Category: Leake

  • Όρος Παγγαίο

    Παλαιό Όνομα : Εικοσιφοίνικας, Κουσίνιτζας
    Δήμος : Σερρών, Καβάλας
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]

  • Στο Παγγαίο λόγω των μεταλλείων της περιοχής κατασκευάζονται σφαίρες που χρησιμοποιούνται στα οχυρά και στον οθωμανικό στόλο. (Cousinery,τομ. ΙΙ, σ. 67)
  • Το μοναστήρι της Παναγίας Κοσινίτσας που σημαίνει «η Παρθένος μέσα στο κοφίνι» βρίσκεται σε ένα ύψωμα στο όρος Παγγαίο. Εκεί κοντά βρίσκεται και ο ναός της Αγίας Σοφίας. Στην ίδια περίπου περιοχή βρίσκεται το επιβλητικό μαυσωλείο του Ισμαήλ μπέη που ανήγειραν στη μνήμη του τα παιδιά του. (Cousinery, τομ. Ι, σ. 206)
  • Το Παγγαίο και το Πιέριον όρος αποτελούν, κατά την άποψη του Θουκυδίδη, με την οποία συμφωνεί και ο Cousinery, τα δυο ονόματα του ίδιου βουνού, του Παγγαίου. (Cousinery, τομ. ΙΙ, σ. 26)
  • Το Παγγαίο βρίσκεται κοντά στον Στρυμόνα, οι υπώρειες του εκτείνονται μέχρι την Ηϊώνη και τη Μαρώνεια και, καθώς ο δρόμος κινείται ανατολικά μέχρι τα Άβδηρα, υπάρχουν μόνο δυο μικρά περάσματα τα οποία οδηγούν στον Αίμο. (Cousinery, τομ. ΙΙ, σ. 27)
  • [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]

    • Από την Πράβιστα προχωρώντας κανείς προς τα δυτικά εκεί κάπου στο μέσον των υπωρειών του Παγγαίου όρους και των ελών του Αγγίτη φτάνει μετά από δύο ώρες σε ένα είδος φυσικού αμφιθεάτρου, που είναι ανοικτό από την βόρεια πλευρά του βουνού. Αυτός ο τόπος είναι αξιοσημείωτος για τους αμπελώνες και τους κήπους του, τις ψηλές καστανιές, και τα πυκνά ελατοδάση που καλύπτουν τις ψηλές κορυφές του Παγγαίου όρους, με την Πιλάφ Τεπέ να είναι η υψηλότερη κορυφή του (1800 μέτρα). (Isambert, σ.22)
    • [/tab]
      [tab name=’Leake’]

      • Πάνω από τα Ορφανά υψώνεται το μεγάλο βουνό, το οποίο, εκτεινόμενο ανατολικά από τη δεξιά όχθη του Στρυμώνα, στο πέρασμα της Αμφίπολης, συνδέει ολόκληρο το ανατολικό τμήμα της μεγάλης Στρυμωνικής λεκάνης στα νότια και κοντά στην Πράβιστα συναντάει τις κορυφογραμμές, οι οποίες περικλείουν την ίδια λεκάνη στα ανατολικά. Το βουνό τώρα είναι γνωστό ως Πιρνάρι και είναι προφανώς το ίδιο, το οποίο έχει εξυμνηθεί από ποιητές και ιστορικούς με το όνομα Παγγαίο. (Leake, τομ. III, σ. 176)
      • Εξίσου σημαντική κατάκτηση ήταν αυτή των ορυχείων στο όρος Παγγαίο όπου υπήρχε ένας αρχαίος οικισμός των Θασίων, στη περιοχή , ανάμεσα στη Νεάπολη και το Δραβίσκο. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 189)
      • Το Παγγαίο παρήγαγε χρυσό αλλά και ασήμι. ( Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 190 )
      • Πραγματικά, μια σύγκριση μόνο του αποσπάσματος του Ηροδότου, στο οποίο αναφέρει την έκταση των κατακτήσεων του Μεγάβυζου και όπου περιγράφεται επίσης το πέρασμα του Ξέρξη από την Πιερία και την Παιονία , δεν αφήνει καμία αμφιβολία για την Πρασιά. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο ιστορικός δηλώνει ότι οι Δόβηρες και οι Παίοπλες κατοικούσαν την περιοχή στα νότια του όρους Παγγαίου και αυτές ήταν ακριβώς οι φυλές που νωρίτερα τις είχε συνδέσει με τους κατοίκους της λίμνης Πρασιάς. (Leake,τομ. ΙΙΙ, σ. 211-212)
      • Έχω ήδη υπογραμμίσει ότι τα Κερδύλια ήταν, ολοφάνερα, το βουνό το οποίο υψώνεται πάνω από τη δεξιά όχθη του Στρυμώνα, ακριβώς απέναντι από το λόφο της Αμφίπολης. Είναι εξίσου φανερό ότι η θέση του Κλέωνα ήταν στην απέναντι πλευρά της πόλης, στο ύψος που συνδέει το λόφο της Αμφίπολης με το όρος Παγγαίο, ακριβώς στο πέρασμα των Εννέα Οδών. Η Θρακική πύλη πιθανότατα άνοιγε προς την κατεύθυνση της σημερινής διαδρομής για τη Δράμα, στα μέρη της πεδιάδας ανατολικά της Στρυμωνικής λίμνης και βρισκόταν, κατά συνέπεια, στη βορειοανατολική πλευρά της αρχαίας τοποθεσίας, ακριβώς στο ξεκίνημα της κατηφόρας προς τη λίμνη. Στην πραγματικότητα αυτό το σημείο είναι ακριβώς απέναντι από ένα ύψωμα στην κορυφή των Εννέα Οδών, το οποίο προσφέρει μια πανοραμική θέα τόσο της λίμνης όσο και των εκβολών του Στρυμώνα και σχηματίζει τμήμα μιας χαμηλότερης κορυφής στην πορεία προς το όρος Παγγαίο. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 194)
      • Προς αυτούς-τους Αργιλίους και κάποιους άλλους κατοίκους που ήταν δυσαρεστημένοι από τους Αθηναίους- ο ίδιος ο Βρασίδας ήταν σε μεγάλο βαθμό ευνοϊκά διακείμενος, καθώς γνώριζε ότι ο Θουκυδίδης, που διοικούσε μια αθηναϊκή μοίρα στη Θάσο, κατείχε περιουσιακά στοιχεία στα χρυσωρυχεία στο Παγγαίο, γεγονός που θα μπορούσε να του προσδώσει σημαντική επιρροή στους γείτονες και θα μπορούσε να του επιτρέψει να προκαλέσει σημαντική αντίδραση κατά των Αθηναίων. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 195)
      • Λόγω του ότι ο Θουκυδίδης δεν κατόρθωσε να σώσει την Αμφίπολη αποσύρθηκε από τα κοινά.Αυτό το γεγονός ήταν ευτυχές για την λογοτεχνία, αφού εγκαταστάθηκε στο κτήμα του στη Σκαπτή Ύλη στο όρος Παγγαίο και εκεί είχε τον απαιτούμενο χρόνο,ώστε να συνθέσει το “κτήμα ες αεί” το οποίο, όσο καιρό η Ελληνική γλώσσα θα υπάρχει, θα αποτελεί μια απόλαυση για όλους τους αναγνώστες και ένα πρότυπο γνήσιας ιστορίας. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 196)
      • Οι Οδόμαντες πιθανόν κατείχαν το μεγάλο βουνό που εκτείνεται από τη βορειοανατολική πλευρά της πεδιάδας του Στρυμώνα περίπου από το Μελένικο και το Ντεμίρχισαρ σχεδόν μέχρι το Παγγαίο. Η γειτνίαση με το τελευταίο αποδίδεται πιθανόν στο γεγονός ότι ήταν μία από τις τρεις φυλές που δούλευαν στα ορυχεία του βουνού. Οι άλλες δύο ήταν οι Πιερείς και οι Σάτρες -από τους οποίους οι πρώτοι διέμεναν στη νότια πλευρά του βουνού και οι δεύτεροι στην ανατολική πλευρά του. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 210)
      • Ήταν πολύ φυσικό ότι ο Μεγάβυζος θα έπρεπε να καταστείλει την αντίδραση των Σιροπαιόνων που κατείχαν το πιο γόνιμο και εκτεθειμένο μέρος της πεδιάδας του Στρυμώνα ενώ οι Οδόμαντες, που ήταν ασφαλείς σε μια υψηλότερη θέση και ακόμα περισσότερο οι Αγριανοί, που κατοικούσαν στις πηγές του Στρυμώνα, ήταν σε θέση να τον αποφύγουν ή να του αντισταθούν. Το ίδιο ίσχυε και για τους Δόβηρες και τους άλλους Παίονες του όρους Παγγαίου και τους «αμφίβιους» κατοίκους της λίμνης Πρασιάς. Από τα προηγούμενα, μπορεί να δικαιολογηθεί το συμπέρασμα ότι η λίμνη της Πρασιάς ήταν η ίδια που αργότερα ονομάστηκε Κερκίνη ή λίμνη του Στρυμώνα, παρόλο που αυτό έρχεται σε αντίθεση με την γνώμη του D’Anville, που ταυτίζει την Πρασιά με τη Βόλβη. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 210)
      • Οι Δόβηρες μάλλον μοιράζονταν το όρος Παγγαίο με τους Παίονες και τους Πιερείς και κατοικούσαν πιθανώς στη βόρεια πλευρά του, όπου κατά την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπήρχε σταθμός, ένα μέρος που άλλαζαν τα άλογα, το οποίο ονομαζόταν Δομερός, μεταξύ της Αμφιπόλεως και των Φιλίππων. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 212)
      • Ο Αλέξανδρος Α΄ ίδρυσε μερικά μεταλλωρυχεία στο Βισαλτικό όρος, το οποίο χωρίζεται από το όρος Παγγαίο από το πέρασμα της Αμφίπολης ενώ η συνέχεια αυτού του όρους προς το σύγχρονο Σoχό, ίσως να αποτελεί το αρχαίο Δύσωρον. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 212-213)
      • Ο Δίων, προσθέτει ότι οι Φίλιπποι βρίσκονται κοντά στο Παγγαίο και στο Σύμβολο ενώ το Σύμβολο που βρίσκεται ανάμεσα στους Φιλίππους και στη Νεάπολη, πήρε το όνομά του επειδή συνέδεε το Παγγαίο με ένα άλλο όρος με εκτεταμένη ενδοχώρα. Από την περιγραφή φαίνεται ξεκάθαρα ότι το Σύμβολο εκτείνεται από την Πράβιστα έως την Καβάλα και διαχωρίζει τον κόλπο της Καβάλας από τον κάμπο των Φιλίππων.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 217)
      • Σχετικά με αυτή την περιοχή, την οποία το Οδοιπορικό αναφέρει με το παραφθαρμένο όνομα Τρίουλο, ο Cousinery, o οποίος διέμεινε στη Θεσσαλονίκη ως Πρόξενος της Γαλλίας επισήμανε ότι νομίσματα με την επιγραφή ΤΡΑΙΛΙΟΝ ανακαλύπτονταν συχνά κοντά στην Αμφίπολη, από όπου και συνάγεται το συμπέρασμα ότι το Τρίουλο είναι παραφθορά του ονόματος Τραίλιο. Το πραγματικό όνομα, ωστόσο, υποπτεύομαι ότι είναι Τράγιλος, καθώς ο Στέφανος μας υποδεικνύει ότι υπήρχε μια μακεδονική πόλη με το όνομα Τράγιλος, που αποτελεί αναμφίβολα την πραγματική ανάγνωση του Βράγιλος ή Δράγιλος, που βρέθηκε στον Ιεροκλή μεταξύ των πόλεων της πρώτης ή υπατικής Μακεδονίας και τοποθετείται προφανώς όχι μακριά από την Παρθικόπολη και την Ηράκλεια Στρυμόνος. Στην τοπική διάλεκτο το Γ μπορεί και να παραλειφθεί, έτσι ώστε το ΤΡΑΙΛΙΟΝ του νομίσματος να παρουσιάζει το ελληνικό Τραγιλίων .Το Τρίουλο της Τραπέζης θα πρέπει τότε να διορθωθεί ως Τραίλιο. Η Τράγιλος σε αυτήν την περίπτωση, βρισκόταν στους πρόποδες του όρους Παγγαίου απέναντι από τους Φιλίππους. Το πραγματικό όνομα της τοποθεσίας στα ανατολικά της Ευπορίας, όπου στην Tράπεζα αναγράφεται ως Γραίρο, πρέπει να είναι Γάζωρος και όπως μας πληροφορεί ο Στέφανος πρόκειται για μακεδονική πόλη. Ο Πτολεμαίος αναφέρει ότι βρισκόταν στην χώρα των Ηδωνών.
        Η Γάζωρος συνεπώς βρισκόταν ανάμεσα στην Τράγιλο και στην Ευπορία προς το βορειοδυτικό άκρο του όρους Παγγαίου. Η Βέργα τοποθετείται κατά τον Πτολεμαίο, στα σύνορα της Ηδωνίας και κοντά στους Οδόμαντες, οι οποίοι, εκείνη την εποχή, κατείχαν τις Σέρρες και τη Σκοτούσσα. Επίσης, φαίνεται ότι η Βέργα ήταν κοντά στην ακτή της λίμνης του Στρυμόνα, κοντά στο σύγχρονο Ταχινό., το οποίο ο Σκύμνος το περιγράφει να κείται στο στόμιο του Στρυμόνα. Εάν το Ζερβοχώρι ήταν η τοποθεσία της Ηράκλειας Σιντικής είναι πιθανό ότι μια σημαντική περιφέρεια στα βόρεια αυτής της τοποθεσίας και στα δεξιά του Στρυμόνα περιλαμβανόταν στην Σιντική και ακολούθως και η Νιγρίτα ήταν είτε η Τρίστολος είτε η Παρθικόπολη, καθώς αυτές είναι οι δυο πόλεις, εκτός της Ηράκλειας που ο Πτολεμαίος αποδίδει στην Σιντική.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 228-229)
      • Εντούτοις, είναι σαφές ότι οι Μαίδες δεν κατείχαν μεγάλη έκταση γης στα νότια της πορείας του Σιτάλκη. Ο λόγος είναι ότι το έδαφος, το οποίο περικλείεται στα βόρεια από αυτή τη γραμμή, στα νότια από την κορυφογραμμή του βουνού Χορτιάτη, στα ανατολικά από την πεδιάδα του Στρυμόνα και στα δυτικά από αυτή του Αξιού ισούται περίπου με ένα τετράγωνο το οποίο έχει πλευρά σαράντα γεωγραφικών μιλίων. Σε αυτό το χώρο πρέπει να τοποθετήσουμε τη Μυγδονία, την Κρηστωνία, τον Ανθεμούντα και τη Βισαλτία. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 448)
      • Από τις φυλές στο θρακικό σύνορο της Παιονίας, που υπάγονταν στην Μακεδονία, επί της βασιλείας του Φιλίππου, γιου του Αμύντα, υπάρχουν λόγοι για να πιστέψω ότι οι Οδόμαντες κατείχαν ολόκληρο το όρος Όρβηλος πάνω από τα Στενά του Στρυμόνα κοντά στο σύγχρονο Ντεμίρχισαρ που μαζί με τη Ζίχνη, βρίσκονται στο όρος Παγγαίο. Η βορειο-δυτική πλευρά τους βρίσκεται στα δεξιά του Σιτάλκη, καθώς διασχίζει το όρος Κερκίνη. Η γενική τους κατάσταση συμφωνεί με την περιγραφή του Θουκυδίδη, σύμφωνα με τον οποίο κατοίκησαν πάνω από τα βόρεια του Στρυμόνα. Προς τα βόρεια του Κάτω Στρυμόνα ο ποταμός έχει μια ανατολική πορεία που δικαιολογεί την έκφραση του ιστορικού. Παρατηρεί κανείς, ότι οι Πανείοι, τους οποίους ο Θουκυδίδης ταυτίζει με τους Οδόμαντες αναφέρονται από τον Στέφανο ως φυλή των Ηδονών. (Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 465)
      • Η Πρώτη Μακεδονία περιλάμβανε όλες τις προηγούμενες κτήσεις του Περσέα στη Θράκη στα ανατολικά του Νέστου με εξαίρεση τις τρεις σπουδαιότερες παραθαλάσσιες πόλεις ανάμεσα στον ποταμό και στην Χερσόνησο. Περιλάμβανε, επίσης, την περιοχή ανάμεσα στο Νέστο και το Στρυμόνα , πιθανώς μέχρι τις πηγές των ποταμών μαζί με τη Σιντική και τη Βισαλτία στα δεξιά του Στρυμόνα. Η Αμφίπολις, η πρωτεύουσα της περιοχής περιγράφεται σαν την κυρίως άμυνα της Μακεδονίας στα ανατολικά. Έχουμε μια εικόνα της νύξης που κάνει ο ιστορικός για τα ορυχεία του Παγγαίου όρους που διοικούσε η Αμφίπολη, στα πολυάριθμα ασημένια νομίσματα της εποχής της τετραρχίας με το κεφάλι της θεότητας της Αμφίπολης- Άρτεμις Ταυροπόλος- με όψη που απεικόνιζε το ρόπαλο του Ηρακλή από στεφάνι βελανιδιάς και την επιγραφή «Μακεδόνων πρώτης». Αυτά τα νομίσματα προφανώς είχαν κοπεί στην Αμφίπολη.(Leake, τομ. ΙΙΙ, σ. 483)
      • Ο Θουκυδίδης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το δημόσιο αξίωμά του προκειμένου να κατοικήσει στο κτήμα του στη Σκαπτή ύλη στο όρος Παγγαίο, γεγονός που του παρείχε επαρκή χρόνο να συνθέσει το “κτημα ες αεί” το οποίο, όσο καιρό η Ελληνική γλώσσα θα υπάρχει, θα αποτελεί αγαλλίαση για όλους τους αναγνώστες και ένα πρότυπο γνήσιας ιστορίας.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 196)

      [/tab]
      [tab name=’Mantegazza’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Pouqueville’]

    • Τα χρυσωρυχεία του Παγγαίου πιθανότατα να μην ήταν τα μόνα εκμεταλλεύσιμα, καθώς και ο Αλιάκμων συγκαταλεγόταν ανάμεσα στα χρυσωρυχεία της Μακεδονίας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 29-30)

      [/tab]
      [tab name=’Tozer’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Urquhart’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Walker’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [tab name=’Σχινάς’]
      Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
      [/tab]
      [end_tabset]

  • Κοζάνη

    Παλαιό Όνομα : Κοζάνη
    Δήμος : Κοζάνης
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]

    • Η Κοζάνη είναι μια όμορφη μικρή πόλη με 7.000 κατοίκους που είναι γνωστή για τα εξαίρετα κρασιά της.Τα κρασιά της Κοζάνης είναι πιο γνωστά στους Άγγλους αναγνώστες από ότι και οι ίδιοι θα πίστευαν.Η περιοχή είναι από τους πιο μεγάλους αμπελώνες της Μακεδονίας και τα τελευταία χρόνια μεγάλες ποσότητες κρασιού εξάγονται μέσω Θεσσαλονίκης με προορισμό το Μπορντώ της Γαλλίας όπου μετατρέπονται με την απλή διαδικασία της αραίωσης,της εμφιάλωσης και της τοποθέτησης ετικέττας σε «ελαφρύ και υγιεινό» κόκκινο κρασί για τη βρετανική αγορά. (Chirol, σσ. 56-57)
    • Η Κοζάνη είναι η τελευταία καθαρά ελληνοβλαχική πόλη στη Μακεδονία.Βορειότερα οι Βλάχοι είναι αναμεμειγμένοι με Αλβανούς,Τούρκους και Βουλγάρους και αποτελούν μειονότητα.Στην Κοζάνη ακόμη ο πληθυσμός δεν έχει αναμειχθεί με άλλες εθνότητες. Στο χώρο που μας υποδέχθηκε ο Επίσκοπος υπάρχει στον τοίχο ένας παλιός χάρτης από τον περασμένο αιώνα όπου η λέξη Κοζάνη σημειώνεται με μεγάλα γράμματα ως μια από τις μεγάλες πόλεις της Ρουμανίας.Ωστόσο, το τοπωνύμιο αυτό δε χρησιμοποιείται για περιοχή της Μολδοβλαχίας αλλά για την περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στη Λάρισσα και τη λίμνη του Οστρόβου,είκοσι χιλιόμετρα νότια του Μοναστηρίου.Αλλά τώρα το όνομα είναι ξεχασμένο και από τα 900 σπίτια της πόλης ίσως μόνο σε είκοσι ,η οικογένεια όταν μαζεύεται γύρω από το τζάκι να μιλά άλλη γλώσσα πλην της λατινογενούς βλάχικης γλώσσας ενώ οι κάτοικοι της πόλης πληγώνονται βαθιά αν κάποιος αμφιβάλλει για την ελληνικότητά τους. (Chirol, σσ. 58-59)

    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    • Ξεκίνησα το ταξίδι μου για την Κοζάνη με την συνοδεία ενός τατάρου από τη φρουρά του Αλή Πασά, μια φρουρά από έξι Αλβανούς που μου την παρείχε η διοίκηση Μετσόβου και έναν τάταρο από τη φρουρά του Μουσά Πασά που με συνόδευε από τη Θεσσαλονίκη.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 295)
    • Φτάσαμε στο τέλος της πεδιάδας Τζουμά και κινηθήκαμε προς τη δεξιά κατεύθυνση όπου βρίσκονται πολλά μικρά τουρκικά χωριά στους πρόποδες του Γκιοζτεπέ, στρίψαμε αριστερά από τον αρχικό μας δρόμο σε ένα στενό πέρασμα ανάμεσα στην οροσειρά του Γκιοζτεπέ και σε κάποιους άλλους λοφίσκους, οι οποίοι ενώνονται με τα βουνά κοντά στην Κοζάνη.
      Στην είσοδο αυτού του περάσματος βρίσκεται ένα χάνι και ένα μικρό τουρκικό χωριό με το όνομα Σουλινάρια. Σε απόσταση μισής ώρας από την περιοχή αυτή ξεκινάει η ύπαιθρος, η οποία εκτείνεται στα δεξιά μέχρι την Κοζάνη και τα βουνά πίσω της και προς τα αριστερά ως τη Βιστρίτζα. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.298-299)
    • Το πρωί στην αγορά συχνάζουν και Τούρκοι και Έλληνες από τις γειτονικές περιοχές. Η Κοζάνη και τα Σέρβια συναποτελούν μια επισκοπή, η οποία τελεί υπό τη δικαιοδοσία του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. Ο Επίσκοπος έχει κατοικία και στις δύο περιοχές, τώρα βρίσκεται στα Σέρβια αλλά συνήθως διαμένει στην Κοζάνη.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 299)
    • Το μνημείο βρέθηκε σε ένα από τα χωράφια με καλαμπόκι πάνω από το χωριό, όπου αρκετά μικρά νεκρικά μάρμαρα, με ανάγλυφη διακόσμηση ή άλλα ίχνη της αρχαιότητας ήρθαν επίσης στο φως. Είναι φανερό ότι η Κοζάνη βρίσκεται στη θέση μιας αρχαίας πόλης, μολονότι έψαξα μάταια και για άλλα τεκμήρια σχετικά με αυτό, όπως για παράδειγμα τα τείχη της ή ενδείξεις αρχιτεκτονικού σχεδιασμού . Η Κοζάνη είναι ο τόπος καταγωγής του γιατρού Γιώργου Σακελλάριου, μεταφραστή ενός μέρους του ταξιδιού του Ανάχαρση και άλλων έργων. Τις μεταφράσεις αυτές ανέλαβε προς όφελος των συμπατριωτών του. Η άνετη κατοικία στην οποία εντόπισα την οικογένεια του, αποδεικνύει την θυσία που κάνει, ή καλύτερα αναγκάστηκε να κάνει, διαμένοντας στο Βεράτιο ως γιατρός του Ιμπραήμ Πασά. Ο γαμπρός του, ο παπά Χαρίσμιος, ο οποίος τώρα διαμένει στην Κοζάνη, είναι και αυτός συγγραφέας , μάλιστα έχει γράψει ένα Πάνθεον για το ρόλο των σχολείων στην Ελλάδα.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 300-301)
    • Από την επισήμανση του Πολυβίου πληροφορούμαστε ότι η Κανδαβία οδός διέσχιζε τη χώρα των Εορδαίων, ξεκινώντας από αυτήν των Λυγκιστών έως την Έδεσσα. Συνεπικουρούμενοι από τις ιστορικές πηγές που αναφέρονται, σε αυτό το γεγονός , όπως και ότι από άλλο απόσπασμα του Λατίνου ιστορικού στο οποίο περιγράφει την προέλαση του Περσέα από το Κίτιο στην Κάτω Μακεδονία μέσα από την Εορδαία στην Ελίμεια και στον Αλιακμόνα, μπορούμε να αποκτήσουμε κάποιες γνώσεις για την ακριβή θέση της Εορδαίας, η οποία φαίνεται να εκτεινόταν κατά μήκος της δυτικής πλευράς του όρους Βερμίου, συμπεριλαμβανομένων του Οστρόβου και της Κατράνιτσας στα βόρεια, του Σαριγκιόλ στο κέντρο και στα νότια των πεδιάδων του Τζουμά, Μπουτζά και του Καραγιάννη, καθώς και των κορυφογραμμών κοντά στην Κοζάνη και στην Κλεισούρα της Σιάτιστας, που μοιάζουν να είναι τα φυσικά όρια της περιφέρειας. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ. 316)
    • Φεύγοντας από την Κοζάνη προς τα Σέρβια αφήνουμε πίσω μας το Ακμπουνάρ, το Νίζβορο ή Ίσβορο για τους Έλληνες, κινούμαστε προς τα αριστερά, στην άκρη των αμπελώνων της Κοζάνης και κατεβαίνουμε σε λοφώδεις εκτάσεις με χωράφια σιτηρών διάσπαρτα σε μικρά χωριά.Φτάνουμε στο Χατζιράν το οποίο είναι ένα χωριό όμοιο σε μέγεθος με το Ακμπουνάρ και βρίσκεται σε 1,5 μίλια απόσταση από τους πρόποδες του Γκιόζτεπε.Όλα αυτά τα μέρη είναι τουρκικά.Αργότερα, φτάνουμε στον ποταμό Ιντζέκαρα ή Βιστρίτζα που πλαισιώνεται από απότομους βράχους στην αριστερή όχθη και στην απέναντι πλευρά με χαμηλό έδαφος. (Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.329)

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Στην κλεισούρα της Κοζάνης συναντάμε ένα επικίνδυνο μονοπάτι, στην αρχή του οποίου βρίσκεται ένα στρατιωτικό φυλάκιο. Ο δρόμος που ξεκινάει με την κλεισούρα της Κοζάνης έχει μήκος δύο λευγών και αποτελεί τον δρόμο των καραβανιών που διακινούν το εμπόριο μεταξύ της εδώθε του Αξιού Μακεδονίας και της Θεσσαλίας. Αυτός ο δρόμος ήταν άλλοτε η οδός προς την Πέλλα. Κοντά στην Κοζάνη συναντάμε καλύβες όπου κατοικούν Κονιάρηδες Μωαμεθανοί, οι οποίοι ζουν με την ίδια λιτότητα όπως και στον χρυσό αιώνα. Σε απόσταση μιας λεύγας από την είσοδο της κλεισούρας της Κοζάνης, αν ανεβούμε προς βόρεια, βορειοανατολικά, συναντάμε την κωμόπολη Μπάνια, ενώ τρεις λεύγες πιο πάνω τον ποταμό Βρουτό. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.84)
  • Η Κοζάνη είναι μια πόλη δυόμιση χιλιάδων κατοίκων. Νότιο, νοτιοδυτικά από την Κοζάνη,σε απόσταση τεσσάρων λευγών, βρίσκεται το Βαντσικό. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.85)
  • [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Καστοριά

    Παλαιό Όνομα : Κήλετρο
    Δήμος : Καστοριάς
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Πλησιάζοντας στην Καστοριά τα περιβόλια γίνονται περισσότερα. Η Καστοριά δεν είναι καθόλου μεγάλη πόλη. Η εμπορική της σημασία που άλλοτε είχε προσελκύσει τους προγόνους των Εβραίων από τη Θεσσαλονίκη, έχει τώρα πια χαθεί. Οι χωρικοί από τη γύρω ύπαιθρο δεν κάνουν από αυτήν πια τις προμήθειές τους. Το ταξίδι ως τη Θεσσαλονίκη είναι εύκολο και το λαθρεμπόριο διαμέσου των ελληνικών συνόρων είναι σε έξαρση. Η μουσουλμανική αριστοκρατία, μπέηδες και πασάδες, κατεστραμμένη από τις αλβανικές επιδρομές και την ερήμωση του κάμπου, φυτοζωεί θλιβερά στα σαραβαλιασμένα κονάκια της. Το παζάρι είναι νεκρό. Όλη η ντόπια παραγωγή εκπροσωπείται από ψάρια της λίμνης, μάλλινες κάπες και μερικά χοντροφτιαγμένα χαλιά. Η μουσουλμανική συνοικία έχει μόνο διακόσια σπίτια. Οι Εβραίοι, περισσότεροι, είναι γύρω στις 250-300 οικογένειες αλλά στον αριθμό υπερτερούν οι Έλληνες που έχουν 1000 με 1200 σπίτια. Στην ουσία εδώ όμως κυριαρχούν οι Εβραίοι. Ο Ελληνισμός έχει αποδυναμωθεί από τις βλάχικες διχοστασίες. Όλα σχεδόν τα χριστιανικά σπίτια καταλαβαίνουν ή και μιλούν τα βλάχικα Το βλάχικο κόμμα δε στρατολόγησε εδώ παρά μόνο 200-300 πιστούς. Οι νοικοκυραίοι από πεποίθηση ή από μόδα είναι παντού ελληνόφρονες.(Berard, σ.368-369)
    • Τα σχολεία έμειναν ελληνικά παρά τους έντονους καυγάδες. Οι Βλάχοι όμως παίρνουν την εκδίκησή τους με εφορμήσεις στις σοδειές και στα κοπάδια, με γιουρούσια στα λιόφυτα, με απαγωγές κοριτσιών εύπορων οικογενειών, που τα παντρεύονται με ή δίχως παπά και κατόπιν ζητούν την προίκα τους. Όλοι οι μόρτες, οι σκανταλιάρηδες και οι σαματατζήδες της χριστιανικής κοινότητας δηλώνουν Βλάχοι. Είναι ένα τίτλος που ο Τούρκος έπαρχος τον σέβεται και που διασφαλίζει στις προκείμενες περιπτώσεις σχεδόν πλήρη ατιμωρησία. Οι Εβραίοι αντίθετα, σε μία αδελφική κοινότητα μεταξύ τους, εργάστηκαν χωρίς σταματημό για το ξεζούμισμα του μουσουλμάνου. Οι πατεράδες τους ή οι παππούδες τους ήρθαν από τη Θεσσαλονίκη στις αρχές του αιώνα. Ήταν ισπανικής ράτσας. Τα ισπανικά αποτελούν ακόμη τη μητρική γλώσσα των γερόντων και των παλιών οικογενειών. Μέσα σε μισό αιώνα έβαλαν στο χέρι όλη την περιουσία της Καστοριάς με τα συνηθισμένα μέσα, δανεισμό χρημάτων, προαγορές εμπορευμάτων ή σπόρου, υποθήκες. Ύστερα όμως από τη πρώτη αυτή γενιά ήρθε και μία δεύτερη, που φαίνεται να θέλει να ριζώσει στον τόπο, να μετατρέψει τον πλούτο της σε έγγεια αγαθά, σε αμπέλια, σε μποστάνια, σε λιόφυτα. Πράγματι όσον καιρό η μουσουλμανική αριστοκρατία διατηρούσε τον πλούτο της, όλος ο τόπος δούλευε για τους Εβραίους. Μέσα στον αγροτικό αυτό πληθυσμό, η έλλειψη προβλεπτικότητας των μπέηδων έδινε πολλές ευκαιρίες στους χειριστές ρευστού χρήματος. Όλα τα έσοδα έρχονταν σε είδος. Στο τέλος της συγκομιδής οι μπέηδες, αφού έβαζαν κατά μέρος τις προμήθειές τους για όλο το χρόνο, ξεφορτώνονταν όλο το υπόλοιπο στη πρώτη κουδουνιστή προσφορά. Σε μερικές μέρες είχαν ξοδέψει το ρευστό αυτό σε ψιλικά, σε μπιμπελό, σε κεντητές σέλες, σε πλουμιστά ραμαζάνια, οι νύχτες που το παζάρι μετά τον ολοήμερο ύπνο ανοίγει τα φανάρια του να λαμποκοπούν και τις ευρωπαικές φτηνοπραμάτειες του να αστραποβολούν, απλώνοντας τα φανταχτερά υφάσματα και βάζοντας σε πειρασμό την κοκεταρία των γυναικών και τη λαιμαργία των παιδιών. (Berard, σ.368-369)
    • Ο καλός Τούρκος δεν αρνιέται τίποτα στις γυναίκες του ούτε στα παιδιά του, όταν πλησιάζει το Μπαιράμι. Ένα δάνειο από τον Εβραίο ικανοποιούσε όλα τα καπρίτσια. Είχε όμως δεσμευτεί και προφαγωθεί έτσι ένα μέρος από τη σοδειά της επόμενης χρονιάς Αφήστε το χρόνο να κάνει τη δουλειά του, τις σοδειές να έρχονται και να φεύγουν, άλλη καλή άλλη κακή, μία χρονιά ξηρασίας να πλακώνει άξαφνα ή μια καλή επιδρομή Αλβανών. Τότε ο μουσουλμάνος χρεώνεται, βάζει υποθήκη τη γη του, χώνεται κάθε μέρα και πιο πολύ ως το λαιμό στα χρέη. Το χωράφι πέφτει στα χέρια του Εβραίου όπως και τα καλά σπίτια της πόλης, στο νότιο μέρος του βράχου, που είναι προφυλαγμένο από τους βοριάδες. Τότε ο κατεστραμμένος μουσουλμάνος παίρνει των ομματιών του και φεύγει από τη πόλη. Οι κολίγοι του που συχνά τους συγκρατούσε με τη βία, στηριγμένος στην υποστήριξη της εξουσίας, διασκορπίζονται στα ελεύθερα χωριά. Τα έσοδα του Εβραίου κατεβαίνουν στο μηδέν. Πρέπει κάτι να γίνει. Ένα μέρος επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. Άλλοι, αντίθετα, υποτάσσονται στις καινούργιες ανάγκες και καλλιεργούν μοναχοί τους τα χωράφια τους. Η Καστοριά παρουσιάζει έτσι το σπανιότατο φαινόμενο μίας εβραικής αγροτικής κοινότητας.Στην πραγματικότητα ο αριθμός των γεωργών δεν είναι ακόμα μεγάλος και έχουν επιδοθεί σε μία καλλιέργεια που γειτνιάζει με τη βιοτεχνία. Δεν έχουν βάλει στο χέρι το αλέτρι. Ασχολούνται με τη κηπουρική ή με τις λεπτές μέριμνες που απαιτεί το αμπέλι και η ελιά, σχεδόν δουλειά μαστόρου.Το πρώτο όμως αυτό βήμα έξω από τις παραδοσιακές απασχολήσεις της φυλής τους θα τους οδηγήσει ίσως και σε άλλες αλλαγές. Η εβραική κοινότητα είναι άξια προσοχής. Ριζώνοντας στη γη, μοιάζει να απέκτησε ένα πρώτο ίχνος πατριωτισμού, φυλετικού πατριωτισμού, όπως είναι ο πατριωτισμός όλων των βαλκανικών κοινοτήτων. Ήδη μερικοί Εβραίοι ονειρεύονται και συζητούν κάποιο εθνικό μέλλον. Όχι πως ο ζυγός του Τούρκου τους καταολίβει όπως τους χριστιανούς, και ζητούν τη λύτρωσή τους. Καθόλου δε θεωρούν τους εαυτούς τους καταπιεζόμενους. Ούτε φυσικά φοβούνται τον ερχομό του Ελληνισμού και τη προσάρτηση στην Ελλάδα δε τη θεωρούν αξιόκλαυστη κακοτυχία. Μιλούν ελληνικά, φοιτούν στα ελληνικά σχολεία και ευκατάστατοι οι ίδιοι, συμπορεύονται με τους ευκατάστατους Έλληνες εναντίον των Βλάχων.(Berard, σ.368-369)
    • Η Καστοριά παρουσιάζει όταν την κοιτάξεις από το νότιο μέρος, μία αξιοσημείωτη αναλογία με μία άλλη Μακεδονική πόλη, την Αχρίδα. Χτισμένες και οι δυο τους στην άκρη μίας λίμνης, πάνω σε ένα βραχονήσι, έχουν στην κορυφή τους τα ερείπια τούρκικων ή βυζαντινών οχυρών. Και εδώ, όπως και εκεί, οι χριστιανοί ανακατέκτησαν την πόλη και τα σπίτια τους καλύπτουν τη νότια κατωφέρεια. Οι μουσουλμάνοι εγκαταλείποντας τα κονάκια τους και τα πέτρινα τζαμιά τους αποτραβήχτηκαν παράμερα, στους κήπους της στεριάς. Μοιάζουν σαν να έχουν κατασκηνώσει μέσα στα καινούργια τους σπίτια, γύρω από τα χτισμένα με βιάση τζαμιά τους. Η Αχρίδα είναι όμως ολοφάνερα σλάβικη, ενώ η ελληνική εθνικότητα της Καστοριάς χτυπά αμέσως στο μάτι. Πέτρινα σπίτια, πέτρινα γείσα, μεγάλα αψιδωτά παράθυρα, πλατιά χαγιάτια, τίποτα δε λείπει από αυτά που κάνουν για τον Έλληνα την ομορφιά ενός «καταστήματος».Στην άκρη της λίμνης που σχεδόν κάνουμε το γύρο της, το τούρκικο λιθόστρωτο χαμοσέρνεται ανάμεσα στα σκοινιά της όχθης και τις «πεζούλες» των αμπελιών. Ένας κυκλικός χωματόλοφος κλείνει από τα νότια το λεκανοπέδιο της Καστοριάς και το χωρίζει από τη γειτονική κοιλάδα του Αλιάκμονα. Η Καστοριά χάνεται πίσω από τους καλαμιώνες, μέσα στο πλαίσιο που της δημιουργεί ο ουρανός και τα γαλάζια νερά. Το ποτάμι βγαίνει βουβό από τη λίμνη και κυλά αργά τα νερά του μέσα στην πλατιά του κοίτη, κάτω από τις πέτρες και τα μούσκλια. Τα πλατάνια, οι καρυδιές, και οι καστανιές σμίγουν τις πλατύφυλλες φυλλωσιές τους.(Berard, σ.373-374)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]

  • Η ίδια πόλη είναι το αρχαίο Κέλετρον, που μνημονεύεται από τον Τίτο Λίβιο στην ιστορία της πρώτης εκστρατείας των Ρωμαίων στη Μακεδονία κατά το 200 π.χ. Η πόλη της Καστοριάς λεηλατήθηκε από τον Σουλπίκιο. Το 1084 ο Αλέξιος ο Α’ αφαίρεσε την Καστοριά από τον γενναίο Βρυέννιο. Η Άννα η Κομνηνή μας άφησε μία περιγραφή αυτής της πόλης, η οποία μοιάζει πάρα πολύ με την σημερινή της κατάσταση. Στην Καστοριά βρίσκονται τα ίχνη βυζαντινού περιβόλου, που διαχωρίζει τον ισθμό της Χερσονήσου, του οποίου η μέση είσοδος ήταν οχυρωμένη διά τετράγωνου πύργου. Σήμερα δεύτερος περίβολος που είναι οχυρωμένος από στρογγυλούς πύργους διαχωρίζει την τουρκική συνοικία από την ελληνική. Η λίμνη περικυκλώνεται από κώμες και επαύλεις, που της παρέχουν σκηνογραφική άποψη. Η περιφέρεια της λίμνης, πλην της χερσονήσου, είναι 4 ώρες. Έξι ώρες μετά την Καστοριά βρίσκεται η Ανασελίτσα. (Isambert, τόμ. Ι, σ. 36 -37)
  • [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Στα 1726, όταν ο Pouqueville ταξίδευε στην περιοχή, αρχιεπίσκοπος ήταν ο Νεόφυτος. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 1)
  • Ο Τίτος Λίβιος, σ’ ένα κεφάλαιο των δεκαημέρων του μας δίνει την ακριβή θέση του Κελέτρου, της πόλης που βρίσκεται πάνω σε μια χερσόνησο της Ορεστίδας. Συνδέεται με την υπόλοιπη ηπειρωτική χώρα μέσα από μια στενή λωρίδα γης και περιβάλλεται από μια λίμνη που έβρεχε άλλοτε τις οχυρές πλευρές της. Η περιγραφή της πορείας του ύπατου Σουλπικίου και της θέσης του Φιλίππου είναι τόσο ζωντανή ώστε και με την πρώτη ματιά σε αυτά αντιλαμβανόμαστε ότι η πόλη αυτή είναι η Καστοριά. Ο Προκόπιος, ένας ιστορικός περιορισμένης αξιοπιστίας και αγεωγράφητος μας αφήνει επίσης να αντιληφθούμε ότι μιλά για το Κέλετρο, όταν αναφέρει ότι ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός ανοικοδόμησε πάνω στη χερσόνησο της Καστοριάς μια πόλη της Θεσσαλίας με το όνομα Διοκλητιανούπολη και την ονόμασε Ιουστινιανούπολη. Στο οδοιπορικό του Αντωνίνου η πόλη ονομάζεται “κάστρα”, ονομασία από την οποία οι Έλληνες κατέληξαν στο “Καστοριά”, ενώ οι Αλβανοί εμπνεύστηκαν την ονομασία “Κάστρον”. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 5)
  • Οι ιστορικοί της Ανατολικής Αυτοκρατορίας, ο Καντακουζηνός, η Άννα Κομνηνή, ο Γεώργιος Ακροπολίτης και ο συγγραφέας του Χρονικού των Ιωαννίνων γνωρίζουν και αναφέρουν το Κέλετρον μόνο με το όνομα Καστοριά. Από την πόλη αυτή διέρχονταν όλες οι στρατιές των Ελλήνων της Ανατολικής Αυτοκρατορίας στους πολέμους τους εναντίον των Τριβαλλών, των Βοσνίων και των βασιλέων της Σερβίας. Ο Ακροπολίτης αναφέρει ότι πέρασε από εκεί σε μία από τις πορείες του με προορισμό την Αλβανία μέσω Αχρίδας, Πρέσπας και Σιδηροκάστρου. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 5-6)
  • Σύμφωνα με τις περιγραφές του Λιβίου, η Καστοριά εξακολουθούσε να αποτελεί ένα σπουδαίο και αναμφίβολα καθολικό κέντρο, έως και την εποχή που έφτασε εκεί ο Βοημούνδος, αφού διέσχισε τη Σερβία, για να περάσει εκεί τα Χριστούγεννα. Από την Καστοριά μετέβη στην Πελαγονία, όπου υπήρχε ένα κάστρο κατοικημένο από τους αιρετικούς και αφού το κατέλαβε, το κατέστρεψε και έκαψε τους κατοίκους. Από εκεί προχώρησε έως τον Βαρδάρη και πολέμησε εναντίον των τουρκικών και βοσνιακών στρατιωτικών ταγμάτων που βρίσκονταν στην υπηρεσία των Ελλήνων αυτοκρατόρων. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 6)
  • Ο λαιμός της χερσονήσου που συνδέει την Καστοριά με την ξηρά έχει πλάτος οχτώ οργιές περίπου, στο σημείο όπου εισχωρεί μέσα στα νερά της λίμνης, ενώ, όπως φαίνεται, διακόπτεται και από μια μικρή τάφρο. Στενεύει ακόμα περισσότερο στο σημείο όπου σήμερα, όπως και άλλοτε, φράσσεται από ένα τείχος με τέσσερις κυκλικούς πυργίσκους, όπου στον κεντρικό βρίσκεται η πύλη εισόδου της πόλεως. Στην είσοδο της χερσονήσου που υψώνεται αμφιθεατρικά έως την κορυφή του υψώματος όπου είναι κτισμένη η μητρόπολη, εντοπίζονται οι ζώνες διαχωρισμού κατά εθνότητες και θρησκείες, τον Τουρκομαχαλά και τον Εβραιομαχαλά. Απέναντι από το ύψωμα αυτό το έδαφος χαμηλώνει προς τα νοτιοανατολικά, απ’ όπου υψώνεται ξανά απότομα, για να ενωθεί με τη λοφώδη επιφάνεια του αρχαίου Κελέτρου. Πιθανόν το τμήμα της χερσονήσου που καταλαμβάνει η σημερινή πόλη ν’ αποτελούσε τμήμα των στρατιωτικών οχυρώσεων του Κελέτρου, καθώς όλοι ομοφωνούν ότι δεν κατοικήθηκε παρά μετά την τουρκική κατάκτηση. Τα ερείπια είναι ρημαγμένα, όπως και η γη όπου βρίσκονται. Δεν βλέπουμε παρά τις χορταριασμένες πλατείες της πόλης, τις γκρεμισμένες ρωμαϊκές θέρμες και τα θεμέλια εβδομήντα εκκλησιών, ανεγερμένων ορισμένων στα υπολείμματα ναών. Άλλες πάλι βρίσκονται πάνω σε αρχαία ελληνικά κτίσματα. Όλες τους πάντως είναι κατεστραμμένες ολοσχερώς. Ανάμεσα σε αυτά τα ερείπια ξεχώρισα την ακρόπολη, ένα είδος επιμήκους οχυρού, η λιθοδομή του οποίου πιστοποιεί ότι είναι έργο των Ρωμαίων, καθώς και την ανακαίνιση του Ιουστινιανού. Οι κάτοικοι του Κελέτρου και της Ιουστινιανούπολης (καθώς η μία διαδέχθηκε την άλλη) αγνοούν τις καταστροφές που αλλοίωσαν την όψη του τόπου τους. Ούτε οι άρχοντες ούτε ο αρχιεπίσκοπος γνώριζαν επί του ζητήματος περισσότερα από τους βοσκούς. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 7-8)
  • Δίπλα στο Κέλετρον ανεγέρθηκε μια νέα πόλη, η Καστοριά, που σήμερα αριθμεί έναν πληθυσμό χιλίων πεντακοσίων χριστιανικών, τουρκικών, και εβραϊκών οικογενειών. Αν και η εκκλησία της πόλης υπήρξε σημαντική δεν εμφανίζεται στα “Χρονικά της Ανατολικής Εκκλησίας” πριν από τον ένατο αιώνα. Σύμφωνα με τον αρχιεπίσκοπο Νεόφυτο από το έτος 1768 ο αρχιεπισκοπικός θρόνος της Καστοριάς σταμάτησε να υπάγεται στον αυτοκέφαλο Έξαρχο Λυχνιδού ή Αχρίδας, ο οποίος τώρα πλέον δεν αποτελεί παρά ένα τίτλο in partibus (στις χώρες των απίστων) της πατριαρχικής αυλής Κωνσταντινουπόλεως. Με αφορμή αυτή την αλλαγή του απονεμήθηκε ο τίτλος του Εξάρχου Βουλγαρίας, μιας εκκλησίας που συνιστούσε μια περιφέρεια με ειδική δικαιοδοσία στο πλαίσιο της ορθόδοξης ιεραρχίας, προτού συντελεστούν οι αλλαγές στη Μακεδονική Ιλλυρία, κατόπιν της αποστασίας ορισμένων χριστιανικών επαρχιών και την κατάργηση της έδρας της Λυχνιδού. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 9)
  • Στη λίμνη της Καστοριάς έκανα μερικές βαρκάδες μαζί με τον αρχιεπίσκοπο Νεόφυτο, που μου παρέθεσε πολλές φορές δείπνο στο μοναστήρι του Αγίου Αναστασίου. Επισκεφτήκαμε το μοναστήρι της Παναγίας , όπου οι μοναχοί μας έδωσαν να πιούμε αποσταγμένα ντόπια κρασιά. Στη συνέχεια μπήκαμε μέσα σε μια σπηλιά που εκτείνεται κάτω από τη Χερσόνησο. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 9-10)
  • Τον Ιούνιο τα νερά της λίμνης της Καστοριάς εξακολουθούσαν να είναι καθαρά και διάφανα προσφέροντας μια ιαματική δροσιά. Το καλοκαίρι τα νερά πρασινίζουν πάντα εξαιτίας της ανάπτυξης υδρόβιων φυτών με το όνομα “Στρατιώτες”. Τα φυτά αυτά είναι συνηθισμένα στους βάλτους και τα στάσιμα νερά. Ωστόσο η λίμνη της Καστοριάς δεν αποτελεί τέτοια περίπτωση. Η λίμνη προκαλούσε στην πόλη και στα περίχωρα επιδημίες, κυρίως όταν το φθινόπωρο δεν έβρεχε, ενώ πριν την πόση του το νερό έπρεπε να αφήνεται να κατακαθίσει και να κρυώσει μέσα σε πήλινα δοχεία. Το καλοκαίρι η κατανάλωση ψαριού προκαλούσε διάρροια. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 10-11)
  • Για να φτάσει καποιος στο Κέλετρον υπήρχε μία και μοναδική στενή διάβαση, όπως μας πληροφορεί ο Τίτος Λίβιος, καθώς και μία και μοναδική πύλη εισόδου, δηλαδή η σημερινή. Το μοναδικό σημείο προσπέλασης ήταν το τμήμα όπου βρίσκονται οι κήποι και οι μύλοι. Στο σημείο όπου χαμηλώνουν οι όχθες επισήμανα ένα τσιφλίκι με δέκα οικογένειες Βουλγάρων. Μιάμιση λεύγα από εκεί βρισκόταν η Σέτομα και τρία τέταρτα της λεύγας βορειοδυτικά το χωριό Σίστεβο. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 11-12)
  • Οι κάτοικοι του Μαυρόβου διηγούνται ότι το Πανηγύρι του Δοβέρου, που λάμβανε χώρα άλλοτε στην Κοσμόπολη, μεταφέρθηκε στην κοιλάδα της Καστοριάς την εποχή που η πόλη αυτή καθιερώθηκε ως εκκλησιαστική μητρόπολη. Η μεταφορά του πανηγυριού δεν χρονολογείται πριν από τον ένατο αιώνα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 12)
  • Οι ληξιαρχικές πράξεις του βιλαετίου της Καστοριάς καταχωρούνται ακόμη στην στήλη της Κρέπενης, έδρας της Ορεστίδας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 14)
  • Ο Βαρδάρης του Σαριγούλ, που σύμφωνα με τις ενδείξεις είναι ο Εριγώνας των αρχαίων, εκπηγάζει από τους παγετώνες του όρους Βόρα, στην περιοχή που οι χωρικοί αποκαλούν Βάξορ, πάνω από τα χωριά Σμαρδέσι, Πεσόσνιτσα και Ρούλια. Από αυτά το πιο απομακρυσμένο απέχει από την Καστοριά επτά λεύγες. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 17)
  • Μια λεύγα δυτικά της Καστοριάς βρίσκονται τα όρη της Καυλωνίας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 25-26)
  • Η Χρούπιστα βρίσκεται έντεκα μίλια από την Καστοριά. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 30)
  • Η μητρόπολη Καστοριάς ανήκε στην δικαιοδοσία του φρουρίου της Αχρίδας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.50)
  • [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]