώ υπάρχει υδραγωγείο και ρωμαϊκή υδατολεκάνη που δέχεται το νερό από μια πηγή που έχει χλιαρό νερό και κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Δίπλα στη Μπάνια βρίσκονται τα μεγαλοπρεπή ιπποφορβεία, που συστάθηκαν από τον Φίλιππο) ενώ μέσω του Καϊλάρ (Σαριγκιούλ) και Καραφερίας κάμπτεται προς τα ανατολικά φτάνοντας στο χάνι Γκορνίσεβο και κατεβαίνει μέσω απότομης κλίσης στο Όστροβο. (Isambert,σ. 38)

    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    • Η σημαντικότερη περιοχή ανάμεσα στην Λυγκιστίδα και την Έδεσσα, είναι η Ηράκλεια.Απέχει απο την Λυχνιδό 46 μίλια και από την Έδεσσα 64. (Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 281)
    • Η Ηράκλεια δεν απέχει πολύ από την νέα πόλη της Φλώρινας, περίπου 10 μίλια ευθεία προς τα νότια του Μοναστηρίου, το οποίο είναι τώρα η κυριότερη πόλη σε αυτό το τμήμα της χώρας και καταλαμβάνει το τμήμα της αρχαίας Πελαγονίας, γι΄ αυτό το λόγο είναι αποδεκτή η αποκαλούμενη θέση της Ηράκλειας της Λυγκιστίδας, αφού οι τότε αρχές παρουσίαζαν τους Λυγκιστές να διαμένουν νότια των Πελαγόνων και ανάμεσα τους βρίσκονταν οι Εορδαίοι που εμφανίζονται να καταλαμβάνουν το Όστροβο και το Σαριγκιόλ. (Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 282)
    • Καθώς ο ιστορικός αναφέρει την πρώτη στρατοπέδευση των Ρωμαίων στον Λύγκο, κοντά στον ποταμό Βίβο και καθώς ο Λύγκος περιγράφεται σαν πόλη από τον Στέφανο, μπορεί να υποτεθεί ότι η Ηράκλεια απεκαλείτο ορισμένες φορές και Λύγκος και ότι το στρατόπεδο του Σουλπικίου βρισκόταν στην Ηράκλεια. Αλλά αν και η έκφραση “προς τον Λύγκο” μοιάζει να ενισχύει αυτήν την άποψη, είναι πιο πιθανό ο Πολύβιος να συνέδεσε τον Λύγκο με αυτήν την περίπτωση με την ίδια λογική που το βρίσκουμε συνημμένο σε δυο άλλα χωρία του Λίβιου, καθώς και του Θουκυδίδη και του Πλουτάρχου.Με άλλα λόγια,είναι συνώνυμο με την Λυγκιστίδα ή την χώρα των Λυγκιστών, αρχικά ως ένα μικρό ανεξάρτητο βασίλειο και αργότερα ως επαρχία της μακεδονικής μοναρχίας.Η Λυχνιδός και η Ηράκλεια οι οποίες βρίσκονται κοντά στην γραμμή μεταξύ Δυρραχίου, ή Απολλωνίας και Θεσσαλονίκης, ήταν οι κύριες πόλεις στο κέντρο της Κανδαβίας ή Εγνατίας Οδού-η σημαντική γραμμή επικοινωνίας από ξηράς μεταξύ Ιταλίας και Ανατολής, μεταξύ Ρώμης, Κωνσταντινούπολης και Ιερουσαλήμ. (Leake, τομ.ΙΙΙ,σ. 311)
    • Παρόλο που η Λυχνιδός, η Ηράκλεια και η Έδεσσα στην Κανδαβία οδό, όπως περιγράφει και ο Πολύβιος, εξακολουθούσαν να είναι τα τρία κύρια σημεία μεταξύ Δυρραχίου και Θεσσαλονίκης( η φύση στην πραγματικότητα είχε τραβήξει την γραμμή στην κοιλάδα του Γενουσού ποταμού, ξεκινώντας από την παραθαλάσσια χώρα της Ιλλυρίας και διεισδύοντας στο όρος Κανδαβία στην ίδια ανατολική κατεύθυνση προς την οποία η κοιλάδα στον ποταμό της Έδεσσας απολήγει στις πεδιάδες της Κάτω Μακεδονίας) φαίνεται να ήταν επιλογή των διαδρομών πάνω από τις βουνοκορφές οι οποίες περιέκλειαν τα σύνορα της Ιλλυρίας και της Μακεδονίας και οι οποίες διαχώριζαν την λίμνη της Λυχνιδούς από τις κοιλάδες που βρέχονταν από τον Εριγώνα και τις διακλαδώσεις του. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 312)
    • Στον κανονικό δρόμο, όπως περιγράφει ο Πολύβιος, το τμήμα μεταξύ Λυχνιδούς και Ηράκλειας έβγαζε στον Πυλώνα, που πήρε το όνομά του επειδή ήταν το όριο των δύο επαρχιών. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 313)
    • Τα Κάστρα ή η Παρεμβολή υποδεικνύουν την πρώτη στρατοπέδευση του Σουλπικίου στον Βίβο. Η Νίκαια ήταν περίπου οκτώ ρωμαϊκά μίλια απόσταση από την Παρεμβολή ή τα Κάστρα και πιθανώς στα βόρειά του, επειδή μετά την μάχη κοντά στον Οκτάλοφο, ο Ύπατος προχώρησε στη βόρεια κατεύθυνση προς τα Στύβερρα, σε αναζήτηση ανεφοδιασμού, έχοντας εξαντλήσει την περιοχή γύρω από την Ηράκλεια.(Leake, τομ.ΙΙΙ,σ. 314)
    • Η Νίκαια, η Παρεμβολή και η Ηράκλεια διαμόρφωναν ένα τρίγωνο, του οποίου οι πλευρές ήταν 8,11 και 12 μίλια σε μήκος.Η βόρεια πορεία από την Λυχνιδό κλίνει προς τη Νίκαια ή τον Οκτάλοφο και οι δύο νότιες προς την Παρεμβολή ή τα Κάστρα στον ποταμό Βίβο. Αυτός ήταν προφανώς ο νότιος παραπόταμος του Εριγώνα. Στη διαδρομή που περιγράφει ο Πολύβιος μέσω του Πυλώνος, τα ονόματα που αναφέρει είναι από πολύ νεότερες εποχές από αυτές στα Οδοιπορικά ενώ είναι πολύ πιθανό ότι η πρώτη διαδρομή ίσως να συμπίπτει με την τελευταία παρά την διαφορά στα ονόματα. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 314)
    • Η Άρνισσα μοιάζει να ήταν η κοιλάδα του Οστρόβου και πιθανόν να ήταν το ίδιο μέρος με τον Βάρνο του Πολύβιου καθώς το Β ήταν ένα κοινό μακεδονικό πρόθεμα. Για τον Στράβωνα δεν είναι υποχρεωτικό να τοποθετηθεί ο Βάρνος μεταξύ Λυχνιδούς και Ηράκλειας παρόλο που αποκόμισε αναμφίβολα αυτήν την εντύπωση. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 316)
    • Οι σύγχρονες πορείες στα βουνά που διαχώριζαν τον Λύγκο από την Εορδαία ήταν από το Τιλμπελί στην Όσλοβα, προς τα ανατολικά και από τη Μπάνιτσα στο Όστροβο προς τα δυτικά. Η πρώτη είναι στη συνήθη πορεία από τα Μπιτόλια στα Βοδενά και η τελευταία από την Φλώρινα προς το ίδιο μέρος.Παρόλο που η Φλώρινα είναι πιο κοντά από όσο τα Μπιτόλια στην πλευρά της Ηράκλειας, θα εκλάμβανα την Εγνατία Οδό να διασχίζεται από την πρώτη πορεία, καθώς κατεβαίνει στις εορδαϊκές κοιλάδες πιο κοντά στην τοποθεσία της Έδεσσας. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 317)
    • Τα περάσματα της Πελαγονίας, στα οποία ο Περσέας τοποθετήθηκε από τον πατέρα του Φίλιππο, πιστεύω ότι είναι η ορεινή διάβαση στη σύγχρονη διαδρομή από την Αχρίδα προς τα Μπιτόλια, που τώρα αποτελεί την κύρια αρτηρία στη θέση της παλιάς γραμμής ή γραμμών της Εγνατίας Οδού.Αυτή η αλλαγή ίσως προκλήθηκε από την συγκυρία ότι η Αχρίδα και τα Μπιτόλια αποτελούν τώρα τα κύρια μέρη αντί της Λυχνιδούς και της Ηράκλειας και βρίσκονται αντίστοιχα στα βόρεια των δύο αρχαίων τοποθεσιών, καθώς στην αρχαιότητα η Εγνατία είχε εδώ παρεκκλίνει από την ευθεία της πορεία επειδή υπήρχε ανάγκη να διασχίσει περιμετρικά είτε τη βόρεια είτε τη νότια άκρη της λίμνης Λυχνιδούς.Το πέρασμα της Πελαγονίας ήταν εξαίρετης σημασίας ως μια από τις άμεσες εισόδους από την Ιλλυρία στην Μακεδονία με την πορεία του ποταμού Δριλώνα που τώρα λέγεται Δρίνος.Ήταν απαραίτητο για τους βασιλείς της Μακεδονίας να διατηρούν δυνατές φρουρές στην Λυχνιδό και σε κάποιες άλλες τοποθεσίες στην λίμνη, όπως και στα Στύβερρα και στην Ηράκλεια. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 321)
    • Σύμφωνα με το Οδοιπορικό, οι Στόβοι απείχαν 47 οδοδείκτες από την Ηράκλεια του Λύγκου, η οποία ήταν στην Εγνατία Οδό και 55 οδοδείκτες από τη Ταυριάνα. Η συνολική απόσταση από την Ηράκλεια στους Στόβους και από τους Στόβους στη Σέρντικα, σημερινή Σόφια, είναι περίπου ίδια με την απόσταση της Ηράκλειας, δίπλα στη Φλώρινα, μέχρι τη Σέρντικα. Κατά συνέπεια οι Στόβοι βρίσκονταν στο δρόμο που οδηγούσε από την Ηράκλεια στη Σέρντικα. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 441)
    • Όντας το πιο ευθύ και εύκολο πέρασμα ανάμεσα στα Καμβούνια Όρη, είναι το φυσικό πέρασμα ανάμεσα στη Μακεδονία και στην Περραιβία. Είναι τώρα ο πιο σημαντικός σταθμός του ουλαμού του Δερβέν Αγά στο Μπεϊλίκι και ο δρόμος από τη Λάρισα και τα Τρίκαλα στα Μπιτόλια, από όπου η πρώτη αφετηρία είναι το Καλιάρι και η δεύτερη η Φλώρινα. Ο δρόμος από το κάστρο στις Πόρτες είναι ευρύς και επίπεδος και αποτελεί το φυσικό άνοιγμα στο βουνό.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 332)

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Η Φλώρινα απέχει τέσσερα μίλια από τις πεδιάδες της Πελαγονίας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 18)
  • [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    • Πόλη που βρίσκεται στην άκρη της πεδιάδας του Μοναστηρίου. (Walker,σ. 153)

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]