Author: sightseers
-
- Όταν οι υπόλοιποι ορεσίβιοι πληθυσμοί είχαν παραδοθεί στην Τουρκική δύναμη, ένας συγκεκριμένος αριθμός προτίμησε να συνεχίσει να ζει ως επικηρυγμένος στα ορεινά καταφύγιά του και να διατηρήσει την ανεξαρτησία του σε μία άγρια ζωή γεμάτη στερήσεις. Σχετικός είναι και ο τίτλος του Κλέφτη ή του ληστή, ο οποίος υποδεικνύει κάτι πολύ διαφορετικό από τους συνηθισμένους ληστές, καθώς ήταν μόνο οι κατακτητές και οι καταπιεστές των αδελφών τους που αποτελούσαν και τα αντικείμενα της οργής τους και των επιδρομών και της λεηλασίας τους• ωστόσο, είναι δυνατό να θεωρηθούν φορείς των ελευθεριών της φυλής σε ώρα ανάγκης για το Γένος.
Όμως με το πέρασμα του χρόνου ο τίτλος απέκτησε μεγαλύτερη σημασία με τον παρακάτω τρόπο. Όσο τα δικαιώματα των Αρματολών ήταν σεβαστά από τους Τούρκους, αυτοί υπηρέτησαν το κράτος έτσι ώστε να διατηρηθεί η τάξη σε όλη τη χώρα. Όμως μόλις τους επιτέθηκαν και αναγκάστηκαν να υποστηρίξουν την άμυνα, ο χαρακτήρας τους άλλαξε και απέκτησαν εχθρική συμπεριφορά, την οποία είχαν αρχικά μόνο εναντίον των κατακτητών. (Tozer,τομ.ΙΙ,σ. 50)
-
- Ο τίτλος, ο οποίος σημαίνει τον οπλισμένο πολεμιστή ή τον άντρα που φέρει οπλισμό, χρησιμοποιείται για την τοπική πολιτοφυλακή ή την αγροτική αστυνομία, η οποία αποτελείται από ντόπιους Χριστιανούς, στους οποίους το κράτος εμπιστεύτηκε σε μεγάλο βαθμό την ασφάλεια της περιοχής τους. Ο θεσμός απλώθηκε σε μεγάλο μέρος αυτών των περιοχών της Τουρκίας οι οποίες καταλαμβάνονται από Ελληνικό πληθυσμό, από τις ακτές του Βαρδάρη, προς το βορρά, στον κόλπο της Κορίνθου στο Νότο, συμπεριλαμβανομένων επίσης της Ηπείρου, της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας.
Αυτοί χωρίζονται σε περιοχές, οι ομάδες τους διαφέρουν σε αριθμό σε διαφορετικές περιόδους, σε κάθε μία από αυτές τις περιοχές ένα ξεχωριστό σώμα των Αρματολών ήταν οργανωμένο, με δικό του καπετάνιο, του οποίου το αξίωμα ήταν κληρονομικό. Οι κάτοικοι που αποτελούσαν αυτά τα σώματα αποκαλούσαν τους εαυτούς τους «Παλικάρια» και φορούσαν τα ρούχα και τα άρματα των Αλβανών στρατιωτών• ο καπετάνιος αποκαλούνταν «Πρωτοπαλίκαρο».
Σε εκείνα τα σημεία της χώρας τα οποία κυβερνιούνται από τον Πασά, υποτίθεται ότι δρούσαν κάτω από τις εντολές του• αλλά εκεί όπου υπήρχε ένας διοικητής κατώτερης βαθμίδας, οι υπηρεσίες τους βρίσκονταν στη διάθεση των τοπικών Ελληνικών αρχών, των προεστών. Η Ιστορία συνολικά, σιωπά σχετικά με τη καταγωγή αυτού του συστήματος και την χρονολογία της δημιουργίας του• αλλά η πληρότητα και η ομοιομορφία της οργάνωσης φαίνεται να δείχνει ότι δεν αναπτύχθηκε τυχαία, αλλά ήταν αποτέλεσμα ενός ξεκάθαρου σχεδίου και ενώ από τη μία δεν υπάρχει ίχνος της ύπαρξής του πριν τη κατάκτηση της περιοχής από τους Τούρκους, από την άλλη το γεγονός ότι ποτέ δεν εξαπλώθηκε στο Μοριά, φαίνεται να υποδηλώνει ότι δημιουργήθηκε πριν τη τουρκική κατάκτηση σε αυτή τη χώρα. (Tozer,τομ.ΙΙ,σ. 46-47)
-
- Η ιστορία του νοσοκομείου αποτελεί ένα ακόμη δείγμα της τουρκικής κακοδιοίκησης.
Το παλιό νοσοκομείο ήταν ένα στενό ανθυγιεινό κτίριο το οποίο βρισκόταν κοντά στη πόλη. Την τελευταία φορά που η χολέρα επισκέφθηκε την περιοχή, όταν πολλά άτομα πέθαιναν σε αυτό το καταγώγιο, οι προεστοί παρουσιάστηκαν στον Πασά, ζητώντας να χτιστεί ένα μεγαλύτερο και καλύτερο κτίριο σε μεγαλύτερη απόσταση. Ο Πασάς αποκρίθηκε ότι θα έπρεπε να επικοινωνήσει με τις αρχές στην Κωνσταντινούπολη και να τηλεγραφήσει ανάλογα• η απάντηση η οποία ήρθε ανέφερε ότι δεν μπορούσε να γίνει τίποτα περισσότερο.
Ξέροντας ότι σε αυτή τη χώρα τα πάντα πρέπει να επιτευχθούν με επιμονή, οι προεστοί ξαναέστειλαν ένα υπόμνημα, για το οποίο ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία όπως και πριν μόνο που τελείωσε με μία ακόμα άρνηση από τη μεριά της κυβέρνησης. Στο τέλος οι προεστοί άλλαξαν τακτική, και προσφέρθηκαν αυτή τη φορά να κτίσουν το κτίριο με δικά τους έξοδα: μετά από αυτό οι αρχές δεν είχαν καμία ένσταση και ο παρών σταθμός χτίστηκε με κόστος 120 λιρών. (Tozer,τομ.ΙΙ,σ. 2)
-
- Η πόλη βρισκόταν σε μεγάλη αναστάτωση λόγω της χολέρας που είχε ήδη πλήξει το προηγούμενο καλοκαίρι όλα τα μεγάλα λιμάνια της Τουρκίας ξεκινώντας από την Αλεξάνδρεια και σαρώνοντας τη Σμύρνη ,την Κωνσταντινούπολη και τα Δαρδανέλλια και που τελικά έκανε την εμφάνισή της και εδώ γεμίζοντας τους χώρους καραντίνας της πόλης με άτομα που πέθαιναν. Ενώ όμως δεν είχε ακόμα χτυπήσει την πόλη και ο σταθμός της καραντίνας βρισκόταν σε απόσταση προς την άκρη του λιμανιού, οι κάτοικοι φοβούνταν ότι σύντομα θα βρίσκονταν ανάμεσά τους, εκτός αν οι αυστηρότερες απαγορευτικές διατάξεις έμπαιναν σε εφαρμογή. Ένα τέτοιο περιστατικό προέκυψε με την άφιξη ενός ατμοπλοίου από την Κωνσταντινούπολη με μερικούς νεκρούς στο κατάστρωμα και αρκετούς αρρώστους.
Καθώς δεν υπήρχε δωμάτιο στο νοσοκομείο, υπήρχε μεγάλος φόβος να διακομιστούν μέσα στην πόλη• και όταν ο Πασάς κατέβηκε στο λιμάνι για να ερευνήσει το θέμα, περικυκλώθηκε από εκατοντάδες Εβραίων, οι οποίοι αποτελούσαν μεγάλο μέρος του πληθυσμού, που στέκονταν γύρω του και θρηνούσαν οικτρά, ικετεύοντάς τον να στείλει το πλοίο μακριά. Αυτό πραγματοποιήθηκε τελικά• οι διαταγές που δόθηκαν όριζαν ότι έπρεπε να φύγει από το λιμάνι, προσθέτοντας όμως ότι θα μπορούσε να πάει όπου ήθελε, αρκεί να μην άφηνε κανέναν άρρωστο μέσα στην πόλη.(Tozer,τομ.ΙΙ,σ.1-2)