Category: Walker

  • Γέφυρα του Βαρδάρη

    Παλαιό Όνομα : Γέφυρα του Βαρδάρη
    Δήμος: Θεσσαλονίκης
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Η γέφυρα του Βαρδάρη έχει εβδομήντα ένα τόξα και κοσμείται από δύο περίπτερα, ένα στην κάθε της άκρη, ενώ στη μέση, μια σανιδένια πόρτα που ανοιγοκλείνει, χρησιμεύει σαν δίχτυ για να πιάνονται οι κλέφτες όταν αυτοί προσπαθούν να διαφύγουν από τα εδάφη του Βαλή της Ρούμελης και να περάσουν στο σαντζάκι της Θεσσαλονίκης, και αντίστροφα να διαφύγουν από την επαρχία αυτή, περνώντας στην εδώθε του Αξιού Μακεδονία. Μια διαχωριστική γραμμή που μοιάζει με ραχοκοκαλιά διαιρεί κατά μήκος τη γέφυρα, χαράζοντας το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουν τα αμάξια για να περάσουν από τη μια όχθη του ποταμού στην άλλη, χωρίς να συγκρουστούν. Η αποκατάσταση της γέφυρας έγινε χάρη στη φροντίδα του Ισμαήλ, του μπέη των Σερρών. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.110)
  • [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    • Η γέφυρα είναι εξαιρετικά μακριά, υπολογίζεται σε 600 περίπου μέτρα και τη ζεστή εκείνη εποχή διέσχιζε μία αρκετά μεγάλη έκταση από ξερό έδαφος στην ανατολική όχθη. Είναι ξύλινη και βρίσκεται σε αξιοθρήνητη κατάσταση, γεμάτη από τεράστιες τρύπες και σπασμένα δοκάρια. (Walker,σ. 50)

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Ποταμός Δεβόλης

    Παλαιό Όνομα :Ποταμός Δεβόλης
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Ανάμεσα στο χωριό Ορμάν και τη Ζουμπάνιστα ρέει ένα ποτάμι που χύνεται κατόπιν στο μικρό Δεβόλη. Οι κάτοικοι θεωρούν ότι ο μικρός Δέβολης είναι ένας από τους πρώτους παραπόταμους του Αλιάκμονα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 26)
  • Ο μικρός Δεβόλης διατηρεί το νερό του καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και παρασύρει, όπως και ο Αλιάκμονας, ψήγματα χρυσού στη ροή του. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 27)
  • Πριν φτάσουμε στο χωριό Γκάλιστα διασχίσαμε κατά μήκος την κοίτη του μικρού Δεβόλη, αφήνοντας αριστερά μας, πάνω στο βουνό, ένα τσιφλίκι με δώδεκα οικογένειες, που ανήκε σε κάποιον μπέη της Καστοριάς. Από την κοίτη του μικρού Δεβόλη, σε απόσταση μιας ώρας διαδρομή, βρίσκεται η γέφυρα της Χρούπιστας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 28-29)
  • Ο ποταμός Δεβόλης πηγάζει από το όρος Βόρας και σχηματίζει μεγάλους μαιάνδρους μέχρι την Πία ή Πισάκιο, και από εκεί εισχωρεί μέσα στη μικρή κοιλάδα της Κορυτσάς, την οποία διαβρέχει κυλώντας προς το Ελβασάν, απ’ όπου κατευθύνεται μέσα από το Μουζάκι στην Αδριατική, όπου εκβάλλει παράλληλα σχεδόν προς τον ποταμό Άψο. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.34)
  • Ο ποταμός Δεβόλης πηγάζει από το Τύρνοβο, μια λεύγα πιο πάνω από τη Δέμπενη, προς την ίδια κατεύθυνση. Σε αυτή τη διαδρομή του ο Δέβολης δέχεται από δεξιά του τα ποτάμια των χωριών Όστιμα και Ζέβολου, που απέχουν μεταξύ τους πέντε μίλια, ενώ από τη Δέμπενη απέχουν δύο λεύγες. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.36)
  • Ο Δεβόλης από την αριστερή του όχθη δέχεται νερά από τον ποταμό Δοναβέστη, που πιθανότατα είναι ο Πάνκασος ή Πανυασσός. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 40)
  • Τον χειμώνα, όταν ρίχνει πυκνό χιόνι και πέφτουν καταρρακτώδεις βροχές, είναι ορμητικός, ενώ μόλις αρχίζει να καλοκαιριάζει είναι εύκολο να τον διαβεί κανείς μέσα από την κοίτη του. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.42)
  • Στην αντικρινή όχθη του Δεβόλη, δύο λεύγες δυτικά-βορειοδυτικά της Κορυτσάς, βρίσκεται το χωριό Μαλίκ ή Μόλεσκος. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.43)
  • Από τη δυτική συνοικία της Στρόγγας, ακολουθώντας τη δυτική όχθη της λίμνης Δρίνου, φτάνουμε στη χαμηλότερη κοιλάδα του Δεβόλη. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.60)
  • Ο ποταμός Δεβόλης έχει επονομαστεί από τους ιστοριογράφους των σταυροφοριών ως Daemonis flumen και flumen Diaboli. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.72)
  • [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Βυσσινιά

    Παλαιό Όνομα : Βέσιανη
    Δήμος : Καστοριάς
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Στην έξοδο της Βύσανης ξεκινά στενωπός, η επονομαζόμενη Πάψο Δερβένι. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 16)
    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Σβέζντα

    Παλαιό Όνομα : Σελάσφορο
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Η μητρόπολη Σελασφόρου ανήκε στη δικαιοδοσία του φρουρίου της Αχρίδας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.50)
  • [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Λίμνη Λυχνίτιδα

    Παλαιό Όνομα :Λίμνη Λυχνίτιδα
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Ένα στρώμα όμιχλης κατακάθεται πάνω στην πεδιάδα της Αχρίδας, θεόκλειστη γύρω γύρω από ψηλά βουνά, που ξεπροβάλλουν τα κεφάλια τους πάνω από την καταχνιά. Τα νερά της λίμνης της Αχρίδας ξυπνούν μέσα στον καταπράσινο κρατήρα τους και αναδεύονται απ’ τις πνοές του αγέρα, ενώ τα σκιάζουν από πάνω τα σύννεφα του ουρανού, που το γαλανό του χρώμα θυμίζει ελληνικό κόλπο. Η Μακεδονία! Όταν ανεβείς στις τελευταίες πλαγιές του γαλλικού Ζυρά, βλέπεις το ίδιο μπροστά σου όλη την ελβετική πεδιάδα. Η πεδιάδα της Αχρίδας είναι άδεια. Η λίμνη είναι έρημη. Ούτε ένα καραβάκι στα γαλήνια νερά. Ούτε μια μια φωνή στους βουβούς κάμπους. Ψηλά καλάμια και έλη που λιμνάζουν στις όχθες της λίμνης, την κάνουν απρόσιτη. Δύο ποτάμια τυλιγμένα στην καταχνιά αργοκυλούν μέσα στα χόρτα. Κατεβαίνουμε επί μια ώρα από ένα μεγάλο κατηφορικό δρόμο, ανάμεσα σε δύο σειρές δέντρα. Το δάσος που απλώνεται δεξιά και αριστερά μας, μας κρύβει τη θέα της λίμνης και της πεδιάδας. Μέσα στις φτελιές, στις κληματσίδες και στα πρίνα το βλέμμα καρφώνεται σε απόσταση μερικών μέτρων στην επόμενη σρτοφή του δρόμου, πάνω στη σκεπασμένη με μούσκλα και κυκλάμινα υγρή πέτρα, στο ξεραμένο δέντρο που το έχει πνίξει ο κισσός, στην ψηλή βαλανιδιά που στέκει απομόναχη μέσα στο γυμνό ξέφωτο.
      (Berard, σ. 136-8)
    • Η λίμνη που κατά μήκος της προχωρούμε έχει κρυστάλινη διαφάνεια. Σε δέκα δεκαπέντε μέτρα απόσταση από την όχθη βλέπουμε πλήθος τις πέρκες και τις γιγάντιες πέστροφες. Κάτω από την ενιαία επιφάνεια μυρμηγκιάζει η ζωή και μέσα στους καλαμώνες της όχθης ελλίσονται σε στολίσκους οι αγριόχηνες και οι γαλάζιες πάπιες. Τέτοια αφθονία δεν έχω δει παρά στις όχθες του Νείλου και στις τοιχογραφίες εκείνες της αρχαίας Αιγύπτου, όπου τα μονόξυλα των κυνηγών σηκώνουν ανάμεσα στους λωτούς νέφη από ίβιδες και ερωδιούς. Τα ανατολικά βουνά, στα οποία πλησιάζουμε, μας προσφέρουν μόνο ξεγυμνωμένες πλαγιές. Κοπάδια από γίδια κουρεύουν από πάνω τους και το τελευταίο χαμόκλαρο, και το τελευταίο χορταράκι. Άλλοτε η λίμνη εισχωρούσε στα βουνά αυτά μέσω ενός επιμηκυμένου κόλπου ανάμεσα στην κυρίως οροσειρά και σ’ ένα αντέρεισμα. Μια διπλή νησίδα βράχων υψωνόταν στη μέση του κόλπου αυτού, που οι προσχώσεις κατόπιν τον γέμισαν. Η νησίδα αυτή υψώνεται σήμερα στεφανωμένη με τα σπίτια της Αχρίδας μέσα σε μια ζώνη από περιβόλια, καρποφόρα δέντρα και ζωηρή πρασινάδα.
      (Berard, σ. 149-150)
    • Η λίμνη κοιμάται καθώς βασιλεύει ο ήλιος. Τη ρυτιδώνουν μονάχα οι βάρκες που φεύγουν από την Αχρίδα. Γλιστρούν πάνω στο νερό κουβαλώντας στα κυπαρίσσια της αντίπερα όχθης μια συντροφιά από γέρους Τούρκους, ρασοφόρους παπάδες ή ευρωπαϊκές φορεσιές με βαριά χρώματα- την υψηλή κοινωνία της Αχρίδας. Από τις βάρκες αυτές βγαίνει ο οξύς θρήνος της γκάιντας ή οι μεταλλικοί ρόγχοι μιας κιθάρας. (Berard, σ. 154)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    • Στο ίδιο κεφάλαιο του Πολυβίου ο ιστορικός συνεχίζει να αφηγείται ότι ο Φίλιππος, αφού ξαναπήρε τις τρεις πόλεις της Φοιβατίδας που αναφέρθηκαν ήδη, προχώρησε για να καταλάβει άλλα μέρη της Δεσσαρέτιας, δηλαδή το Κρεόνιο και τη Γηρυώνη και τέσσερις πόλεις στη λίμνη Λυχνίτιδα, την Εγχελαρία,τον Κέρακα, το Σάτιο και το Βόϊο και μετά την Μπαντία των Καλίκαινων και την Οργεσσό των Πισσαντίνων.Οι τέσσερις πόλεις στη λίμνη βρίσκονταν στη δυτική ακτή, και αυτό μπορεί να συναχθεί από τα Οδοιπορικά, και κυρίως από το Συνοπτικό Οδοιπορικό, το οποίο προφανώς ακολουθούσε την ανατολική πλευρά της λίμνης από τη γέφυρα του Δριλώνα στη Λυχνιδό, και το οποίο δεν κάνει αναφορά σε κανένα από τα μέρη που αναφέρει ο Πολύβιος.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.328)

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Η Λυχνιδός, η οποία βρισκόταν κάποτε κοντά στο ποτάμι του Αγίου Ναούμ, εντοπίζεται από τον Τίτο Λίβιο στην Ιλλυρία, ενώ από τον Πτολεμαίο στη Δασσαρητία. Η λίμνη της Λυχνιδού βρίσκεται κοντά στην Αχρίδα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.49)
  • Η λίμνη Λυχνιδός, είναι σαν μια δεξαμενή απ’ όπου αντλούν συνήθως τα νερά τους οι ποταμοί που ρέουν συνεχώς. Περιβάλλεται από μια προστατευτική ορεινή λωρίδα, διαμορφωμένη από κάποιο αντέρεισμα του όρους Βόρας, ενώ περιορίζεται παράλληλα από τις δευτερεύουσες οροσειρές των Κανδαβιανών Πυρηναίων. Έχει συνολική περίμετρο γύρω στις εικοσιτεσσεράμιση λεύγες. Μέσα στα όρια αυτής της επιφάνειας, η μεγάλη της διάμετρος, αν την υπολογίσουμε από το βορρά προς τη μεσημβρία, είναι επτά λεύγες, ενώ το πλάτος της, από τα ανατολικά προς τα δυτικά είναι τεσσεράμισι λεύγες. Πήρε το όνομά της από τα διάφανα νερά της (Λυχνίς, δηλαδή διαυγής). Ο βυθός της έχει βάθος δέκα έως και δεκατέσσερις οργιές. Όπως και στην εποχή του Στράβωνα, έτσι και τώρα έχει τόση άφθονη αλιεία, ώστε μεγάλες ποσότητες πέστροφας παστώνονται και αποστέλλονται στις αγορές της Ρούμελης και της Ηπείρου. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.61-62)
  • Μετά το θάνατο του Ιουστινιανού, την εποχή της βασιλείας του Μόχρου οι Βούλγαροι, λόγω του μίσους που έτρεφαν κατά των Ρωμαίων, μετονόμασαν τη Λυχνιδό σε Αχρίδα ( Άννα Κομνηνή, βιβλ. ΧΙΙ, σ. 371, edit du Louvre) (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.53)
  • Ο Μάλχος, που μοιάζει να έχει αντιγράψει τον Κεδρινό, αναφέρει σχετικά με τη Λυχνιδό ότι πρόκειται για μια πόλη κτισμένη πάνω σ’ ένα ύψωμα, σε οχυρωματική θέση, με άφθονες πηγές, καταμεσής σ’ ένα σιτοβολώνα. Οι σύγχρονοι συγγραφείς αποκαλούν Ιουστινιανούπολη τα ερείπια της πόλης Λυχνιδούς. Απ’ όλα αυτά τα μνημεία δεν απομένει πια παρά μια οχυρωματική περίμετρος με προμαχώνες και επάλξεις και με μερικά ερείπια εκκλησιών. Όσο για τα νομίσματα που βρέθηκαν μέσα στα χαλάσματα, είναι μακεδονικά, ρωμαϊκά, καθώς και μερικά από τα χρόνια της Ανατολικής Αυτοκρατορίας. Το σημαντικότερο από τα μακεδονικά νομίσματα φέρει στο περιθώριο την επιγραφή: ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΠΡΩΤΗΣ. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.53)
  • Η διοικητική περιφέρεια της Λυχνιδούς ή Ιουστινιανούπολης περιλαμβάνει δέκα οκτώ χωριά σκορπισμένα πάνω στην κοιλάδα του Γενούσου, ο πληθυσμός των οποίων, προστιθέμενος σ’ εκείνον της πόλης του Πόγραδετς, εκτιμάται ότι είναι οκτακόσιες σαράντα οικογένειες ή τέσσερις χιλιάδες διακόσια άτομα, τα οποία στην πλειονότητά τους είναι Μωαμεθανοί. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.60-61)
  • [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Αχρίδα

    Παλαιό Όνομα :Λυχνιδούς
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Το κλειστό λεκανοπέδιο της Αχρίδας μοίαζει στη δομή του με τις κοιλάδες της Ντομούζοβα και του άνω Σκούμπι. Είναι ένα εντελώς οριζόντιο πεδίο, περιτριγυρισμένο από βουνά στα ανατολικά, τα δυτικά και τα βόρεια, ενώ η νότια πλευρά κλείνεται μόνο από φευγαλέες κυματώσεις του εδάφους. Εδώ όμως το πεδίο έχει 30-40 χιλιόμετρα μήκος και 15-20 πλάτος. Τα τρία τέταρτα του πεδίουκατέχονται από τα γαλάζια, διάφανα και πεντακάθαρα νερά της μεγάλης λίμνης. Στο υπόλοιπο τέταρτο απλώνεται ένα τέταρτο τραπεζομάντηλο από ψηλά χορτάρια, καλάμια και καλλιέργειες. Τα βουνά που περισφίγγουν τη λίμνη, κατάφυτα στα δυτικά και εντελώς γυμνά στα ανατολικά και στα βόρεια, διατέμνονται στη βορινή τους πρόσοψη από μια στενή σχισμή, απ’ όπου εκχύνεται στο Δρίνο το υδατινο πλεόνασμα της λίμνης. Το μάτι διακρίνει τη ροή του ποταμού από μια λωρίδα πιο υγρής και πιο λαμπερής πρασινάδας.
      Η απόσταση ανάμεσα στη Στρούγκα και την Αχρίδα είναι δύο ώρες (12-15 χιλιόμετρα) και ο δρόμος είναι χωματόδρομος ανάμεσα σε καλαμιώνες και λασπόνερα. Και εδώ δουλεύουν στην επίστρωση του δρόμου. Έχουν φέρει όμως εδώ Αλβανούς με τη βία και τους επιβλέπουν χωροφύλακες.
      Η λίμνη που κατά μήκος της προχωρούμε έχει κρυστάλινη διαφάνεια. Σε δέκα δεκαπέντε μέτρα απόσταση από την όχθη βλέπουμε πλήθος τις πέρκες και τις γιγάντιες πέστροφες. Κάτω από την ενιαία επιφάνεια μυρμηγκιάζει η ζωή και μέσα στους καλαμώνες της όχθης ελλίσονται σε στολίσκους οι αγριόχηνες και οι γαλάζιες πάπιες. Τέτοια αφθονία δεν έχω δει παρά στις όχθες του Νείλου και στις τοιχογραφίες εκείνες της αρχαίας Αιγύπτου, όπου τα μονόξυλα των κυνηγών σηκώνουν ανάμεσα στους λωτούς νέφη από ίβιδες και ερωδιούς. Τα ανατολικά βουνά, στα οποία πλησιάζουμε, μας προσφέρουν μόνο ξεγυμνωμένες πλαγιές. Κοπάδια από γίδια κουρεύουν από πάνω τους και το τελευταίο χαμόκλαρο, και το τελευταίο χορταράκι. Άλλοτε η λίμνη εισχωρούσε στα βουνά αυτά μέσω ενός επιμηκυμένου κόλπου ανάμεσα στην κυρίως οροσειρά και σ’ ένα αντέρεισμα. Μια διπλή νησίδα βράχων υψωνόταν στη μέση του κόλπου αυτού, που οι προσχώσεις κατόπιν τον γέμισαν. Η νησίδα αυτή υψώνεται σήμερα στεφανωμένη με τα σπίτια της Αχρίδας μέσα σε μια ζώνη από περιβόλια, καρποφόρα δέντρα και ζωηρή πρασινάδα.
      Από μακριά βλέπουμε τα ερείπια του κάστρου, μια τετράγωνη περιτείχιση με τετραγωνικούς πυργίσκους, πολεμίστρες και προχώματα. Η πόλη απλώνεται στις κλιτύες του νότου, στρέφοντας την πλάτη στο δρόμο της Στρούγκας και του Μοναστηρίου. Στο μεγάλο δρόμο βρίσκουμε μόνο το παζάρι, μέσα σε αρδευμένα περιβόλια και λιβάδια. Το παζάρι φαίνεται εντελώς καινούριο με τα λιθόχτιστα μαγαζιά του, τα θολωτά του παράθυρα και τα παντζούρια του από λαμαρίνα. Τις παλιές παράγκες τις εξαφάνισε η πυρκαγιά του 1881 και η πυρκαγιά του 1883. Το παζάρι της Αχρίδας που έχει καεί δύο φορές, είναι χριστιανικό. Μπορείς βέβαια να βρεις ακόμη αρκετές ισλαμικές γωνιές. Κάτω από ένα θεόρατο πλατάνι χοτζάδες με άσπρο τουρμπάνι φουμάρουν το ναργιλέ. Δύο μαγαζιά είναι γεμάτα παλιά όπλα, τουφέκια ασημοπλούμιστα και πιστόλια με πυριτόλιθο. Μπαρμπέρηδες κουρεύουν στην ύπαιθρο με τη συνηθισμένη τους πολυτέλεια της λεκάνης από επασημωμένο χαλκό και της κόκκινης πετσέτας. Και ρολογάδες, λαός ολόκληρος από ρολογάδες! Οι γέροι Τούρκοι περνούν τον καιρό τους ρυθμίζοντας και σπάζοντας το ρολόι τους. Τόσο μεγάλος είναι ο φόβος τους μήπως χάσουν την ώρα της προσευχής, της μοναδικής τους ενασχόλησης! Τα περισσότερα μαγαζιά όμως αναγγέλουν τον πολιτισμό. Πετρέλαια και ντενεκέδες, σιδερένια σκεύη της Ευρώπης, υφάσματα με εγγλέζικη μάρκα. Στην άκρη του παζαριού, στρίβοντας σ’ ένα σοκάκι κάθετο στο δρόμο, μπαίνεις στην ψαραγορά, ένα οχετό από μυρωδιες και τρίμματα που φέρνουν ναυτία και στον οποίο αναρίθμητοι σκύλοι προσπαθούν να επιβάλουν κάποια καθαριότητα. Η πείνα τους δεν επαρκεί, για να καλύψει τις απαιτήσεις της οδονομίας……
      (V. Berard, σ.148-150)
    • Η Αχρίδα είναι στο έλεος των Βουλγάρων. Ο πληθυσμός, 15.000 άτομα περίπου, περιλαμβάνει 8.000 Σλάβους, μερικές εκατοντάδες Βλάχους και 7.000 μουσουλμάνους που, όπως και στη Στρούγκα, είναι ποκίλης φυλετικής προέλευσης. Δύο πέμπτα σχεδόν Αλβανοί, άλλοι τόσοι προσηλυτισμένοι Σλάβοι και χίλιοι περίπου Οσμανλήδες ανατολίτες. Εδώ όμως και μερικά χρόνια μόνο οι Βούλγαροι έχουν θέση στον ήλιο.
      Η βουλγαρική συνοικία κατέχει με τα ξύλινα σπίτια της όλη τη νότια πρόσοψη της βραχώδικης νησίδας, από τα νερά της λίμνης που λούζει τους πρόποδές της, μέχρι τη διπλή κορυφή που διαγράφει ανάγλυφες στον ουρανό τις επάλξεις του κάστρου και τα κωδωνοστάσια του αγίου Κλήμεντος. Πράγματι, η νησίδα αυτή σχηματίζεται από δύο στρογγυλές μάζες, που τις ενώνει μια πιο χαμηλή ράχη. Τα δύο τρίτα σαρακοφαγωμένα πατώματα, οι προεξέχουσες στέγες, οι ασκέπαστες γαλαρίες και η μόνιμη εκείνη πνοή κατάπτωσης και κατάρρευσης δίνουν σε όλα αυτά τα βουλγάρικα σπίτια μια μονότονη ομοιότητα. Η βρωμιά των δρόμων φέρνει αναγούλα. Ψόφια ζώα και ανθρώπινα περιττώματα, απομεινάρια από ψάρια και χόρτα…
      Η εκκλησία του Αγίου Κλήμεντος ψηλά, σε μια από τις κορφές, είναι η βουλγαρική μητρόπολη. Στην άλλη κορυφή υψώνεται ένας οχυρωμένος περίβολος έρημος. Απ’ τη χάσκουσα πόρτας δε διακρίνουμε παρά τοίχους σε κατάρρευση, θόλους συντριμμένους, στέρνες μισοαδειανές. Στην πούντα που δεσπόζει στη λίμνη καθόμαστε πλάι σ’ ένα μικρό τζαμί. Χτίστηκε άλλοτε με το γνήσιο σελτζούκικο γούστο, εναλλασσόμενα άσπρο, μαύρα και κόκκινα μάρμαρα. Η θέα απλώνεται από κεί σε όλη τη λίμνη, την πεδιάδα του βορρά, τα αλβανικά βουνά απ’ όπου ερχόμαστε και που από εδώ φαίνονται τείχος αδιάβατο. Αρκεί μια νύχτα αφέγγαρη στους λεβέντες της Τζούρας και του Μπρίνιαιτζ για να ορμήσουν σ’ αυτή την εύφορη πεδιάδα και ν’ αρπάξουν το μερτικό τους από τις σοδειές, τις γυναίκες και τα κοπάδια. Ο τούρκος έπαρχος στέλνει τότε όλη του τη χωροφυλακή να προειδοποιήσει τον κυβερνήτη του Μοναστηρίου ότι η ληστεία είναι πια ανύπαρκτη, ότι η ασφάλεια των δρόμων είναι πλήρης και ότι οι λαοί λιώνουν από χαρά κάτω από την πατρική βασιλεία του πιο ένδοξο απ’ όλους τους Σουλτάνους. Αν οι χωρικοί υψώσουν κάπως φωνή διαμαρτυρίας, η Αυτού Εξοχότης τους στεγάζει και τους τρέφει μερικές εβδομάδες στις φυλακές της Αυτού Μεγαλειότητος.
      Από καιρό τώρα το μικρό τζαμί δε χρησιμεύει πια για τη λατρεία. Τους τάφους των αγίων δερβισάδων τους έχει σκεπάσει το χορτάρι. Οι μουσουλμάνοι δεν ανεβαίνουν πια ως εκεί πάνω. Φαίνεται πως δεν αφήνουν πια τα περιβόλια τους εκεί κάτω, πίσω μας, στους πρόποδες των βουνών της Μακεδονίας. Στην καινούργια τους συνοικία στο δρόμο του Μοναστηρίου κατέχουν δεκαοχτώ καινούργια τζαμιά. Εδώ το μέρος είναι έρημο. Πάνω στις παλιές πέτρινες μπάλες τρέχουν τεράστιες σαύρες και χελώνες. Θα μέναμε και μια ολόκληρη μέρα μπροστά στο χαμόγελο της λίμνης. Έπρεπε όμως να ξανακατέβουμε μεσ’ από τα μολυσμένα σοκάκια, κάτω απ΄τα μπαλκόνια που στάζουν βρωμόνερα και ακαθαρσίες. (V. Berard, σ.152-157)
    • Κάτω στην άκρη της λίμνης και στην καρδιά της βουλγαρικής συνοικίας μια παλιά βασιλική της Αγίας Σοφίας είχε γίνει τζαμί κι έπειτα εγκαταλείφθηκε, όπως και το τζαμί της κορφής. Άλλοτε τη βασιλική αυτή την περικύκλωνε η ελληνική συνοικία. Πριν τριάντα χρόνια ακόμη η Αχρίδα είχε 200-300 ελληνικά σπίτια (1.000-1.500 άτομα). Οι Έλληνες όμως εκτοπίστηκαν σιγά σιγά από τους Βουλγάρους. Έχουν απομείνει μόνο είκοσι τριάντα φτωχές οικογένειες, που δεν μπορούν να μετοικήσουν. Την παρακμή του ελληνισμού πρέπει να την αποδώσουμε σε δύο κατηγορίες αιτιών, σ’ αυτά που είναι παλιά και προσιδιάζουν στην Αχρίδα και στα εντελώς πρόσφατα, που είναι κοινά σε όλες τις μακεδονικές πόλεις.
      Στα 1850 οι Έλληνες της Αχρίδας ήσαν πάμπλουτοι. Είχαν στα χέρια τους το μεγαλεμπόριο των γουναρικών. Ηπειρώτες, Θεσσαλονικιοί, Αιγαιοπελαγίτες, Βλάχοι απ’ το Μοναστήρι και την Κοριτσά, Αρβανίτες, συναποτελούσαν ένα ενιαίο χριστιανικό λαό που τον ένωναν οι ίδιες ανατάσεις προς την Αθήνα και τη Μεγάλη Ιδέα και που εκμεταλλευόταν το Σλάβο με τη βιομηχανία και το Μουσουλμάνο με τη τοκογλυφία. Στα 30-40 εργαστήρια τους έκοβαν και έραβαν τη γούνα της ντόπιας βύδρας, τα δέρματα που έρχονταν από τις γειτονικές λίμνες ή τα γουναρικά της Κωνσταντινούπολης και της Ρωσίας. Οι γούνινες κάπες που τόσο αγαπούν οι γέροι Τούρκοι, τα καφτάνια που φορούν οι χριστιανές και εβραίες γυναίκες, έβγαιναν όλα σχεδόν από την Αχρίδα. Η σλαβική συνοικία προμήθευε τους εργάτες και η ελληνική σόδιαζε τα κέρδη. Οι Έλληνες άρχισαν να αγοράζουν γη. Το σχολείο ήταν ελληνικό και οι γιατροί Αθηναίοι ή Έλληνες του “εσωτερικού”. Οι νέοι πήγαιναν για σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ποιος μιλούσε τότε για Βουλγαρία;
      Ο ευρωπαϊκός, αυστριακός προπάντων και ρωσικός, ανταγωνισμός σκότωσε απότομα το εμπόριο αυτό. Η γούνα του σαμαριού και της γκρίζας αλεπούς σταματούσε τώρα στην Οδησσό κι έφτανε στην Τουρκία κατεργασμένη. Παράλληλα το λαγοτόμαρο και οι φτηνές γούνες της Τεργέστης κατέβαζαν τις τιμές των καφτανιών και των γούνινων πανωφοριών. Οι Έλληνες υποχρεώθηκαν ένας ένας να κλείσουν τα εργαστήριά τους. Πήγαν και εγκαταστάθηκαν, με την άνετη κινητικότητά τους, στα κέντρα παραγωγής και αγοράς, στην Τεργέστη, στην Οδησσό και το Βουκουρέστι.
      Πίσω τους όμως η ελληνική σπορά που είχαν αφημένη στο έδαφος, εξακολοθούσε να καρποφορεί, όταν κάποτε, γύρω στα 1864-1866, εμφανίσθηκαν ξένοι, Ρώσοι που μιλούσαν για θρησκεία βουλγαρική, για μεγάλη Βουλγαρία, για καταπίεση των Σλάβων και πως ως ενίσχυση των λόγων τους έδιναν και κουδουνιστά επιχειρήματα, ένα πιάστρο (δύο δεκάρες) στο ζητιάνο και εκατό λίρες (2.300 φράγκα) στον τίμιο άνθρωπο. Κι έτσι δημιουργήθηκε βουλγαρικό κόμμα. Πίσω τους όμως η ελληνική σπορά που είχαν αφημένη στο έδαφος, εξακολοθούσε να καρποφορεί, όταν κάποτε, γύρω στα 1864-1866, εμφανίσθηκαν ξένοι, Ρώσοι που μιλούσαν για θρησκεία βουλγαρική, για μεγάλη Βουλγαρία, για καταπίεση των Σλάβων και πως ως ενίσχυση των λόγων τους έδιναν και κουδουνιστά επιχειρήματα, ένα πιάστρο (δύο δεκάρες) στο ζητιάνο και εκατό λίρες (2.300 φράγκα) στον τίμιο άνθρωπο. Κι έτσι δημιουργήθηκε βουλγαρικό κόμμα. Το κόμμα αυτό γνώρισε συνεχή ανάπτυξη σ’ ολόκληρη τη Μακεδονία. Η εγκαθίδρυση βουλγαρικής εκκλησίας κι έπειτα βουλγαρικής ηγεμονίας ήταν ένα πλήγμα για τον ελληνισμό αλλά οι συνέπειές του δεν έφτασαν μέχρι έδω. Το αληθινό τραύμα χρονολογείται από την επανάσταση της Ρωμυλίας… Από τότε, πέντε χρόνια τώρα, τα πάντα ανήκουν στους Βούλγαρους. Η πύλη τους υποστηρίζει. Μεγαλαυχούν ότι και ολόκληρη η Ευρώπη τους υποστηρίζει. Την προστριβή με τη Ρωσία δεν την πληροφορήθηκαν ούτε την παραδέχτηκαν ποτέ εκείνοι που εκβουλγαρίσθηκαν από τους Ρώσους. “Για να ζήσεις ήσυχος, γίνε Βούλγαρος,! Για να κερδίζεις τις δίκες σου, γίνε Βούλγαρος! Για να αποφεύγεις την αγγαρεία, γίνε Βούλγαρος! Η Κωνσταντινούπολη υπακούει στις εντολές της Σόφιας! Οι Τούρκοι έπαρχοι θέλουν να τα έχουν καλά με αυτούς τους ισχυρούς της ημέρας και οι σχολάρχες που έρχονται απ΄ τηΣόφια και τη Φιλιππούπολη ανατρέπουν με μια τους καταγγελία και τους πιο γηραλέους καδήδες, και τους πιο γαλοναρισμένους πασάδες….. Αν όμως θέλεις το βαγιόκλαδο του μάρτυρα, τότε μείνε Έλληνας! Προπάντων έπειτα από την εξέγερση και την ήττα των Κρητικών, η ζωή ενός Έλληνα δεν είναι παρά σταυρικό μαρτύριο”.
      (V. Berard, σ.152-157)
    • Η γωνιά των πλατανιών, των πεζουλιών, των καφενείων και των κουρείων είναι έρημη. Βρισκόμαστε ξανά στο μεγάλο δρόμο, ανάμεσα στις δυο σειρές των λασπότοιχων, τα ξύλινα σπίτια, τα τρυπητά μπαλκόνια, τα καγκελόφραχτα παράθυρα, τα περιβόλια, τις λεύκες και τα κυπαρίσσια της μουσουλμανικής συνοικίας. Τα δεκαοχτώ τζαμιά παρελαύνουν, δεκαοχτώ λασποκαλύβες ασβεστωμένες και σοβαντισμένες με τοιχογραφίες, όπως ο οίκος των ντερβισάδων στην Καβάγια και το κάστρο του Ντεμίρ μπέη. Τα πιο παλιά από τα τζαμιά αυτά είναι μόλις τριάντα χρόνων. Οι μουσουλμάνοι τα κλιμάκωσαν καθώς υποχωρούσαν, στο βαθμό που εγκατέλειπαν την άνω πόλη στους Βουλγάρους και απομακρύνονταν προς το Μοναστήρι σαν να ήθελαν να είναι όσο το δυνατό νωρίτερα έτοιμοι για την τελευταία έξοδο. Που είναι τα ωραία πέτρινα τζαμιά, οι θόλοι, οι μιναρέδες και τα καφασωτά του Πεκίνι και του Ελβασάν; Το Ισλάμ στην Αχρίδα δε μοιάζει εγκατεστημένο, μοιάζει κατασκηνωμένο.
      (V. Berard, σ.162-163)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]

    • Από κοντά η Οχρίδα μοιάζει με μεσαιωνική πόλη, όπως αυτές που εικονίζονται στα παλιά πιάτα. Είναι πολύ καλά οχυρωμένη, τα σπίτια είναι στριμωγμένα ανάμεσα στα τείχη αλλά τριγύρω υπάρχει ερημιά. Μόνο που στη μια πλευρά το τείχος μοιάζει να έχει γκρεμιστεί και μαζί τμήμα της πόλης. Είναι ένας διαμελισμένος ,ανακατεμένος τόπος, απειλητικός και σκοτεινός τη νύχτα, το πλέον κατάλληλο σημείο όπου μια ρομαντική ιστορία θα μπορούσε να διαδραματιστεί και όπου το σκοτάδι δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα για την πραγματοποίηση δολοφονιών. Η Αχρίδα αποτελεί εστία δολοπλοκιών. Τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά ούτε για τους Έλληνες ούτε για τους Βουλγάρους που διαρκώς συνωμοτούν έκαστος εναντίον του άλλου λέγοντας συνεχώς ψέματα σχετικά με ό,τι συμβαίνει ενώ ο σαστισμένος Τούρκος που κυβερνά δεν μπορεί να ευχαριστήσει καμία από τις δυο πλευρές. Σκαρφαλωμένα πάνω σε βράχια είναι τα απομεινάρια ενός παλιού κάστρου με τείχη στο πάχος δεκαπέντε ποδών αλλά πλέον γκρεμισμένα και ερειπωμένα. Οι Ρωμαίοι σίγουρα πέρασαν από την περιοχή, καθώς υπάρχουν κατάλοιπα της ρωμαϊκής κατάκτησης αλλά οπωσδήποτε το κάστρο άκμασε όταν η Σερβική Αυτοκρατορία κατέβηκε νότια.(Frazer,σ. 230-231)
    • Ένα σώμα αθλίων και βρώμικων Τούρκων στρατιωτών είχε στρατοπεδεύσει μέσα στο κάστρο. Οι σκηνές τους ήταν χειρότερες ακόμη και από αυτές του τσιγγάνικου καταυλισμού. Οι ίδιοι έμοιαζαν σα να μην έχουν πλυθεί ποτέ. Τα ρούχα τους ήταν λερωμένα και σκισμένα και από τις μπότες τους είχε μείνει μόνο η σόλα. Μίλησα μαζί τους και είπαν πως ο μισθός τους ήταν ένας μετζεντέ το μήνα ,πως για έξι μήνες παρέμεναν απλήρωτοι και πως στα τέσσερα χρόνια της θητείας τους ο μισθός τους είχε καθυστερήσει για είκοσι μήνες.(Frazer,σ. 231)
    • Μια παλιά και γραφική εκκλησία ,αυτή του Αγίου Κλήμεντος βρίσκεται σε μια κοντινή αλλά χαμηλότερη πλαγιά. Είναι ένα χαμηλό κτίσμα κατασκευασμένο εξ΄ ολοκλήρου από λεπτά κόκκινα τούβλα τοποθετημένα κάθετα ενώ ο πύργος είναι χαμηλός και οκταγωνικός. Η αυθεντική εκκλησία του Αγίου Κλήμεντος βρίσκεται πιο πέρα αλλά έχει μετατραπεί από τους Τούρκους σε τζαμί και έτσι οι χριστιανοί αναγκάστηκαν να χτίσουν άλλο ναό. Το εσωτερικό είναι σκοτεινό και υγρό και έχει άρωμα μυστηρίου. Λιγοστό φως μπαίνει από τα αραχνιασμένα και ψηλά παράθυρα. Οι εικόνες και οι ασημένιες διακοσμήσεις είναι παλιές αλλά φανταχτερές και ο ιερέας που ξεναγεί τον επισκέπτη αφήνει να εννοηθεί πως θα μπορούσε να του δώσει κάποιο από τα κειμήλια αν πληρωνόταν αντιστοίχως. Πιθανώς στο ίδιο σημείο να υπήρχε ένας ρωμαϊκός ναός.Πράγματι, δυο από τους κίονες είναι σίγουρα ρωμαϊκοί ενώ έξω από το ναό ανάμεσα σε σκουπίδια παρατηρείται μια μαρμάρινη πλάκα όπου υπάρχει μια ρωμαϊκή επιγραφή. (Frazer,σ. 231-232)
    • Η μεγάλη λίμνη της Αχρίδας-με το πιο μακρινό της όριο μόλις να διακρίνεται τις μέρες με καθαρή ατμόσφαιρα- έχει μέρη με όμορφα δάση. Σε μικρά ακρωτήρια υπάρχουν ελληνικά και βουλγαρικά μοναστήρια όπου καθημερινά προσεύχονται στο Θεό και μισούν τους αδελφούς τους χριστιανούς. (Frazer,σ. 232)
    • [/tab]
      [tab name=’Holland’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Isambert’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Leake’]

      • Η Αχρίδα έγινε αρχιεπισκοπή από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, όταν αποφάσισε πως την πόλη αυτή θα την ονόμαζε Ιουστινιανή Πρώτη. (Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 273)
      • Τα περάσματα της Πελαγονίας, στα οποία ο Περσέας τοποθετήθηκε από τον πατέρα του Φίλιππο, πιστεύω ότι είναι η ορεινή διάβαση στη σύγχρονη διαδρομή από την Αχρίδα προς τα Μπιτόλια, που τώρα αποτελεί την κύρια αρτηρία στη θέση της παλιάς γραμμής ή γραμμών της Εγνατίας Οδού. Αυτή η αλλαγή ίσως προκλήθηκε από την συγκυρία ότι η Αχρίδα και τα Μπιτόλια αποτελούν τώρα τα κύρια μέρη αντί της Λυχνιδού και της Ηράκλειας και βρίσκονται αντίστοιχα στα βόρεια των δύο αρχαίων τοποθεσιών, καθώς στην αρχαιότητα η Εγνατία είχε εδώ παρεκκλίνει από την ευθεία της πορεία επειδή υπήρχε ανάγκη να διασχίσει περιμετρικά είτε τη βόρεια είτε τη νότια άκρη της λίμνης Λυχνιδού. (Leake, τoμ.ΙΙΙ, σ. 321)
      • Η Λυχνιδούς απέχει από την γέφυρα του Σερβιλίου περίπου δεκαεπτά μίλια.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ. 281)
      • Η Λυχνιδούς και η Ηράκλεια οι οποίες βρίσκονται κοντά στην γραμμή μεταξύ Δυρραχίου ή Απολλωνίας και Θεσσαλονίκης, ήταν οι κύριες πόλεις στο κέντρο της Κανδαβίας ή Εγνατίας Οδού-η πλέον σημαντική γραμμή επικοινωνίας από ξηράς μεταξύ Ιταλίας και Ανατολής, μεταξύ Ρώμης, Κωνσταντινούπολης και Ιερουσαλήμ.(Leake, τομ.ΙΙΙ,σ. 311)
      • Παρόλο που η Λυχνιδούς, η Ηράκλεια και η Έδεσσα στην Κανδαβία οδό, όπως περιγράφει και ο Πολύβιος, εξακολουθούσαν να είναι τα τρία κύρια σημεία μεταξύ Δυρραχίου και Θεσσαλονίκης (η φύση στην πραγματικότητα είχε τραβήξει την γραμμή στην κοιλάδα του Γενουσού ποταμού, ξεκινώντας από την παραθαλάσσια χώρα της Ιλλυρίας και διεισδύοντας στο όρος Κανδαβία στην ίδια ανατολική κατεύθυνση προς την οποία η κοιλάδα στον ποταμό της Έδεσσας απολήγει στις πεδιάδες της Κάτω Μακεδονίας) φαίνεται να ήταν επιλογή των διαδρομών πάνω από τις βουνοκορφές οι οποίες περίκλειαν τα σύνορα της Ιλλυρίας και της Μακεδονίας και οι οποίες διαχώριζαν την λίμνη της Λυχνιδούς από τις κοιλάδες που βρέχονταν από τον Εριγώνα και τις διακλαδώσεις του.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 312)
      • Στην κεντρική οδό , όπως περιγράφει ο Πολύβιος, το τμήμα μεταξύ Λυχνιδούς και Ηράκλειας έβγαζε στον Πυλώνα, που πήρε το όνομά του επειδή ήταν το όριο των δύο επαρχιών.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 313)
      • Η Άρνισσα φαίνεται να ήταν στην κοιλάδα του Οστρόβου και πιθανόν να ήταν το ίδιο μέρος με τον Βάρνο του Πολύβιου, καθώς το Β ήταν ένα κοινό μακεδονικό πρόθεμα. Για τον Στράβωνα δεν είναι αναγκαίο να θεωρείται ότι ο Βάρνος βρίσκεται μεταξύ Λυχνιδούς και Ηράκλειας παρόλο που έδωσε αναμφίβολα αυτήν την ερμηνεία.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 316)
      • Αφού από την γέφυρα του Σερβίλιου μέχρι την Οχρίδα υπήρχε μία απόσταση δεκαεπτά μιλίων, η πόλη των Δασσαρετών ήταν κοντά στο νότιο άκρο της λίμνης, στην ανατολική ακτή, όπου ο δρόμος έκανε την απόκλιση του από την λίμνη στο βόρειο άκρο της κύριας πορείας του. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.281).

      [/tab]
      [tab name=’Mantegazza’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Pouqueville’]

  • Ο Ακροπολίτης σε μία από τις πορείες του με προορισμό την Αλβανία πέρασε μέσω Αχρίδας, Πρέσπας και Σιδηροκάστρου. Ο Ακροπολίτης αναφέρει επίσης ότι για να μεταβεί στο Ελβασάν άφησε πίσω του τα Σέρβια, την Καστοριά και την Αχρίδα κατευθυνόμενος από ανατολικά προς δυτικά. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 6)

  • Η εμποροπανήγυρη της Στρούγγας γινόταν κοντά στην Αχρίδα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 13)

  • Το πασαλίκι της Αχρίδας περιλαμβάνει τη Δασσαρητία, η οποία εντοπίζεται στην Πρεβαλιτιανή των Βυζαντινών, καθώς και την Δαρδανία μέχρι τους βράχους του Καλκαδερέν. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.47)

  • Σύμφωνα με τους συγγραφείς η Αχρίδα υπήρχε ήδη από την εποχή των βασιλέων της Μακεδονίας. Η αρχαία της ονομασία ήταν Λύχνιδις και την συναντάμε στον Ιεροκλή τον Γραμματικό μαζί με την προσωνυμία Μητρόπολις. Παρουσιάζεται σαν ένα σπουδαίο φρούριο στο σταυροδρόμι των οδών αυτού του βασιλείου και της Ιλλυρίας. Ο Στράβων αφήνει να εννοηθεί ότι γειτόνευε με πολλές λίμνες. Η άποψη αυτή συμπίπτει με την ύπαρξη εκεί των λιμνών της Μαλίκης, της Λύχνιδου, της Πρέσπας και του Δρένοβου. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.49)

  • Την παλαιά ονομασία της Αχρίδος, την Λύχνιδις τη συναντάμε στον Βέσελινγκ και τον Πωλμιέ ντε Γκρεντεμενίλ. Οι συγγραφείς που ασχολήθηκαν με την περιοχή αυτή, μεταξύ αυτών ο Σχολιαστής του Πτολεμαίου, προσθέτουν σε αυτήν και την επωνυμία Αχρίδα. Αναμφίβολα θα τη δανείστηκαν από τους Βούλγαρους, οι οποίοι ίσως να την σχημάτισαν από τη λέξη Άκρη, μια λέξη των ελληνικών που μιλούσαν την εποχή του Ιουστινιανού, και σημαίνει ύψωμα και συμπίπτει απόλυτα με την τοποθεσία της πόλης.
    Το φρούριο της Αχρίδας εκχριστιανίστηκε κατά προσέγγιση τον 4ό αιώνα μετά Χριστόν και η ιεραρχία των επισκόπων του ξεκίνησε με τον Διονύσιο, ο οποίος ήταν παρών στη Σύνοδο των Σάρδεων. Η Αχρίδα ανήκε τον 5ο αιώνα στο Εξαρχάτο της Λυχνιδού, τον 6ο στο Εξαρχάτο της Δακίας και τον 9ο σε αυτό της Βουλγαρίας. Σύμφωνα με τον κατάλογο που παραθέτει ο P. Lequin, οι επίσκοποι της Αχρίδας ανέρχονταν σε πενήντα, από τον Διονύσιο μέχρι τον Ιωσάφεθ, που το έτος 1721 ζούσε ακόμη. Σε θρησκευτικό επίπεδο, η δικαιοδοσία του εκτεινόταν στις μητροπόλεις Καστοριάς, Πελαγονίας ή Βιτώλιας, Περλεπέ, Βοδενών, Γκόριτσας, και Σελασφόρου, της σημερινής Κορυτσάς, Βελιγραδίου, Κανίνας (Βερατίου), Τιβεριοπόλεως ή Στρανίτσας, Γρεβενών, στις επισκοπές Σισανίου (Σιάτιστας), Μογλενών, Πρέσπας, Δίβρων, Κίτσοβου και Χώρας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.50)

  • Σύμφωνα με τον Προκόπιο, το φρούριο της Αχρίδας εντάσσεται στο Θέμα της Νέας Ηπείρου και η έκτασή του περιλαμβάνει τη Μακεδονική Ιλλυρία μέχρι τη Λίσσα. Σύμφωνα με τον ίδιο, αφού η πόλη καταστράφηκε από κάποιο σεισμό την ίδια εποχή με την Κόρινθο στο διάστημα της βασιλείας του Ιουστίνου, και αφού οι σεισμικές δονήσεις επαναλήφθηκαν το δέκατο τρίτο και το δέκατο έβδομο έτος του πολέμου των Γότθων και σκέπασαν με ερείπια όλη την Ελλάδα, η πόλη ανοικοδομήθηκε έπειτα από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Ο Προκόπιος εντοπίζει την πρώτη Ιουστινιανή στη Δαρδανία, λέγοντας ότι διαδέχτηκε το Ταυρέσιον και όχι τη Λύχνιδο. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.51)

  • Στους ιερατικούς τίτλους των Μητροπολιτών της Αχρίδας, προστέθηκε και ο τίτλος του Έξαρχου πάσης Βουλγαρίας, τον οποίο έφεραν μέχρι την κατάλυση εκείνου του αυτοκέφαλου εκκλησιαστικού θρόνου. Σύμφωνα με τον Κωδινό ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας είχε το προνόμιο να χειροτονεί τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Ο Γεώργιος Ακροπολίτης στο χρονικό του αναφέρει ότι ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας απολάμβανε το δικαίωμα να ενδύει με την πορφύρα τους Καίσαρες του Βυζαντίου και να τους στεφανώνει με το αυτοκρατορικό διάδημα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.52)

  • Σύμφωνα με την Άννα Κομνηνή, μετά τον θάνατο του Ιουστινιανού, την εποχή της βασιλείας του Μόχρου, οι Βούλγαροι, λόγω του μίσους που έτρεφαν κατά των Ρωμαίων, μετονόμασαν τη Λυχνιδό και την Ιουστινιανούπολη σε Αχρίδα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.53)

  • Πιο πέρα από το παλάτι του Τζελαντίν Μπέη, περνώντας κάποιο από τα ποτάμια που χύνονται στη λίμνη και στρίβοντας νοτιοδυτικά, μετά από δυόμιση μίλια φτάνουμε στην είσοδο της σύγχρονης Αχρίδας, η οποία κατέχει μια επιφάνεια τριών τετάρτων της λεύγας. Κατά παράδοση, η θεμελίωση της νέας Αχρίδας τοποθετείται στους χρόνους των δεσποτών της Σερβίας, όταν κυβερνούσε ο βασιλιάς Σαμουήλ. Θα πρέπει να έφτασε στην ακμή της τον δέκατο τέταρτο αιώνα, όταν ο Σκεντέρμπεης υπερασπιζόταν την Αλβανία καθώς και μερικές γειτονικές περιοχές της, και έστειλε εκεί τον Σμέρκτιο, έναν από τους στρατηγούς του για να αναλάβει την άμυνα. (Barletius, fil. 204). Είναι γνωστό με ποιόν τρόπο την υποδούλωσε ο Αμουράτ, κι ότι στο διάστημα της βασιλείας του Βαγιαζήτ Α΄η ακρόπολη ξανακτίστηκε πάνω στα Πιέρια όρη. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.54)

  • Λίγα χρόνια μετά την τουρκική κατάκτηση των Δίβρων ή Δαρδανίας, η Αχρη, όπως την προφέρουν οι ντόπιοι, αποτέλεσε την έδρα ενός σαντζακιού ή πασαλικιού με δύο ουρές, υπαγόμενου στο Σερασκέρι της Ρούμελης, το οποίο διαιρείται σε έντεκα καντόνια και περιλαμβάνει τη Δασσαρητία, τη Δαρδανία κι ένα μέρος της Πρεβαλιτιανής. Επομένως, η Αχρίδα των Βουλγάρων, που είναι σήμερα γνωστή με τα ονόματα Αχρίδα και Αχρη, είναι μια πόλη την οποία πρέπει να διακρίνουμε από την Ιουστινιανούπολη, γιατί αυτή εγκαταλείφθηκε ολότελα την εποχή της επιδρομής των Σκυθοσλάβων στη Μακεδονία.
    Η σύγχρονη Αχρίδα είναι μια πόλη με πέντε χιλιάδες κατοίκους, κτισμένη ανατολικά της λίμνης Λυχνιδού, στους πρόποδες ενός ακρωτηρίου που βρέχεται από τα νερά κι από τις τρεις πλευρές του. Το κάστρο που την προστατεύει είναι κτισμένο πάνω σε μια απόκρημνη πλαγιά των Πιερίων, όπου φτάνει κάποιος ακολουθώντας μιαν απότομη ανηφόρα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.55)

  • Στην είσοδο της πόλης η πύλη προστατεύεται από ένα διπλό τείχος με επάλξεις, πάνω στο οποίο βρίσκονται εγκαταλειμμένα μερικά αχρηστευμένα κανόνια. Προχωρώντας μέχρι το ψηλότερο σημείο της, πάνω από τη λίμνη στην οποία και καταλήγει κατακόρυφα, εισχωρούμε σε μια δεύτερη οχυρωματική περίμετρο. Η απόστασή της από την πρώτη είναι εξακόσιες δρασκελιές, ενώ η περιφέρεια των τειχών της είναι τετρακόσιες ή πεντακόσιες οργιές. Ένα παλάτι ή σεράγι, ένα τζαμί, αποθήκες, στάβλοι συνωστίζονται όλα μαζί μέσα σε αυτή την περίμετρο όπου, νερό υπάρχει μόνον από τις στέρνες, και που, αν ήταν καλύτερα οχυρωμένη και εφοδιασμένη με τρόφιμα, θα ήταν εύκολο να την υπερασπιστούν οι κάτοικοί της, αλλά και δύσκολο να της επιτεθεί ο εχθρός, γιατί η τοποθεσία της δεν είναι από πουθενά προσπελάσιμη. Ο Τζελαντίν Μπέης, ανιψιός του Αλή Τεπελενλή, που διοικούσε τότε το σαντζάκι της Αχρίδας, δεν είχε συνειδητοποιήσει τη σημασία της πόλης. Έβαζε τους υπηκόους του να κτίζουν κιόσκια, αντί να ενισχύει τους προμαχώνες του. Πάραυτα, είχε διατάξει να κατασκευάσουν μερικά γεφύρια. Υπολογίζεται ότι κατασκευάστηκαν εκατό πέτρινα γεφύρια πάνω στον δρόμο που οδηγεί από το Σιγν στην Κωνσταντινούπολη και είκοσι οκτώ στον δρόμο από τα Γιάννενα στη Στρόγγα, τα οποία όμως καταρρέουν εξαιτίας της κακής συντήρησης. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.56)

  • Το σαντζάκι της Αχρίδας συνορεύει προς τα ανατολικά-βορειοανατολικά και προς τη μεσημβρία με το Βαληλίκι της Ρούμελης, προς το βορρά με το Δρίνο, που το χωρίζει από το πασαλίκι της Σκόδρας ή Σκούταρη, προς τα νοτιοανατολικά συνορεύει με το Καλκανδερέν, και τέλος μέσω της Στάροβας και της Μικρής Γκρούτσας γειτονεύει με τα εδάφη του Βερατίου, ενώ το καντόνι του Μάτι το χωρίζει από το Ελβασάν. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.57)

  • Η πρωτεύουσα του σαντζακιού της Αχρίδας περιλαμβάνει έξι τζαμιά, τρεις εκκλησίες, αρκετά λουτρά, κι έναν πληθυσμό από χίλιες τριακόσιες οικογένειες, από τις οποίες μόνον οι εξακόσιες είναι μωαμεθανικές. Στα γύρω χωριά ζουν Λατίνοι Χριστιανοί και Τούρκοι και συνθέτουν πληθυσμό από χίλιες πεντακόσιες οικογένειες οι οποίες, μαζί με εκείνες της έδρας της περιοχής, συνθέτουν ένα σύνολο από δεκατέσσερις χιλιάδες εξακόσια άτομα, στα οποία θα μπορούσαν να προστεθούν και περισσότεροι από τρεις χιλιάδες Αρναούτηδες νομάδες. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.57-58)

  • Σε απόσταση δύο ωρών από την Αχρίδα φτάνουμε στην εκροή της λίμνης Λυχνιδού, από την οποία σχηματίζεται ο ποταμός Δρίνος. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.58)

  • Το σαντζάκι της Αχρίδας συνορεύει με την Κάτω Δίβρα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.69)

    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Φλώρινα

    Παλαιό Όνομα : Ηράκλεια του Λύγκου ή Ηράκλεια Λυγκηστίς
    Δήμος : Φλώρινας

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Ανάμεσα στα μουσουλμανικά αυτά τείχη που ορθώνονται στα όρια της Μακεδονίας, το παράδειγμα του Ελβασάν χρησιμεύει, για να μας εξηγήσει γιατί, σε κάθε πόλη και χωριού του εσωτερικού, έχουμε μια συνοικία μουσουλμάνων μπέηδων και αγάδων. Ολόκληρη η ιδιοκτησία στη Μακεδονία είναι σε μουσουλμανικά χέρια. Στο βιλαέτι του Μοναστηρίου ο χάρτης πρέπει να είναι διάτρητος από μικρές ισλαμικές τρύπες στο χριστιανικό φόντο του τόπου. Το Μοναστήρι καταρχήν, ο Περλεπές, το Κίτσεβο και η Φλώρινα είναι οι κυριότεροι πόλοι έλξης…
      Το συμφέρον που ώθησε αυτούς τους πρώην χριστιανούς προς το τζαμί, τους κρατά ακόμη στο πλευρό του Τούρκου και ο δεσμός αυτός είναι ισχυρότερος από τις μεγάλες και ωραίες θεωρίες περί φυλών και εθνοτήτων.
      (Berard, σ. 210)
    • H Φλώρινα απέχει μόλις τρεις ώρες από το μοναστήρι. Χωρίζεται από τη Καστοριά με τα βουνά Νέρετσκα και Πλάνινα. Είναι χτισμένη στη κατωφέρεια των λόφων δίπλα σε ένα καχεκτικό παραπόταμο της Τσέρνας. Τη μουσουλμανική πόλη την αποτελούν 1500 σπίτια, που τα κατοικούν Αλβανοί και Σλάβοι προσήλυτοι. Στη πόλη βρίσκονται καμιά εκατοντάδα τούρκικες οικογένειες. Η χριστιανική συνοικία (500 σπίτια) θυμίζει την Αχρίδα και τη Στρούγκα με την όψη των ξύλινων σπιτιών της, τη βρωμιά των δρόμων της, τη φορεσιά των γυναικών και το χωριάτικο και βαρύ σουλούπι όλων των κατοίκων της.(Berard, σ. 356-357)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]

  • Το τραίνο, αφού φύγει από την Λάρισα και περάσει τον ποταμό Πηνειό, μπαίνει στην περίφημη Κοιλάδα των Τεμπών, ανάμεσα στα όρη Όλυμπος (9780 πόδια) και Όσσα. Μετά περνάει αρκετά κοντά από την παραλία, μέσα από ένα τούνελ κάτω από το κάστρο του Πλαταμώνα και φθάνει στο Πλατύ, 20 μίλια από τη Θεσσαλονίκη, στη γραμμή Θεσσαλονίκη – Φλώρινα. (Boissonas, σ. 78)
  • [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]

    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Η Φλώρινα απέχει τέσσερα μίλια από τις πεδιάδες της Πελαγονίας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 18)
  • [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Έδεσσα

    Παλαιό Όνομα : Αιγαί
    Δήμος: Έδεσσας
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]

  • Οι Βούλγαροι ονόμασαν την πόλη Βοδενά λόγω των πλουσίων υδάτων της περιοχής. Ο Κάρανος ονόμασε την πόλη Αιγές από ένα κοπάδι εριφίων που μπήκε μια μέρα στην πόλη. Από τότε και μέχρι το βασιλιά Αρχέλαο Α’ στα νομίσματα της πόλης απεικονιζόταν η αίγα, ζώο το οποίο είναι αφιερωμένο στο Δία. (Cousinery, τομ.Ι ,σ. 75)
  • Η Έδεσσα έχει είκοσι τέσσερις χιλιάδες κατοίκους. Ο επίσκοπος της περιοχής –αν και Έλληνας-όφειλε να γνωρίζει τη βουλγαρική γλώσσα, καθώς είχε δικαιοδοσία σε χωριά της περιοχής των οποίων ο πληθυσμός μιλούσε βουλγαρικά και τουρκικά. (Cousinery, τομ.Ι, σ. 76)
  • Η Νάουσα κατοικούνταν από τα αρχαία χρόνια λόγω των πολλών νερών και των πλουσίων αμπελώνων που υπάρχουν στο νότο της περιοχής. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι κατοικούνταν αρχικά από τους Βρύγες ή Φρύγες, τους οποίους έδιωξε ο Κάρανος πολύ πριν γίνει ο κυρίαρχος των Αιγών ή Βοδενών. (Cousinery, τομ.Ι, σ. 71)
  • Οι Βούλγαροι ονόμασαν την πόλη Βοδενά λόγω των πλουσίων υδάτων της περιοχής. Ο Κάρανος ονόμασε την πόλη Αιγές από ένα κοπάδι εριφίων που μπήκε μια μέρα στην πόλη. Από τότε και μέχρι το βασιλιά Αρχέλαο Α’ στα νομίσματα της πόλης απεικονιζόταν η αίγα, ζώο το οποίο είναι αφιερωμένο στο Δία. (Cousinery, τομ.Ι, σ. 75)
  • Οι καταρράκτες των Βοδενών, Cousinery M.E.M., Voyage dans la Macedoine, Παρίσι 1831.
    Οι καταρράκτες των Βοδενών, Cousinery M.E.M., Voyage dans la Macedoine, Παρίσι 1831.

    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]

    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Η μητρόπολη Βοδενών ανήκε στη δικαιοδοσία του φρουρίου της Αχρίδας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.50)
  • Η πόλη των Βοδενών πήρε την ονομασία της από τους Σλάβους χάρη στα άφθονα νερά της. Σύμφωνα με τον Κεδρηνό τα Βοδενά βρίσκονται στην κορυφή ενός απόκρημνου βράχου, μέσα από τον οποίο αναβλύζουν τα νερά της λίμνης του Όστροβου. Η απόσταση Θεσσαλονίκης – Βοδενών είναι δεκαοκτώ ώρες. Βορείως των Βοδενών, κυλάει ο ποταμός Κούσκοβος. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.96)
  • [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Καστοριά

    Παλαιό Όνομα : Κήλετρο
    Δήμος : Καστοριάς
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Πλησιάζοντας στην Καστοριά τα περιβόλια γίνονται περισσότερα. Η Καστοριά δεν είναι καθόλου μεγάλη πόλη. Η εμπορική της σημασία που άλλοτε είχε προσελκύσει τους προγόνους των Εβραίων από τη Θεσσαλονίκη, έχει τώρα πια χαθεί. Οι χωρικοί από τη γύρω ύπαιθρο δεν κάνουν από αυτήν πια τις προμήθειές τους. Το ταξίδι ως τη Θεσσαλονίκη είναι εύκολο και το λαθρεμπόριο διαμέσου των ελληνικών συνόρων είναι σε έξαρση. Η μουσουλμανική αριστοκρατία, μπέηδες και πασάδες, κατεστραμμένη από τις αλβανικές επιδρομές και την ερήμωση του κάμπου, φυτοζωεί θλιβερά στα σαραβαλιασμένα κονάκια της. Το παζάρι είναι νεκρό. Όλη η ντόπια παραγωγή εκπροσωπείται από ψάρια της λίμνης, μάλλινες κάπες και μερικά χοντροφτιαγμένα χαλιά. Η μουσουλμανική συνοικία έχει μόνο διακόσια σπίτια. Οι Εβραίοι, περισσότεροι, είναι γύρω στις 250-300 οικογένειες αλλά στον αριθμό υπερτερούν οι Έλληνες που έχουν 1000 με 1200 σπίτια. Στην ουσία εδώ όμως κυριαρχούν οι Εβραίοι. Ο Ελληνισμός έχει αποδυναμωθεί από τις βλάχικες διχοστασίες. Όλα σχεδόν τα χριστιανικά σπίτια καταλαβαίνουν ή και μιλούν τα βλάχικα Το βλάχικο κόμμα δε στρατολόγησε εδώ παρά μόνο 200-300 πιστούς. Οι νοικοκυραίοι από πεποίθηση ή από μόδα είναι παντού ελληνόφρονες.(Berard, σ.368-369)
    • Τα σχολεία έμειναν ελληνικά παρά τους έντονους καυγάδες. Οι Βλάχοι όμως παίρνουν την εκδίκησή τους με εφορμήσεις στις σοδειές και στα κοπάδια, με γιουρούσια στα λιόφυτα, με απαγωγές κοριτσιών εύπορων οικογενειών, που τα παντρεύονται με ή δίχως παπά και κατόπιν ζητούν την προίκα τους. Όλοι οι μόρτες, οι σκανταλιάρηδες και οι σαματατζήδες της χριστιανικής κοινότητας δηλώνουν Βλάχοι. Είναι ένα τίτλος που ο Τούρκος έπαρχος τον σέβεται και που διασφαλίζει στις προκείμενες περιπτώσεις σχεδόν πλήρη ατιμωρησία. Οι Εβραίοι αντίθετα, σε μία αδελφική κοινότητα μεταξύ τους, εργάστηκαν χωρίς σταματημό για το ξεζούμισμα του μουσουλμάνου. Οι πατεράδες τους ή οι παππούδες τους ήρθαν από τη Θεσσαλονίκη στις αρχές του αιώνα. Ήταν ισπανικής ράτσας. Τα ισπανικά αποτελούν ακόμη τη μητρική γλώσσα των γερόντων και των παλιών οικογενειών. Μέσα σε μισό αιώνα έβαλαν στο χέρι όλη την περιουσία της Καστοριάς με τα συνηθισμένα μέσα, δανεισμό χρημάτων, προαγορές εμπορευμάτων ή σπόρου, υποθήκες. Ύστερα όμως από τη πρώτη αυτή γενιά ήρθε και μία δεύτερη, που φαίνεται να θέλει να ριζώσει στον τόπο, να μετατρέψει τον πλούτο της σε έγγεια αγαθά, σε αμπέλια, σε μποστάνια, σε λιόφυτα. Πράγματι όσον καιρό η μουσουλμανική αριστοκρατία διατηρούσε τον πλούτο της, όλος ο τόπος δούλευε για τους Εβραίους. Μέσα στον αγροτικό αυτό πληθυσμό, η έλλειψη προβλεπτικότητας των μπέηδων έδινε πολλές ευκαιρίες στους χειριστές ρευστού χρήματος. Όλα τα έσοδα έρχονταν σε είδος. Στο τέλος της συγκομιδής οι μπέηδες, αφού έβαζαν κατά μέρος τις προμήθειές τους για όλο το χρόνο, ξεφορτώνονταν όλο το υπόλοιπο στη πρώτη κουδουνιστή προσφορά. Σε μερικές μέρες είχαν ξοδέψει το ρευστό αυτό σε ψιλικά, σε μπιμπελό, σε κεντητές σέλες, σε πλουμιστά ραμαζάνια, οι νύχτες που το παζάρι μετά τον ολοήμερο ύπνο ανοίγει τα φανάρια του να λαμποκοπούν και τις ευρωπαικές φτηνοπραμάτειες του να αστραποβολούν, απλώνοντας τα φανταχτερά υφάσματα και βάζοντας σε πειρασμό την κοκεταρία των γυναικών και τη λαιμαργία των παιδιών. (Berard, σ.368-369)
    • Ο καλός Τούρκος δεν αρνιέται τίποτα στις γυναίκες του ούτε στα παιδιά του, όταν πλησιάζει το Μπαιράμι. Ένα δάνειο από τον Εβραίο ικανοποιούσε όλα τα καπρίτσια. Είχε όμως δεσμευτεί και προφαγωθεί έτσι ένα μέρος από τη σοδειά της επόμενης χρονιάς Αφήστε το χρόνο να κάνει τη δουλειά του, τις σοδειές να έρχονται και να φεύγουν, άλλη καλή άλλη κακή, μία χρονιά ξηρασίας να πλακώνει άξαφνα ή μια καλή επιδρομή Αλβανών. Τότε ο μουσουλμάνος χρεώνεται, βάζει υποθήκη τη γη του, χώνεται κάθε μέρα και πιο πολύ ως το λαιμό στα χρέη. Το χωράφι πέφτει στα χέρια του Εβραίου όπως και τα καλά σπίτια της πόλης, στο νότιο μέρος του βράχου, που είναι προφυλαγμένο από τους βοριάδες. Τότε ο κατεστραμμένος μουσουλμάνος παίρνει των ομματιών του και φεύγει από τη πόλη. Οι κολίγοι του που συχνά τους συγκρατούσε με τη βία, στηριγμένος στην υποστήριξη της εξουσίας, διασκορπίζονται στα ελεύθερα χωριά. Τα έσοδα του Εβραίου κατεβαίνουν στο μηδέν. Πρέπει κάτι να γίνει. Ένα μέρος επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. Άλλοι, αντίθετα, υποτάσσονται στις καινούργιες ανάγκες και καλλιεργούν μοναχοί τους τα χωράφια τους. Η Καστοριά παρουσιάζει έτσι το σπανιότατο φαινόμενο μίας εβραικής αγροτικής κοινότητας.Στην πραγματικότητα ο αριθμός των γεωργών δεν είναι ακόμα μεγάλος και έχουν επιδοθεί σε μία καλλιέργεια που γειτνιάζει με τη βιοτεχνία. Δεν έχουν βάλει στο χέρι το αλέτρι. Ασχολούνται με τη κηπουρική ή με τις λεπτές μέριμνες που απαιτεί το αμπέλι και η ελιά, σχεδόν δουλειά μαστόρου.Το πρώτο όμως αυτό βήμα έξω από τις παραδοσιακές απασχολήσεις της φυλής τους θα τους οδηγήσει ίσως και σε άλλες αλλαγές. Η εβραική κοινότητα είναι άξια προσοχής. Ριζώνοντας στη γη, μοιάζει να απέκτησε ένα πρώτο ίχνος πατριωτισμού, φυλετικού πατριωτισμού, όπως είναι ο πατριωτισμός όλων των βαλκανικών κοινοτήτων. Ήδη μερικοί Εβραίοι ονειρεύονται και συζητούν κάποιο εθνικό μέλλον. Όχι πως ο ζυγός του Τούρκου τους καταολίβει όπως τους χριστιανούς, και ζητούν τη λύτρωσή τους. Καθόλου δε θεωρούν τους εαυτούς τους καταπιεζόμενους. Ούτε φυσικά φοβούνται τον ερχομό του Ελληνισμού και τη προσάρτηση στην Ελλάδα δε τη θεωρούν αξιόκλαυστη κακοτυχία. Μιλούν ελληνικά, φοιτούν στα ελληνικά σχολεία και ευκατάστατοι οι ίδιοι, συμπορεύονται με τους ευκατάστατους Έλληνες εναντίον των Βλάχων.(Berard, σ.368-369)
    • Η Καστοριά παρουσιάζει όταν την κοιτάξεις από το νότιο μέρος, μία αξιοσημείωτη αναλογία με μία άλλη Μακεδονική πόλη, την Αχρίδα. Χτισμένες και οι δυο τους στην άκρη μίας λίμνης, πάνω σε ένα βραχονήσι, έχουν στην κορυφή τους τα ερείπια τούρκικων ή βυζαντινών οχυρών. Και εδώ, όπως και εκεί, οι χριστιανοί ανακατέκτησαν την πόλη και τα σπίτια τους καλύπτουν τη νότια κατωφέρεια. Οι μουσουλμάνοι εγκαταλείποντας τα κονάκια τους και τα πέτρινα τζαμιά τους αποτραβήχτηκαν παράμερα, στους κήπους της στεριάς. Μοιάζουν σαν να έχουν κατασκηνώσει μέσα στα καινούργια τους σπίτια, γύρω από τα χτισμένα με βιάση τζαμιά τους. Η Αχρίδα είναι όμως ολοφάνερα σλάβικη, ενώ η ελληνική εθνικότητα της Καστοριάς χτυπά αμέσως στο μάτι. Πέτρινα σπίτια, πέτρινα γείσα, μεγάλα αψιδωτά παράθυρα, πλατιά χαγιάτια, τίποτα δε λείπει από αυτά που κάνουν για τον Έλληνα την ομορφιά ενός «καταστήματος».Στην άκρη της λίμνης που σχεδόν κάνουμε το γύρο της, το τούρκικο λιθόστρωτο χαμοσέρνεται ανάμεσα στα σκοινιά της όχθης και τις «πεζούλες» των αμπελιών. Ένας κυκλικός χωματόλοφος κλείνει από τα νότια το λεκανοπέδιο της Καστοριάς και το χωρίζει από τη γειτονική κοιλάδα του Αλιάκμονα. Η Καστοριά χάνεται πίσω από τους καλαμιώνες, μέσα στο πλαίσιο που της δημιουργεί ο ουρανός και τα γαλάζια νερά. Το ποτάμι βγαίνει βουβό από τη λίμνη και κυλά αργά τα νερά του μέσα στην πλατιά του κοίτη, κάτω από τις πέτρες και τα μούσκλια. Τα πλατάνια, οι καρυδιές, και οι καστανιές σμίγουν τις πλατύφυλλες φυλλωσιές τους.(Berard, σ.373-374)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]

  • Η ίδια πόλη είναι το αρχαίο Κέλετρον, που μνημονεύεται από τον Τίτο Λίβιο στην ιστορία της πρώτης εκστρατείας των Ρωμαίων στη Μακεδονία κατά το 200 π.χ. Η πόλη της Καστοριάς λεηλατήθηκε από τον Σουλπίκιο. Το 1084 ο Αλέξιος ο Α’ αφαίρεσε την Καστοριά από τον γενναίο Βρυέννιο. Η Άννα η Κομνηνή μας άφησε μία περιγραφή αυτής της πόλης, η οποία μοιάζει πάρα πολύ με την σημερινή της κατάσταση. Στην Καστοριά βρίσκονται τα ίχνη βυζαντινού περιβόλου, που διαχωρίζει τον ισθμό της Χερσονήσου, του οποίου η μέση είσοδος ήταν οχυρωμένη διά τετράγωνου πύργου. Σήμερα δεύτερος περίβολος που είναι οχυρωμένος από στρογγυλούς πύργους διαχωρίζει την τουρκική συνοικία από την ελληνική. Η λίμνη περικυκλώνεται από κώμες και επαύλεις, που της παρέχουν σκηνογραφική άποψη. Η περιφέρεια της λίμνης, πλην της χερσονήσου, είναι 4 ώρες. Έξι ώρες μετά την Καστοριά βρίσκεται η Ανασελίτσα. (Isambert, τόμ. Ι, σ. 36 -37)
  • [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Στα 1726, όταν ο Pouqueville ταξίδευε στην περιοχή, αρχιεπίσκοπος ήταν ο Νεόφυτος. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 1)
  • Ο Τίτος Λίβιος, σ’ ένα κεφάλαιο των δεκαημέρων του μας δίνει την ακριβή θέση του Κελέτρου, της πόλης που βρίσκεται πάνω σε μια χερσόνησο της Ορεστίδας. Συνδέεται με την υπόλοιπη ηπειρωτική χώρα μέσα από μια στενή λωρίδα γης και περιβάλλεται από μια λίμνη που έβρεχε άλλοτε τις οχυρές πλευρές της. Η περιγραφή της πορείας του ύπατου Σουλπικίου και της θέσης του Φιλίππου είναι τόσο ζωντανή ώστε και με την πρώτη ματιά σε αυτά αντιλαμβανόμαστε ότι η πόλη αυτή είναι η Καστοριά. Ο Προκόπιος, ένας ιστορικός περιορισμένης αξιοπιστίας και αγεωγράφητος μας αφήνει επίσης να αντιληφθούμε ότι μιλά για το Κέλετρο, όταν αναφέρει ότι ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός ανοικοδόμησε πάνω στη χερσόνησο της Καστοριάς μια πόλη της Θεσσαλίας με το όνομα Διοκλητιανούπολη και την ονόμασε Ιουστινιανούπολη. Στο οδοιπορικό του Αντωνίνου η πόλη ονομάζεται “κάστρα”, ονομασία από την οποία οι Έλληνες κατέληξαν στο “Καστοριά”, ενώ οι Αλβανοί εμπνεύστηκαν την ονομασία “Κάστρον”. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 5)
  • Οι ιστορικοί της Ανατολικής Αυτοκρατορίας, ο Καντακουζηνός, η Άννα Κομνηνή, ο Γεώργιος Ακροπολίτης και ο συγγραφέας του Χρονικού των Ιωαννίνων γνωρίζουν και αναφέρουν το Κέλετρον μόνο με το όνομα Καστοριά. Από την πόλη αυτή διέρχονταν όλες οι στρατιές των Ελλήνων της Ανατολικής Αυτοκρατορίας στους πολέμους τους εναντίον των Τριβαλλών, των Βοσνίων και των βασιλέων της Σερβίας. Ο Ακροπολίτης αναφέρει ότι πέρασε από εκεί σε μία από τις πορείες του με προορισμό την Αλβανία μέσω Αχρίδας, Πρέσπας και Σιδηροκάστρου. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 5-6)
  • Σύμφωνα με τις περιγραφές του Λιβίου, η Καστοριά εξακολουθούσε να αποτελεί ένα σπουδαίο και αναμφίβολα καθολικό κέντρο, έως και την εποχή που έφτασε εκεί ο Βοημούνδος, αφού διέσχισε τη Σερβία, για να περάσει εκεί τα Χριστούγεννα. Από την Καστοριά μετέβη στην Πελαγονία, όπου υπήρχε ένα κάστρο κατοικημένο από τους αιρετικούς και αφού το κατέλαβε, το κατέστρεψε και έκαψε τους κατοίκους. Από εκεί προχώρησε έως τον Βαρδάρη και πολέμησε εναντίον των τουρκικών και βοσνιακών στρατιωτικών ταγμάτων που βρίσκονταν στην υπηρεσία των Ελλήνων αυτοκρατόρων. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 6)
  • Ο λαιμός της χερσονήσου που συνδέει την Καστοριά με την ξηρά έχει πλάτος οχτώ οργιές περίπου, στο σημείο όπου εισχωρεί μέσα στα νερά της λίμνης, ενώ, όπως φαίνεται, διακόπτεται και από μια μικρή τάφρο. Στενεύει ακόμα περισσότερο στο σημείο όπου σήμερα, όπως και άλλοτε, φράσσεται από ένα τείχος με τέσσερις κυκλικούς πυργίσκους, όπου στον κεντρικό βρίσκεται η πύλη εισόδου της πόλεως. Στην είσοδο της χερσονήσου που υψώνεται αμφιθεατρικά έως την κορυφή του υψώματος όπου είναι κτισμένη η μητρόπολη, εντοπίζονται οι ζώνες διαχωρισμού κατά εθνότητες και θρησκείες, τον Τουρκομαχαλά και τον Εβραιομαχαλά. Απέναντι από το ύψωμα αυτό το έδαφος χαμηλώνει προς τα νοτιοανατολικά, απ’ όπου υψώνεται ξανά απότομα, για να ενωθεί με τη λοφώδη επιφάνεια του αρχαίου Κελέτρου. Πιθανόν το τμήμα της χερσονήσου που καταλαμβάνει η σημερινή πόλη ν’ αποτελούσε τμήμα των στρατιωτικών οχυρώσεων του Κελέτρου, καθώς όλοι ομοφωνούν ότι δεν κατοικήθηκε παρά μετά την τουρκική κατάκτηση. Τα ερείπια είναι ρημαγμένα, όπως και η γη όπου βρίσκονται. Δεν βλέπουμε παρά τις χορταριασμένες πλατείες της πόλης, τις γκρεμισμένες ρωμαϊκές θέρμες και τα θεμέλια εβδομήντα εκκλησιών, ανεγερμένων ορισμένων στα υπολείμματα ναών. Άλλες πάλι βρίσκονται πάνω σε αρχαία ελληνικά κτίσματα. Όλες τους πάντως είναι κατεστραμμένες ολοσχερώς. Ανάμεσα σε αυτά τα ερείπια ξεχώρισα την ακρόπολη, ένα είδος επιμήκους οχυρού, η λιθοδομή του οποίου πιστοποιεί ότι είναι έργο των Ρωμαίων, καθώς και την ανακαίνιση του Ιουστινιανού. Οι κάτοικοι του Κελέτρου και της Ιουστινιανούπολης (καθώς η μία διαδέχθηκε την άλλη) αγνοούν τις καταστροφές που αλλοίωσαν την όψη του τόπου τους. Ούτε οι άρχοντες ούτε ο αρχιεπίσκοπος γνώριζαν επί του ζητήματος περισσότερα από τους βοσκούς. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 7-8)
  • Δίπλα στο Κέλετρον ανεγέρθηκε μια νέα πόλη, η Καστοριά, που σήμερα αριθμεί έναν πληθυσμό χιλίων πεντακοσίων χριστιανικών, τουρκικών, και εβραϊκών οικογενειών. Αν και η εκκλησία της πόλης υπήρξε σημαντική δεν εμφανίζεται στα “Χρονικά της Ανατολικής Εκκλησίας” πριν από τον ένατο αιώνα. Σύμφωνα με τον αρχιεπίσκοπο Νεόφυτο από το έτος 1768 ο αρχιεπισκοπικός θρόνος της Καστοριάς σταμάτησε να υπάγεται στον αυτοκέφαλο Έξαρχο Λυχνιδού ή Αχρίδας, ο οποίος τώρα πλέον δεν αποτελεί παρά ένα τίτλο in partibus (στις χώρες των απίστων) της πατριαρχικής αυλής Κωνσταντινουπόλεως. Με αφορμή αυτή την αλλαγή του απονεμήθηκε ο τίτλος του Εξάρχου Βουλγαρίας, μιας εκκλησίας που συνιστούσε μια περιφέρεια με ειδική δικαιοδοσία στο πλαίσιο της ορθόδοξης ιεραρχίας, προτού συντελεστούν οι αλλαγές στη Μακεδονική Ιλλυρία, κατόπιν της αποστασίας ορισμένων χριστιανικών επαρχιών και την κατάργηση της έδρας της Λυχνιδού. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 9)
  • Στη λίμνη της Καστοριάς έκανα μερικές βαρκάδες μαζί με τον αρχιεπίσκοπο Νεόφυτο, που μου παρέθεσε πολλές φορές δείπνο στο μοναστήρι του Αγίου Αναστασίου. Επισκεφτήκαμε το μοναστήρι της Παναγίας , όπου οι μοναχοί μας έδωσαν να πιούμε αποσταγμένα ντόπια κρασιά. Στη συνέχεια μπήκαμε μέσα σε μια σπηλιά που εκτείνεται κάτω από τη Χερσόνησο. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 9-10)
  • Τον Ιούνιο τα νερά της λίμνης της Καστοριάς εξακολουθούσαν να είναι καθαρά και διάφανα προσφέροντας μια ιαματική δροσιά. Το καλοκαίρι τα νερά πρασινίζουν πάντα εξαιτίας της ανάπτυξης υδρόβιων φυτών με το όνομα “Στρατιώτες”. Τα φυτά αυτά είναι συνηθισμένα στους βάλτους και τα στάσιμα νερά. Ωστόσο η λίμνη της Καστοριάς δεν αποτελεί τέτοια περίπτωση. Η λίμνη προκαλούσε στην πόλη και στα περίχωρα επιδημίες, κυρίως όταν το φθινόπωρο δεν έβρεχε, ενώ πριν την πόση του το νερό έπρεπε να αφήνεται να κατακαθίσει και να κρυώσει μέσα σε πήλινα δοχεία. Το καλοκαίρι η κατανάλωση ψαριού προκαλούσε διάρροια. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 10-11)
  • Για να φτάσει καποιος στο Κέλετρον υπήρχε μία και μοναδική στενή διάβαση, όπως μας πληροφορεί ο Τίτος Λίβιος, καθώς και μία και μοναδική πύλη εισόδου, δηλαδή η σημερινή. Το μοναδικό σημείο προσπέλασης ήταν το τμήμα όπου βρίσκονται οι κήποι και οι μύλοι. Στο σημείο όπου χαμηλώνουν οι όχθες επισήμανα ένα τσιφλίκι με δέκα οικογένειες Βουλγάρων. Μιάμιση λεύγα από εκεί βρισκόταν η Σέτομα και τρία τέταρτα της λεύγας βορειοδυτικά το χωριό Σίστεβο. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 11-12)
  • Οι κάτοικοι του Μαυρόβου διηγούνται ότι το Πανηγύρι του Δοβέρου, που λάμβανε χώρα άλλοτε στην Κοσμόπολη, μεταφέρθηκε στην κοιλάδα της Καστοριάς την εποχή που η πόλη αυτή καθιερώθηκε ως εκκλησιαστική μητρόπολη. Η μεταφορά του πανηγυριού δεν χρονολογείται πριν από τον ένατο αιώνα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 12)
  • Οι ληξιαρχικές πράξεις του βιλαετίου της Καστοριάς καταχωρούνται ακόμη στην στήλη της Κρέπενης, έδρας της Ορεστίδας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 14)
  • Ο Βαρδάρης του Σαριγούλ, που σύμφωνα με τις ενδείξεις είναι ο Εριγώνας των αρχαίων, εκπηγάζει από τους παγετώνες του όρους Βόρα, στην περιοχή που οι χωρικοί αποκαλούν Βάξορ, πάνω από τα χωριά Σμαρδέσι, Πεσόσνιτσα και Ρούλια. Από αυτά το πιο απομακρυσμένο απέχει από την Καστοριά επτά λεύγες. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 17)
  • Μια λεύγα δυτικά της Καστοριάς βρίσκονται τα όρη της Καυλωνίας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 25-26)
  • Η Χρούπιστα βρίσκεται έντεκα μίλια από την Καστοριά. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 30)
  • Η μητρόπολη Καστοριάς ανήκε στην δικαιοδοσία του φρουρίου της Αχρίδας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.50)
  • [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]