Category: Isambert-Ν.Καστοριάς

  • Ποταμός Βιστρίτσας

    Παλαιό Όνομα : Ποταμός Βιστριτζάς

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]

    • Μέσα από τα τεράστια ασβεστολιθικά περάσματα της Σιδηράς Πύλης ένα απότομο πέρασμα σε μορφή ζιγκ-ζαγκ μας οδηγεί κάτω στον Βιστρίτζα. (Chirol, σ. 49)

    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]

  • Σε απόσταση δώδεκα έως δεκαπέντε λεύγες από τις Σέρρες συναντούμε τον ποταμό Βιστρίτζα. Σχηματίζεται από μικρά ρυάκια που κατεβαίνουν από το όρος Κερκίνη και καταλήγει κοντά στο Μελένοικο. (Cousinery, τομ.Ι, σ. 211)
  • [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]

    • Ποτάμι το οποίο περνάει μέσα από βάλτους και λιμνοθάλασσες έξω από τη Θεσσαλονίκη και χύνονται στη θάλασσα. Ο Βιστρίτσα φαίνεται να είναι είτε ο Λυδίας είτε ο Εριγώνας, αλλά τώρα, όπως και παλιότερα, τα ποτάμια επικοινωνούν με διαφορετικές διακλαδώσεις, ενώ ρέουν μέσα από ελώδεις πεδιάδες• και όχι απίθανα έχουν υποστεί πολλές αλλαγές στη πορεία τους.
      Στο σημείο αυτό, οι ύφαλοι σχηματίζουν ιδανικά σημεία για ψάρεμα και πολυάριθμες βάρκες ασχολούνται με αυτό το επάγγελμα για την προμήθεια της Θεσσαλονίκης, και άλλων πόλεων της ακτής. (Holland, σ. 310)

    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]

    • Η οδός από τα Βοδενά προς τη Θεσσαλονίκη διέρχεται μέσα από την κοιλάδα των Βοδενών. Η διαδρομή παρακολουθεί τη ροή της Βιστρίτσας ως την ώρα που συναντάτε με έναν παραπόταμο της, τον Μογλενίτικο μετά από διαδρομή τριών ωρών. (Isambert, σ.41)
    • Μία ώρα μετά τη Χαλάστρα βρίσκεται το Κλειδί, όπου βρίσκεται και το αξιόλογο αρχαίο μνημείο, μία μεγάλη αψίδα ρωμαϊκής γέφυρας, η οποία να αντικατέστησε πιθανότατα μία αρχαιότερη μακεδονική που υπήρχε στη συμβολή των ποταμών Λουδία και Αλιάκμονα.
      (Isambert,σ.65)
    • Πέρα από το Όστροβο, η οδός μέχρι τα Βοδενά είναι μία από τις τερπνότερες που έχουν να παρουσιάσουν αυτά τα μέρη. Διέρχεται μια κοιλάδα με χαμηλή βλάστηση, που αρδεύεται από τη Βιστρίτσα, της οποίας ακολουθεί και τον ρου, και η οποία σχηματίζει παντού μικρούς καταρράκτες, γύρω από τους οποίους υπάρχουν αμπελώνες, χλοερές κοιλάδες και μεγάλοι πλάτανοι.(Isambert,σ. 38-39)

    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    • Το όνομα Βιστρίτζα χρησιμοποιήθηκε από τους Έλληνες για τον Αλιάκμονα και μολονότι αποκαλύφθηκε μια Σλαβική μετατροπή στην κατάληξη του, πιθανότατα είναι μια παραφθορά του Αστραίου, καθώς μαθαίνουμε από τον Αιλιάν ότι υπήρχε ένα ποτάμι που ονομαζόταν Αστραίος, το οποίο έρρεε ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη και στη Βέροια. Δεν μας περιγράφει ακριβώς τον ποταμό Βιστρίτζα, λαμβάνοντας δε υπόψιν ότι αυτός ο ποταμός δεν διέσχιζε το δρόμο από την Θεσσαλονίκη για την Βέροια, που ήταν ακόμη λιγότερο δραστήριος στο Μογλενίτικο ή ακόμα στον ποταμό των Βοδενών, ο οποίος εκτείνεται σε απόσταση στα δεξιά αυτής της γραμμής, ή πράγματι οποιονδήποτε άλλο εκτός από τους δύο ποταμούς που είχαν ονομαστεί από την αρχαιότητα, Αξιός και Λουδίας. Πιθανότατα Αλιάκμονας ήταν η συνηθισμένη ονομασία του ποταμού πάνω από το φαράγγι της Βέροιας και το Αστραίο από κάτω τους.Με τον ίδιο τρόπο, σαν Ιντζέκαρα και Βιστρίτζα χρησιμοποιούνται στις μέρες μας. Το ποτάμι είναι φημισμένο στην Βέροια για τις μεγάλες πέστροφες (gulıaní). Είχα αναφέρει και νωρίτερα ότι το ίδιο ψάρι μεγαλώνει σε μεγάλες διαστάσεις στην λίμνη της Καστοριάς, η οποία είναι μία από τις πηγές της Βιστρίτζας.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.292-293)
    • Στα αριστερά η πεδιάδα Μπουτζά χωρίζεται από αυτές του Τζερσεμπρά και των Σερβίων στις όχθες του Ιντζέκαρα, από μια χαμηλή διαδρομή του όρους Βέρμιο, το οποίο ενώνεται με την άλλη άκρη της πεδιάδας Μπουτζά και με το όρος της Κοζάνης, το οποίο είναι παρακλάδι του όρους Βουρίνου. (Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.297)
    • Φεύγοντας από την Κοζάνη προς τα Σέρβια στις 7.45, ώρα Τουρκίας, αφήνουμε πίσω το Ακμπουνάρ, Νίζβορο ή Ίσβορο για τους Έλληνες, προς τα αριστερά, στην άκρη των αμπελώνων της Κοζάνης και κατεβαίνουμε σε λοφώδεις εκτάσεις με χωράφια σιτηρών διάσπαρτα με μικρά χωριά, μέχρι τις 8.45. Στο Χατζιράν, ίδιου μεγέθους με το Ακμπουνάρ, το οποίο είναι 1,5 μίλια απόσταση στα αριστερά του δρόμου στους πρόποδες του Γκιόζτεπέ: όλα αυτά τα μέρη είναι τουρκικά. Στις 10.6 φτάνουμε στον ποταμό Ιντζέκαρα ή Βιστρίτζα που πλαισιώνεται με απότομους βράχους στην αριστερή όχθη, και στην απέναντι πλευρά με χαμηλό έδαφος. (Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.329)
    • Η Κουλακιά, η οποία είναι στο δρόμο από την Θεσσαλονίκη για την Κατερίνη, όπως και για την Βέροια, είναι ο τόπος κατοικίας του επισκόπου της Καμπανίας, Που είναι ένας από τους υφισταμένος του μητροπολιτικού δεσπότη της Θεσσαλονίκης. Ο επίσκοπος Καμπανίας άλλοτε διέμενε στο Καψοχώρι, άλλο ένα ελληνικό χωριό, το οποίο χωροθετείται ανάμεσα στο Καρασμάκ ή Μαυρονέρι και στο Ιντζέκαρα ή στην Βιστρίτζα, σε ένα δασώδες τμήμα των πεδιάδων, γύρω από τις οποίες υπάρχουν και κάποια άλλα ελληνικά χωριά.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.259)
    • Στην κορυφή, η οποία δεν απέχει περισσότερο από τρία μίλια σε ευθεία γραμμή από την Βιστρίτζα, αφήσαμε το υψηλότερο σημείο του βουνού το οποίο τώρα ονομάζεται Δοξά (Dhoxá) ή πιο συχνά Ξερολίβαδο (Xerolívadho), την ονομασία την πήρε από ένα χωριό το οποίο κάποτε υπήρχε κοντά σε αυτό, έξι ή οκτώ μίλια στα δεξιά μας, και κατεβήκαμε στην Κάδοβα (Khádova), ένα χωρίο 50 τουρκικών οικογενειών, από όπου υπάρχει πιο μακριά μια κατηφόρα 3 μιλιών περίπου για την Βιστρίτζα, η οποία φαίνεται από το δρόμο μας.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.296-297)
    • Στην βορειοδυτική πλευρά των βουνών η Βιστρίτζα φαίνεται ξανά να απλώνεται στην πεδιάδα η οποία εκτείνεται ως τα Σέρβια. Το Καταφύγιο βρίσκεται στην πιο κοντινή διαδρομή από την Βέροια προς τα Σέρβια, η οποία διασχίζει την Βιστρίτζα κοντά στην Βέροια, όμως σε κάποια σημεία είναι δύσκολη η πρόσβαση για αυτό προτιμάται συνήθως το πέρασμα από την Καστανία.(Leake, τομ.ΙΙΙ, σ.297)
    • Στην είσοδο αυτού του περάσματος βρίσκεται ένα χάνι και ένα μικρό τουρκικό χωριό με το όνομα Σουλιναριά. Μισή ώρα από εδώ απλώνεται η ύπαιθρος η οποία εκτείνεται στα δεξιά μέχρι την Κοζάνη, με τα βουνά πίσω της, και προς τα αριστερά κατηφορίζει ως τη Βιστρίτζα. Στις 10:30 φτάσαμε στην Κοζάνη, η οποία στα βουλγάρικα προφέρεται Kódjαni.(Leake,τομ.ΙΙΙ,σ.298-299)
    • Σε 1 ώρα και 8 λεπτά από τον ποταμό φτάνουμε στα Σέρβια έχοντας περάσει ήδη από πλούσια λιβάδια και μια γόνιμη πεδιάδα πάνω από την οποία βρίσκεται ένα ανέβασμα 20 λεπτών από την πόλη. Τα Σέρβια έχουν περίπου 500 τουρκικά σπίτια και μερικά ελληνικά. Βρίσκονται στη βόρεια πλευρά ενός ανοίγματος στην κορυφογραμμή που ξεκινά από τις χαράδρες της Βιστρίτζας, κοντά στη Βέροια, και τερματίζει στα βουνά της Κασσιάς, στα βόρεια των Τρικάλων. ( Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.330)
    • Ο (ποταμός) Agassae ίσως βρισκόταν στα μισά του δρόμου ανάμεσα στο ποτάμι της Κατερίνης και το πέρασμα της Βιστρίτζας, στο δρόμο για τη Βέροια. (Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ. 424)
    • Η σκάλα του Ελευθεροχωρίου βρίσκεται λίγο παραπάνω από μισή ώρα από το χωριό, στο σημείο όπου τελειώνουν οι λόφοι και ξεκινάνε οι μεγάλες πεδιάδες. Οι τελευταίες υδρεύονται από το Βίστριτζα , τον Καρασμάκ και το Βαρδάρη. (Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ. 436)
    • Περίπου στο μέσο της απόστασης ανάμεσα στον Βιστρίτσα ( Vistritza) και το Βαρδάρη, υπάρχουν πολυάριθμα μονόξυλα που ανήκουν στα Κουλακιά. Ασχολούνται με το μάζεμα οστρακόδερμων και χταποδιών. (Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ. 438)
    • Ο λόφος που είναι ορατός από το πέρασμα από τα Σέρβια στην Κοζάνη ονομάζεται Βίγλα, μια σύγχρονη λέξη ισοδύναμη με τη Φυλή και λέγεται ότι διατηρούσε τα υπολλείματα ενός αρχαίου οχυρού. Αντί για την διάβαση μέσω των Πορτών, ακολούθησα ένα πιο ψηλό μονοπάτι κατά μήκος της νότιας πρόσοψης του βουνού, που εκτείνεται βόρεια προς το Καταφύγι και το φαράγγι από το ποτάμι Βιστρίτζα πάνω από τη Βέροια. Καθώς ανεβαίνουμε, η κορυφή της Σαμαρίνας διαγράφεται στα βορειοδυτικά μέσω των άνω στενών του ίδιου ποταμού, ή εκείνων στο νότιο άκρο του όρους Μπούρινο, κοντά στο Καλλιάνι, που χωρίζεται με τις πεδιάδες ή κοιλάδες των Γρεβενών και της Βέντζα από εκείνες του Τζερσεμπά και των Σερβίων.(Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ. 333)
    • Ο δρόμος μας προς το Λιβάδι ακολουθεί την πλευρά του βουνού, σταδιακά κατεβαίνοντας και διασχίζοντας πολλά βαθιά φαράγγια με πετρώδεις και επικίνδυνες πλαγιές. Στα μισά του δρόμου ξεκινάμε να βλέπουμε στα δεξιά πάνω μια πεδιάδα που εκτείνεται πέντε ή έξι μίλια από τους πρόποδες του βουνού στο άλλο όρος που ονομάζεται Αμάρβες, στην κατεύθυνση του Δεμίνικου. Οι Αμάρβες είναι η κεντρική κορυφή των Καμβουνίων όρεων,και στα δυτικά συνδέεται με άλλη κορυφή, τα Βουνάσια, που ξεκινά από την αριστερή όχθη του Βιστρίτσα απέναντι από το Βουρίνο. Οι Αμάρβες είναι ο σύνδεσμος μεταξύ της αλυσίδας του Ολύμπου πίσω από τα Σέρβια και τον Βελβεντό με τους λόφους της Χασιάς.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.333)
    • Μετά από πέντε ώρες από το κάστρο των Σερβίων φτάνουμε στο Λιβάδι, όνομα οξύμωρο καθώς η τοποθεσία είναι από τις πιο απότομες με πολύ λίγη πεδιάδα σε κάποια μίλια από εκεί. Η πόλη περιλαμβάνει 800 σπίτια κάτω από μια βραχώδη κορυφή στα βουνά που εκτείνονται από την παραθαλάσσια πεδιάδα της Κατερίνης στη δεξιά όχθη του Βιστρίτσα, κοντά στη Βέροια. Η πιο ψηλή κορυφή αυτών των Όρεων γίνεται ορατή ακόμα και από την Θεσσαλονίκη και αναφέρεται ως μια από τα κυριότερες κορυφές της αλυσίδας του Ολύμπου.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.334-335)
    • Ήδη έχω παρατηρήσει ότι τα βουνά που υψώνονται από τη δεξιά όχθη του Βιστρίτσα και εκτείνονται από την κοιλάδα των Γρεβενών σε αυτή της Βέροιας, ήταν τα αρχαία Καμβούνια, που αναφέρονται από τον Λίβιο, από τον οποίον δηλώνεται επιπλέον, ότι το πέρασμα των Σερβίων είναι το πέρασμα σε αυτά τα βουνά, που επίσης λέγεται Βωλουστάνα (Βώλου στενά) . Η ασφάλεια του περάσματος αυτού ήταν τόσο σημαντική για τον Περσέα, στην προσέγγιση του ύπατου Μάρκου Φίλιππου, στο τρίτο έτος του τελευταίου μακεδονικού πολέμου, που το κατέλαβε με 10.000 άνδρες. Ήταν πιθανώς το ίδιο πέρασμα μέσω του οποίου ο Περσέας εισέβαλε στην Θεσσαλία στο πρώτο έτος του πολέμου. Από αυτό το πέρασμα δε ο ύπατος Οστίλιος εισέβαλε στην Μακεδονία το επόμενο έτος και ήταν ένας από τους δρόμους προς τη Μακεδονία σχεδιασμένος από τον Μάρκο όταν στρατοπέδευσε ανάμεσα στην Άζωρο και στην Δολίχη , πριν αποφασίσει να οδηγήσει το στράτευμα του από το όρος Όλυμπος μέσω της Λάπαθου. (Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.338)
    • Εκεί στρατοπέδευσε ο Περσέας πριν την είσοδό του στην Περραιβία.(Leake, τόμ.ΙΙΙ, σ.305)
    • Ο ποταμός έφερε το όνομα Αστραίος στο κατώτερο τμήμα της πορείας του. (Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ. 424)

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Ποταμός Αλιάκμονας

    Παλαιό Όνομα : Ντελή ποταμός

     

    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Από τα πρώτα βήματα στην κοιλάδα του Αλιάκμονα νιώθουμε πως βρισκόμαστε σε γνήσιο τόπο των Ρουμήδων. Εδώ αφέντης είναι ο Έλληνας. Δάση κομμένα σύρριζα, λόφοι φαλακροί, μισοκαμμένα ξερόδεντρα, μακρινοί ορίζοντες χωρίς άλλη γραμμοσκιά έξω από κάποιο σύδεντρο από πράσινες βελανιδιές γύρω από ένα ξωκλήσι. Ο Έλληνας έχει κάνει εδώ τον τόπο γωνιά ελληνισμού. Από τη πρώτη ματιά και ως γενική εικόνα το λεκανοπέδιο του Αλιάκμονα θυμίζει τους κάμπους της Ρέσνας και του Μοναστηρίου. Ίδια γυμνή και ενιαία πλατωσιά, μέσα από τους λόφους και βουνά με μεγάλες πλαγιές. Τα ποτάμια που πέφτουν από τα δυτικά βουνά, έχουν σκάψει βαθιές κοίτες μέσα στην αρχαία λιμνογενή πεδιάδα, κοίτες παράλληλες μεταξύ τους από τα δυτικά στα ανατολικά και κάθετες στον κύριο ποταμό που κυλά από βορρά προς νότο κατά μήκος των ανατολικών λόφων. Τα ξερολάγκαδα αυτά ποικίλλουν σε εύρος, ανάλογα με τη δύναμη της νεροσυρμής που τα έσκαψε. Τα πιο στενά αρκούσε να τα σκεπάσει ένα γεφύρι με λίγες καμάρες. Τα πιο φαρδιά είναι γύρω στο χιλιόμετρο. Όλα όμως έχουν το ίδιο βάθος και έχουν βουλιάξει μέσα στη μαλακιά πρόσχωση, μέχρι να βρουν πιο στέρεο πέτρωμα, διαμορφώνοντας από τη μία και την άλλη τους πλευρά δύο τοιχώματα κάθετου ύψους τριάντα σαράντα μέτρων. Στις όχθες των ποταμών είναι εγκατεστημένοι μερικοί μυλωνάδες. Τα χωριά έχουν μείνει στα ψηλώματα, για να βλέπουν από μακριά τις συμμορίες που χιμούσαν από την Πίνδο και να φυλάγονται από τους αιφνιδιασμούς. Ο τόπος είναι σχεδόν έρημος.(Berard, σ. 375-376)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]

  • Ο ποταμός αφού δεχόταν νερά από την Ήπειρο και τα βουνά της Ελιμείας περνούσε από την Πιερία και κατέληγε στις εκβολές του Αξιού ή Βαρδάρη. (Cousinery,τομ.Ι,σ. 58)
  • [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]

    [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Ο Αλιάκμονας παρασύρει ψήγματα χρυσού στη ροή του. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.27)
  • Ο Σδρέοτσας χύνεται στον Αλιάκμονα, κοντά στην γέφυρα της Σμιγής. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 14)
  • Ανάμεσα στο χωριό Ορμάν και τη Ζουμπάνιστα ρέει ένα ποτάμι που χύνεται κατόπιν στο μικρό Δεβόλη. Οι κάτοικοι θεωρούν ότι ο μικρός Δέβολης είναι ένας από τους πρώτους παραποτάμους του Αλιάκμονα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 26)
  • Ο Αλιάκμονας παρασύρει ψήγματα χρυσού στη ροή του. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 27)

  • Πάνω στην όχθη κάποιου παραποτάμου του Αλιάκμονα που πηγάζει από τα Καυλώνια όρη, ιδρύθηκε το χωριό Γκάλιστα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 28)
  • Ο Αλιάκμων είναι πιθανόν να συγκαταλεγόταν ανάμεσα στα χρυσωρυχεία της Μακεδονίας και τα χρυσωρυχεία του Παγγαίου να μην ήταν τα μόνα εκμεταλλεύσιμα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σσ. 29-30)
  • Ένας παραπόταμος του Αλιάκμονα, ο οποίος έχει τις πηγές του πάνω στο Γράμμο, κυλάει κάτω από το Νεστράμιο, ένα βουλγάρικο κεφαλοχώρι. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.31)
  • Το όρος Σπήλαιον απέχει από τα όρη του Αλιάκμονα ενάμιση μίλι. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.101)
    [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]

  • Καστοριά

    Παλαιό Όνομα : Κήλετρο
    Δήμος : Καστοριάς
    [tab name=’Abbot’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Berard’]

    • Πλησιάζοντας στην Καστοριά τα περιβόλια γίνονται περισσότερα. Η Καστοριά δεν είναι καθόλου μεγάλη πόλη. Η εμπορική της σημασία που άλλοτε είχε προσελκύσει τους προγόνους των Εβραίων από τη Θεσσαλονίκη, έχει τώρα πια χαθεί. Οι χωρικοί από τη γύρω ύπαιθρο δεν κάνουν από αυτήν πια τις προμήθειές τους. Το ταξίδι ως τη Θεσσαλονίκη είναι εύκολο και το λαθρεμπόριο διαμέσου των ελληνικών συνόρων είναι σε έξαρση. Η μουσουλμανική αριστοκρατία, μπέηδες και πασάδες, κατεστραμμένη από τις αλβανικές επιδρομές και την ερήμωση του κάμπου, φυτοζωεί θλιβερά στα σαραβαλιασμένα κονάκια της. Το παζάρι είναι νεκρό. Όλη η ντόπια παραγωγή εκπροσωπείται από ψάρια της λίμνης, μάλλινες κάπες και μερικά χοντροφτιαγμένα χαλιά. Η μουσουλμανική συνοικία έχει μόνο διακόσια σπίτια. Οι Εβραίοι, περισσότεροι, είναι γύρω στις 250-300 οικογένειες αλλά στον αριθμό υπερτερούν οι Έλληνες που έχουν 1000 με 1200 σπίτια. Στην ουσία εδώ όμως κυριαρχούν οι Εβραίοι. Ο Ελληνισμός έχει αποδυναμωθεί από τις βλάχικες διχοστασίες. Όλα σχεδόν τα χριστιανικά σπίτια καταλαβαίνουν ή και μιλούν τα βλάχικα Το βλάχικο κόμμα δε στρατολόγησε εδώ παρά μόνο 200-300 πιστούς. Οι νοικοκυραίοι από πεποίθηση ή από μόδα είναι παντού ελληνόφρονες.(Berard, σ.368-369)
    • Τα σχολεία έμειναν ελληνικά παρά τους έντονους καυγάδες. Οι Βλάχοι όμως παίρνουν την εκδίκησή τους με εφορμήσεις στις σοδειές και στα κοπάδια, με γιουρούσια στα λιόφυτα, με απαγωγές κοριτσιών εύπορων οικογενειών, που τα παντρεύονται με ή δίχως παπά και κατόπιν ζητούν την προίκα τους. Όλοι οι μόρτες, οι σκανταλιάρηδες και οι σαματατζήδες της χριστιανικής κοινότητας δηλώνουν Βλάχοι. Είναι ένα τίτλος που ο Τούρκος έπαρχος τον σέβεται και που διασφαλίζει στις προκείμενες περιπτώσεις σχεδόν πλήρη ατιμωρησία. Οι Εβραίοι αντίθετα, σε μία αδελφική κοινότητα μεταξύ τους, εργάστηκαν χωρίς σταματημό για το ξεζούμισμα του μουσουλμάνου. Οι πατεράδες τους ή οι παππούδες τους ήρθαν από τη Θεσσαλονίκη στις αρχές του αιώνα. Ήταν ισπανικής ράτσας. Τα ισπανικά αποτελούν ακόμη τη μητρική γλώσσα των γερόντων και των παλιών οικογενειών. Μέσα σε μισό αιώνα έβαλαν στο χέρι όλη την περιουσία της Καστοριάς με τα συνηθισμένα μέσα, δανεισμό χρημάτων, προαγορές εμπορευμάτων ή σπόρου, υποθήκες. Ύστερα όμως από τη πρώτη αυτή γενιά ήρθε και μία δεύτερη, που φαίνεται να θέλει να ριζώσει στον τόπο, να μετατρέψει τον πλούτο της σε έγγεια αγαθά, σε αμπέλια, σε μποστάνια, σε λιόφυτα. Πράγματι όσον καιρό η μουσουλμανική αριστοκρατία διατηρούσε τον πλούτο της, όλος ο τόπος δούλευε για τους Εβραίους. Μέσα στον αγροτικό αυτό πληθυσμό, η έλλειψη προβλεπτικότητας των μπέηδων έδινε πολλές ευκαιρίες στους χειριστές ρευστού χρήματος. Όλα τα έσοδα έρχονταν σε είδος. Στο τέλος της συγκομιδής οι μπέηδες, αφού έβαζαν κατά μέρος τις προμήθειές τους για όλο το χρόνο, ξεφορτώνονταν όλο το υπόλοιπο στη πρώτη κουδουνιστή προσφορά. Σε μερικές μέρες είχαν ξοδέψει το ρευστό αυτό σε ψιλικά, σε μπιμπελό, σε κεντητές σέλες, σε πλουμιστά ραμαζάνια, οι νύχτες που το παζάρι μετά τον ολοήμερο ύπνο ανοίγει τα φανάρια του να λαμποκοπούν και τις ευρωπαικές φτηνοπραμάτειες του να αστραποβολούν, απλώνοντας τα φανταχτερά υφάσματα και βάζοντας σε πειρασμό την κοκεταρία των γυναικών και τη λαιμαργία των παιδιών. (Berard, σ.368-369)
    • Ο καλός Τούρκος δεν αρνιέται τίποτα στις γυναίκες του ούτε στα παιδιά του, όταν πλησιάζει το Μπαιράμι. Ένα δάνειο από τον Εβραίο ικανοποιούσε όλα τα καπρίτσια. Είχε όμως δεσμευτεί και προφαγωθεί έτσι ένα μέρος από τη σοδειά της επόμενης χρονιάς Αφήστε το χρόνο να κάνει τη δουλειά του, τις σοδειές να έρχονται και να φεύγουν, άλλη καλή άλλη κακή, μία χρονιά ξηρασίας να πλακώνει άξαφνα ή μια καλή επιδρομή Αλβανών. Τότε ο μουσουλμάνος χρεώνεται, βάζει υποθήκη τη γη του, χώνεται κάθε μέρα και πιο πολύ ως το λαιμό στα χρέη. Το χωράφι πέφτει στα χέρια του Εβραίου όπως και τα καλά σπίτια της πόλης, στο νότιο μέρος του βράχου, που είναι προφυλαγμένο από τους βοριάδες. Τότε ο κατεστραμμένος μουσουλμάνος παίρνει των ομματιών του και φεύγει από τη πόλη. Οι κολίγοι του που συχνά τους συγκρατούσε με τη βία, στηριγμένος στην υποστήριξη της εξουσίας, διασκορπίζονται στα ελεύθερα χωριά. Τα έσοδα του Εβραίου κατεβαίνουν στο μηδέν. Πρέπει κάτι να γίνει. Ένα μέρος επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. Άλλοι, αντίθετα, υποτάσσονται στις καινούργιες ανάγκες και καλλιεργούν μοναχοί τους τα χωράφια τους. Η Καστοριά παρουσιάζει έτσι το σπανιότατο φαινόμενο μίας εβραικής αγροτικής κοινότητας.Στην πραγματικότητα ο αριθμός των γεωργών δεν είναι ακόμα μεγάλος και έχουν επιδοθεί σε μία καλλιέργεια που γειτνιάζει με τη βιοτεχνία. Δεν έχουν βάλει στο χέρι το αλέτρι. Ασχολούνται με τη κηπουρική ή με τις λεπτές μέριμνες που απαιτεί το αμπέλι και η ελιά, σχεδόν δουλειά μαστόρου.Το πρώτο όμως αυτό βήμα έξω από τις παραδοσιακές απασχολήσεις της φυλής τους θα τους οδηγήσει ίσως και σε άλλες αλλαγές. Η εβραική κοινότητα είναι άξια προσοχής. Ριζώνοντας στη γη, μοιάζει να απέκτησε ένα πρώτο ίχνος πατριωτισμού, φυλετικού πατριωτισμού, όπως είναι ο πατριωτισμός όλων των βαλκανικών κοινοτήτων. Ήδη μερικοί Εβραίοι ονειρεύονται και συζητούν κάποιο εθνικό μέλλον. Όχι πως ο ζυγός του Τούρκου τους καταολίβει όπως τους χριστιανούς, και ζητούν τη λύτρωσή τους. Καθόλου δε θεωρούν τους εαυτούς τους καταπιεζόμενους. Ούτε φυσικά φοβούνται τον ερχομό του Ελληνισμού και τη προσάρτηση στην Ελλάδα δε τη θεωρούν αξιόκλαυστη κακοτυχία. Μιλούν ελληνικά, φοιτούν στα ελληνικά σχολεία και ευκατάστατοι οι ίδιοι, συμπορεύονται με τους ευκατάστατους Έλληνες εναντίον των Βλάχων.(Berard, σ.368-369)
    • Η Καστοριά παρουσιάζει όταν την κοιτάξεις από το νότιο μέρος, μία αξιοσημείωτη αναλογία με μία άλλη Μακεδονική πόλη, την Αχρίδα. Χτισμένες και οι δυο τους στην άκρη μίας λίμνης, πάνω σε ένα βραχονήσι, έχουν στην κορυφή τους τα ερείπια τούρκικων ή βυζαντινών οχυρών. Και εδώ, όπως και εκεί, οι χριστιανοί ανακατέκτησαν την πόλη και τα σπίτια τους καλύπτουν τη νότια κατωφέρεια. Οι μουσουλμάνοι εγκαταλείποντας τα κονάκια τους και τα πέτρινα τζαμιά τους αποτραβήχτηκαν παράμερα, στους κήπους της στεριάς. Μοιάζουν σαν να έχουν κατασκηνώσει μέσα στα καινούργια τους σπίτια, γύρω από τα χτισμένα με βιάση τζαμιά τους. Η Αχρίδα είναι όμως ολοφάνερα σλάβικη, ενώ η ελληνική εθνικότητα της Καστοριάς χτυπά αμέσως στο μάτι. Πέτρινα σπίτια, πέτρινα γείσα, μεγάλα αψιδωτά παράθυρα, πλατιά χαγιάτια, τίποτα δε λείπει από αυτά που κάνουν για τον Έλληνα την ομορφιά ενός «καταστήματος».Στην άκρη της λίμνης που σχεδόν κάνουμε το γύρο της, το τούρκικο λιθόστρωτο χαμοσέρνεται ανάμεσα στα σκοινιά της όχθης και τις «πεζούλες» των αμπελιών. Ένας κυκλικός χωματόλοφος κλείνει από τα νότια το λεκανοπέδιο της Καστοριάς και το χωρίζει από τη γειτονική κοιλάδα του Αλιάκμονα. Η Καστοριά χάνεται πίσω από τους καλαμιώνες, μέσα στο πλαίσιο που της δημιουργεί ο ουρανός και τα γαλάζια νερά. Το ποτάμι βγαίνει βουβό από τη λίμνη και κυλά αργά τα νερά του μέσα στην πλατιά του κοίτη, κάτω από τις πέτρες και τα μούσκλια. Τα πλατάνια, οι καρυδιές, και οι καστανιές σμίγουν τις πλατύφυλλες φυλλωσιές τους.(Berard, σ.373-374)

    [/tab]
    [tab name=’Boissonas’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Chirol’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Clarke’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Cousinery’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Frazer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Holland’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Isambert’]

  • Η ίδια πόλη είναι το αρχαίο Κέλετρον, που μνημονεύεται από τον Τίτο Λίβιο στην ιστορία της πρώτης εκστρατείας των Ρωμαίων στη Μακεδονία κατά το 200 π.χ. Η πόλη της Καστοριάς λεηλατήθηκε από τον Σουλπίκιο. Το 1084 ο Αλέξιος ο Α’ αφαίρεσε την Καστοριά από τον γενναίο Βρυέννιο. Η Άννα η Κομνηνή μας άφησε μία περιγραφή αυτής της πόλης, η οποία μοιάζει πάρα πολύ με την σημερινή της κατάσταση. Στην Καστοριά βρίσκονται τα ίχνη βυζαντινού περιβόλου, που διαχωρίζει τον ισθμό της Χερσονήσου, του οποίου η μέση είσοδος ήταν οχυρωμένη διά τετράγωνου πύργου. Σήμερα δεύτερος περίβολος που είναι οχυρωμένος από στρογγυλούς πύργους διαχωρίζει την τουρκική συνοικία από την ελληνική. Η λίμνη περικυκλώνεται από κώμες και επαύλεις, που της παρέχουν σκηνογραφική άποψη. Η περιφέρεια της λίμνης, πλην της χερσονήσου, είναι 4 ώρες. Έξι ώρες μετά την Καστοριά βρίσκεται η Ανασελίτσα. (Isambert, τόμ. Ι, σ. 36 -37)
  • [/tab]
    [tab name=’Leake’]

    [/tab]
    [tab name=’Mantegazza’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Pouqueville’]

  • Στα 1726, όταν ο Pouqueville ταξίδευε στην περιοχή, αρχιεπίσκοπος ήταν ο Νεόφυτος. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 1)
  • Ο Τίτος Λίβιος, σ’ ένα κεφάλαιο των δεκαημέρων του μας δίνει την ακριβή θέση του Κελέτρου, της πόλης που βρίσκεται πάνω σε μια χερσόνησο της Ορεστίδας. Συνδέεται με την υπόλοιπη ηπειρωτική χώρα μέσα από μια στενή λωρίδα γης και περιβάλλεται από μια λίμνη που έβρεχε άλλοτε τις οχυρές πλευρές της. Η περιγραφή της πορείας του ύπατου Σουλπικίου και της θέσης του Φιλίππου είναι τόσο ζωντανή ώστε και με την πρώτη ματιά σε αυτά αντιλαμβανόμαστε ότι η πόλη αυτή είναι η Καστοριά. Ο Προκόπιος, ένας ιστορικός περιορισμένης αξιοπιστίας και αγεωγράφητος μας αφήνει επίσης να αντιληφθούμε ότι μιλά για το Κέλετρο, όταν αναφέρει ότι ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός ανοικοδόμησε πάνω στη χερσόνησο της Καστοριάς μια πόλη της Θεσσαλίας με το όνομα Διοκλητιανούπολη και την ονόμασε Ιουστινιανούπολη. Στο οδοιπορικό του Αντωνίνου η πόλη ονομάζεται “κάστρα”, ονομασία από την οποία οι Έλληνες κατέληξαν στο “Καστοριά”, ενώ οι Αλβανοί εμπνεύστηκαν την ονομασία “Κάστρον”. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 5)
  • Οι ιστορικοί της Ανατολικής Αυτοκρατορίας, ο Καντακουζηνός, η Άννα Κομνηνή, ο Γεώργιος Ακροπολίτης και ο συγγραφέας του Χρονικού των Ιωαννίνων γνωρίζουν και αναφέρουν το Κέλετρον μόνο με το όνομα Καστοριά. Από την πόλη αυτή διέρχονταν όλες οι στρατιές των Ελλήνων της Ανατολικής Αυτοκρατορίας στους πολέμους τους εναντίον των Τριβαλλών, των Βοσνίων και των βασιλέων της Σερβίας. Ο Ακροπολίτης αναφέρει ότι πέρασε από εκεί σε μία από τις πορείες του με προορισμό την Αλβανία μέσω Αχρίδας, Πρέσπας και Σιδηροκάστρου. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 5-6)
  • Σύμφωνα με τις περιγραφές του Λιβίου, η Καστοριά εξακολουθούσε να αποτελεί ένα σπουδαίο και αναμφίβολα καθολικό κέντρο, έως και την εποχή που έφτασε εκεί ο Βοημούνδος, αφού διέσχισε τη Σερβία, για να περάσει εκεί τα Χριστούγεννα. Από την Καστοριά μετέβη στην Πελαγονία, όπου υπήρχε ένα κάστρο κατοικημένο από τους αιρετικούς και αφού το κατέλαβε, το κατέστρεψε και έκαψε τους κατοίκους. Από εκεί προχώρησε έως τον Βαρδάρη και πολέμησε εναντίον των τουρκικών και βοσνιακών στρατιωτικών ταγμάτων που βρίσκονταν στην υπηρεσία των Ελλήνων αυτοκρατόρων. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 6)
  • Ο λαιμός της χερσονήσου που συνδέει την Καστοριά με την ξηρά έχει πλάτος οχτώ οργιές περίπου, στο σημείο όπου εισχωρεί μέσα στα νερά της λίμνης, ενώ, όπως φαίνεται, διακόπτεται και από μια μικρή τάφρο. Στενεύει ακόμα περισσότερο στο σημείο όπου σήμερα, όπως και άλλοτε, φράσσεται από ένα τείχος με τέσσερις κυκλικούς πυργίσκους, όπου στον κεντρικό βρίσκεται η πύλη εισόδου της πόλεως. Στην είσοδο της χερσονήσου που υψώνεται αμφιθεατρικά έως την κορυφή του υψώματος όπου είναι κτισμένη η μητρόπολη, εντοπίζονται οι ζώνες διαχωρισμού κατά εθνότητες και θρησκείες, τον Τουρκομαχαλά και τον Εβραιομαχαλά. Απέναντι από το ύψωμα αυτό το έδαφος χαμηλώνει προς τα νοτιοανατολικά, απ’ όπου υψώνεται ξανά απότομα, για να ενωθεί με τη λοφώδη επιφάνεια του αρχαίου Κελέτρου. Πιθανόν το τμήμα της χερσονήσου που καταλαμβάνει η σημερινή πόλη ν’ αποτελούσε τμήμα των στρατιωτικών οχυρώσεων του Κελέτρου, καθώς όλοι ομοφωνούν ότι δεν κατοικήθηκε παρά μετά την τουρκική κατάκτηση. Τα ερείπια είναι ρημαγμένα, όπως και η γη όπου βρίσκονται. Δεν βλέπουμε παρά τις χορταριασμένες πλατείες της πόλης, τις γκρεμισμένες ρωμαϊκές θέρμες και τα θεμέλια εβδομήντα εκκλησιών, ανεγερμένων ορισμένων στα υπολείμματα ναών. Άλλες πάλι βρίσκονται πάνω σε αρχαία ελληνικά κτίσματα. Όλες τους πάντως είναι κατεστραμμένες ολοσχερώς. Ανάμεσα σε αυτά τα ερείπια ξεχώρισα την ακρόπολη, ένα είδος επιμήκους οχυρού, η λιθοδομή του οποίου πιστοποιεί ότι είναι έργο των Ρωμαίων, καθώς και την ανακαίνιση του Ιουστινιανού. Οι κάτοικοι του Κελέτρου και της Ιουστινιανούπολης (καθώς η μία διαδέχθηκε την άλλη) αγνοούν τις καταστροφές που αλλοίωσαν την όψη του τόπου τους. Ούτε οι άρχοντες ούτε ο αρχιεπίσκοπος γνώριζαν επί του ζητήματος περισσότερα από τους βοσκούς. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 7-8)
  • Δίπλα στο Κέλετρον ανεγέρθηκε μια νέα πόλη, η Καστοριά, που σήμερα αριθμεί έναν πληθυσμό χιλίων πεντακοσίων χριστιανικών, τουρκικών, και εβραϊκών οικογενειών. Αν και η εκκλησία της πόλης υπήρξε σημαντική δεν εμφανίζεται στα “Χρονικά της Ανατολικής Εκκλησίας” πριν από τον ένατο αιώνα. Σύμφωνα με τον αρχιεπίσκοπο Νεόφυτο από το έτος 1768 ο αρχιεπισκοπικός θρόνος της Καστοριάς σταμάτησε να υπάγεται στον αυτοκέφαλο Έξαρχο Λυχνιδού ή Αχρίδας, ο οποίος τώρα πλέον δεν αποτελεί παρά ένα τίτλο in partibus (στις χώρες των απίστων) της πατριαρχικής αυλής Κωνσταντινουπόλεως. Με αφορμή αυτή την αλλαγή του απονεμήθηκε ο τίτλος του Εξάρχου Βουλγαρίας, μιας εκκλησίας που συνιστούσε μια περιφέρεια με ειδική δικαιοδοσία στο πλαίσιο της ορθόδοξης ιεραρχίας, προτού συντελεστούν οι αλλαγές στη Μακεδονική Ιλλυρία, κατόπιν της αποστασίας ορισμένων χριστιανικών επαρχιών και την κατάργηση της έδρας της Λυχνιδού. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 9)
  • Στη λίμνη της Καστοριάς έκανα μερικές βαρκάδες μαζί με τον αρχιεπίσκοπο Νεόφυτο, που μου παρέθεσε πολλές φορές δείπνο στο μοναστήρι του Αγίου Αναστασίου. Επισκεφτήκαμε το μοναστήρι της Παναγίας , όπου οι μοναχοί μας έδωσαν να πιούμε αποσταγμένα ντόπια κρασιά. Στη συνέχεια μπήκαμε μέσα σε μια σπηλιά που εκτείνεται κάτω από τη Χερσόνησο. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 9-10)
  • Τον Ιούνιο τα νερά της λίμνης της Καστοριάς εξακολουθούσαν να είναι καθαρά και διάφανα προσφέροντας μια ιαματική δροσιά. Το καλοκαίρι τα νερά πρασινίζουν πάντα εξαιτίας της ανάπτυξης υδρόβιων φυτών με το όνομα “Στρατιώτες”. Τα φυτά αυτά είναι συνηθισμένα στους βάλτους και τα στάσιμα νερά. Ωστόσο η λίμνη της Καστοριάς δεν αποτελεί τέτοια περίπτωση. Η λίμνη προκαλούσε στην πόλη και στα περίχωρα επιδημίες, κυρίως όταν το φθινόπωρο δεν έβρεχε, ενώ πριν την πόση του το νερό έπρεπε να αφήνεται να κατακαθίσει και να κρυώσει μέσα σε πήλινα δοχεία. Το καλοκαίρι η κατανάλωση ψαριού προκαλούσε διάρροια. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 10-11)
  • Για να φτάσει καποιος στο Κέλετρον υπήρχε μία και μοναδική στενή διάβαση, όπως μας πληροφορεί ο Τίτος Λίβιος, καθώς και μία και μοναδική πύλη εισόδου, δηλαδή η σημερινή. Το μοναδικό σημείο προσπέλασης ήταν το τμήμα όπου βρίσκονται οι κήποι και οι μύλοι. Στο σημείο όπου χαμηλώνουν οι όχθες επισήμανα ένα τσιφλίκι με δέκα οικογένειες Βουλγάρων. Μιάμιση λεύγα από εκεί βρισκόταν η Σέτομα και τρία τέταρτα της λεύγας βορειοδυτικά το χωριό Σίστεβο. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 11-12)
  • Οι κάτοικοι του Μαυρόβου διηγούνται ότι το Πανηγύρι του Δοβέρου, που λάμβανε χώρα άλλοτε στην Κοσμόπολη, μεταφέρθηκε στην κοιλάδα της Καστοριάς την εποχή που η πόλη αυτή καθιερώθηκε ως εκκλησιαστική μητρόπολη. Η μεταφορά του πανηγυριού δεν χρονολογείται πριν από τον ένατο αιώνα. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 12)
  • Οι ληξιαρχικές πράξεις του βιλαετίου της Καστοριάς καταχωρούνται ακόμη στην στήλη της Κρέπενης, έδρας της Ορεστίδας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 14)
  • Ο Βαρδάρης του Σαριγούλ, που σύμφωνα με τις ενδείξεις είναι ο Εριγώνας των αρχαίων, εκπηγάζει από τους παγετώνες του όρους Βόρα, στην περιοχή που οι χωρικοί αποκαλούν Βάξορ, πάνω από τα χωριά Σμαρδέσι, Πεσόσνιτσα και Ρούλια. Από αυτά το πιο απομακρυσμένο απέχει από την Καστοριά επτά λεύγες. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 17)
  • Μια λεύγα δυτικά της Καστοριάς βρίσκονται τα όρη της Καυλωνίας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 25-26)
  • Η Χρούπιστα βρίσκεται έντεκα μίλια από την Καστοριά. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ. 30)
  • Η μητρόπολη Καστοριάς ανήκε στην δικαιοδοσία του φρουρίου της Αχρίδας. (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.50)
  • [/tab]
    [tab name=’Tozer’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Urquhart’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [tab name=’Walker’]

    [/tab]
    [tab name=’Σχινάς’]
    Δεν υπάρχει περιεχόμενο για τον συγκεκριμένο περιηγητή για να καταχωρηθεί.
    [/tab]
    [end_tabset]